Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Νοεμβρίου, 2023

Ἡ ὁδὸς πρὸς τὰ ἔσω



«Ἀλλ’ ἡμῖν μέν, διὰ τὸ πτωχὴν εἶναι τοῦ καλοῦ, ἡ φύσις ἀεὶ πρὸς τὸ ἐνδέον ἵεται, καὶ ἡ τοῦ λείποντος ἔφεσις αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπιθυμητικὴ τῆς φύσεως ἡμῶν διάθεσις.»
(Γρηγ. Νύσσης, περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, Ἑλλην. Πατρολογία 46, 92 C).

Τὸ σύντομο τοῦτο χωρίο περιέχει βαθυστόχαστη διάγνωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἂς τὴν προσέξωμε. Εἶναι ἀπαύγασμα στροφῆς πρὸς τὰ ἔσω. Ἐπειδή, λέγει, ἡ φύσις μας εἶναι «πτωχή τοῦ καλοῦ», γιὰ τοῦτο ρίχνεται μὲ ὁρμὴ πάντα πρὸς αὐτὸ ποὺ τῆς λείπει, πρὸς τὸ καλὸ δηλαδή. Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι, ἡ ἐπιθυμητικὴ διάθεση τῆς φύσεώς μας, περιεχόμενο καὶ στόχο της ἔχει τὴν ἔφεση ἐκείνου ποὺ λείπει.

Τὸ «πτωχήν τοῦ καλοῦ» δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ προϋποθέτει καὶ ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἔχει συνείδηση τῆς «πτωχείας» της. Αὐτὰ σημαίνουν ἀκόμη ὅτι «τὸ καλὸν» οὐσιώνει τὸν ἄνθρωπο, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν πλήρωση τῆς φύσεώς του. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος, θηρευτὴς τοῦ καλοῦ, φέρεται πάντα μὲ ὁρμὴ πρὸς αὐτό. Τὸ κατακτᾶ ὅμως πάντα μὲ τρόπο ἐλλιπῆ.

Ἔτσι ἡ πορεία γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς πτωχείας γίνεται ἄσωστη∙ τὸ «καλὸν» μένει πάντα ἀνέφικτο στὴν πληρότητά του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὡστόσο ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου παίρνει τὸ σωστὸ νόημά της, ὅσο ἡ ἐπιθυμητικὴ του διάθεση ἐκφράζει τὴν ἔφεση πρὸς τὸ καλό, πού, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ τὸ γεύεται ὁ ἄνθρωπος, αἰσθάνεται καὶ ὅτι τοῦ λείπει.

Ἔχομε ἐδῶ μεταφυσικὴ θεμελίωση τῆς πνευματικῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου. Ρίζα καὶ οὐσία της, ἡ ἔφεση τοῦ καλοῦ. Καὶ ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἔφεση ἐκείνου ποὺ μᾶς λείπει, ἡ μεταφυσικὴ θεμελίωση στηρίζεται στὴ γόνιμη αἴσθηση τῆς ἔνδειάς μας. Ἡ συνείδηση τῆς φτώχειάς του ὡς πρὸς τὸ « καλὸν », αὐτὴ καὶ μόνο αὐτὴ οἰστρηλάτει τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν θήρα «τοῦ ἀεὶ λείποντος». Ἔτσι ἡ εὐλογημένη ἔνδεια ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὴν θέωση. Ἀποπειρᾶται ὁ ἄνθρωπος νὰ μοιάση τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ «Αὐτόκαλον», τὸ «Αὐτοάγαθον».

Ἄν, ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστώσωμε, ὅτι εἶναι βυθισμένος κυρίως στὴν ἔρευνα τῶν ἀντικειμένων καὶ τὴν ἐπινόηση τεχνικῶν μέσων καὶ γιὰ τὴν ἔρευνα καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση ἐπιθυμιῶν. Ἐπιθυμιῶν ποὺ δὲν ἔχουν στόχο τους «τὸ καλόν», ἀλλὰ τὴν εὐημερία του. Εἶναι σήμερα ὁ ἄνθρωπος κυρίως ἕνας λαμπρὸς θηρευτὴς τῆς εὐημερίας. Τοῦ λείπει ἡ στροφὴ πρὸς τὰ ἔσω, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μεταφυσικὴ σύλληψη τῆς φύσεώς του ὡς ἔνδειας τοῦ καλοῦ. Τοῦ λείπει λοιπὸν τὸ οὐσιωδέστερο στοιχεῖο γιὰ τὴ σωστὴ πραγμάτωση τῆς πνευματικῆς του φύσης. Γιὰ νὰ ξεφύγη ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πέλαγος, ἀπὸ τὸ χάος καλύτερα τοῦ μηδενισμοῦ στὸ ὁποῖο, παρ\’ ὅλη τὴν ἐπιστημοσύνη του, τὸν ὁδηγεῖ ἡ ἀβασάνιστη θήρα τῆς εὐημερίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ στραφῆ πάλι πρὸς τὰ ἔσω καὶ νὰ ἀνακάλυψη τὸ μεταφυσικὸ βάθος τῆς φύσεώς του, νὰ ξαναβρῆ τὸν οἶστρο πρὸς «τὸ καλόν», ποὺ ἐξαγνίζει καὶ σώζει. Θὰ βροῦν τότε δικαίωση καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία, θὰ ξαναζήση ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του ὡς μεταφυσικὴ συνείδηση καὶ ὄχι ὡς ὑπερβατικὸ λόγο, ὅπως ἤθελεν ὁ Κάντ∙ θὰ λάμψη πάλι μέσα του τὸ φῶς τῆς πνευματικότητάς του.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ τονίσω ὅτι κύριο ἔργο της πρέπει νὰ θεωρῆ ἡ φιλοσοφία, νὰ ἀποδεσμεύη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἐπιτεύγματά του, νὰ τὸν καθιστᾶ ἐλεύθερο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ αὐτά, ρυθμιστὴ τῆς πνευματικῆς του πορείας. Μόνο ἔτσι ἑτοιμάζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ συλλάβη τὸ μεταφυσικὸ βάθος τοῦ εἶναι του. Τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ τὸν δικό του τρόπο ἐτόνισεν ὁ μεγάλος ἀτομικὸς ἐπιστήμων Ὀππενχάϊμερ: «Μᾶς χρειάζονται», εἶπε, «φιλόσοφοι καὶ ὄχι ἐπιστήμονες. Ἡ ἀλήθεια ἀνήκει στὴν σοφία καὶ ὄχι στὴν ἐπιστήμη.»

https://agiazoni.gr/slug-2213/

01 Σεπτεμβρίου, 2020

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΠΟΛΥ ΒΟΗΘΑΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΡΘΕΙ Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΛΟΣΥΝΗ, ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ!

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Πολύ βοηθάει για να έρθει η εσωτερική καλοσύνη, όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, διότι τότε έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με τη συνεχή δοξολογία και η καρδιακή προσευχή για τον πλησίον μας, και τότε γίνεται και ευπρόσδεκτη στον Θεό η προσευχή μας και βοηθάει το συνάνθρωπο μας.

27 Αυγούστου, 2020

Ο ΘΕΟΣ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ (αγίου Παϊσίου)


 –Μερικὲς φορὲς ξεκινᾶμε νὰ κάνουμε μιὰ δουλειὰ καὶ παρουσιάζονται ἕνα σωρὸ ἐμπόδια. Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;

Νὰ ἐξετάσουμε ἂν φταῖμε ἐμεῖς. Ἂν δὲν φταῖμε, τὸ ἐμπόδιο θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλό μας. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ στενοχωριέται, ἂν δὲν ἔγινε ἡ δουλειὰ ἢ ἂν καθυστέρησε νὰ τελειώση.

Μιὰ φορὰ κατέβαινα βιαστικὸς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, νὰ πάω στὴν Κόνιτσα γιὰ μιὰ ἐπείγουσα δουλειά. Σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ δρόμου – Γολγοθᾶ τὸ ἔλεγα – συνάντησα ἕναν γνωστὸ τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν μπαρμπα-Ἀναστάση, μὲ τρία ζῶα φορτωμένα.

Ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀνηφόρα εἶχαν ἀναποδογυρισθῆ τὰ σαμάρια τους καὶ ἕνα ζῶο ἦταν κοντὰ στὸν γκρεμὸ καὶ κόντευε νὰ πέση κάτω. «Ὁ Θεὸς σ’ ἔστειλε, Πάτερ», μοῦ εἶπε ὁ μπαρμπα-Ἀναστάσης.

Τὸν βοήθησα νὰ τὰ ξεφορτώσουμε καὶ νὰ τὰ ξαναφορτώσουμε, τὰ βάλαμε καὶ στὸν δρόμο καὶ τὸν ἄφησα. Ὅταν προχώρησα ἀρκετά, ἔφθασα σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου μόλις πρὶν λίγο εἶχε γίνει κατολίσθηση σὲ μῆκος τριακόσια μέτρα καὶ εἶχε φαγωθῆ τὸ μονοπάτι. Δένδρα καὶ πέτρες εἶχαν κατεβῆ στὸ ποτάμι.

Ἂν δὲν καθυστεροῦσα, θὰ βρισκόμουν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε ἡ κατολίσθηση. «Μπαρμπα-Ἀναστάση, εἶπα, μ᾿ ἔσωσες. Ὁ Θεὸς σ᾿ ἔστειλε».

Ὁ Χριστὸς ἀπὸ ψηλὰ βλέπει τὸν καθένα μας πῶς ἐνεργεῖ καὶ ξέρει πῶς καὶ πότε θὰ ἐνεργήση γιὰ τὸ καλό μας. Ξέρει πῶς καὶ ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήση, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ζητοῦμε βοήθεια, νὰ τοῦ λέμε τὶς ἐπιθυμίες μας καὶ νὰ ἀφήνουμε Ἐκεῖνον ὅλα νὰ τὰ κανονίζη.

Ἐγώ, ὅταν ἤμουν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, ἤθελα νὰ πάω στὴν ἔρημο· σκεφτόμουν νὰ φύγω σὲ ἕνα ἐρημονήσι. Εἶχα συμφωνήσει μάλιστα μὲ ἕναν βαρκάρη νὰ ἔρθη νὰ μὲ πάη, ἀλλὰ τελικὰ δὲν ἦρθε. Ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατὶ ἤμουν ἀκόμη ἄπειρος καὶ θὰ πάθαινα μεγάλη ζημιὰ στὸ ἐρημονήσι· θὰ μὲ ἀφάνιζαν οἱ δαίμονες.

Ἀφοῦ δὲν μπόρεσα νὰ πάω ἐκεῖ, στράφηκα πρὸς τὰ Κατουνάκια. Ἀγάπησα τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων καὶ προσευχόμουν καὶ ἑτοιμαζόμουν νὰ πάω ἐκεῖ. Ἤθελα νὰ ἀσκητέψω κοντὰ στὸν Γερο-Πέτρο (1), ἕναν πολὺ πνευματικὸ Πατέρα.

Μοῦ συνέβη ὅμως ἕνα γεγονὸς ποὺ μὲ ἀνάγκασε νὰ πάω στὴν Κόνιτσα καὶ ὄχι στὰ Κατουνάκια. Ἕνα βράδυ μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο εἶχα ἀποσυρθῆ στὸ κελλί μου καὶ προσευχόμουν ὣς ἀργά. Κατὰ τὶς ἕνδεκα τὴν νύχτα ξάπλωσα νὰ ἡσυχάσω λίγο. Μιάμιση ἡ ὥρα ξύπνησα μὲ τὸ σήμαντρο τῆς μονῆς ποὺ μᾶς καλοῦσε στὸν Ναό.

Ἔκανα νὰ σηκωθῶ, ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη μὲ κρατοῦσε ἀκίνητο. Κατάλαβα ὅτι κάτι συμβαίνει. Ἔμεινα καθηλωμένος στὸ κρεββάτι μέχρι τὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι. Μποροῦσα νὰ προσεύχωμαι, νὰ σκέφτωμαι, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κινηθῶ καθόλου.

Ἐνῶ βρισκόμουν σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, εἶδα σὰν σὲ τηλεόραση ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα. Ἐγὼ μὲ λαχτάρα γύρισα τὰ μάτια μου πρὸς τὰ Κατουνάκια. Μιὰ φωνὴ τότε – ἦταν τῆς Παναγίας – μοῦ εἶπε καθαρά: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια· θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου».

«Παναγία μου, ἐγὼ ἔρημο Σοῦ ζητοῦσα καὶ Ἐσὺ μὲ στέλνεις στὸν κόσμο;», εἶπα. Ἄκουσα ξανὰ τὴν ἴδια φωνὴ νὰ μοῦ λέη αὐστηρά: «Θὰ πᾶς νὰ συναντήσης τὸ τάδε πρόσωπο, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ βοηθήση πολύ». Ἀμέσως λύθηκα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀόρατο δέσιμο καὶ πλημμύρισε ἡ καρδιά μου ἀπὸ τὴν θεία Χάρη.

Μετὰ πῆγα καὶ τὸ εἶπα στὸν Πνευματικό. «Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μοῦ εἶπε ὁ Πνευματικός. Μὴν κάνης ὅμως λόγο γιὰ τὸ γεγονός. Πὲς πὼς γιὰ λόγους ὑγείας – ἔβγαζα αἷμα ἐκείνη τὴν ἐποχὴ – θὰ χρειασθῆ νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ Ὄρος καὶ πήγαινε». Ἄλλο ἤθελα ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε τὸ σχέδιό Του.

Σκέφθηκα ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ἀνακαινίσω αὐτὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ἔτσι θὰ ἐκπληρωνόταν καὶ ἕνα τάμα ποὺ εἶχα κάνει στὴν Παναγία, ὅταν ὑπηρετοῦσα στὸν στρατό, τότε μὲ τὸν πόλεμο. «Παναγία μου, εἶχα πεῖ τότε, βοήθησέ με νὰ γίνω καλόγερος καὶ θὰ δουλέψω τρία χρόνια νὰ Σοῦ φτιάξω πάλι τὸ καμένο Σου μοναστήρι».

Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁ κύριος λόγος ποὺ ἡ Παναγία μὲ ἔστειλε ἐκεῖ ἦταν, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ὀγδόντα οἰκογένειες ποὺ εἶχαν γίνει προτεσταντικὲς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία.

Ὁ Θεὸς συχνὰ ἐπιτρέπει νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν. Δὲν κάνει ποτὲ ἕνα καλὸ μόνο του, ἀλλὰ τρία-τέσσερα καλὰ μαζί. Οὔτε ποτὲ ἐπιτρέπει νὰ γίνη ἕνα κακό, ἐὰν δὲν βγοῦν ἀπὸ αὐτὸ πολλὰ καλά.

Ὅλα τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ ὄφελός μας, καὶ τὰ στραβὰ καὶ τὰ ἐπικίνδυνα. Τὸ καλὸ μὲ τὸ κακὸ εἶναι ἀνακατεμένα· καλὰ θὰ ἦταν νὰ εἶναι χωρισμένα, ἀλλὰ μπαίνουν τὰ προσωπικὰ συμφέροντα καὶ ἀνακατεύονται.

Ὁ Θεὸς ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ μπερδεμένο τὸ ἀξιοποιεῖ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνεται μόνον ὅ,τι μπορεῖ νὰ βγῆ σὲ καλό, γιατὶ ἀγαπᾶ τὸ πλάσμα Του. Μπορεῖ λ.χ. νὰ ἐπιτρέψη ἕναν μικρὸ πειρασμό, γιὰ νὰ μᾶς προστατέψη ἀπὸ ἕναν μεγαλύτερο.

1) Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, σ. 64-73.

από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Β’, Πνευματική Αφύπνιση,

εκδόσεις Ι. Ησυχ. άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης

27 Ιουνίου, 2020

Καλό ἀντι για κακό - Ανέκδοτο


Τὸν μέγιστο πολιτικὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὸν Περικλῆ (490-429 π.Χ.), κάποιος ποὺ τὸν ἀντι- παθοῦσε τὸν συνάντησε μιὰ μέρα στὸ δρόμο καὶ ἄρχισε νὰ τὸν βρίζει μὲ χυδαῖες καὶ βαριὲς βρισιές. Αὐτὸ συνεχιζόταν ὅλη τὴ μέρα, μέχρι ποὺ ἔδυσε ὁ ἥλιος καὶ ἄρχισε νὰ νυχτώνει. Ὁ Περικλῆς τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ ὑπομονή. Προσπαθοῦσε νὰ συγκρατήσει τὸ θυμὸ καὶ τὴν ὀργή του καὶ νὰ μὴν τοῦ ἀνταποδώσει τὰ ἴδια. Ὁ ὑβριστής του κουράστηκε ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία τοῦ Περικλῆ, παρὰ τὸν ὀχετὸ τῶν ὕβρεων ποὺ ὅλη τὴ μέρα ἐκτόξευε ἐναντίον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἀποφάσισε τελικῶς νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του. Ὅταν τὸ ἀντελήφθη ὁ Περικλῆς, σπεύδει ἀμέσως καὶ ἀνάβει τὸ λυχνάρι. Κρατώντας το στὸ χέρι του προέπεμψε τὸν ὑβριστή του γιὰ νὰ μὴ σκοντάψει στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας... Μεγάλη ὄντως ἡ ἀνεξικακία τοῦ Περικλῆ! Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει: «Μὴν ἀνταποδίδετε σὲ κανέναν κακὸ γιὰ τὸ κακὸ ποὺ σᾶς ἔκανε... Μὴ νικιέσαι ἀπὸ τὸ κακό, ὥστε μὲ παραφορὲς καὶ ἐκδικήσεις νὰ παρασύρεσαι κι ἐσὺ σ’ αὐτό, ἀλλὰ νὰ νικᾶς μὲ τὸν καλὸ τρόπο σου καὶ μὲ τὴν ἀγαθοεργία τὸ κακὸ ποὺ ὁ ἄλλος σοῦ ἔκανε» (Ρωμ. ιβ΄ 17-21). Ἂς προσπαθοῦμε αὐτὸ τὸ πνεῦμα νὰ ἐπικρατεῖ στὶς οἰκογένειες, στὴν ἐργασία μεταξὺ συναδέλφων, στὶς καθημερινὲς δοσοληψίες μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Λοιπόν, «μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν».ΟΣΩΤΗΡ2070

28 Σεπτεμβρίου, 2016

Μια ιστορία για το καλό και το κακό......που σε αφηνει αφωνο και σκεφτικο !

Μια ιστορία για το καλό και το κακό που όλοι πρέπει να διαβάσουμε …

        Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος που έκρινε τις πράξεις των ανθρώπων & τους έβαζε να μετανοούν.

        Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό & το κακό.
       Ένα πρωί,εμφανίστηκε ένας άγγελος.
“Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι”,του είπε.Τον πήρε τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο.
“Πες μου τι βλέπεις;”,τον ρώτησε. “Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του”,αποκρίθηκε αυτός. “Τώρα θα πρέπει να μου υποσχεθείς πως ό,τι να δεις να συμβαίνει,δεν θα επέμβεις”.
Ο ιερέας συμφώνησε. Μετά από λίγο,εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του & σταμάτησε να πιει νερό & να ξαποστάσει.
Ήπιε νερό & ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου,όπου πήρε έναν υπνάκο.Ύστερα ξύπνησε,ανέβηκε στο άλογό του & συνέχισε το δρόμο του,αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες.
       Μετά από λίγη ακόμη ώρα,ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός & σταμάτησε να πιει νερό.
Ξαφνικά,είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε & άρχισε να χοροπηδά από χαρά.Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του & χωρίς να χάσει καιρό,έτρεξε να εξαφανιστεί.Λίγο αργότερα,ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση.
       Την ώρα όμως που έπινε νερό,επέστρεψε ο πλούσιος,ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του & γύρισε να το αναζητήσει.Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο,άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες & να του ζητά να του τις επιστρέψει.
Άρχισαν να καυγαδίζουν & πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ’ τις ρίζες του πλάτανου.Ο πλούσιος πανικόβλητος,ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε…
-“Πες μου τώρα”, είπε ο άγγελος στον ιερέα. “Τι πιστεύεις γι’ αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;”
“-Καλέ μου άγγελε”,απάντησε εκείνος,” η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου,χωρίς να μπορώ να αντιδράσω.
Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του,ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο & από πάνω τον σκότωσε,χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί.”
“-Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία”, αποκρίθηκε ο άγγελος.”Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου & τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, ν’αδικεί τους φτωχούς & να αθωώνει τους πλούσιους.
Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός για να συμβεί αυτό.
Ο τρίτος άνθρωπος,αυτός που σκοτώθηκε,είχε δολοφονήσει τον αδελφό του,χωρίς να το υποψιαστεί κανείς,ούτε & να τον κατηγορήσει.
Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ’ το βάρος που κουβαλούσε.Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν’ ανταποκριθεί στην προσευχή του.
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. 
-“Πήγαινε λοιπόν”, τον αποχαιρέτησε ο άγγελος 
-”Να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν’ αποφασίσεις τι είναι καλό τι κακό.”
enallaktikidrasi.com
http://www.epirusblog.gr/2016/09/blog-post_9779.html