Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουνίου, 2022

Ταξιδεύουμε στον Πόντο. Γνωρίζουμε την Κουζίνα του.

 Αναφερόμενοι στην Ποντιακή κουζίνα εννοούμε κυρίως τις διατροφικές συνήθειες, τις προτιμήσεις σε διάφορα υλικά και τις μεθόδους μαγειρικής που έφεραν και με ιδιαίτερο σεβασμό διαφυλάττουν μέχρι σήμερα οι Έλληνες πρόσφυγες από τις περιοχές των παραλίων του Εύξεινου Πόντου, όταν μετά από χιλιετίες αναγκάστηκαν σε ξεριζωθούν από τον τόπο τους.

Ποντιακή Κουζίνα 

Όλα τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και η ενδοχώρα της βορείου Μ. Ασίας ονομάζονται «Πόντος». Εκεί ήκμασαν κατά το παρελθόν μεγάλες ελληνικές πόλεις και η περιοχή χαρακτηρίζονταν από την ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και το εμπόριο, όπως και οι περισσότερες περιοχές ακριτών του ελληνισμού.

Η ανεπτυγμένη κτηνοτροφία (κυρίως αγελαδοτροφεία) παρείχε αφθονία γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ αντίστοιχα πληθωρικές ήταν η μελισσοκομία και η πτηνοτροφία, που σε συνδυασμό με το ψάρεμα στις πλούσιες θάλασσες της περιοχής, εξασφάλιζαν το διαιτολόγιο για τους κατοίκους της. Η αλήθεια είναι ότι η επάρκεια σε βασικά είδη διατροφής δεν σημαίνει και υπεραφθονία. Έτσι διαμορφώθηκε μία κουζίνα βασισμένη περισσότερο στην τέχνη της νοικοκυράς και λιγότερο στα πλούσια υλικά.


Βασισμένη σε σιτηρά και γάλα

Όπως συμβαίνει σε κάθε τόπο, οι διατροφικές συνήθειες των Ποντίων επηρεάστηκαν από τις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής και έτσι έχουμε πολλές συνταγές που βασίζονται στα σιτηρά και το γάλα. Παράλληλα είναι εμφανής ο επηρεασμός από την κουζίνα των Ρώσων και των Αρμενίων και φυσικά με το πέρασμα του χρόνου και από αυτήν των Τούρκων. Η ιδιαίτερη κουζίνα που διαμόρφωσαν οι Έλληνες από την αρχαιότητα επηρέασε τους μετέπειτα αφιχθέντες Τούρκους κατακτητές και έτσι πολλά από τα ποντιακά φαγητά διατηρώντας ατόφια ή μερικώς την αρχική τους ονομασία, τα συναντάμε ακόμα και σήμερα σε όλη την Μ. Ασία.

Προσεγγίζοντας ερευνητικά την κουζίνα των Ποντίων βλέπουμε ότι δεν περιλαμβάνει συχνή χρήση κρέατος, τα δε τυροκομικά της παρασκευάζονται αποκλειστικά από αγελαδινό γάλα. Η απουσία των αμνοεριφίων οφείλεται στην ιδιαίτερη διαμόρφωση των δασών που αποτελούνται από υψηλά δένδρα. Τα βοοειδή όπως είναι φυσικό δεν ήταν ζώα που εύκολα αποφασίζεις να τα σφάξεις μια και το καθένα αποτελούσε στο παρελθόν σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του ιδιοκτήτη του, αφού εκτός από την παραγωγή γάλακτος ήταν και σημαντικό υποζύγιο. Θα βρούμε πολύ γάλα, βούτυρο και τυροκομικά να νοστιμίζουν τα ζυμαρικά και τις πίτες.


Γαλακτοκομικά – τυροκομικά

Ταν: το υγρό υπόλοιπο του αγελαδινού ή βουβαλίσιου γιαουρτιού μετά το χτύπημα (ντουρμαλίζομα) και την αποβολή του βουτύρου 0-1% λιπαρά).
Πασκιτάν: αλειφόμενο τυρί που παράγεται μετά από βράσιμο του «Ταν»
Ξυγαλένεν: (γιαούρτι)
Τζιαχλαμάς: αναψυκτικό (Αριάνι)
Υλιστό: πολύ στραγγισμένο γιαούρτι
Γαΐς: αγελαδινό τυρί σε λωρίδες (γαϊς=ζώνη). Μοιάζει με την μοτσαρέλα.
Παρχαροτύρι: καπνιστό αγελαδινό τυρί με γλυκιά γεύση (τυρί του Παρχαριού = ψηλά βουνά)
Τσιορτάνια: τυρί αγελαδινό σε σχήμα κόλουρου κώνου με μια λακουβίτσα στην επάνω έδρα. Αρκετά αλμυρό, τρίβεται σε πίτες ή τηγανίζεται.
Σουλγούν: κυλινδρικού σχήματος αγελαδινό τυρί, αλμυρό με αρκετά λιπαρά.
Μυτζί: μυζήθρα
Φυτιλιάρ Μυτζί: μαδημένο γαϊς τυρί μαζί με αλμυρή μυζήθρα μεζές, τρώγεται και τηγανητό.
Τσιοκαλίκι ή Τσιοκαρμάς: φρέσκο αγελαδινό τυρί που «κόβει» με λεμόνι ελαφρά ξινό και αλμυρό.


Φαγητά

Κεσκέσι κορκότα χερσές: χυλός από βρασμένο κρέας και σιτάρι
Καϊγκανάς: στραπατσάδα
Τανομένος σορβάς: σούπα από κορκότο με Ταν
Ξυγαλένεν σορβάς: σούπα με κορκότο ή πλιγούρι και γιαούρτι
Κρεατόπιτες
Κεμπάπια
Ιτσλί: παρασκεύασμα από πλιγούρι, συνήθως έχει μέσα και γέμιση από κρέας.
Σουμπορεγί: γιορτινό φαγητό
Φούστρον: ομελέτα με αλεύρι
Μπορτς: κρεατόσουπα με λάχανο


Σιτηρά – αρτοποιήματα – ζυμάρια

Λαζουδένα: (από καλαμπόκι)
Ταραγά: (από μείγμα σιταριού καλαμποκιού)
Μόρικα: (από σίκαλη)
Γιουλαφέναν: (από βρόμη)
Τσουπαδένια κολόθια: μικρά στρογγυλά ψωμάκια από καλαμποκάλευρο, αλειμμένα με φρέσκο βούτυρο.
Κετέ: αρτοσκεύασμα
Παστουρμαδόψωμο
Κρεατόψωμο
Μανιταρόψωμο
Σπανακόψωμο
Παντζαρόψωμο
Καρυδόψωμο
Μυζηθρόψωμο
Γιαουρτόψωμο
Πρασόψωμο
Τζεβιζλί τσορέκ: τσουρέκι
Πουσίντια: κριθαρένιες κουλούρες με βούτυρο ή πετιμέζι.
Πλουγούρ: κοπανισμένο σιτάρι
Κορκότο: χοντροαλεσμένο σε χειρόμυλο σιτάρι, κριθάρι ή καλαμπόκι. Το χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο του ρυζιού σε πολλά εδέσματα.
Χασίλια: πηχτό φαγητό με κορκότα, αλεύρι και βούτυρο. Περιέχυναν τα χασίλια με θόγαλαν, γιαούρτι ή αριάνι.
Λαβάσα: μικρές πίτες άζυμου άρτου
Τρίμμαν: μικροί σβώλοι από ζυμάρι τους οποίους βράζουν και περιχύνουν με καβουρντισμένο βούτυρο με κρεμμύδι.
Μακαρίνα: χυλοπίτες
Υβριστόν: γουφκάδες
Χαβίτς: πηχτός λαπάς με καλαμποκάλευρο και μυζήθρα, ψημένος σε λιωμένο αγελαδινό βούτυρο.
Σιρόν: ζυμαρικά από φύλλο τυλιγμένα σαν κουρκουμπίνια. Σερβίρεται με λιωμένο βούτυρο και γιαούρτι.


Γλυκά

Μελοκούλουρα
Μελόπιτες
Βουτυρόμελο
Πεστίλια: από μούρα ή σύκα
Βαρβάρα: (με σιτάρι, καλαμπόκι και φασόλια)
Αλευροχαλβάς
Κατμέρια ή γατμερ: είδος τηγανίτας
Βασιλόπιτα: (με βουτυρωμένα φύλλα ζύμης με πασπαλισμένο ανάμεσα καρύδι, κανέλα, και ζάχαρη). Παρόμοια βασιλόπιτα συναντάμε στην Καππαδοκία και στην Αγιάσο της Λέσβου.
Τσιριχτά (λουκουμάδες): γίνονται και αλμυρά γεμιστά με καβουρμά.
Πουρμάς, Πορμάς ή Πορέκ ή στριφτό: γλυκό σοροπιασμένο με μέλι ή πετιμέζι.
Παζλαμά: κρέπα από καλαμποκίσιο αλεύρι με βούτυρο, πασπαλισμένη με τριμμένο τυρί, ζάχαρη, πετιμέζι ή μέλι.
Ωτία: τηγανισμένα πιτάκια με κιμά σε σχήμα αυτιού.
Παταράτα ή Φελία: αυγόφετες με μέλι, πετιμέζι ή ζάχαρη.
Πισία ή τιρλία: είδος διπλωμένης και τηγανισμένης κρέπας.
Μαλαχτά: γλύκισμα από καβουρντισμένο αλεύρι, ζάχαρη ή μέλι και νερό.
Πίτες – πιτάκια

Φιλοτά: είδος τυρόπιτας
Χαψολάβασον: λαγάνα με παστό γαύρο
Χοχολένεν πίτα (σκουπιδόπιτα): πίτα με καλαμποκάλευρο και διάφορα άγρια χόρτα.
Πίτα με κιντέατα (τσουκνιδόπιτα): τσουκνίδες, κρεμμύδι, αυγά, τυρί άνηθο και μαϊντανό.
Λαλλάγγες: οι Βυζαντινές λαλάγγες ή λαλαγκίτες που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα.
Δαμέσα: φύλλα παχιάς ζύμης που περιέχουν την οποιαδήποτε γέμιση και ψήνονται διπλωμένα στα τέσσερα σαν φάκελο.
Γιαγλία: πιτούλες σε σχήμα βάρκας γεμισμένες με τυρί (πεϊνιρλιά)
Σαγανλούγια: πιτούλες σε σχήμα βάρκας σαν πεϊνιρλιά γεμισμένες με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, φουντούκια ή καρύδια και μαύρο πιπέρι.
Γιουμουρταλούγια: πιτούλες σε σχήμα βάρκας σαν πεϊνιρλιά γεμισμένες με καβουρμά
Χαψία: μικρές πίτες με ψάρι (γαύρο)
Γιοχάδες: γιουκάδες
Πιροσκία: τηγανητά πιτάκια γεμισμένα πατάτα ή κιμά
Πλινία: (Μπλινίς) πιτάκια με πατάτα

genoktonia pontion

29 Ιανουαρίου, 2022

Ο “Έλληνας” Τουρκόφιλος “Ιούδας”… Ένας Αθλιος Αριβίστας & Προδότης

  | 

Στους έσχατους χρόνους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξαν πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο επιεικώς άθλιο έως και προδοτικό. Ένα από τα πρόσωπα αυτά που είχε απολύτως καταστροφικό ρόλο ήταν και ο Γεώργιος Αμιρούτζης.

Η κοντινότερη, χρονολογικά, μαρτυρία για αυτόν ήταν αυτή του επίσης φιλότουρκου Κριτόβουλου του Ίμβριου και αυτή του χρονικογράφου Δωρόθεου που έγραψε με ελάχιστα κολακευτικά λόγια για αυτόν. Ο Αμιρούτζης γεννήθηκε στην Τραπεζούντα. Έλαβε υψηλή μόρφωση εκεί και στην Κωνσταντινούπολη. Το 1438/39 έλαβε μέρος στην Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας υπογράφοντας υπέρ της ένωσης των εκκλησιών με αντάλλαγμα χρήματα.Επιστρέφοντας όμως, με τα χρήματα, καταδίκασε την ένωση και το 1450 στην Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης ήταν από τους βασικούς πολέμιους του ενωτικού πατριάρχη Γρηγορίου Γ’ ο οποίος και εκθρονίστηκε. Ο Αμιρούτζης επέστρεψε στην Τραπεζούντα την περίοδο της Άλωσης της Πόλης και εισήλθε στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Δαβίδ Μεγαλοκομνηνού, αναλαμβάνοντας το αξίωμα του πρωτοβεστιαρίου.

Το 1461 ο Μωάμεθ Β’ κινήθηκε κατά της Τραπεζούντας μαζί με τον μεγάλο βεζίρη Μαχμούτ πασά Ανγκέλοβιτς, ο οποίος ήταν ελληνικής καταγωγής εκ της δυναστείας των Αγγέλων και επίσης ήταν εξάδελφος του Αμιρούτζη. Ο Δαβίδ Μεγαλοκομνηνός δεν μπορούσε να πολεμήσει με τις δυνάμεις που διέθετε και ανέθεσε στον Αμιρούτζη τις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους ακριβώς λόγω της συγγένειάς του με τον βεζίρη.

Όλες οι πηγές συμφωνούν ότι τότε συντελέσθηκε η πρώτη μεγάλη προδοσία του Αμιρούτζη. Τόσο ο Χαλκοκονδύλης, όσο και ο Δωρόθεος συμφωνούν πως αυτός υπήρξε η αιτία της καταστροφής του βασιλικού οίκου των Μεγαλοκομνηνών, πείθοντας τον Δαβίδ να δεχτεί όρους ταπεινωτικούς και να παραδώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του στον Μωάμεθ.

Για αυτό άλλωστε και μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας ο Αμιρούτζης έλαβε τα δικά του «30 αργύρια» του από τον Μωάμεθ. Ο Αμιρούτζης φέρεται να ασπάστηκε το Ισλάμ μαζί με τους γιούς του. Ωστόσο αυτό δεν είναι βέβαιο για τον ίδιο και τον μικρότερο γιο του ο οποίος προτίμησε να υποφέρει και να γίνει δούλος παρά να αλλάξει πίστη. Σε κάθε περίπτωση ήταν υπεύθυνος για τη δολοφονία του αιχμάλωτου Δαβίδ και όλης σχεδόν της οικογένειάς τους οποίους συκοφάντησε στον Μωάμεθ.(Οι Μεγαλοκομνηνοι ειναι αγιοι της Εκκλησιας και εορταζουν την 1η Νοεμβριου εκαστου ετους, στο χωριο Κουδουνια -Δραμας υπαρχει και ναος στο ονομα τους).

Ο Αμιρούτζης ήταν πρωταγωνιστής ενός ακόμα άθλιου επεισοδίου. Θέλοντας να νυμφευθεί την χήρα του δούκα των Αθηνών απευθύνθηκε στον πατριάρχη για να επιτύχει διάλυση του γάμου του. Ο πατριάρχης Ιωάσαφ Α’ αρνήθηκε και ο Αμιρούτζης κατάφερε να πείσει τον Μωάμεθ να τον εκθρονίσει και να του ξυρίσει, ατιμωτικά, τα γένια. Παράλληλα τιμωρήθηκαν και άλλα στελέχη των πατριαρχείων.

Ο Αμιρούτζης συνέγραψε και μια πραγματεία στην οποία τόνιζε τις «ομοιότητες» Χριστιανισμού και Ισλάμ προτείνοντας τον συγκερασμό τους. Έφτασε στο σημείο να εξυμνήσει το Ισλάμ σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί εξωμότης. Γενικά υπήρξε υπέρμαχος της «ελληνοτουρκικής συνεργασίας» σε βαθμό γλοιώδη, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Πέθανε το 1475 παίζοντας ζάρια…

https://www.history-point.gr/o-quot-ellinas-quot-toyrkofilos-quot-ioydas-quot-enas-athlios-arivistas-amp-prodotis

24 Σεπτεμβρίου, 2021

Η Ελένη του Πόντου


Η Ελένη του Πόντου, η τελευταία αντάρτισσα στα βουνά της Σάντας.
Το επίθετό της είναι άγνωστο!
Πολύ λίγες αναφορές για την ιστορία της υπάρχουν στην ελληνική βιβλιογραφία. Περισσότερες στην τουρκική.
Τον σύζυγό και τους αδερφούς της τους δολοφονούν στα τέλη του 1917. Δραπετεύει με πολλές άλλες οικογένειες στα βουνά της Σάντας, μαζί με τον μοναχογυιό της, τον δεκαπεντάχρονο Μιλτιάδη.
Αρχές του 1919 αρχίζουν οι μεγάλες σφαγές στην περιοχή, με εντολή του Κεμάλ και αυτουργό τον ληστή Τοπάλ Οσμάν. Επιστρέφοντας στο κρησφύγετο αντικρίζει το πτώμα του γιού της και απο πάνω του τον Τούρκο δολοφόνο του, να προσπαθεί να παραμορφώσει με την λόγχη του το πρόσωπο του ήδη πεθαμένου θύματος. Αρπάζει έναν μπαλτά και χωρίζει στα δυο τον δολοφόνο του γιου της, παίρνει τα όπλα του και αφού θάβει τον γιο της, χάνεται στα βουνά.
Κάθε απόπειρα σύλληψης ή δολοφονίας της αποτυγχάνει και όσοι Τούρκοι στρατιώτες κάνουν την απόπειρα, επιστρέφουν οι μισοί. Το διάστημα που μεσολαβεί συντελείται η Μικρασιατική καταστροφή, ο Πόντος έχει ερημωθεί προ πολλού και σε χαράδρες υπάρχουν ακόμη εκτεθειμένα τα κόκκαλα των χιλιάδων δολοφονημένων.
Η Ελένη θα παραμείνει η μοναδική επιζώσα και μαχόμενη στην περιοχή της Μπάφρας έως τα τέλη του 1924, όπου ο Κεμάλ αναγκάζεται να στείλει δυο ταξιαρχίες κατά της Ελένης. Δυο μήνες μάχεται μόνη της στις χαράδρες της οροσειράς Νεμπιάν, όπου και πέφτει μαχόμενη…
Αιωνία η μνήμη στις ψυχές που χάθηκαν και που περιμένουν δικαίωση…
Ένας βαθύς ρόγχος κρατάει σκοπιά στα βουνά του Πόντου…
Η μοναδικη φωτογραφια της Ελενης τραβηγμένη το 1902 Η Ελένη του Πόντου, η τελευταία αντάρτισσα στα βουνά της Σάντας.

Κλ. Σαματιάδη

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
https://www.stontoixo.com/2021/09/blog-post_20.html

06 Σεπτεμβρίου, 2021

''ΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ!'' ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΔΕΝ ΦΥΛΑΤΤΕΙ  ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ...ΕΙΝΑΙ  ΟΙ  ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ !!!

Τί νὰ σοῦ πῶ, ἀδελφέ μου Γιορίκα! Αὐτὰ ποὺ ζήσαμε φέτος στὴν ἀλησμόνητη Πατρίδα μας, στὸν Πόντο μας, δὲν λέγονται! Εἶναι φανταστικά. Μοιάζουν μὲ παραμύθι, κι ὅμως εἶναι πέρα ὣς πέρα ἀληθινά! 

 –Πότε πῆγες, φίλε μου Πάντσο, καὶ δὲν τὸ ἤξερα; 
 –Στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ. Κι ἂν θές, νὰ σοῦ πῶ μερικὲς ἐντυπώσεις μου. 
 –Καὶ τὸ ρωτᾶς; 
 –Εἴχαμε γεμίσει ἕνα μεγάλο πούλμαν, σχεδὸν ὅλοι Πόντιοι, οἱ περισσότεροι ἀντρόγυνα. Ξεκινήσαμε ἀπὸ Θεσσαλονίκη καὶ σὲ λίγες ὧρες περάσαμε τὰ σύνορα καὶ μπήκαμε στὴν Τουρκία. Οἱ δρόμοι καὶ οἱ δικοί μας καὶ οἱ δικοί τους εἶναι πολὺ καλοὶ καὶ σύντομα φτάσαμε στὴν Πόλη. Ἄλλο νὰ σ’ τὰ λέω καὶ ἄλλο νὰ τὰ βλέπεις τὸ τί εἶναι ἡ Πόλη! Χάνεσαι. Αὐτοκίνητα, κίνηση, ἐξέλιξη, γέφυρες, οὐρανοξύστες, τεράστια ὑπερσύγχρονα καταστήματα, κόσμος πολύς, λαοί, φυλὲς καὶ γλῶσσες! Ὁ ὁδηγός μας ἦταν ἔμπειρος καὶ κατευθείαν μᾶς πῆγε στὴν Ἁγια - Σοφιά. Σκίρτησε ἡ καρδιά μου, ἀδελφέ μου, ὅταν μπήκαμε μέσα. Μᾶς εἶπαν, ἀπαγορεύεται νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, ἐγὼ ὅμως τὸν ἔκανα. Ἂς μὲ κάνουν ὅ,τι θέλουν, εἶπα μέσα μου. Μετὰ τὴν ξενάγηση πήγαμε στὸ Φανάρι νὰ πάρουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Πατριάρχη μας, ὁ ὁποῖος μᾶς δέχτηκε καὶ μᾶς εὐλόγησε μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ συγκίνηση. Ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Δεσπότης νησιώτης ποὺ ἤξερε τὰ Τούρκικα. Ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ μας, θέλησε νά ’ρθεῖ κι αὐτὸς μαζί μας. Καὶ μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Πατριάρχη μπῆκε στὸ λεωφορεῖο μας. Παίρνοντας τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη ξεκινήσαμε καὶ σὲ λίγες ὧρες φτάσαμε στὰ ὡραῖα παράλια τοῦ Πόντου. 
 –Σώζονται ἀκόμη οἱ παραλιακὲς ποντιακὲς πόλεις Σινώπη, Σαμψούντα, Τραπεζούντα; 
 –Σώζονται. Καὶ εἶναι πολὺ ἀναπτυγμένες. Τὰ τοπία εἶναι ἐξαιρετικά. Σκιρτοῦσε ἡ καρδιά μου ἀπὸ συγκίνηση, καθὼς ἔβλεπα τὰ ἁγιασμένα αὐτὰ χώματα τῶν πατέρων μας. 
 –Στὴν Παναγία Σουμελᾶ πήγατε; 
 –Μπορούσαμε νὰ μὴν πᾶμε, ἀδελφέ; Προστάτις μας, τὸ στήριγμα καὶ ἡ ἐλπίδα μας. Καὶ ξέρεις πόσο κόσμο συναντήσαμε ἐκεῖ; Ἀμέτρητος λαός! Ἡ χάρη τῆς Παναγίας σὰν ἄλλος δυνατὸς μαγνήτης τραβάει ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο πλήθη ψυχῶν κοντά της καὶ τὶς παρηγορεῖ. Νὰ σοῦ πῶ ὅμως καὶ κάτι ποὺ ἔγινε ἕνα βράδυ, ποὺ δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτέ. Τὸ θεωρῶ θαῦμα τῆς Παναγίας. Πήγαμε στὸ ξενοδοχεῖο νὰ τακτοποιηθοῦμε γιὰ τὸν ὕπνο. Εἶχε μαζευτεῖ πολὺς κόσμος. Ὁ ξενοδόχος ἔκανε, μᾶλλον, λάθος καὶ δὲν μπόρεσε νὰ μᾶς τακτοποιήσει ὅλους. Περίσσευαν πέντε καὶ ὁ Δεσπότης ἕξι. Ἐγὼ ἔδωσα τὴ θέση μου σὲ μιὰ μοναχικὴ κυρία γιὰ νὰ μείνει μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα μου, μὲ τὴν ὁποία συνεννοήθηκα βέβαια, κι ἔμεινα νὰ συμπαρασταθῶ στὸ Δεσπότη, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ τακτοποιηθεῖ πρὶν τακτοποιηθοῦν ὅλοι. Ὁ ξενοδόχος μᾶς εἶπε νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε, διότι τηλεφώνησε σὲ δυὸ γνωστούς του καὶ θὰ μᾶς τακτοποιήσουν. Καὶ πράγματι καθὼς περιμέναμε ἔξω ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο, ἦλθε ἕνα κλειστὸ ἡμιφορτηγὸ μικρὸ αὐτοκίνητο καὶ πῆρε τοὺς ἄλλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Δεσπότη κι ἐμένα. Καὶ σὲ πέντε λεπτὰ ἔρχεται ἕνα μαῦρο κλειστὸ μεγάλο τζὶπ γιὰ μᾶς καὶ μᾶς πῆγε πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση, καθὼς εἶχε ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Σταματήσαμε κάπου κι ὁ ὁδηγός, ἕνας γεροδεμένος ἄντρας, κοιτάζοντας ὁλόγυρα προσεκτικά, μᾶς ἔβγαλε γρήγορα ἀπὸ τὸ τζὶπ καὶ μᾶς ἔβαλε σ’ ἕνα σπίτι. Ἦρθε καί μᾶς χαιρέτησε μιὰ κυρία ποὺ μᾶς εἶπε στὰ Τούρκικα ὅτι εἶναι ἡ γυναίκα του καί ἔστρωσαν τραπέζι νὰ φᾶμε. Τὸ ἐκπληκτικό, φίλε μου, εἶναι ὅτι σὰν ἄλλο τραπεζομάντηλο ἔβαλαν μιὰ ἑλληνικὴ σημαία καὶ ἀπὸ πάνω ἕνα διαφανὲς νάυλον γιὰ νὰ μὴ λερωθεῖ. Ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε στὰ Τούρκικα τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ ὁ Δεσπότης εὐλόγησε τὸ φαγητό μας. Μὲ λίγα Τούρκικα καὶ λίγα Ποντιακὰ ὁ οἰκοδεσπότης μᾶς εἶπε ὅτι ὁ παππούς του καί ὁ πατέρας του ἦταν ἱερεῖς καὶ ὁ ἴδιος εἶχε μιὰ δημόσια θέση. Ἀφοῦ φάγαμε, μᾶς εἶπε νὰ κοιμηθοῦμε γρήγορα, γιατὶ εἶχε σχέδιο νὰ μᾶς ξυπνήσει πολὺ νωρίς. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Μᾶς ξύπνησε στὶς 4 περίπου χαράματα καὶ μᾶς κατέβασε σ’ ἕνα ὑπόγειο πολὺ βαθιὰ κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι του. Μείναμε ἔκπληκτοι, διότι ἦταν διασκευασμένο σὰν ἐκκλησία καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν καθισμένοι περισσότεροι ἀπὸ 150 ἄνθρωποι. 
 –Δέσποτα, θέλουμε νὰ μᾶς κοινωνήσεις, εἶπε ὁ οἰκοδεσπότης. Τοὺς εἰδοποίησα καὶ ἦλθαν ὅλοι αὐτοὶ μυστικὰ γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Πιστεύουμε ὅλοι στὸ Χριστό! 
 –Εἶστε βαπτισμένοι; ρώτησε συγκινημένος ὁ Δεσπότης, ἀγκαλιάζοντας ὅλους πατρικὰ μὲ τὸ βλέμμα του. 
 –Ὄχι, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸ Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία, ἀπάντησε ὁ οἰκοδεσπότης. Διαβάζουμε μάλιστα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τροπάρια γιὰ τὴν Παναγία στὰ Τούρκικα ἐδῶ ποὺ μαζευόμαστε κρυφά. 
 –Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ κάνω, εἶναι νὰ τελέσω Ἁγιασμό, εἶπε ὁ Δεσπότης. Γιὰ τὴ θεία Κοινωνία ποὺ ποθεῖτε θὰ τὸ πῶ στὸν Πατριάρχη κι ἐκεῖνος θὰ σκεφθεῖ τί μπορεῖ νὰ γίνει. Εἶμαι βέβαιος ὅτι κάτι θὰ γίνει. Κάντε προσευχὴ καὶ θὰ βοηθήσει ἡ Παναγία. Γιὰ τώρα ὅμως μόνο Ἁγιασμό. Αὐτὸ καὶ ἔγινε μέσα σὲ μιὰ πολὺ συγκινητικὴ ἀτμόσφαιρα. Τοὺς ράντισε μὲ τὸν Ἁγιασμὸ καὶ ἀσπάστηκαν τὸν Τίμιο Σταυρὸ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. –Ἔκλαιγα κι ἐγὼ μαζί τους, ἀδελφέ μου Γιορίκα! Ξέρεις τί θὰ πεῖ τόσες ψυχὲς μέσα στὴν Τουρκία νά δακρύζουν γιὰ τὴν Παναγία μας καὶ γιὰ τὴ θεία Κοινωνία; Εἶναι θαῦμα αὐτό, ἀδελφέ μου! Δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτὲ ὅσο θὰ ζῶ αὐτὸ ποὺ ἔζησα φέτος! Ζεῖ ὁ Χριστὸς καὶ στὸν Πόντο! Μεγάλη ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμή Του! ΟΣΩΤΗΡ2117

28 Αυγούστου, 2020

Ἐλᾶτε νά μιλήσουμε Ποντιακά!


 Ἐλᾶτε νά μιλήσουμε Ποντιακά! 
 «Τό Πόντο ἐρωθύμεσα…» 
 Οἱ ρίζες μου εἶναι ποντιακές. 
Ὅταν ἤμουν μικρότερη, ἀπέφευγα νά τό ὁμολογήσω, γιατί ἄκουγα νά διαδίδονται ἀνέκδοτα πού παρουσίαζαν τούς Πόντιους ὡς ἀνθρώπους μέ μειωμένη νοημοσύνη. 
Αὐτοί πού τά διέδιδαν σάν νά κρυφοκαμάρωναν κιόλας γιά τή δική τους ἐξυπνάδα. Κι ἐγώ ζάρωνα. Ὅμως, μεγάλωσα. Ἔψαξα τίς ρίζες μου καί ρούφηξα τήν ἱστορία τῶν προγόνων μου. 
Καί ἄρχισα κι ἐγώ νά καμαρώνω, γιατί κατάγομαι ἀπό τούς ἀκρίτες αὐτούς τῆς φυλῆς μας, πού ἔχουν κλείσει σχεδόν 3.000 χρόνια Ἑλληνισμοῦ. Ἀπό αὐτούς πού, ἐνῶ εἶχαν ἁλωθεῖ ἀπό τούς Τούρκους πολιτικά ἀπό τό 1461, διατήρησαν ὅμως τήν πίστη, τίς παραδόσεις καί μαζί τήν ἔφεσή τους γιά μάθηση. 

Καί σάν ἦρθαν πρόσφυγες στήν Ἑλλάδα, ἐργατικοί καί φιλοπρόοδοι καθώς ἦσαν, ἔδωσαν ὤθηση στίς τέχνες καί τίς ἐπιστῆμες καί ἀνύψωσαν τό βιοτικό ἐπίπεδό της. 
 Οἱ Πόντιοι εἶναι λαός ἔξυπνος καί θυμόσοφος. 
Τό δείχνουν οἱ παραδόσεις τους. Τά αὐθεντικά ἀνέκδοτα πού εἶναι γραμμένα στήν ποντιακή διάλεκτο φανερώνουν τό χιοῦμορ, τήν ἁπλότητα ἀλλά καί τήν ἐξυπνάδα τῆς φυλῆς. Βέβαια, ὁ λαός τοῦ Πόντου αὐτοσαρκάζεται. Ἀλλά ὁ αὐτοσαρκασμός κάθε ἄλλο παρά ἔλλειψη νοημοσύνης δείχνει. 

Ἔτσι λοιπόν, τά γνήσια ποντιακά καθόλου δέ μοιάζουν μέ τά σημερινά «ρατσιστικά» ἀνέκδοτα, πού διαδίδουν κάποιοι Ἕλληνες, γιά νά χτυπήσουν τούς …καθαρόαιμους Ἕλληνες!… 
Θά τό διαπιστώσετε σέ λίγο μόνοι σας. Ἀλλά προτοῦ σᾶς γράψω τά ἀνέκδοτα, θέλω νά μάθετε κι ἐσεῖς νά μιλᾶτε ποντιακά! Ναί! Πιστέψτε το καί βάλτε τά δυνατά σας! Θά μάθετε τούς κανόνες μιᾶς διαλέκτου πού προῆλθε ἀπό τήν ἑλληνιστική κοινή, ἀλλά τό ὑπόστρωμά της ἦταν ἡ ἀρχαία Ἰωνική. Ἀφοῦ Ἰωνικές ἀποικίες ἦταν οἱ περισσότερες πόλεις τοῦ Πόντου.

 • Γι᾿ αὐτό, μήν παραξενευτεῖτε, ὅταν θά δεῖτε νά διατηρεῖται τό Ἰωνικό σ ἀντί γιά τό τ. Θά ποῦμε π.χ. σεύτελον ἀντί τεῦτλον. 
 • Ἐπίσης, διατηρεῖται ἡ προφορά τοῦ Ἰωνικοῦ η ὡς ε. Θά ποῦμε πεγάδιν ἀντί πηγάδι, ἐκείνε ἀντί ἐκείνη, ἔτον ἀντί ἦτο, ἐμέτερον ἀντί ἡμέτερον. 
 • Προσοχή! Τό Ἰωνικό κι ἀποδίδει τήν ἄρνηση δέν (οὐχί = οὐκί >κί). Ἔτσι, τό ᾿κί θέλω σημαίνει δέ θέλω. 
 • Κάποιες λέξεις προφέρονται χωρίς συνίζηση. Θά ποῦμε καρδία ἀντί καρδιά, λαλία ἀντί λαλιά, χωρίον ἀντί χωριό. 
 • Διατηροῦνται ἀρχαῖες καταλήξεις ὀνομάτων: Λέμε π.χ. ἄλαλος, ἄδολος, ἔμορφος καί ὄχι ἄλαλη, ἄδολη, ὄμορφη. Ἀγριέσσα εἶναι ἡ ἄγρια, ἐνῶ ὀλίγισσα εἶναι ἡ ὀλίγη. 
 • Στά ποντιακά εἶναι πολύ ἀγαπητό τό τελικό ν. Ἔτσι, τό παιδίν πίνει τό γάλαν του ἤ τρώει ξύλον! 
 • Ἀκόμη, δέν ξεχνοῦμε τίς ἀρχαῖες κτητικές ἀντωνυμίες. Τ᾿ ἐμόν, τ᾿ σόν, τ᾿ ἐμέτερον (= τό δικό μου, τό δικό σου, τό δικό μας). 
 • Καταλήξεις ἀρχαιότροπες ὑπάρχουν καί στά ρήματα: Τό ἀνακατώνομαι τό λέμε ἀνακατοῦμαι, τό ἁπλώνομαι  ἁπλοῦμαι. 
 Τίς προστακτικές γράψε καί ποίησε (κάνε) θά τίς ἀκούσετε γράψον καί ποῖσον. 
 Τό φανερώσου θά τό ποῦμε φανεροῦ. 
 Καί τά ἐγεννέθα, ἐγαπέθα σημαίνουν γεννήθηκα, ἀγαπήθηκα. 
 • Προπαντός, μή γελάσετε, ἄν ἀκούσετε λέγω σε καί κρούω σε (= σοῦ λέω, σέ χτυπῶ). (Οἱ προσωπικές ἀντωνυμίες, ὅταν εἶναι ἀντικείμενα στό ρῆμα, μπαίνουν μετά ἀπό αὐτό). 
 • Τέλος, ὑπάρχουν ἰδιορρυθμίες καί στίς πτώσεις: Τά χορόντας σημαίνει τούς χορούς, τάς αὐλάς σημαίνει τίς αὐλές. 
 Θά κλίνουμε: ὁ κόσμον ‒ τί κόσμονος (= ὁ κόσμος ‒ τοῦ κόσμου), ὁ νέον ‒ τί νέονος ( = ὁ νέος ‒ τοῦ νέου). 
 Καί τώρα, εἴμαστε πανέτοιμοι νά ποῦμε τά ποντιακά ἀνέκδοτα! 
 ‒Ἔσετε καλόν κλῖμαν σό χωρίον ἐσουν; 
 ‒Πολλά καλόν! Ἀπές σά πέντε χρόναι ἐπέθανεν ἕνας μονάχα, ὁ γιατρόν. 
 ‒Καί ἀ σό ντό ἐπέθανεν; 
 ‒Ἀ σήν πεῖναν, νομίζω… 
 (‒Ἔχετε καλό κλίμα στό χωριό σας; 
 ‒Πολύ καλό! Μέσα στά πέντε χρόνια πέθανε ἕνας μονάχα, ὁ γιατρός. 
 ‒Καί ἀπό τί πέθανε; 
 ‒Ἀπό τήν πείνα, νομίζω…) 
 Τό δεύτερο τώρα θά σᾶς φανεῖ εὐκολότερο: 
 Ἡ μάνα τί Γιωρίκα: 
 ‒Γιωρίκα, πουλόπο μ᾿, μ᾿ ἐφτᾶς ἀταξίας ὀσήμερον, γιατί κί πρέπ νά κρούγω σε, γιατί ἔν ἡ ἑορτή σ᾿. 
 ‒Ἐξέρα το, μάνα, γιά τατό κί φογοῦμαι! 
 ( Ἡ μάνα τοῦ Γιωρίκα: ‒Γιωρίκα, πουλάκι μου, μήν κάνεις ἀταξίες σήμερα, γιατί δέν πρέπει νά σέ χτυπήσω, γιατί εἶναι ἡ γιορτή σου. 
 ‒Τό ἤξερα, μάνα, γι᾿ αὐτό δέ φοβᾶμαι!).
 
* * * 
 Ποντιακό χιοῦμορ, παραδοσιακό, ἑλληνικό. Γραμμένο σέ γλώσσα πού θυμίζει Ὅμηρο! 
 Τί τά θέλετε; Πεθύμησα τήν πατρίδα! «Τό Πόντο ἐρωθύμεσα…». 
 Ταλαιπωρημένη πατρίδα! Τό δράμα της δέν τέλειωσε ἀκόμη. Γιατί κάθε φορά πού δέν ἀποκαλοῦμε Ἕλληνες ἀλλά Ρωσοπόντιους καί Ρωσοέλληνες μιά μερίδα Πόντιων ἐπαναπατρισμένων, ἀνοίγουμε τήν πληγή τους. Κλείνω στήν ψυχή μου τήν ἀλησμόνητη πατρίδα. Καί σέ ὅσους ἔχουν κάποια ποντιακή ρίζα, ἀλλά καί σέ ὅσους ἀγαποῦν τούς ἀκρίτες τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀφιερώνω τό τραγούδι: 

 Τό Πόντο ἐρωθύμεσα  
 τί πατρίδας τό χῶμα.   
 Ἀτόσα χρόνε ἐδέβανε   
 κί ἐνέσπαλα ἀκόμα.     

Πατρίδα μ᾿ ξαν᾿ πατρίδα μ᾿
ἄλλο ἐσέν ξάει κί εἶδα.
Ἄς ἐπάτνα τά χώματα σ᾿ 
κι ἐκεῖ τήν ψύ μ᾿ ἐφήνα.

ἀρωθυμῶ = ἐπιθυμῶ, 
δαβαίνω = προσπερνῶ 
ἀνασπάλω = ξεχνῶ, 
ξάει = καθόλου 
ψύ = ψυχή

 Νεφέλη 
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ  ΜΑΙΟΣ 2009

Σκίτσα Χ. Δημάρχου. Ἀπό τό βιβλίο «Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΝΤΟΣ»

27 Αυγούστου, 2020

Η ΜΑΝΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΠΟΥ ΑΠΕΙΛΟΥΝ, ΣΚΥΛΙΑ ΔΙΨΑΣΜΕΝΑ ΓΙΑ ΑΙΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ!  ΕΙΜΑΣΤΕ  ΕΤΟΙΜΟΙ  ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΞΑΝΑΖΗΣΟΥΝ ΤΕΤΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ!!

Οἱ τσέτες*! Οἱ τσέτες! Οὐρλιαχτό τρόμου ἀπʼ ἄκρη σʼ ἄκρη στήν Τσατάλτσα. 
— Οἱ τσέτες! Βγᾶτε στό βουνό, Χριστιανοί! Χαλασμός στή μικρή κωμόπολη τῆς ἐπαρχίας Ἀμισοῦ** στόν Πόντο. Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού οἱ φανατισμένοι ἐθνικιστές τοῦ Τοπάλ-Ὀσμάν ἔμπαιναν στήν Τσατάλτσα. Ὁρκισμένοι ἐχθροί τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου ἔπεφταν σάν δαιμονισμένο λεφούσι στά γυναικόπαιδα. Ἔσφαζαν, ἀτίμωναν, βασάνιζαν, ἅρπαζαν κι ἔκαιγαν στό πέρασμά τους. Κι ὅσο ἔβλεπαν τό αἷμα τό χριστιανικό νά τρέχει, τόσο σκύλιαζαν κι ἄναβε μέσα τους ἄγρια ἡ λαχτάρα γιά πιό φρικιαστικά βασανιστήρια, πʼ ἀνθρώπου νοῦς ἀδυνατεῖ νά συλλάβει. Τούτη τήν φορά ὅμως, πού οἱ τσέτες φάνηκαν ἀπό μακριά μέσα στόν κάμπο, ἡ ἐπιδρομή ἔδειχνε νά ᾽ναι ἡ τελειωτική. Μέσα σέ ἀλόγων κουρνιαχτό, μέ ξέφρενους καλπασμούς καί βάρβαρες κραυγές ἀνέβαιναν πρός τό χωριό οἱ τσέτες. 
— Οἱ τσέτες! Στό βουνό! Γρήγορα στό βουνό! Ἀνταριασμένοι τρέχανε οἱ Χριστιανοί πρός τό ὕψωμα τʼ Ἁη-Γιώργη πού θά τούς ἔβγαζε στή δασωμένη μεριά τοῦ βουνοῦ. Ἀλαφιασμένη ὅρμησε στήν αὐλή της κι ἡ Ἀνατολή. Τρελλή ἀπό τήν ἀγωνία ἀναζήτησε μέ τή ματιά της τό ὀχτάχρονο βλαστάρι της, τόν Ἡρακλῆ της, πού ΄χε βγεῖ ἀπό ὥρα γιά παιχνίδι. Τʼ ἀνθρώπινο ποτάμι πού ἔτρεχε, τήν παρέσυρε. Ἀθέλητα ἔτρεχε κι αὐτή. 
— Ἡρακλῆ! Ἡρακλῆ! 
ἔμπηξε φωνή ἀπελπισίας ἡ νέα γυναίκα. Μά τά λόγια της χάνονταν μέσα στά οὐρλιαχτά τοῦ κόσμου. 
— Ποῦ εἶναι τό παιδί, Παναγία μου;!... Ἡρακλῆηη! Ἡ καρδιά της νόμισε θά σπάσει. Φτάσαν στόν Ἁη-Γιώργη. Πίσω στόν κάμπο οἱ τσέτες πλησίαζαν. Κατακαημένη Πατρίδα! Ριμαγμένο κορμί τοῦ Πόντου! Σταυροκοπήθηκαν οἱ χωριανοί κι ἄρχισαν πάλι τρελλό τρέξιμο. 
— Τρέχα, Ἀνατολή! Τί κοιτᾶς; Πάει πιά ἡ Τσατάλτσα! 
 Μά πιά τίποτα δέν ἀκούει. Κανέναν δέν βλέπει. Τό βλέμμα της ἀγρίεψε. Τῆς φάνηκε γιά μιά στιγμή πώς εἶδε τό βλαστάρι της στά χέρια τους· πώς, νά, τό χτυποῦν καί τό δένουν στά καπούλια τῶν ἀλόγων τους. Τῆς φάνηκε πώς ἄκουσε τόν Ἡρακλῆ της νά φωνάζει «μάνα! μάνα, σῶσε με!». Τῆς φάνηκε πώς... Παραλογίζεται. Ἀλαλιασμένη παίρνει τόν κατήφορο οὐρλιάζοντας. 
— Ἡρακλῆ! Ἡρακλῆ! 
 Τή βλέπουν οἱ χωριανοί, μά ποῦ καιρός γιά χασομέρι. Οἱ τσέτες καῖνε κιόλας τά πρῶτα σπίτια. Κι αὐτή τρέχει πάνω τους. Σέ μιά στιγμή κουλουριασμένο σʼ ἕνα χάλασμα δίπλα ἀντικρύζει τό παιδί της. Τά γαλανά ματάκια κατακόκκινα ἀπʼ τό κλάμα τήν κοιτοῦν μέ ἀπόγνωση. Ὕαινα νά ᾽ταν, δέν θά χυμοῦσε ἔτσι. Τόν σφίγγει πάνω της. — Ποῦ ἤσουν, μάνα; Ἦρθαν οἱ τσέτες! 
— Τρέχα, Ἡρακλῆ μου, καί θά γλιτώσουμε. 
— Θά μᾶς πιάσουν, μάνα! 
Τό μικρό κορμάκι τραντάζεται ἀπʼ τό τρέμουλο. 
— Ὄχι, πουλί μου. Τρέχα! 
 Χουφτώνει τό χέρι τοῦ παιδιοῦ κι ἀνηφορίζει πρός τόν Ἁη-Γιώργη. Πίσω τους ἡ Τσατάλτσα καίγεται. — Παναγία μου, νά προλάβουμε! Πιό γρήγορα, Ἡρακλῆ! 
Τά ὀχτάχρονα ποδαράκια ἀδυνατοῦν νά φτάσουν τῆς μάνας τό γρήγορο τρέξιμο. Ἡ καρδούλα του πᾶ νά σπάσει. Λαχανιασμένος, ἱδρωμένος, ξέπνοος ἀπό τό ἀγκομαχητό καί τήν ἀγωνία σέρνεται κυριολεκτικά κρατημένος ἀπό τό χέρι της. Νά, φτάνουν στόν Ἁη-Γιώργη. Σέ μιά στιγμή κοιτάζει πίσω. Προσπαθεῖ κάτι νά πεῖ, μά ἡ φωνούλα του πνίγεται. Δείχνει μέ τό δάχτυλο. Οἱ τσέτες τούς εἶδαν! 
— Μάνα, ψιθυρίζει μισολιπόθυμος. 
— Παναγία μου, σῶσε μας! Χανόμαστε! 
Ξωπίσω τους χυμοῦν δυό τσέτες σπιρουνιάζοντας τʼ ἄλογα. Κι ἡ μάνα ἡ Ἀνατολή κραυγή ἀπό τά σωθικά της βγάζει: 
— Τρέχα, Παναγία! Μάνα εἶσαι κι ἐσύ. Γλίτωσέ μας! 
 Βλέπει μπροστά της σχισμή βράχου. Χώνει τό παιδί. Μπαίνει ἡ ἴδια μπροστά καί τραβᾶ μέ τό χέρι της ἕνα πουρναρόκλαδο γιά νά καλυφθεῖ. Σπρώχνει τό μικρό της πίσω. Μιά ἀπαίσια σκέψη τήν διαπερνᾶ, καθώς αἰσθάνεται τό σῶμα τοῦ γιοῦ της βαρύ πάνω στήν πλάτη της. 
 — Λές;... 
Καλύτερα. Καλύτερα νεκρός ὁ Ἡρακλῆς της παρά στά χέρια τους. Τή λούζει κρύος ἱδρώτας. Ὅμως μένει στητή πιέζοντας πρός τά πίσω τό παιδί. Ἄς περάσουν πάνω ἀπό τό κορμί της. Ζωντανό δέν θά τούς τόν δώσει. Οἱ στιγμές περνοῦν βασανιστικά. Οἱ δυό τσέτες, πού τούς καταδίωξαν, βρίσκονται μπροστά της. Ἡ Ἀνατολή τούς κοιτᾶ κατάματα. Δέν δείχνουν, ὅμως, νά τή βλέπουν. Γυρίζουν τά κεφάλια τους δεξιά, ἀριστερά. Τήν ψάχνουν; Παίζουν μαζί της; Ὄχι. Τήν κοιτοῦν, ἀλλά δέν τήν βλέπουν. Κρατᾶ τήν ἀναπνοή της μπρός στό μυστήριο πού ζεῖ. Λίγα λεπτά ἀκόμη καί τό θαῦμα ὁλοκληρώνεται. Οἱ τσέτες βρίζοντας ἀπομακρύνονται. Τήν ἔχασαν. Ἄνοιξε ἡ γῆ καί τήν κατάπιε. Γύρω της αἰσθάνεται γαλήνη. Κάνει μισό βῆμα μπρός. Ξεσφίγγει τό παιδί. Βγαίνει σιγά σιγά ἀπό τό βράχο. Γυρίζει πίσω κι ἀκούει τόν Ἡρακλῆ της. 
— Μάνα μου, τό στῆθος μου πονᾶ. 
 Τόν παίρνει στήν ἀγκαλιά της καί τόν ξαπλώνει στό χῶμα. 
— Ἡσύχασε, πουλί μου. 
— Μάνα, ποῦ εἶναι οἱ τσέτες; 
— Τούς ἔδιωξε ἡ Παναγία, ψυχή μου. Τούς τύφλωσε καί τούς ἔδιωξε. 
— Ἦταν ἐδῶ ἡ Παναγία;
— Ἐδῶ, Ἡρακλῆ μου, τήν εἶδα! 
 Τ.Ο.Α.
 ————————— 
 * Τσέτες: Τοῦρκοι ἀντάρτες πού ἔδρασαν ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατά τή μικρασιατική ἐκστρατεία. 
 ** Ἀμισός: Σαμψούντα


ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗ ΜΑΙΟΣ 2009

26 Αυγούστου, 2020

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ


Πλατιά καί ἀνοιχτή, θάλασσα τρικυμισμένη καί σκουρόχρωμη, μαύρη σάν τό ὄνομά της, Εὔξεινος Πόντος κατ᾽ εὐφημισμόν. Ταξιδιώτης, ἀπ’ τόν ὑδάτινο δρόμο τοῦ Αἰγαίου, διάβηκα τά Δαρδανέλια καί τό Βόσπορο καί ἔριξα ἄγκυρα στά βόρεια παράλια τῆς Μικρασιατικῆς χερσονήσου. μεγάλη ὀροσειρά τοῦ Παρυάδρου χωρίζει τό ταξίδι μου στόν παράλιο καί μεσογειακό Πόντο. Εἰκόνες καί μνῆμες, πρόσωπα, γεγονότα καί θύμησες, ἕνας βουβός πόνος καί μιά νοσταλγία, ζωντανεύει μπρός μου τήν ἑλληνική γῆ τοῦ Πόντου, πρίν τή μεγάλη συμφορά. 
Πρῶτος σταθμός μου ἡ Σινώπη, ἡ πρώτη ἑλληνική ἀποικία τοῦ Πόντου καί πατρίδα τοῦ φιλόσοφου Διογένη τοῦ Κυνικοῦ. Σημαντικό λιμάνι, μέ 5000 Ἕλληνες, καί σπουδαῖο οἰκονομικό κέντρο. 
Κοντά στή δεξιά ὄχθη τοῦ Λυκάστου ποταμοῦ μέ ὑποδέχεται ἡ Ἀμισός ἤ Σαμψούντα, κέντρο διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου καπνοῦ καί ὑφασμάτων. Στό κέντρο τῆς πόλης ὁ μητροπολιτικός ναός τῆς Ἁγίας Τριάδος, τά ἐκπαιδευτήρια, ἕνα πλῆθος κοινωνικῶν ὀργανώσεων καί ἡ ἐφημερίδα «Φῶς».
 Οἱ Ἕλληνες τῆς κωμόπολης Οἰνόης χτισμένης στίς ἀκτές μέ καλωσορίζουν ποντιακά καί μέ φιλεύουν φουντούκια, ἀπ’ τήν παραγωγή τους, γιά τό δρόμο. 
Πανέμορφα τά ἑλληνικά σπίτια στά παραθαλάσσια Κοτύωρα. Περπατῶ στίς τρεῖς συνοικίες τῆς πόλης, τῆς Ὑπαπαντῆς, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί θαυμάζω τίς Σχολές Ψωμιάδειο (ἡμιγυμνάσιο) καί Καρυπίδειο. 
Στά ΒΑ βρίσκεται ἡ πόλη-λιμάνι Κερασούντα, ἡ ὁποία πῆρε τό ὄνομά της ἀπό τό πλῆθος τῶν κερασιῶν, πού εὐδοκιμοῦσαν στήν περιο χή. Οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦσαν πάντοτε τήν πλειοψηφία τῶν κατοίκων τῆς πόλης μέ τή μεγάλη ναυτική παράδοση, τούς ἐφοπλιστικούς οἴκους, τά παραρτήματα τῶν Τραπεζῶν καί τά ἑπτά Ἐκπαιδευτήρια. 
 Σκύβω καί φιλῶ τό χῶμα της προσκυνητής τῶν ἀδικοχαμένων Ἑλλήνων τῆς γενοκτονίας τοῦ 1919.  
Βλέπω τό κάστρο, τά ἐρείπια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καί ἀναλογίζομαι τό μαρτυρικό δρόμο τῶν καταδιωγμένων Ἑλλήνων τῆς Τρίπολης τοῦ Πόντου, χτισμένης κοντά στίς ἐκβολές τοῦ Χαρσιώτη ποταμοῦ. 
Στίς νοτιοανατολικές ἀκτές τῆς Μαύρης Θάλασσας, στούς βόρειους πρόποδες τῶν Ποντιακῶν Ἄλπεων βρίσκεται ἡ Τραπεζούντα, ἡ ἱστορική πρωτεύουσα τοῦ Πόντου, πού διατηρεῖ ἀκόμη καί σήμερα τό βυζαντινό χαρακτήρα της μέ τά τείχη καί τό ἀνάκτορο τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν. Ἀνεβαίνω δυτικά, στό ὕψωμα τῆς πόλης, νά προσκυνήσω στήν ἐντυπωσιακή καί καλοδιατηρημένη ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας, βασιλικῆς μέ τροῦλο καί θαυμάσιες τοιχογραφίες τοῦ 13ου αἰ. Ὁραματίζομαι τή μεγάλη μορφή τοῦ Μητροπολίτη Τραπεζοῦντος Χρύσανθου μέ τό πολύπλευρο ἔργο καί τή μεγάλη συνεισφορά του στά ἐθνικά θέματα. Ἡ μεγαλύτερη σέ πληθυσμό πόλη τοῦ Πόντου ὑπῆρξε μεγάλο ἐμπορικό καί πνευματικό κέντρο, μέ ξεχωριστό τό «Φροντιστήριο τῆς Τραπεζοῦντος». 
Ανηφορίζω γιά τό μεσόγειο Πόντο καί φτάνω σέ μιά γραφική τοποθεσία, στήν πατρίδα τῆς Ἁγίας Βαρβάρας , στή Μερζιφούντα (Γ. Γιαννακόπουλου, Ἡ χώρα τοῦ Πόντου). άνω σέ βραχώδη ὑψώματα εἶναι χτισμένη ἡ Ἀμάσεια, ἡ πατρίδα τοῦ γεωγράφου Στράβωνα. Ἕξι γεφύρια ἕνωναν τά τμήματα τῆς πόλης δεξιά καί ἀριστερά τοῦ ποταμοῦ Ἶρι μέ τίς εὔφορες πεδιάδες. Στά βόρεια, στίς πλαγιές τοῦ βουνοῦ, σώζονται οἱ λαξευτοί, βασιλικοί τάφοι τῶν Μιθριδατιδῶν. Πόσα δέν ὑπέφερε στίς ἐξοντωτικές, ὑγρές φυλακές τῆς πόλης τό ἑλληνικό στοιχεῖο, πού ἀγωνιζόταν γιά τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Πόντου τό διάστημα 1921 - 1922! Ὁ πρώην Καστοριᾶς καί μετέπειτα Ἀμάσειας μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ζήλων Ευθυμιος ποίμαναν στοργικά τά ὀρφανά ἀπό τούς διωγμούς τῶν Νεοτούρκων τό 1919. 
Μέ ὑψόμετρο 1300 μ. στό δρόμο Σεβάστειας - Κερασοῦντος βρίσκεται ἡ Νικόπολη πού διέθετε δύο ναούς καί τρία σχολεῖα ἀρρένων καί ἕνα παρθεναγωγεῖο. 
Πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Χαλδίας ἦταν ἡ Ἀργυρούπολη, πού ὀφείλει τό ὄνομά της στά μεταλλεῖα ἀργύρου τῆς περιοχῆς. Γνώρισε μεγάλη ἀκμή καί ὁ πληθυσμός της ἔφτασε τούς 60.000. Ἀπό τό 1723 ἄρχισε ἡ λειτουργία τοῦ «Φροντιστηρίου Ἀργυρουπόλεως. Ολοκληρώνοντας τήν περιδιάβαση στούς οἰκισμούς τοῦ παραλιακοῦ καί τοῦ μεσόγειου Πόντου ἀξίζει νά ἀναφερθοῦμε σέ δύο περιοχές μέ ἀξιοσημείωτες ἰδιαιτερότητες, τόν Ὄφι ἀνατολικά τῆς Τραπεζούντας, ὅπου οἱ κάτοικοι διατηροῦσαν ὄχι μόνο τή γλώσσα, ἀλλά καί τά ἑλληνικά ὀνόματα τῶν 54 χωριῶν του, ὅπως καί τούς οἰκισμούς τῆς Χαλδίας, Σταύριν, Κρώμνη καί Σάντα, πού ὑπῆρξαν σημαντικά κρυπτοχριστιανικά κέντρα. δύνατον νά προσμετρήσει κανείς τό μέγεθος καί τή δύναμη τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου. Τοῦτο τό ταξίδι ἄς λογιστεῖ ταπεινή συνεισφορά στή διατήρηση τῆς μνήμης τοῦ Πόντου τῶν Ἑλλήνων. «Ὅσοι Ἕλληνες ὅ,τι εἶστε μήν ξεχνᾶτε!».
ΠΡΟΣ  ΤΗΝ  ΝΙΚΗΝ   ΜΑΙΟΣ 2009

09 Ιουλίου, 2020

Η θρυλική Σοφία Καζεπίδου, από το Ολουχλού της Πάφρας

''Ένα εχθρικό βόλι τη βρήκε στο κεφάλι, ενώ είχε δεμένο στην πλάτη της το δύο χρόνων κοριτσάκι της, την Ιφιγένεια.''
Η θρυλική Σοφία Καζεπίδου, από το χωριό Ολουχλού του Καράπουναρ της Πάφρας, ήταν μια φιλήσυχη νοικοκυρά έως το 1915, τότε που οι ορδές των Τούρκων έγιναν απειλή για τον τόπο της. 
Από το 1915 βρίσκεται στο βουνό, κοντά στον φυγόστρατο άντρα της, τον Νικόλα, ο οποίος σκοτώθηκε στις 18 Απριλίου του 1917, στη μάχη της Ματεωμένης Σπηλιάς του Οτ Καγιά, στο βουνό Νεπίν. 
Μετά τον θάνατο του άντρα της, ανέλαβε την εκδίκησή του και για τον σκοπό αυτό δημιούργησε στο βουνό δική της ομάδα από γυναίκες και άντρες, που είχαν σκοπό τους να μπαίνουν στα τουρκικά χωριά και να κάνουν σε βάρος των Τούρκων, αντίποινα, σε ότι έκαναν και αυτοί στους Έλληνες, δηλαδή πυρπολισμούς χωριών, συλλήψεις, θανατώσεις, φυλακίσεις, εξορίες κ. τ. λ. 
Το χωριό της, το Ολουχλού, ήταν θρησκευόμενο, είχε βγάλει πολλούς ιερείς, που λειτουργούσαν σε χωριά της περιοχής Πάφρας, Σαμψούντας, Γάβζας και Βεζίρ Κιοπρού. 
Η Σοφία είχε μεγαλώσει μέσα στο κλίμα αυτό και είχε γαλουχηθεί με τα νάματα της χριστιανοσύνης, αλλά βρέθηκε, άθελά της, μέσα στη λαίλαπα αυτή του πολέμου 1915-1922. 
Ένιωθε πως δεν τη χωρούσε πλέον ο τόπος που τόσο πολύ αγάπησε, με τους φιλήσυχους και προοδευτικούς του κατοίκους, γι' αυτό και πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τον άντρα της στα βουνά, όταν αυτός, από ανάγκη, κατέφυγε σε αυτά για προστασία, επειδή ήταν φυγόστρατος. 
Από τις πρώτες μέρες που βρέθηκε στο βουνό, έπρεπε και αυτή να ακολουθήσει τη μοίρα των τόσων άλλων Ελλήνων και Ελληνίδων, που για την ίδια αιτία κατέφυγαν στο βουνό. 
Οι επιζήσαντες Παφραίοι πρόσφυγες, που ήρθαν στην Ελλάδα το 1924, διηγούνται ένα θλιβερό περιστατικό, που συνέβη στην Κυρά Σοφία Καζεπίδου, την καπετάνισσα, όταν πολεμούσε τους Τούρκους στη μάχη της Γιαλάς, στην τοποθεσία Τρεις Βρύσες. 
Ένα εχθρικό βόλι τη βρήκε στο κεφάλι, ενώ είχε δεμένο στην πλάτη της το δύο χρόνων κοριτσάκι της, την Ιφιγένεια, που την ώρα της μάχης δεν μπορούσε να την αφήσει πουθενά, όπως, εξάλλου, γινόταν στις περισσότερες περιπτώσεις. Όταν οι γυναίκες έμπαιναν στη μάχη, είχαν δεμένα τα παιδιά τους στην πλάτη τους για περισσότερη ασφάλεια, παρά να τα έχουν δίπλα τους. 
Οι Τούρκοι, στις 27 Ιουνίου 1917, αφού εξουδετέρωσαν την άμυνα των ανταρτών, προχώρησαν πιο ψηλά, προς τα λημέρια των ανταρτών, που είχαν στο μεταξύ απομακρυνθεί από την επικίνδυνη περιοχή και όταν, μετά από δύο μέρες, οι Τούρκοι έφυγαν και πήγαν στις έδρες των μονάδων τους, οι αντάρτες πήγαν στον τόπο της μάχης, στις Τρεις Βρύσες, για να θάψουν τους νεκρούς συμπολεμιστές τους και να περιθάλψουν, αν έβρισκαν, τους τραυματίες. 
Εκεί βρήκαν τη Σοφία νεκρή και το κοριτσάκι της, την Ιφιγένεια, δεμένη ακόμη στην πλάτη της μητέρας της ζωντανή. Δεμένη όπως ήταν, έγλυφε το ματωμένο κεφάλι της μητέρας της, από ανθρώπινο ένστικτο για επιβίωση. 
Με το αίμα αυτό επέζησε αυτές τις δύο μέρες. 
Την Ιφιγένεια υιοθέτησε ένα αντρόγυνο ανταρτών, που δεν είχε παιδιά. Ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν, αρχικά στο χωριό Νυμφόπετρα Λαγκαδά, και στη συνέχεια στην Κάτω Τούμπα. 
Ο θετός της πατέρας, ο μπάρμπα Κυριάκος έδωσε τις πληροφορίες που αναφέρονται πιο πάνω. 

Γιώργος Αντωνιάδης
https://www.stontoixo.com/2020/07/blog-post_8.html

20 Μαΐου, 2020

Ρώτα την Καρδιά σου: Ταινία του 2010 για τους Κρυπτοχριστιανούς του Πόντου στην Τραπεζούντα (Yuregine Sor)


Yuregine Sor - Τουρκική ταινία για τους Κρυπτοχριστιανούς του Πόντου!
Συγκλονιστική (αλλά και δραματική) Τουρκική ταινία με ελληνικούς υποτίτλους που αποκαλύπτει για πρώτη φορά στην Τουρκική γλώσσα το δράμα και την πίστη των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου σπάζοντας τη σιωπή αιώνων.
Πρόκειται για μία ταινία του 2010 με τίτλο «Ρώτα την καρδιά σου» (Yuregine Sor) που πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού για την Τουρκία: τους κρυπτοχριστιανούς και πιο συγκεκριμένα αυτούς του Πόντου! Μία τραγική ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε μία Μουσουλμάνα, την Esma και έναν κρυπτοχριστιανό, τον Mustafa.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ - ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ !

.Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΧΕΙ  ΠΟΙΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ
.
Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΧΕΙ  ΠΟΙΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ

19 Μαΐου, 2020

Γενοκτονία Ποντίων: Η σφαγή στη σπηλιά της Παναγίας στην Παφρα

Γράφει ο Παναγιώτης Σαββίδης


Μια ιστορική αναδρομή στις φρικαλεότητες του Ραφέτ Πασά της Σαμψούντας και του ηρωισμού των Ποντίων – Μετά από 18 ημέρες μαχών, 95 γυναικόπαιδα ζήτησαν από τους αντάρτες να τους σκοτώσουν για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων
Την περίοδο 1915 – 1922 στο δυτικό τμήμα του Πόντου, όπου μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού ήταν τουρκόφωνοι, αναπτύχθηκαν και έδρασαν ένοπλα αντάρτικα σώματα, προκειμένου να προστατεύσουν τα ελληνικά χωριά της περιοχής, από τους διωγμούς και τη μανία των Τούρκων. Η ένοπλη οργάνωση στάθηκε σχετικά σωτήρια για τον Ελληνισμό του δυτικού Πόντου, αφού έως τότε είχε πληρώσει βαρύ φόρο αίματος από τις συνεχείς εκτοπίσεις, που αφάνισαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού.

Σπουδαιότερα κέντρα αντίστασης ήταν η Αμισός, η Πάφρα, η Οινόη, η Θέρμη (Τέρμε), α Αμάσεια, η Ορντού κ.α. Ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, στα Απομνημονεύματά του για τον Πόντο αναφέρει για τη δημιουργία των αντάρτικων σωμάτων : «Η βίαιη ένταξη στα «Τάγματα Εργασίας» (ΑμελέΤαμπουρού) έγινε αφορμή να γεννηθούν τ’ ανταρτικά σώματα των Ποντίων. Πολλοί άνθρωποι αντιδρώντας και ζητώντας να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο δραπέτευσαν απ’ τα εργατικά τάγματα και κατέφευγαν στα βουνά, όπου ζούσαν κατά μικρές ομάδες που συχνά κατέβαιναν ως τα χωριά τους. Εφοδιάστηκαν σιγά-σιγά με όπλα και πολεμοφόδια και έτσι μπορούσαν τώρα ν’ αποκρούουν τις επιθέσεις των Τούρκων».

Η αιματοβαμμένη σπηλιά …
Στο βιβλίο του «Πάφρα του Πόντου. Η χώρα των γενναίων» ο πρωτοπρεσβύτερος, και διδάκτωρ του ποιμαντικού τμήματοςτης Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Νικόλαος Κυνηγόπουλος περιγράφει την τραγωδία της σπηλιάς της Παναγίας στο βουνό Ότκαγια, στον δυτικό Πόντο, όπου είχαν αναζητήσει καταφύγιο Έλληνες αντάρτες και γυναικόπαιδα χωριών της περιοχής.Στο ίδιο σημείο, υπήρχε παλαιότερα το μοναστήρι της Παναγίας του ΟτΚαγιά, γνωστή και ως ΠαχατσάχΠαναγιασί (σημαίνει «Η Παναγία που κάνει τον τυφλό να βλέπει»), ερείπια του οποίου ακόμη διασώζονται. Το τέλος ανταρτών και γυναικόπαιδων στη σπηλιά της Παναγίας, συγκλονίζει …

Γράφει συγκεκριμένα ο π. Νικόλαος Κυνηγόπουλος:

«Στην περιοχή Ότκαγια του δυτικού Νεπιέν της Πάφρας μέσα σε μια σπηλιά που οι Ρωμιοί της περιφέρειας την έλεγαν, «Της Παναγίας η μάγαρα», είχαν κρυφτεί 600 γυναικόπαιδα της περιοχής και 60 αντάρτες με οπλαρχηγούς το Χατζηγιώργη, τον καπετάν Κώστη και τον καπετάν Παπάζογλου. Ήταν μια ευκαιρία να χορτάσει την αιμοβόρα δίψα του ο Ραφέτ Πασάς της Σαμψούντας.

Ήταν δε πολύ ανήσυχος και νευριασμένος που δεν μπόρεσε να υποτάξει τους αντάρτες της περιοχής της Σαμψούντας. Ο Ραφέτ πήρε τηλέφωνο στη στρατιωτική διοίκηση της Πάφρας και έδωσε αυστηρή εντολή στον μπίνμπαση Μεχμέτ Αλή να αφανίσει τους γκιαούρηδες που τρύπωσαν στην απόκρυφη κουφάλα του βουνού.

Ο Μεχμέτ την όλη επιχείρηση την ανέθεσε στον αιμοβόρο Τούρκο υπαξιωματικό της περιοχής, τον Ταλίπτσαούς και του είπε: «Πεντακόσιες λίρες από μένα και όλα όσα βρεις στα κουφάρια των απίστων. Την άλλη μέρα χαράματα ξεκίνησαν τα μπουλούκια των Τούρκων φορτωμένα με τρόφιμα και πυρομαχικά, με ζουρνάδες και νταούλια σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι.

Το μεσημέρι έφτασαν στα απόκρημνα βράχια του Ότκαγια και η επίθεση άρχισε. Οδηγήθηκε όμως σε αποτυχία, αφού σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι.

Ο Ταλίπ φώναζε στους ζαπτιέδες του βγάζοντας το μαστίγιό του:
«Κιοτήδες! Γομάρια! Να σκαρφαλώσετε γρήγορα στα βράχια και να μου φέρετε αμέσως τα κεφάλια αυτών που τόλμησαν να αντισταθούν»! Και δεύτερη επίθεση απέτυχε. Ώρες ολόκληρες ο τούρκικος στρατός δέχονταν τις βρισιές και τις απειλές του Τσαούς αδιαμαρτύρητα. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και τη δεύτερη μέρα αλλά όλες απέτυχαν. Στις επιθέσεις της τρίτης ημέρας ο ίδιος ο Ταλίπ τραυματίστηκε στον ώμο και έχασε δέκα Ζαπιτιέδες. Παρά ταύτα οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και την τέταρτη ημέρα. Τέλος απελπισμένος και τσακισμένος ο Τσαούς αναγκάστηκε να ζητήσει ενίσχυση από την Πάφρα.

Όταν έμαθε τις αποτυχίες του ο Μεχμέτ αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος την επιχείρηση. Για το σκοπό αυτό πήρε μαζί του ένα σύνταγμα στρατού και τρία ορεινά πυροβόλα. Την πρώτη μέρα περικύκλωσε τη σπηλιά σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων και τα πυροβόλα του ετοίμασαν το έδαφος για επίθεση.

Άρχισε νέα επίθεση που κράτησε τρεις ώρες. Τελικά απέτυχε και αυτή. Ο Μεχμέτ έγινε θηρίο από το κακό του. Δεν ήθελε να δει κανέναν μπροστά του. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Τη δεύτερη μέρα έγινε νέα επιχείρηση, η οποία όμως είχε χειρότερα αποτελέσματα. Τότε προσπαθώντας να βρει λύσεις για αποτελεσματικότερη ενέργεια, βρίσκει άλλο καταλληλότερο μέρος για τα κανόνια του και σφυροκοπεί το στόμιο της σπηλιάς επί μια ώρα. Σε λίγη ώρα άλλη επίθεση αρχίζει, το αίμα χύνεται άφθονο στη γη και βάφει με κόκκινο χρώμα τα βράχια. Οι χαράδρες γεμίζουν από πτώματα.

Ύστερα από τις αποτυχίες αυτές, μοναδική ελπίδα για την κατάληψη της σπηλιάς απέμεινε να πέσει από μόνη της, αφού εξαντληθούν τα πολεμοφόδια των γκιαούρηδων. Την άλλη μέρα φάνηκε από τη μεριά των Ρωμιών έλλειψη πυρομαχικών. Έστειλε το απόγευμα ο Μεχμέτ Ντελάλη για να ζητήσει ειρήνευση.

Επειδή δε φαίνονταν καμιά άσπρη σημαία έστειλε τον Ντελάλη με τρεις αξιωματικούς για να πλησιάσουν πιο κοντά στη σπηλιά. Μετά από τρία λεφτά η απάντηση ήρθε με πυροβολισμούς. Οι δύο τραυματίστηκαν και επέστρεψαν άπρακτοι.

Ο Μεχμέτ από το κακό του έσπασε το σπαθί του, γκρέμισε τη σκηνή του και κυλίστηκε χάμω. Τα χείλη του έτρεμαν. Οι αξιωματικοί του νόμισαν ότι τρελάθηκε. Όταν συνήλθε λίγο, διέταξε τα πυροβόλα να φράξουν την πόρτα της σπηλιάς με οβίδες. Μετά διέταξε γενική επίθεση, αφού προειδοποίησε όλους πως όποιος γυρίσει πίσω χωρίς να κυριευτεί η σπηλιά θα αποκεφαλιστεί σαν το πρόβατο.

Οι στρατιώτες του στη συνέχεια χύμηξαν απάνω και σκαρφάλωσαν στα μονοπάτια. Κοντά στη σπηλιά άναψε θανατερή μάχη. Ο Μεχμέτ ρίχτηκε και εκείνος στη φωτιά με το πιστόλι του. Ξαφνικά σταμάτησαν τα πυρά των στρατιωτών και των Ρωμιών.

Σε λίγο παρατηρήθηκε ένα παράξενο θέαμα. Οι αντάρτες φιλιόντουσαν μεταξύ τους και αποχαιρετούσαν τα γυναικόπαιδα. Ακούστηκαν πυροβολισμοί. Αυτοκτονούσαν για να μην πιαστούν στα χέρια των Τούρκων. Ένας αντάρτης σε ψηλό βράχο έβγαλε άσπρη σημαία και φώναξε ότι τα γυναικόπαιδα παραδίδονται.

Οι Τούρκοι μόλις άκουσαν τη φωνή χάρηκαν και χωρίς εμπόδιο πλέον όρμησαν στη σπηλιά μέσα πατώντας στα πτώματα των ανταρτών, που ήσαν αγκαλιασμένα. Σε τρία λεπτά η σπηλιά έγινε κόλαση. Ακούγονταν ουρλιαχτά και κλάματα. Οι φρικτές σκηνές της βίας, ατίμωσης, των οργίων και του θανάτου διαδέχονταν η μια την άλλη ώρες ολόκληρες. Οι κραυγές πόνου, ντροπής, φρίκης αντιλαλούσαν στη σπηλιά της Παναγιάς χωρίς τελειωμό. Τα μπουλούκια των αποκτηνωμένων κακούργων, αφού κόρεσαν όλα τα βρωμερά και βάρβαρα ένστικτά τους έσυραν τα γυναικόπαιδα έξω από τη σπηλιά και τα οδήγησαν στο κοντινό τούρκικο χωριό Τζαχιούρ.

Ο ίδιος ο Μεχμέτ πήγε στην Πάφρα και ανήγγειλε στο Ραφέτ την επιτυχία του. Στην πλατεία του χωριού Τζαχιούρ ατίμασαν ομαδικά τις γυναίκες και τα κορίτσια και ντουφέκισαν τα παιδιά. Το αχαλίνωτο όργιο και η σφαγή συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ. Την άλλη μέρα ο Μεχμέτ διέταξε και έκοψαν τα κεφάλια τριάντα ανδρών. Τα έβαλε σ’ ένα τσουβάλι και τα έστειλε στη Σαμψούντα για τρόπαιο νίκης από την σπηλιά της Παναγιάς στον προϊστάμανό του Ραφέτ. Τα τριακόσια γυναικόπαιδα που έμειναν στάλθηκαν εξορία στην Παφλαγονία με προορισμό την Κασταμονή, στην οποία έφτασαν τελικά μόνο 83 μισοπεθαμένα γυναικόπαιδα.

Η τραγωδία του Ότκαγια μαθεύτηκε παντού και οι Ρωμιοί περισσότερο αγανακτισμένοι με μεγαλύτερο πείσμα μάχονταν και προστάτευαν τα γυναικόπαιδα. Σε μια σπηλιά ήταν κρυμμένα 95 γυναικόπαιδα με δεκαπέντε αντάρτες. Ένα τάγμα Τούρκων για δεκαοχτώ μέρες έριχνε καυτό μολύβι, χωρίς να μπορούν να λυγίσουν την αντίσταση των ανταρτών. Τη δέκατη μέρα τα βόλια των ανταρτών τελείωσαν.
Τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων ζήτησαν να τους σκοτώσουν οι αντάρτες. Έτσι και έγινε. Στο τέλος αφού έσπασαν τα όπλα τους οι αντάρτες έπεσαν οι ίδιοι στα βράχια, στο γκρεμό και σκοτώθηκαν. Έτσι από τα 95 γυναικόπαιδα και τους δεκαπέντε άνδρες δεν έμεινε κανένας».
To 2018 o Oικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επισκέφθηκε την περιοχή της Μπάφρας και βρέθηκε στο Ότκαγια στην είσοδο της αιματοβαμμένης σπηλιάς και τέλεσε τρισάγιο στη μνήμη των θυμάτων. Η ενέργεια αυτή, εξόργισε Τούρκους εθνικιστές και εφημερίδες με πηχυαίους τίτλους περί προσπάθειας αναβίωσης της «Δημοκρατίας του Πόντου».
Φωτογραφίες: Γιάννης Γκόσιος


Πηγή: Πρώτο Θέμα
https://enromiosini.gr/arthrografia/

30 Αυγούστου, 2019

Οπλαρχηγοί του Πόντου στο Νομό Δράμας. Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη


Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή Πληθυσμών, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης και τους όρους του νικητή Μουσταφά Κεμάλ, έμειναν στα χώματα των προγόνων 500.000 περίπου θύματα και ξεριζώθηκαν 1.500.000 Έλληνες χριστιανοί , έναντι 400.000 περίπου Μουσουλμάνων.

Ανάμεσα τους και Πόντιοι. Ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης, που υπηρέτησε στη Μητρόπολη Δράμας από το 1922 μέχρι το 1928, όποτε και αποδήμησε[1], στο βιβλίο του «Ο Πόντος ανά τους αιώνας», Δράμα, 1929 (σελ. 225), παρουσιάζει ενδιαφέροντα γενικό απολογιστικό πίνακα του πληθυσμού του Πόντου :

«ΓΕΝΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

των καταστροφών του Πόντου από της αρχής του Ευρωπαϊκού Πολέμου μέχρι της Ανακωχής.

————————————–

-Έλληνες Ορθόδοξοι του Πόντου προ του 1914 697.000

-Εξετοπίσθησαν εις την Τουρκίαν 259.674

-Εξετοπίσθησαν και κατέφυγον εις την Ρωσίαν 85.800

-Απηγχονίσθησαν, εσφάγησαν, εκάησαν ή ετάφησαν ζώντες

και εθανατώθησαν εκ των κακουχιών επί τόπου και εν τη εξορία 170.576 και

-υπελείφθησαν μετά την ανακωχήν εν Πόντω 440.624». 

Από τον απογραφέντα πληθυσμό των 111.000 περίπου κατοίκων του Νομού Δράμας το 1928, το 68%, δηλαδή τα τρία τέταρτα περίπου του πληθυσμού ήταν πρόσφυγες.


Ο Νομός Δράμας ορίζεται από το κράτος ως ο πρώτος κατά προτεραιότητα για εγκατάσταση προσφύγων μαζί με το Νομό Κιλκίς. Από κει έφυγε μεγάλος αριθμός Βουλγάρων και από δω Μουσουλμάνων.

Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι το 1920 από τους 90.000 περίπου κατοίκους του νομού, μόνο περί τους 30.000 είναι Έλληνες και το 1928, σύμφωνα με την απογραφή του έτους εκείνου, από τους 58.086 πρόσφυγες, 28.732 ήταν Πόντιοι. Και μαζί με τους 1.988 Καυκάσιους ξεπερνούσαν τις 30.000.

Μεγάλος αριθμός προσφύγων προωθήθηκε στο βόρειο ορεινό όγκο, του νομού, χωρίς σοβαρή εξασφάλιση όρων επιβίωσης, πρώτον όλοι οι οικισμοί κατοικούνταν από Μουσουλμάνους, ανάμεσα στους οποίους έπρεπε να διαβιώνουν ως το τέλος της άνοιξης του 1924 που θ’ αποχωρούσαν και δεύτερον γιατί επί απαράδεκτα αρκετό καιρό δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν γη χωρίς απαραίτητα υποζύγια, πέραν της γύμνιας και του αφόρητου κρύου που περόνιαζε τα καχεκτικά και αδύνατα κορμιά τους. Ακόμη και μετά από πέντε περίπου χρόνια παραμονής στα σύνορα, η εγκατάσταση παρουσίαζε σοβαρότατα προβλήματα. Το ζήτημα έφτασε και συζητήθηκε και στη Βουλή των Ελλήνων.

Το γεγονός προκάλεσε έντονη ανησυχία και δικαιολογημένη τάση φυγής, όπως αποκαλύπτεται, στις 22.11.1928, στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος», την εφημερίδα που περιέσωσε τον παλμό της καθημερινότητας του τόπου και όχι μόνο από το 1924 ως το 1983. Γράφει:

«Οι παραμεθόριοι και ο κίνδυνος διαρροής-Κρούομεν τον κώδωνα του κινδύνου προς τας ανωτέρας διοικητικάς και στρατιωτικάς αρχάς ως και τον Γεν. Διοικητήν κ. Θεοφύλακτον εναντίον ορισμένης εκμεταλλευτικής σπείρας, η οποία από τινος χρόνου επιδιώκει την διαρροήν των προσφύγων της μεθορίου εις τα πόλεις, δια λόγους τους οποίους είναι έκδηλον πάντες να κατανοήσουν. Το αποσκοπούμενον ανοσιούργημα ενέχει σοβαροτάτην εθνικήν σημασίαν και οι αρμόδιοι δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν αδιάφοροι και ασυγκίνητοι».

Και ο ίδιος ο Γεν. Διοικητής μετά από λίγες μέρες έγραφε στην ίδια εφημερίδα: «Αισθάνομαι θλίψιν μεγάλην διότι ανέγνωσα εις το «Θάρρος» τα εν τω συνεδρίω των παραμεθορίων συνοικισμών κατά του κράτους…».

Στο πλαίσιο αυτής της «εθνικής σημασίας» μπορεί άνετα να ενταχθεί και η ίδρυση του Συλλόγου Ποντίων Οπλαρχηγών «Αλύτρωτος Πόντος» στη Δράμα το 1925, από τους μπαρουτοκαπνισμένους αδούλωτους του Πόντου, πολλοί από τους οποίους έμειναν στα βουνά μέχρι και επτά χρόνια, για να μην πεθάνουν στα τάγματα θανάτου, τα γνωστά αμελέ ταμπουρού των Νεότουρκων κινηματιών.

Από τα πρώτα χρόνια της εδώ εγκατάστασής τους, κατά τις εθνικές επετείους, δεν παρέλειπαν να παρουσιάζονται οι καπετάνιοι με τις ένδοξες στολές τους και να απολαμβάνουν τις τιμητικές ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα του κόσμου.

Το πρώτο ιδρυτικό Συμβούλιο, που εκπροσώπησε το Σύλλογο ως τις 29 Ιουλίου 1927, κάλεσε γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο δικηγορικό γραφείο του Χρυσόστομου Καραΐσκου και συγκροτήθηκε ως εξής:

Πρόεδρος, Χ. Κοσμίδης,

Αναπλ. Προέδρου, Ιορδ. Χασαρής,

Γεν. Γραμματέας, Χρυσ. Καραΐσκος,

Ταμίας, Ευριπ. Σαμλίδης,

Μέλη: Δ. Ασλανίδης, Ε. Λεοντιάδης, Ε. Σταυρίδης, Κ. Δεϊρμεντζόγλου, Α. Κουτσίδης, Καρανικόλας και Χατζηηλιάδης.

Η γενική συνέλευση έκρινε άκυρη ως άτυπη τη συνέλευση που έγινε στο ξενοδοχείο του Δελησαββίδη με θεμα την ίδρυση και άλλου Συλλόγου, διότι η συνέλευση της 29ης Ιουλίου 1928 δεν αναγνωρίζει άλλο ποντιακό σύλλογο με τους ίδιους σκοπούς.


Στις 11 Αυγούστου 1928, επισκέφτηκε το Παρανέστι (Πούκια) ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Θράκης Θοφύλακτος Θεοφυλάκτου. Στην υποδοχή θα παραστούν ο Πρόεδρος του Συλλόγου Κοσμίδης και ο Γραμματέας Καραΐσκος. Θα προσφερθεί γεύμα από τον Πρόεδρο Παρανεστίου Μ. Σπανίδη και παρευρίσκονται σ’ αυτό επίσης ο Σταθάρχης Χωροφυλακής Παπαδάκης και ο Έμπορος Χατζηαναστασίου.

Στις 29Σεπτεμβρίου 1928, ο πρόεδρος έστειλε στο Λεων. Ιασονίδη το τηλεγράφημα:

«Καθήκον μας υπέρτατον θεωρούμεν να υποβάλωμεν εις τον αλτρουιστήν βουλευτήν Θεσσαλονίκης κ. Ιασονίδην θερμά ευχαριστήρια δια την πιστικότητα και παραστατικότητα μετά της οποίας εξέθηκε το ζήτημα των παραμεθορίων και οπλαρχηγών εις την Βουλήν, προκαλέσας τα ρίγη της συγκινήσεως εις την Βουλήν και επαξίως χειροκροτηθείς. Τα δάκρυα του κ. Βενιζέλου τα οποία επροκάλεσε και επεκαλέσθη, ευχόμεθα να αποβούν καρποφόρα, όσον και η ιδική του προσπάθεια.

Αντιπρόσωπος οπλαρχηγών Μεθορίου.

Ο Πρόεδρος Χαρ. Κοσμίδης».(Εφημ. «Θάρρος», 29.11.1928).

Τον Φεβρουάριο του 1931, συγκροτήθηκε νέο Διοικητικό Συμβούλιο:

Πρόεδρος, Στυλ. Κοσμίδης,

Αναπλ. Προέδρου, Γ. Απανοζίδης,

Γεν. Γραμματέας, Α. Παπαδόπουλος,

Ταμίας, Κ. Παπουλίδης,

Σύμβουλοι: Ι. Χασαρής, Σ. Καραγιαννίδης κ.ά.

Ειδικού ενδιαφέροντος είναι και το τηλεγράφημα του Συλλόγου προς το Μητροπολίτη Κυτίου Κύπρου, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Εξέγερσις αδελφών Κυπρίων κατά πανισχύρου αυτοκρατορίας πληρεί ενθουσιασμού καρδίας παλαιμάχων αγωνιστών υπέρ ελευθερίας Κύπρου. Συγχαίροντες, ευχόμεθα επικράτησιν ιερού αγώνος. Πρόεδρος Σωματείου «Ελεύθερος Πόντος», τέως Αρχηγός επαναστατών Πόντου, Στυλιανός Κοσμίδης».

Στην εφημερίδα δημοσιεύτηκε τετράστηλη έκθεση από την επιμνημόσυνη δέηση της προηγουμένης στον ιερό ναό Αγ. Νικολάου, όπου μίλησε και ο Γεν. Διοικητής Μακεδονίας –Θράκης Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου, πατέρας της γνωστής ιατρού της Θεσσαλονίκης Άννας. «Το εν τω μέσω του ναού σεμνότατον κενοτάφιον, ένθεν και ένθεν του οποίου ετοποθετήθησαν δέκα ευσταλείς οπλισμένοι και με την εθνικήν του Πόντου ανταρτικήν στολήν ενδεδυμένοι Πόντιοι οπλαρχηγοί εκ των επιζησάντων εξ εκείνης της μαύρης του Πόντου συμφοράς, προσήλκυον του εκκλησιάσματος τα βλέμματα, όπως και η μεγάλη ιστορική και εθνική σημαία του Πόντου, η φέρουσα εν τω μέσω αυτής τον αετόν…». «Θάρρος», 29 Οκτωβρίου 1928).

Στις εκλογές του Συλλόγου 7 Φεβρουαρίου 1931 εκλέγονται στο Δ.Σ. :Πρόεδρος Στυλ. Κοσμίδης, Αναπλ. Προέδρου Γ. Απανοζίδης, Γεν. Γραμματέας Α. Παπαδόπουλος, Ταμίας Κ. Παπουλίδης, Σύμβουλοι Ι. Χασαρής και Στ. Καραγιαννίδης.

(δημοσιεύτηκε «Θάρρος» 8.2.1931)

Στο τέλος Νοεμβρίου 1931, δημοσιεύονται και τα αποτελέσματα των εκλογών και τα ονόματα των μελών του νέου διοικητικού συμβουλίου:

«Πρόεδρος,Στυλ. Κοσμίδης,

Μέλη: Λ. Παπαδόπουλος, Κ. Παπουλίδης, Γ. Απανοζίδης, Ι. Χασαρής, Στ. Καραγιαννίδης, Ε. Λεοντιάδης. Εξελ. Επιτροπή, Καλλίνικος Σαρηγιαννίδης, Γεώργιος Δελησαββίδης, Δημοσθ. Παπαδόπουλος».

(δημοσιεύτηκε 1.12.1931 «Θάρος»)


Κατά τη μεταξική περίοδο που ακολούθησε, οι Βενιζελικοί δεν περιέπεσαν απλά σε δυσμένεια αλλά και εκτοπίστηκαν και απολύθηκαν κλπ.

Φλογεροί λάτρες του Βενιζέλου έλαβαν μέρος και στο κίνημα της Πρώτης Μαρτίου 1935. Τους πρόλαβε ο Κονδύλης στο Στρυμόνα και τους έστειλε πίσω γυμνούς. Κατασχέθηκε η προσκείμενη στο Βενιζέλο εφημερίδα «Θάρρος». Κάποιες πληροφορίες βρέθηκαν στο σχισμένο φύλλο της 11.Μαίου 1935. Γράφηκε ότι σκοτώθηκε ο ανθυπασπιστής από το Οχυρό Σταύρος Λύκος και τραυματίστηκε ένα άτομο από βομβαρδισμό αεροπλάνου στη Δράμα.

Όταν ήρθαν οι Βούλγαροι στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, είχαν ήδη στα χέρια τους καταστάσεις των ανταρτών του Πόντου. Έλαβαν όσα προληπτικά μέτρα μπορούσαν, σκόρπισαν, κρύφτηκαν, και άλλοι διέφυγαν δυτικά προς τη γερμανουκρατούμενη Ελλάδα και άλλοι πήραν τα βουνά. Αγωνίστηκαν, περιόρισαν στο βαθμό που μπόρεσαν τις βαρβαρότητες των σκληρών κατακτητών και προστάτεψαν τον πληθυσμό.

Με τη λήξη του πολέμου παρέδωσαν τον οπλισμό τους κατά τις ημέρες τη συμφωνίας της Βάρκιζας, αλλά δεν πρόλαβαν να απολαύσουν τα αγαθά της ειρήνης. Μπλέχτηκαν, άλλοι με τη θέλησή τους και άλλοι χωρίς αυτήν, στα θανατηφόρα δίχτυα του Εμφυλίου.

Δεν επανίδρυσαν το σύλλογο. Τη θέση του κατέλαβαν τα εθνικά ανταρτικά τμήματα από τη μια και οι οργανώσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από την άλλη.

Μια ελάχιστη αναφορά σε όποιους έγινε εφικτό, αξίζει στη μνήμη τους.

Ο Στυλιανός Κοσμίδης (Ιστύλ Αγάς) γεννήθηκε το 1886 στο χωριό Κοβτζέ Πουγάρ της Αμισού (Σαμψούντας) και ήταν ο ξακουστότερος πολέμαρχος στο θρυλικό αντάρτικο του Δυτικού Πόντου. ΄Εχασε τον αδελφό του Ηλία σε μάχη στην Όξε της ίδιας περιοχής και η μαχητικότητά του εναντίον των Τούρκων ξεπέρασε πολλές φορές τα ανθρώπινα και ανήλθε στα όρια του θρύλου. Με τη βοήθεια των υπαρχηγών του Παπουλίδη Τσακαλή και Γιαγκούλα, έγινε ο φόβος και ο τρόμος του Τοπάλ Οσμάν και ο μόνιμος κεφαλόπονος του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Σαμψούντα το Μάιο 1919.

Στη Δράμα, την οποία επέλεξε ως τόπο κατοικίας μετά την Ανταλλαγή, ο Ιστύλ Αγάς, αγωνίστηκε πάλι σκληρά για να πάρει το τουρκικό χάνι στη σημερινή οδό 19ης Μαΐου, αριθ. 104, απέναντι από τον άλλοτε πετρελαιοκίνητο μύλο του Βωλακιώτη Μαυρίκα. Και λέω αγωνίστηκε, γιατί, όταν αποσύρθηκε η ΕΑΠ, την κινητή περιουσία που περιήλθε στο Δημόσιο την πήρε η νεοϊδρυθείσα το 1929 Εθνική Τράπεζα. Και αυτό φαίνεται λογικό. Το παράλογο είναι ότι, ενώ οι πρόσφυγες είναι άστεγοι, η Τράπεζα πουλάει με πλειοδοτικούς διαγωνισμούς στους εύπορους τα τουρκικά κτήματα που προορίζονται για τη στέγαση των προσφύγων, αντί να τα παραχωρήσει σ’ αυτούς σε λογικές τιμές έναντι των αποζημιώσεων τις οποίες τους οφείλει. Ο Ιστύλ Αγάς πέθανε το 1940 και ο τάφος του βρίσκεται στα κοιμητήρια Δράμας λησμονημένος. Το μνήμα του ανθρώπου που έσωσε, μόνο σε μια συγκυρία, τουλάχιστον 6.000 ψυχές από τα ξίφη και τα όπλα του Κεμάλ.

Ο Ιορδάνης Χασαρής. Γεννήθηκε στη Σαμψούντα του Πόντου στη δεκαετία του 1890 και εγκαταστάθηκε στην Καλλίφυτο Δράμας.


Ο Παύλος Καριπίδης από τη Νέα Αμισό, σε συνέντευξή στο Χρήστο Σαμουηλίδη στις 18.5.1963 δήλωσε μεταξύ άλλων ότι η τρίτη αποστολή των εξόριστων από το Γαμάν (12 χιλιόμετρα νότια της Σαμψούντας), ματαιώθηκε από τον Ιορδάνη Χασαρή. Η πρώτη, τον Ιούνιο 1921, εξοντώθηκε στο Καβάκ, η δεύτερη έφυγε για τον προορισμό της.

Την Τρίτη αποστολή την πρόλαβε ο Χασαρής στο Τσιμπούς Χαν, πολέμησε με τον Λιβά πασά και έσωσε τους μισούς από τους 3.000-4.000 Έλληνες που δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η τύχη τους. Αυτοί που σώθηκαν μετά από τη μάχη των 7-8 ωρών, τραγούδησαν ένα τραγούδι για το Χασαρή που έλεγε:

«Ουτσουντζή ταπουρτάν Από το τρίτο Τάγμα εξορίας

γατσάν φιραρί Οι εξόριστοι (σκαστοί) λιποτάκτες

κετζέ κουντούζλέρ νύχτα και μέρα

γιασά Χασαρή μπράβο Χασαρή!»

Έλαβε μέρος στο κίνημα της Δράμας στις 28.9.1941 και καταδικάστηκε σε θάνατο από το καθεστώς του Βόρι. Διέφυγε όμως πέρα από το Στρυμόνα και εντάχθηκε στην ΠΑΟ. Έλαβε μέρος στην αιματηρή μάχη του Κιλκίς το Νοέμβριο 1944, όπου αναμετρήθηκαν ΕΛΑΣ-ΠΑΟ και διαλύθηκε η δεύτερη. Ο Χασαρής αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και εκτελέστηκε.
(Σε αυτην την μαχη εδολοφονηθηκε απο τους κομμουνιστοσυμμοριτες ο θειος μου Γεωργιος Παρασκευας οντας τραυματιας  νοσηλευομενος  στο Νοσοκομειο του Κιλκις).