23 Μαρτίου, 2025
Πότε και που Εορτάστηκε για Πρώτη Φορά η 25η Μαρτίου
02 Νοεμβρίου, 2024
Ο ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΤΟΥ 1850
Καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα αυτά έπαιξε ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, που βοήθησε τον αντιβασιλέα Μάουερ στη διαμόρφωση και παγίωση του νέου καθεστώτος της Εκκλησίας στην Ελλάδα. Μετά από μία σειρά έντονων διεργασιών στο παρασκήνιο συγκλήθηκε στο Ναύπλιο σύνοδος αρχιερέων προκειμένου να επικυρώσουν τις αποφάσεις επταμελούς επιτροπής με πρόεδρο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Όπως αναφέρει ο Ι. Κονιδάρης: «Η “Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος”, κατά την περίεργη ονομασία της διακηρύξεως, είναι αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη, διατηρεί μόνο τη δογματική ενότητα με τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες και έχει “κατά το διοικητικόν μέρος” αρχηγό το Βασιλέα, ο οποίος, ας μη λησμονείται, ήταν ρωμαιοκαθολικός! “Η υπέρτατη Εκκλησιαστική εξουσία εναπόκειται, υπό την του Βασιλέως κυριαρχίαν, εις χείρας Συνόδου διαρκούς”, η οποία αποτελείται από πέντε μέλη που διορίζονται από τη βασιλική κυβέρνηση, τρία από τα οποία είναι Αρχιερείς, ενώ τα υπόλοιπα δύο μπορεί να είναι και πρεσβύτεροι»103 . Οι αποφάσεις αυτής της συνόδου λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία. Το σπουδαιότερο όμως ήταν η παρουσία σε όλες υποχρεωτικά τις συνεδριάσεις της Ι. Σ. του βασιλικού επιτρόπου, διοριζόμενος, όπως και ο γραμματέας της Ι.Σ., από τον ίδιο τον βασιλιά. Η απουσία του βασιλικού επιτρόπου από τις συνεδριάσεις καθιστούσε άκυρη κάθε απόφαση. Ήταν ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης και είχε το δικαίωμα να προτείνει να συζητηθούν θέματα στις συνεδριάσεις της Ι.Σ. για να εξεταστούν άμεσα. Χαρακτηριστικό των πολιτειοκρατικών αντιλήψεων που επικρατούσαν εκείνη την εποχή είναι ο όρκος που δινόταν από τους διοριζόμενους σε εκείνη τη θέση: «Ομνύω πίστιν εις τον Βασιλέα, υποταγήν εις τους νόμους του βασιλείου, ευσυνείδητον εκπλήρωσιν των διαπιστευθέντων μοι χρεών, πιστήν διατήρησιν των δικαιωμάτων και προνομίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδος, διατήρησιν της ανεξαρτησίας της από πάσης ξένης εξουσίας, ένθερμον υπεράσπισιν των συμφερόντων αυτής, αποχήν από παντός πλαγίου σκοπού και ακριβή εκτέλεσιν των όλων εν γένει και εν μέρει ενός εκάστου των καθηκόντων της υπηρεσίας μου»104 . Η έντονη παρουσία του αρχιμ. Θ. Φαρμακίδη, οπαδού του ελληνικού Διαφωτισμού στα εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής εκείνης υπήρξε καθοριστική για την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα μια που ήταν, όπως τονίζει ο Γ. Κονιδάρης: «Ο μοναδικός θεολόγος ο δυνάμενος να δώση εις τας ιδέας ταύτας σάρκα και οστά»105 . Δεν είναι καθόλου παράξενο που στην πρώτη σύνοδο της «Εκκλησίας του Βασιλείου» το 1833 που αποτελούσαν ο Κορίνθου Κύριλλος Πρόεδρος, ο Θηβών Παΐσιος, ο Σαντορίνης Ζαχαρίας, ο πρώην Λαρίσης και τοποτηρητής Ήλιδος Κύριλλος και ο Ανδρούσης Ιωσήφ, στη θέση του βασιλικού επιτρόπου που διορίστηκε ο Κ. Σχινάς, ενώ του γραμματέως της Ι.Σ. ο αρχιμ. Θ. Φαρμακίδης.
Η διακήρυξη «Περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» το 1833, αποτελεί τον πρώτο καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και όπως ο Ι. Κονιδάρης γράφει: «Το διάταγμα αυτό υπήρξε και θα παραμείνει ανεπανάληπτο μνημείο επεμβάσεως του πολιτειακού νομοθέτη στα εσωτερικά της Εκκλησίας. Κατέστησε την Εκκλησία κυριολεκτικώς υποτελή και δηλητηρίασε τις σχέσεις της με το κράτος· τα ίχνη του δηλητηρίου αυτού δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να αποβληθούν πλήρως, ούτε από τον οργανισμό της πολιτείας ούτε από εκείνον της Εκκλησίας»106.
Μια πρώτη ουσιαστική προσπάθεια αντίδρασης της Εκκλησίας δόθηκε όταν στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 έγινε η στάση της Φρουράς των Αθηνών, υπήρξε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αποκατάσταση της κανονικής τάξεως. Η Ιερα Συνοδος στις 12 Νοεμβρίου 1843 έστειλε ένα υπόμνημα προς συνέλευση και ζητούσε η διοίκηση να ασκείται σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, ενώ κατέκρινε την απόφαση που την ανάγκασε να αποκοπεί από το Οικουμεν.Πατριαχ.Κων/πολεως. Έτσι με το Σύνταγμα του 1844, η Εκκλησία αποκτούσε ως κεφαλή τον Ιησού Χριστό αντί τον βασιλιά της Ελλάδος. Ήδη από το έτος 1834 αρχίζουν οι προσπάθειες με τη βοήθεια από το παρασκήνιο του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, για να δοθεί η αρμόζουσα λύση στο πολύπλοκο θέμα που είχε δημιουργηθεί από κύκλους που ήθελαν την Εκκλησία να υπηρετεί άλλους σκοπούς, και όχι να επιτελεί το δικό της έργο.
Με πρόφαση τις δραστηριότητες του κληρικού Θεόφιλου Καΐρη και τη διδασκαλία της «Θεοσέβειας», η Ι.Σ. έστειλε για το θέμα αυτό ενημερωτική επιστολή ελπίζοντας πως με τον τρόπο αυτό θα πετύχαινε εμμέσως την αναγνώρισή της αλλά μάταιος ο κόπος, αφού το Ο.Π.Κ. δεν παρέλαβε την επιστολή, τονίζοντας, ότι αγνοεί την ύπαρξη εκείνης της Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η έλλειψη επισκόπων γινόταν με το πέρασμα του χρόνου πιο έντονη, ενώ ανάγκασαν το νεοσύστατο κράτος να πάρει μερικές πρωτοβουλίες για τη λύση του προβλήματος που διαιωνιζόταν. Την αφορμή αυτή τη φορά την έδωσε η παρουσία του Πατρ. Κωνσταντινουπόλεως Ανθίμου του Δ´ και της Ι.Σ. στην κηδεία του πρεσβευτή της Ελλάδος στην Πόλη, Ιακωβάκη Ρίζου-Νερουλού. Η κυβέρνηση της Αθήνας αποφάσισε να του απονείμει το παράσημο του Σωτήρος. Το παράσημο παρέδωσε ο αρχιμ. Μισαήλ Αποστολίδης, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Το νέο βελτιωμένο τέχνασμα της Ι.Σ. (όπως και στην υπόθεση Θ. Καΐρη) να στείλει μαζί με το παράσημο της κυβέρνησης συνοδευτική επιστολή, ώστε να αναγκαστεί ο Πατρ. Άνθιμος μαζί με το παράσημο να δεχθεί την επιστολή, δεν έφερε δυστυχώς κανένα αποτέλεσμα. Ο Πατρ. έστειλε ξανά πίσω την επιστολή επισημαίνοντας ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος είναι ο πρόεδρος ούτε ποια η Ι.Σ., της οποίας προεδρεύει. Μετά από την άσχημη αυτή εξέλιξη, η ελληνική κυβέρνηση πήρε την απόφαση να ζητήσει επίσημα πλέον την αναγνώριση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το γράμμα αυτό της κυβερνήσεως συνοδευόταν από την πράξη της 30ής Μαΐου 1850 της Ι.Σ. του Βασιλείου της Ελλάδος. Η κίνηση αυτή έμεινε κρυφή από τον γραμματέα της Ι.Σ. αρχιμ. Θ. Φαρμακίδη, που ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο. Την επιστολή αυτή την έδωσε στον Πατρ. ο αρχιμ. Μισαήλ Αποστολίδης107 .
Τον Ιούνιο του 1850 ο Πατρ. Άνθιμος ο Δ´ συνεκάλεσε Σύνοδο με τη συμμετοχή της Ι.Σ. του Ο.Π.Κ. πέντε πρώην Πατρ. Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και του Ιεροσολύμων Κυρίλλου. Οι εργασίες άρχισαν την 16η Ιουνίου και τελείωσαν στις 29 Ιουνίου 1850, οπότε εξεδόθη ο Τόμος δια του οποίου ανακηρυσσόταν κανονικώς αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Ελλάδος υπό όρους, με σημαντικότερο όλων να διοικείται «κατά τους θείους και ιερούς κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως» από σύνοδο αρχιερέων «προσκαλουμένων αλληλοδιαδόχως κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας» υπό την προεδρία του μητροπ. Αθηνών108
Ο Τόμος του 1850 στην αρχή έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από την ελληνική κυβέρνηση, τη διοικούσα Εκκλησία αλλά και από το λαό. Ο Αττικής Νεόφυτος με την Ι.Σ. παρουσιάσθηκαν στον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος δήλωνε ενθουσιασμένος και πως θεωρούσε αυτή την επιτυχία της εκδόσεως του Συνοδικού Τόμου «ως εν των επί της βασιλείας μου λαμπροτέρων συμβεβηκότων».
Ο αρχιμ. Θ. Φαρμακίδης έπαψε να είναι ο γραμματέας της Ι.Σ., αλλά δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πολεμάει την έκδοση του Τόμου. Όπως ο αρχιεπ. Χ. Παπαδόπουλος γράφει: «Ο Φαρμακίδης έσπευσε να δημοσιεύσει επίκρισιν του Συνοδικού Τόμου, επαναλαβών τας γνωστάς θεωρίας του και συστήσας την απόρριψιν αυτού. Ο “Αντίτομος” του Φαρμακίδου, ως ωνομάσθη η επίκρισις εκείνη, ήσκησεν επίδρασιν επί της αναδιοργανώσεως της εσωτερικής διοικήσεως της Εκκλησίας, διότι η πολιτεία δεν εστηρίχθη επί των υπό του Συνοδικού Τόμου καθορισθεισών κανονικών βάσεων διοικήσεως της Εκκλησίας»109 .
Η Ι.Σ. το Μάιο του 1852 αποκάλεσε το βιβλίο του Θ. Φαρμακίδη, που είχε έκταση 605 σελ., «ένα σκανδαλώδες και βλάσφημο βιβλίο εναντίον της Εκκλησίας». Σε αυτό ανέφερε πως η αποκατάσταση των σχέσεων με το Ο.Π.Κ. σήμαινε ουσιαστικά την υποδούλωση, ενώ τόνιζε μεταξύ άλλων πως η Εκκλησία κέρδισε την ανεξαρτησία της, χάρη στις θυσίες του λαού και τους αγώνες του με την Επανάσταση του 1821. Ο αρχιμ. Θ. Φαρμακίδης ήταν ο κύριος εκφραστής των ακραίων πολιτειοκρατικών αντιλήψεων και ασκούσε τεράστια επιρροή τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο. Όπως πολύ εύστοχα γράφει για αυτόν ο Ν. Μπούσουλας: «Η εφαρμογή όμως των ακραίων πολιτειοκρατικών αντιλήψεων δεν προήλθεν εκ μόνης της αιτίας ταύτης, αλλά και εκ της αθλίας καταστάσεως της Εκκλησίας κατά τους τότε χρόνους και εκ του σοβαρού γεγονότος, ότι ουδείς εκ των Ιεραρχών ήτο εις θέσιν να αντικρύση την κατάστασιν και να αντιταχθή θαρραλέως εναντίον του οξυνουστάτου Φαρμακίδου»110
-58-
31 Οκτωβρίου, 2024
Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ ΚΥΡΗΣΣΕΙ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟ 1833
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΤΟΜΟ ΤΟΥ 1850.
Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα όλες οι περιοχές που επαναστάτησαν αναγκαστικά αποκόπηκαν από την πνευματική κηδεμονία του Οικουμενικου Πατριαρχειου Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανακύψουν σημαντικά ζητήματα, διοικητικά και πνευματικά, με κυριώτερο από αυτά το ζήτημα των χειροτονιών σε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης. Η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος τοποθέτησε επιτρόπους σε επισκοπές που βρίσκονταν «εν χηρεία» τους σχολάζοντας αρχιερείς ή τους πρωτοσυγκέλλους των επισκοπών αυτών. Το δικαίωμα των χειροτονιών αρχιερέων από τον Η´ αιώνα είχε το Οικουμενικο Πατριαρχειο. Μετά την έκρηξη, όμως, της επανάστασης του 1821 η ρύθμιση των εκκλησιαστικών θεμάτων πέρασε από τις τρεις πολιτικές διοικήσεις ή γερουσίες, στο μινιστέριον (υπουργείο) της Θρησκείας, με πρώτο μινίστρον της Θρησκείας τον επίσκ. Ανδρούσης Ιωσήφ στις 15 Ιανουαρίου 1822. Η ανώμαλη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν το αποτέλεσμα της αυθαιρεσίας που κυριαρχούσε εκείνη τη χρονική περίοδο. Ισχυροί τοπικοί παράγοντες έφθαναν στο σημείο να επιβάλλουν ακόμη και αντικανονικές χειροτονίες και στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης96 Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αντικανονική χειροτονία επισκόπου από τον μητροπ. Λακεδαιμονίας Χρύσανθο, ή τις παρ᾽ ενορίαν χειροτονίες στην περιοχή του Ναυπλίου το 1825 από τον Πατρ. Αλεξανδρείας Θεόφιλο πρεσβυτέρων και διακόνων. Το ίδιο έπραξε και ο επίσκ. Κυρήνης Παρθένιος στη νότια Ελλάδα, που είχε χειροτονηθεί στην Πάτμο από τον Πατρ. Αλεξανδρείας Θεόφιλο.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί η αντίδραση των ιεραρχών Ρέοντος και Πραστού Διονυσίου, Τριπόλεως Δανιήλ και Άρτης Πορφυρίου, που με έγγραφό τους τόνιζαν προς την Προσωρινή Διοίκηση την αντικανονική κατάσταση που επικρατούσε σε όλες αυτές τις περιοχές που επαναστάτησαν και όπως σημειώνει ο Ε. Κωνσταντινίδης: «[…] διότι τονίζει την πίστιν αυτών εις την υφισταμένην Κανονικήν εξάρτησιν των εν Ελλάδι εκκλησιαστικών επαρχιών εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπερ και μόνον ως αρχή κανονική είχε το δικαίωμα της χειροτονίας νέων αρχιερέων»97 . Όλη αυτή η δύσκολη κατάσταση προέκυψε μέσα από τον πολυετή αγώνα της Επανάστασης για την απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία και την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους. Μέσα στο γενικό αυτό πλαίσιο διάφορες δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία για την ανάπτυξη θέσεων που θα οδηγούσαν στο μέλλον στις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες που θα αξιοποιούσαν οι οπαδοί της πολιτειοκρατίας στην Ελλάδα. Αυτό διαφαίνεται από τον πρώτο κιόλας χρόνο της Επανάστασης και την αποτυχία των ιεραρχών για την ομαλή νομοθετική ρύθμιση των εκκλησιαστικών ζητημάτων με άξονα τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όπως ο Κ. Μανίκας σημειώνει: «[…] στην πράξη επικράτησε η πολιτική του υπό τους Νέγρη και Μαυροκορδάτο τελούντος Εκτελεστικού. Έτσι η εκτελεστική εξουσία πέτυχε στη συνέχεια με σειρά διοικητικών αποφάσεων να αποκτήσει σταδιακά τον πλήρη σχεδόν έλεγχο στον εκκλησιαστικό χώρο, διαχειριζομένη κατά το δοκούν τα αναφυόμενα εκάστοτε προβλήματα, άλλοτε δια του Μινιστερίου της Θρησκείας και άλλοτε χωρίς αυτό»98 . Όλοι αυτοί οι κύκλοι ασκούσαν αρκετές πιέσεις στον μινίστρο της Θρησκείας επίσκ. Ιωσήφ, να επισπεύσει τη σύνταξη και υποβολή ενός νομοσχεδίου που του είχαν αναθέσει κατά την ανάληψη των καθηκόντων. Παρά τις πιέσεις που δεχόταν σε ολόκληρη τη διάρκεια των τριάντα μηνών που βρισκόταν σε αυτόν το θώκο, δεν «κατάφερε» να το τελειώσει. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του σε εσωτερικούς εχθρούς της Εκκλησίας, στο κείμενο της παραίτησής του στις 6 Οκτωβρίου 1824, ενώ αφήνει διάφορα υπονοούμενα για τα πολλά προβλήματα που καθημερινά έπρεπε να αντιμετωπίσει ως μινίστρος της Θρησκείας.
Με την άφιξή του στην Ελλάδα ο πρώτος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, προσπάθησε να δώσει λύση στα τόσα αδιέξοδα που συσσωρεύθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα. Για τη ρύθμιση των εκκλησιαστικών ζητημάτων έπρεπε πρώτα να ενημερωθεί επίσημα για την κατάσταση που επικρατούσε στο νεοσύστατο κρατίδιο. Δια του Δ´ Ψηφίσματος της 23ης Ιανουαρίου 1828 συστάθηκε εκκλησιαστική επιτροπή για το έργο αυτό, αποτελουμένη από πέντε αρχιερείς που περιόδευσαν παντού για να συγκεντρώσουν αξιόπιστα στοιχεία ώστε να υποβάλουν έκθεση στον κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια το έτος 1829.
Η «Δ´ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» στις 11 Ιουλίου 1829 στο Άργος ασχολήθηκε με την κατάσταση που επικρατούσε στο νεοσύστατο κράτος. Κατά της διάρκεια της Εθνοσυνελεύσεως ο Ι. Καποδίστριας ίδρυσε την «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδεύσεως» δια του ΛΔ´ Ψηφίσματος με πρώτο μινίστρο τον Ν. Χρυσόγελο. Η κυβέρνηση με αυτό τον τρόπο άρχισε να αποκτά λόγο σε κάθε εκκλησιαστικό ζήτημα, ενώ ο Χρυσόγελος έστελνε εγκυκλίους στους αρχιερείς, χωρίς αυτοί να μπορούν να συγκαλέσουν Ιερα Συνοδο για να πάρουν αποφάσεις99 . Όπως σημειώνει η Α. Τσαγκάρη: «[…] η σύσταση του Υπουργείου αυτού αποτέλεσε τελικά ένα αποφασιστικό βήμα προς την καταστατική επιβολή ενός νέους συστήματος σχέσεως Κράτους- Εκκλησίας, σταθερά προσανατολισμένου προς τα δυτικοευρωπαϊκά πολιτειακά πρότυπα, το οποίο απαιτούσε την ολοσχερή υποταγή της Εκκλησίας στο κράτος»100 .
Στο Άργος επιχειρήθηκε από την Ε´ Εθνοσυνέλευση (5 Δεκεμβρίου 1831 - 15 Μαρτίου 1832) η λύση των εκκλησιαστικών προβλημάτων που είχαν ανακύψει όλα αυτά τα χρόνια. Στο «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος», που το ψήφισαν αλλά ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη, υπήρχαν διατάξεις όπως π.χ. 760, 861 και 1062, που δείχνουν καθαρά τον πολιτειακό προσανατολισμό του νομοθέτη. Το Σύνταγμα αυτό της Ε´ Εθνοσυνέλευσης δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αλλά οι σκέψεις όλων αυτών των κύκλων για την εποπτεία της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα που κυριαρχούσε απροκάλυπτα σε όλη την περίοδο της Επανάστασης του 1821, αλλά και στα πρώτα βήματα του νεοσύστατου κρατιδίου, αφού δεν υπήρχε υπεύθυνος αλλά και αναγνωρισμένος θεσμός συνοδικός, ήταν εν μέρει δικαιολογημένη. Η διάθεση για ανεξαρτοποίηση των τοπικών Εκκλησιών ιδιαίτερα στο βαλκανικό χώρο τον 19ο αιώνα, συνδέθηκε αναπόσπαστα με το σχηματισμό εθνικών κρατών στο πλαίσιο των αντιλήψεων που είχαν τις ρίζες τους στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Ήταν μια περίοδος που ο πολιτικός άνθρωπος διαδέχθηκε τον θρησκευτικό άνθρωπο, ενώ με το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης το 1789 η διάθεση για διάλυση των αυτοκρατοριών και τη δημιουργία εθνικών κρατών άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Έτσι οι σκέψεις των Ελλήνων διαφωτιστών για να αποσπασθεί η Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικ. Πατριαρχειο, ήταν πάντα στο προσκήνιο από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 έως το 1832 με τη δολοφονία του κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, που είχε σαν αποτέλεσμα την άμεση διακοπή των επαφών μεταξύ του νέου κράτους και του Ο.Π.Κ. για την τακτοποίηση των εκκλησιαστικών ζητημάτων.
Η βάση, πάνω στην οποία θα στηριζόταν η νέα εκκλησιαστική διοίκηση, ήταν η παραχώρηση του αυτοδιοίκητου στις μητροπόλεις της Ελληνικής Πολιτείας, υπό την εποπτεία του Οικ.Πατριαρχειου, από το οποίο θα έπρεπε να εξαρτώνται εκκλησιαστικώς με την πλήρη εφαρμογή των ιερών κανόνων.
Με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1832 οι Μεγάλες Δυνάμεις επέλεξαν για βασιλιά της Ελλάδος τον ανήλικο δευτερότοκο γιο του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α´. Ο ανήλικος και ετερόδοξος Όθωνας ανέλαβε τα καθήκοντά του (25 Ιανουαρίου 1833) βοηθούμενος από αντιβασιλεία. Υπεύθυνος για τα εκκλησιαστικά ζητήματα ήταν ο προτεστάντης αντιβασιλέας Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουερ, γνωστός για τις πολιτειοκρατικές του αντιλήψεις. Η ανάληψη των καθηκόντων του σηματοδοτούσε μια καινούρια αντίληψη για τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας.
Στις 4 Αυγούστου 1833 εκδίδεται διάταγμα της αντιβασιλείας «Περί ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας», με το οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται ανεξάρτητη101 . Όπως ο πρωτ. Δ. Νιάρης γράφει: «Το βασικό επιχείρημα της ανακήρυξης εδραζόταν στα νέα ήθη που είχαν οι φιλοευρωπαϊκές και (μετέπειτα) μεγαλοϊδεατικές δυνάμεις στην Ελλάδα (που έβλεπαν την υπάρχουσα κατάσταση με αποτροπιασμό) και αφορούσε το αυτοκέφαλο ως αναγκαιότητα για την ανεξαρτησία του Έθνους, καθώς θεωρείτο πρόβλημα ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν υπό το καθεστώς “ομηρίας” στην Κωνσταντινούπολη και δεν μπορούσε να συνεισφέρει στα εν Ελλάδι εκκλησιαστικά πράγματα»102 .
-55-
15 Οκτωβρίου, 2024
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΑΚΡΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
11 Οκτωβρίου, 2024
«Η διαπλοκή της Πολιτικής με τη Θρησκευτική Εξουσία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η περίπτωση των Σιμωνιακών».
πρωτ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΩΤ. ΚΑΡΥΑΜΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η πορεία της ελλαδικής Εκκλησίας από το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 είναι γεμάτη από περιπέτειες. Η ιστορική και πολιτική πραγματικότητα την προσλαμβάνει και προσπαθεί διαρκώς, στο προσκήνιο αλλά πολύ περισσότερο στο παρασκήνιο, να οδηγήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία, σε ένα από τα κομμάτια του κρατικού μηχανισμού απόλυτα ελεγχόμενο από την Πολιτεία. Το χάος που επικράτησε στα εκκλησιαστικά ζητήματα στις επαναστατημένες περιοχές που αποκόπηκαν από την πνευματική εποπτεία του Ο.Π.Κ.(Οικουμενικο Πατριαρχειο) είχε ως αποτέλεσμα να ανακύψουν πολλά προβλήματα εκκλησιαστικής φύσεως. Οι πολιτικοί παράγοντες των επαναστατημένων Ελλήνων, βοηθούμενοι από διάφορους κύκλους όπως των Ελλήνων διαφωτιστών, αντιλαμβανόμενοι την επιρροή που ασκεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στις συνειδήσεις των πιστών, προσπαθούν να περιχαρακώσουν την Εκκλησία από τους πρώτους κιόλας μήνες της Επανάστασης. Η ρύθμιση όλων των εκκλησιαστικών ζητημάτων πηγαίνει στο μινιστέριον (υπουργείο) της θρησκείας. Αυτή η διάθεση για απόλυτο έλεγχο δεν θα σταματήσει ούτε τις πρώτες δεκαετίες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Οι συντονισμένες ενέργειες του αντιβασιλέα Μάουερ και των οπαδών της πολιτειοκρατίας έφεραν τελικά το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το έτος 1833 ανακηρύχθηκε το αυτοκέφαλο, ιδρύθηκε η «Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδας» με αρχηγό το ρωμαιοκαθολικό βασιλιά Όθωνα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν η παρουσία του βασιλικού επιτρόπου στην ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ διοριζόμενου μαζί με τον γραμματέα από τον ίδιο τον βασιλιά. Η απουσία του βασιλικού επιτρόπου, αλλά και η άρνησή του να υπογράψει τα πρακτικά, καθυστούσε άκυρη κάθε απόφαση της Ι.Σ. για οποιοδήποτε θέμα αφορούσε την Εκκλησία της Ελλάδος1 . Όπως ο πρωτ. Γ. Μεταλληνός σημειώνει: «Το ελλαδικό αυτοκέφαλο είναι το κλειδί κατανοήσεως όλης της στρεβλής οργανώσεως και εξελίξεως του ελληνικού κράτους»2 .
Οι βαυαροί γνώριζαν το μεγάλο σύνδεσμο που είχε ο λαός με την Εκκλησία και αποφάσισαν να αποδεσμεύσουν την Εκκλησία της Ελλάδος από το Ο.Π.Κ. (ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΝΑ ΕΧΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΟ Α.Π.)Οι έντονες διεργασίες τόσο στα εκκλησιαστικά πράγματα όσο και στα πολιτικά στο νεοσύστατο κράτος τα πρώτα 50 χρόνια του ελεύθερου βίου του, δείχνει μία ατελείωτη διάθεση αντιγραφής πρακτικών πρωτόγνωρων για το σύνολο του λαού. Ας μην ξεχνάμε αρχικά, την ύπαρξη κομμάτων που φέρουν αντίστοιχα την ονομασία ρωσικό, αγγλικό και γαλλικό κόμμα, και τη δημιουργία δυστυχώς πελατειακών σχέσεων με αυτά. Πολιτειακά η περίοδος αυτή χωρίζεται σε δύο περιόδους: Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας και την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας (1843-1862). Το φαινόμενο αυτό είχε ξανασυμβεί στον Ορθόδοξο κόσμο. Η Εκκλησία της Ρωσίας τον 16ο αιώνα επί Πατρ. Ιερεμίου Β΄ έπαψε να είναι κάτω από την πνευματική κηδεμονία του Οικουμενικού θρόνου. Η ίδρυση του νέου Πατριαρχείου Μόσχας είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κύρους του προκαθημένου. Ο τσάρος Μ. Πέτρος της Ρωσίας έψαχνε αφορμή για να αλλάξει το συγκεκριμένο καθεστώς. Ο θάνατος του Πατρ. Μόσχας έδωσε στον Μ. Πέτρο την ευκαιρία που έψαχνε. Ο ίδιος είχε βρει ως κατάλληλο για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια το διοικητικό σύστημα κάποιων προτεσταντικών ομάδων. Το Πατριαρχείο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από πενταμελή σύνοδο που βρέθηκε κάτω από τον έλεγχο του τσάρου, η οποία ήταν επικεφαλής της Εκκλησίας της Ρωσίας. Έτσι, οι αποφάσεις της όταν εγκρίνονταν από τον τσάρο, αποκτούσαν αμέσως το κύρος ενός αυτοκρατορικού διατάγματος. Σε αυτή ακριβώς τη γραμμή επάνω, κινήθηκε τον 19ο αιώνα η από πλευράς του κράτους αυτοκέφαλη εκκλησία στην Ελλάδα3(Ο ΜΕΓΑΣ ΠΕΤΡΟΣ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ .Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΗΘΕΛΕ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ ΣΟΥΛΤΑΝΟ.ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ Α.Π.) .
-6-
23 Ιουνίου, 2022
Σχέδια διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από Ευρωπαϊκά Κράτη, σε Διάφορες Εξάρσεις του Ανατολικού Ζητήματος.
ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΟΤΙ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ.
«Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1877-1878. Ο Οθωμανός Στρατηγός Οσμάν Πασάς, αιχμάλωτος στη μάχη της Πλέβνας, παρουσιάζεται τραυματισμένος στο Ρώσο Αυτοκράτορα Αλέξανδρο Β΄». Ελαιογραφία του Nikolai Dmitriev-Orenburgsky (1898).
Γράφει ο κ. Σάββας Γκαλιμαρίδης
Η ιδέα του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν ήταν κάτι που απασχολούσε μόνο τους επαναστατημένους Έλληνες ή κάτι που εμφανίστηκε ξαφνικά τον 18ο και 19ο αιώνα. Ήδη, από τα πρώτα χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, πέρασαν μέσω της δημοτικής παράδοσης τα μηνύματα της αποτίναξης του ισλαμικού ζυγού που ταπείνωσαν τη χριστιανική Ανατολή. Οι θρύλοι του μαρμαρωμένου βασιλιά, του Διγενή Ακρίτα και οι παραλλαγές τους σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές της Βαλκανικής και της Ανατολίας, εκφράζουν τον πόθο των υπόδουλων χριστιανών για την ανατροπή του οθωμανικού κράτους. Φαίνεται όμως ότι πέραν των θρύλων, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου στην Ισπανία, ένας δραστήριος ιερωμένος και πρώην σύμβουλος του Βασιλιά Φιλίππου Ε΄, ο Ιούλιος Αλβερόν, συντάσσει το 1730, ένα λεπτομερές σχέδιο διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονός που φανερώνει ότι το θέμα αυτό απασχολούσε και άλλα ισχυρά κράτη στην Ευρώπη.
Το σχέδιο
που συνέταξε ο Καρδινάλιος Αλβερόν, είναι ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα
που σώζονται μεταφρασμένα στην ελληνική ιστοριογραφία και αφορούν τη διάλυση
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η διάσωση του σχεδίου στην ελληνική γλώσσα,
οφείλεται στο διαπρεπή ιστορικό του 19ου αιώνα, Κωνσταντίνο Σάθα
(1842-1914). Το πόνημα κατανέμεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος ο Αλβερόν,
επιχειρεί να κάνει μία ανασκόπηση ιστορικών γεγονότων και των αποτελεσμάτων που
είχε η διχόνοια των χριστιανικών κρατών της Δύσης, στην επέκταση των μουσουλμάνων
στην ανατολή. Εκφράζει τις θρησκευτικές αρχές του και δηλώνει απερίφραστα πως
αντικείμενο του σχεδίου του είναι η επέκταση του χριστιανισμού και η εξάλειψη
του ισλάμ. Ασκεί έντονη κριτική στις προσωπικές φιλοδοξίες των ηγεμόνων της
Δύσης που αιματοκύλησαν την Ευρώπη και στάθηκαν εμπόδιο στην διάδοση του
χριστιανισμού.
Στο δεύτερο
μέρος, προβαίνει σε μία εκτίμηση για την αναλογία των δυνάμεων που έπρεπε να
συνεισφέρουν τα ευρωπαϊκά κράτη, σε στρατό ξηράς και σε πλοία για να συσταθεί
το κοινό εκστρατευτικό σώμα. Οι υπολογισμοί του λαμβάνουν υπόψη την ισχύ των
κρατών, το μέγεθός τους και αντίστοιχα λαμβάνει υπόψη το μέγεθος του αντιπάλου
που δυνητικά θα αντιμετωπίσουν δηλαδή τις δυνάμεις που μπορούσε να αντιτάξει η
Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο τρίτο μέρος ο Καρδινάλιος, περιγράφει την αναλογική
διανομή των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περίπτωση νίκης του
ευρωπαϊκού συνασπισμού, ώστε να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Στο τέταρτο και
τελευταίο μέρος, περιγράφει το πλαίσιο των στρατιωτικών ενεργειών που θα πρέπει
να αναληφθούν σε ξηρά και θάλασσα, για την κατάλυση του κράτους των Οθωμανών.
Το έργο του Καρδινάλιου Αλβερόν, ουσιαστικά αφορά μία χριστιανική σταυροφορία
με τη συμμετοχή όλων των χριστιανικών δογμάτων της Ευρώπης, προκειμένου να
εξαλείψουν την οθωμανική απειλή. Το έργο του Αλβερόν μεταφράστηκε στα Ιταλικά,
Γαλλικά, Ελληνικά και Γερμανικά και δημοσιεύθηκε στον Τύπο της εποχής.
Μερικές
δεκαετίες αργότερα στη Ρωσία, οι συνεχόμενες κατακτήσεις του Μέγα Πέτρου στην
Αζοφική θάλασσα, έδωσαν αυτοπεποίθηση στο φιλόδοξο Τσάρο και τον ώθησαν να
εξετάσει σοβαρά τη διάλυση του προαιώνιου εχθρού, δηλαδή το οθωμανικό
σουλτανάτο. Η αντίληψη αυτή, άρχισε να διαδίδεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις
στην Ρωσία και από εκεί με το πέρασμα του χρόνου, ενσωματώνεται σε βασικό
πυλώνα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής για πάνω από δύο αιώνες. Σημαντικό ρόλο
στη διάδοση και επεξεργασία ενός σχεδίου για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
είχε ο Κόμης Όστερμαν[1],
στενός συνεργάτης του Μεγάλου Πέτρου που εργάστηκε συστηματικά για την εδραίωση
της Ρωσίας στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκακιέρα. Ο Όστερμαν, υπήρξε επικεφαλής της
ρωσικής διπλωματίας για αρκετά χρόνια στις αρχές του 18ου αιώνα και
μαζί με τον συνεργάτη του, Στρατάρχη Μπέρχαρντ Μίννιχ[2]
(Munnich) (μετέπειτα σύμβουλο της Αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης),
επεξεργάστηκαν ένα σχέδιο διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αρκετές
λεπτομέρειες, διαδίδοντας πως ο ίδιος ο Μέγας Πέτρος ήταν γνώστης του
περιεχομένου του, χωρίς όμως αυτό να έχει αποδειχθεί από ιστορικές πηγές, πέραν
βεβαίως των δικών τους μαρτυριών.
Η Μεγάλη
Αικατερίνη υιοθέτησε από την πρώτη στιγμή τις αρχές του σχεδίου που της
παρουσίασε ο Μίννιχ. Σε γενικές γραμμές, προέβλεπε την εγκατάσταση στον θρόνο
της Κωνσταντινούπολης ενός Ρώσου πρίγκιπα, τη διανομή των εδαφών των Οθωμανών
μεταξύ Ρωσίας και Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Αυστριακών), ωστόσο υπήρχαν και
πολλά ανοιχτά ζητήματα, όπως για παράδειγμα, η στάση που θα κρατούσαν απέναντι
στο σχέδιο, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, καθώς και οι δύο αυτές υπερδυνάμεις
της εποχής είχαν ζωτικά συμφέροντα στην ανατολική μεσόγειο. Το 1767 ο Ρώσος Στρατάρχης
Μίννιχ πεθαίνει, αφήνοντας όμως το σχέδιο του, ως παρακαταθήκη για τη
μελλοντική εξέλιξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Λίγα χρόνια μετά την μεγάλη
επιτυχία των Ρώσων στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774, το επιτελείο της Μεγάλης
Αικατερίνης συντάσσει περί το 1780, το «Ελληνικό Σχέδιο», που στηρίχθηκε στις
θεμελιώδεις προσεγγίσεις του σχεδίου Μίννιχ.
Ο Ρώσος Στρατάρχης Μπέρχαρντ Μίννιχ
(1683-1767), ένας από τους κυριότερους υποστηρικτές της ιδέας διάλυσης της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη ρωσική αυλή. Ελαιογραφία εποχής.
Το
«Ελληνικό Σχέδιο», προωθήθηκε από τη ρωσική διπλωματία ως μία πιθανή πρόταση
για την διευθέτηση του ανατολικού ζητήματος. Η Αυτοκράτειρα οραματιζόταν πλέον,
τη σύσταση ενός κράτους στη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με Ρώσο
Αυτοκράτορα, θέση για την οποία προόριζε τον δεύτερο εγγονό της, που του έδωσε
το όνομα Κωνσταντίνος. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μέγας Δούκας Κωνσταντίνος
Πάβλοβιτς, έμαθε να μιλά πρώτα τα ελληνικά και κατόπιν τα ρωσικά.
Περιστοιχίστηκε από μικρή ηλικία με ελληνιστές παιδαγωγούς, οι οποίοι του
έμαθαν πολλά στοιχεία για τη βυζαντινή παράδοση, την ιστορία και την κουλτούρα
των ορθόδοξων λαών. Την ίδια περίοδο, παρατηρείται άνοδος της μετανάστευσης των
Ελλήνων των Βαλκανίων προς την Ρωσία, που μετατρεπόταν σε πνευματικό κέντρο του
ελληνισμού της εποχής. Ακαδημίες, ελληνικά σχολεία και εμπορικοί σύλλογοι,
ιδρύονταν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, διευρύνοντας το ρόλο και το
μέγεθος, των ήδη υφιστάμενων ελληνικών παροικιών στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Αντίστοιχα,
παρατηρείται σταδιακή αύξηση της επιρροής των Ελλήνων στην Ρωσική αυλή[3].
Το «ελληνικό Σχέδιο» της Μ. Αικατερίνης είχε μπει σε εφαρμογή.
Η
Αυτοκράτειρα για να επιτύχει τον σκοπό της, ήλθε πρώτα σε συνεννόηση με τον Αυτοκράτορα
Ιωσήφ Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το διάστημα από τον Μάιο του 1780
και μέχρι τα τέλη του 1782, υπήρξε πυκνή αλληλογραφία μεταξύ των δύο ηγεμόνων.
Ο Ιωσήφ, αρχικά προσέγγισε το σχέδιο με θετική διάθεση, καθώς είχε μόνο να
επωφεληθεί από αυτό. Αργότερα όμως, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά
πόσο θα ήταν ανεκτό από τη Γαλλία και την Αγγλία. Οι Ρώσοι εκτός από τον
κεντρικό κορμό του σχεδίου για ίδρυση αυτοκρατορίας με Ρώσο πρίγκιπα, παρουσίασαν
άλλες δύο εκδοχές, στις οποίες όμως δεν αναιρούνταν οι βασικές ιδέες ίδρυσης μιας
Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Στη μία εκδοχή, η Ρωσία θα προσαρτούσε παράκτιες
περιοχές στη Μαύρη θάλασσα και κάποια από τα νησιά του Αιγαίου, ενώ οι
αυστριακοί θα έπαιρναν την επαρχία της Σερβίας και την Βοσνία- Ερζεγοβίνη. Στην
άλλη εκδοχή, θα δημιουργείτο ανεξάρτητο κράτος στη Μολδοβλαχία, με παράλληλη
προσάρτηση εδαφών από την Ρωσία και τους Αυστριακούς αντίστοιχα. Η
διστακτικότητα του Ιωσήφ, δεν ήταν ικανή να τον οδηγήσει σε απόρριψη του
σχεδίου, ούτε όμως και σε επίσημη υιοθέτηση. Παρά ταύτα, αναφορές σε θεσμικά
κείμενα ανάμεσα στα δύο κράτη στο πλαίσιο της συμμαχίας του 1787, φαίνεται να
διευθετούν ανοικτά θέματα στη βάση του ελληνικού σχεδίου. Το ίδιο έτος, Ρώσοι
και Αυστριακοί κηρύττουν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γεγονός που
αποκαλύπτει σε κάθε περίπτωση, την επεκτατική διάθεσή τους απέναντι στους
Τούρκους καθώς και το ευρύ διπλωματικό παρασκήνιο που είχε προηγηθεί μεταξύ των
δύο Αυτοκρατοριών.
Στον
ελλαδικό χώρο, το σχέδιο της δημιουργίας Ελληνικής Αυτοκρατορίας ήλθε δυναμικά στην
επιφάνεια, όταν τέθηκε το μείζον θέμα της διαδοχής του Όθωνα. Το έτος 1851, ο
Όθωνας μετρούσε ήδη 18 χρόνια βασιλείας και παρέμενε άτεκνος. Την χρονιά αυτή,
προσπάθησε να λύσει το θέμα σε συναντήσεις με συγγενείς του στο Μόναχο, χωρίς
όμως να καταλήξει κάπου καθώς, το άρθρο 40 του Συντάγματος που καταρτίστηκε το
1844, προέβλεπε ότι το ελληνικό στέμμα ανήκει στη δυναστεία του Βασιλιά Όθωνα
και ο διάδοχός του θα έπρεπε υποχρεωτικά να είναι χριστιανός ορθόδοξος. Τα
μικρότερα αδέλφια του Όθωνα, αρνήθηκαν να οριστούν διάδοχοί του, καθώς δεν
θέλησαν να αλλάξουν θρήσκευμα και να ασπαστούν την ορθοδοξία. Το θέμα αυτό
έπρεπε να λυθεί, γιατί οι Έλληνες δεν υπήρχε περίπτωση να δέχονταν βασιλιά στην
Ελλάδα που δεν θα ήταν ορθόδοξος. Εξάλλου, το καθολικό θρήσκευμα του Όθωνα
έγινε πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων και κριτικής μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων,
καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του. Σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις,
συνδέθηκε με την προσπάθεια της καθολικής εκκλησίας για έλεγχο και προσηλυτισμό
των Ελλήνων. Οι Μ. Δυνάμεις παρενέβησαν κατευναστικά τον Νοέμβριο του 1852, για
να υπογραφεί τελικά συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Βαυαρίας που επικύρωνε
το άρθρο 40 του ελληνικού Συντάγματος. Κατά συνέπεια, το Βαυαρικό κράτος
δεσμευόταν για την εξεύρεση λύσης στο θέμα της διαδοχής. Πρόσκαιρα το θέμα
έπαψε να απασχολεί την επικαιρότητα, εκτός από τα μέλη του ρωσικού κόμματος που
το αναμόχλευαν, αλλά και τον ίδιο τον Όθωνα που αισθανόταν τη θέση του επισφαλή
χωρίς την οριστική επίλυση του ζητήματος. Με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου
και τον ενθουσιασμό των Ελλήνων για την προσδοκώμενη νίκη των Ρώσων, είδαν το
φως της δημοσιότητας άρθρα για την ίδρυση της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, χωρίς να
την συνδέουν με το θέμα της διαδοχής του βασιλιά. Ένα πολύ χαρακτηριστικό δημοσίευμα
βρίσκουμε στο φύλλο με αριθμό 1420 της ρωσόφιλης εφημερίδας «ΑΙΩΝ» της 23ης
Δεκ 1853, στο οποίο η “επικείμενη” ελληνική αυτοκρατορία, όχι μόνο θα ιδρυθεί αλλά οριοθετούνται με λεπτομέρεια
και τα γεωγραφικά της σύνορα!
Στην Αγία
Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1853, ο Τσάρος Νικόλαος Α΄, σε μια προσπάθεια
συμβιβασμού με τις Μεγάλες Δυνάμεις, παραδίδει στον Βρετανό πρεσβευτή Σέυμουρ
σχέδιο διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περίπτωση που αυτή θα
κατέρρεε, μετά από έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο. Σύμφωνα με αυτό, η ρωσική πλευρά
πρότεινε:
-Οι παραδουνάβιες
ηγεμονίες Μολδαβία και Βλαχία, μαζί με την βόρεια Βουλγαρία να δοθούν στην
Ρωσία
- Η
υπόλοιπη Βουλγαρία να καταστεί ανεξάρτητο κράτος.
- Η Σερβία
να ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος
- Τα
παράλια της Ίστριας στην Αδριατική και του Αρχιπελάγους θα δίνονταν στους
Αυστριακούς.
-Η Αίγυπτος
θα περνούσε στην κατοχή της Αγγλίας.
-Η Κύπρος
και η Ρόδος θα δίνονταν επίσης στην Αγγλία.
-Το νησί
της Κρήτης θα περνούσε σε γαλλική κυριαρχία.
-Όλα τα
νησιά του Αιγαίου πλην των παραπάνω μνημονευόμενων, θα δίνονταν στην Ελλάδα.
-Η
Κωνσταντινούπολη θα αποτελούσε ελεύθερη πόλη με ρωσική φρουρά και τα στενά των
Δαρδανελίων θα ελέγχονταν από τους Αυστριακούς.
- Οι Οθωμανοί
θα περιορίζονταν μόνο σε εδάφη ασιατικά.
Το σχέδιο
επίσης προέβλεπε ότι η Ρωσία θα αναλάμβανε την υποχρέωση να μην επιτρέψει να
περιέλθει η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Μεγάλων Δυνάμεων, να μην επανιδρυθεί
η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά ούτε και να επεκταθεί εδαφικά σε βάρος των Οθωμανών,
το ελληνικό κράτος.
Διαπιστώνουμε
ότι στην πρόταση του Ιανουαρίου 1853, οι Ρώσοι πραγματοποιούν μία μεταστροφή σε
σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό τους. Αντιλαμβανόμενοι ότι το εγχείρημα της
διάλυσης του οθωμανικού κράτους, μάλλον θα ένωνε εναντίον τους τις μεγάλες ευρωπαϊκές
χώρες, επανήλθαν με πιο ήπιες προτάσεις. Η Ρώσοι διπλωμάτες εκτιμούσαν πως οι
προτάσεις τους θα γίνονταν πιο εύκολα αποδεκτές, γιατί πίστευαν πως αν
μοιράζονταν τις περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας με τα άλλα ισχυρά
ευρωπαϊκά κράτη, αυτό θα ικανοποιούσε
όλες τις πλευρές, διότι τελικά οι ισχυροί της Ευρώπης θα διεύρυναν τα εδάφη και
την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή. Για ακόμα μία φορά, φαίνεται ότι οι Ρώσοι
δεν είχαν κατανοήσει ότι το πολιτικό πρόβλημα που απασχολούσε τους ηγεμόνες της
Ευρώπης, δεν ήταν η επικείμενη πτώση των Τούρκων, αλλά η ραγδαία άνοδος της
Ρωσίας.
Σε κάθε περίπτωση σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το ρωσικό σχέδιο είχε λάβει υπόψη και περιέγραφε με σαφήνεια τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι το περιεχόμενο των προτάσεων των Ρώσων, προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό την τύχη των εδαφών που μνημονεύονται, μέσα στα επόμενα 50 χρόνια. Πράγματι, η ρωσική διπλωματία προέβλεψε σωστά, ότι η Κύπρος και η Αίγυπτος θα περνούσαν στην επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας, οι ακτές της Αδριατικής στην Αυστρία, η Σερβία και η Βουλγαρία θα ανακηρύσσονταν ανεξάρτητα κράτη και η Ελλάδα θα αποκτούσε τελικά τα νησιά του Αιγαίου. Ήταν ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας σύμφωνα με το οποίο, αυτοί που απέρριψαν το ρωσικό σχέδιο του 1853, το εφάρμοσαν κατά γράμμα τις επόμενες δεκαετίες με μόνους απόντες του Ρώσους που το συνέταξαν.
Το εν λόγω κείμενο βασίστηκε στο βιβλίο του συντάκτη του άρθρου, με τίτλο:
«Ο
Κριμαϊκός πόλεμος 1853-1856 και η απήχησή τους στους Έλληνες», Εκδόσεις Λειμών: Αθήνα 2021, ISBN: 9786185259785
Για αγορά του βιβλίου Εδώ: https://www.ianos.gr/o-krimekos-polemos-1853-1856-ke-i-apichisi-tou-stous-ellines-0509869?skr_prm=WyI4YzI3NDRjMy01Y2M
[1]
Όστερμαν Ανδρέας (1686-1747). Γερμανικής καταγωγής, Ρώσος διπλωμάτης,
πολιτικός, αντικακγελάριος και υπουργός εξωτερικών της αυτοκρατορίας. Χρημάτισε
σύμβουλος τριών ηγεμόνων, του Μ. Πέτρου, της Αικατερίνης Α΄ και του Πέτρου Β΄.
Εκπροσώπησε τη Ρωσία στις πιο σημαντικές συνθήκες που συνάφθηκαν το πρώτο μισό
του 18ου αιώνα, με τους Σουηδούς τους Οθωμανούς και τους Πολωνούς.
Θεωρήθηκε αυθεντία στην πολιτική της εποχής του, ωστόσο λόγω των φιλελεύθερων
μεταρρυθμίσεων που προωθούσε, έπεσε σε δυσμένεια και το 1741 εξορίστηκε στη
Σιβηρία όπου απεβίωσε λίγα χρόνια αργότερα.
[2]
Μίννιχ Μπέρχαρντ (1683-1767).Γερμανικής καταγωγής Στρατάρχης και πολιτικός στην
υπηρεσία της Ρωσίας. Ο κόμης Μίννιχ συμμετείχε στους πολέμους με τους Τούρκους
και υπήρξε ένας από τους κύριους εμπνευστές της ολοκληρωτικής διάλυσης της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επί βασιλείας της Μεγάλης Αικατερίνης έχαιρε μεγάλης
εκτίμησης στην αυλή και προχώρησε σε αναμόρφωση του στρατού της, ιδρύοντας
στρατιωτικές σχολές και εκσυγχρονίζοντας το ρωσικό οπλοστάσιο, θέτοντας τα
θεμέλια για την ανάδειξη της Ρωσίας σε υπερδύναμη της εποχής του.
[3]
Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα πιο χαρακτηριστικά ίσως παραδείγματα Ελλήνων με
επιρροή στην ρωσική αυλή είναι ο Χιώτης ευνοούμενος της Μεγάλης Αικατερίνης,
Ιωάννης Βαρβάκης, ο πρώτος Έλληνας Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, υπουργός
εξωτερικών του Αλεξάνδρου Α΄, ο Συνταγματάρχης Λάμπρος Κατσώνης κ.α. .
27 Μαρτίου, 2022
Λάκωνες Κληρικοί στον Αγώνα του 1821

Λάκωνες Κληρικοί στον Αγώνα του 1821 – Μακάριος Σαμπατακάκης και Γεώργιος παπα-Φώτου Σακελλάριος, του Βασιλείου Κουδούνη
Η Εκκλησία δεν είναι ούτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένας συμβατικός κοινωνικός θεσμός στο πλαίσιο του κρατικού και εθνικού βίου, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση. Δεν εγκλωβίζεται στον ιστορικό χρόνο. Αποτελεί το «κοινόν των ψυχών Ιατρείον» όπου ο κληρικός έχει ως κύρια αποστολή του την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού, με σκοπό την οντολογική λύτρωση και την κατάκτηση της υπέρχρονης και υπέρκοσμης Βασιλείας των ουρανών. Παράλληλα, η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση θεωρεί την πραγματική ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως του ανθρώπινου Προσώπου. Γνήσια ελευθερία σημαίνει τη δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό και τους συνανθρώπους του σε βαθμό πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε υποχρεωτικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία, εν τέλει, εντάσσεται στο θέλημα του Θεού και είναι και ως εθνική και κοινωνική έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική. Επομένως, η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία πρωτοστάτησε στην Επανάσταση του 1821, διότι αυτό πηγάζει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό, κληρικοί όλων των βαθμίδων διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο τόσο κατά την προεργασία όσο και κατά τη διεξαγωγή του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821. Ειδικότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης πολυάριθμοι ιερείς αγωνίστηκαν με τον σταυρό και το όπλο ανά χείρας στα πεδία των αιματηρών μαχών. Πρωταγωνίστησαν ως πνευματικοί ταγοί εμψυχώνοντας και παρακινώντας και ως πολεμιστές της πρώτης γραμμής. Στην ευρύτατη αυτή χορεία των αγωνιστών κληρικών συγκαταλέγονται ο Μακάριος Σαμπατακάκης, Επίσκοπος Λαγείας[1], και ο ιερέας Γεώργιος παπα- Φώτου Σακελλάριος.
Α. Μακάριος Σαμπατακάκης
Ο Ιεράρχης καταγόταν από τον Πύργο Οιτύλου Μάνης. Γεννήθηκε το 1770. Διέθετε περιορισμένη μόρφωση, αλλά ήταν ενθουσιώδης, ενεργητικός και ασκούσε επιρροή στο εκκλησιαστικό του ποίμνιο. Χειροτονήθηκε επίσκοπος Λαγείας το 1810 από τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας και δύο άλλους αρχιερείς. Η εκκλησιαστική του Επαρχία το 1833 θα καταργηθεί και θα αποτελέσει τμήμα της νεοσύστατης Επισκοπής Ασίνης[2] μαζί με την κώμη Κολοκυνθία. Ο Μακάριος θα παραμείνει στο πηδάλιο της Επισκοπής αυτής μέχρι την παραίτησή του, το 1852, κατά τον Δικαίο Βαγιακάκο, ο οποίος επικαλείται τον Μελέτιο Γαλανόπουλο, Μητροπολίτη Κυθήρων. Έλαβε και σύνταξη 200 δραχμές. Σύμφωνα με τον ανωτέρω ερευνητή απεβίωσε το 1867. Ο ανιψιός του, όμως, Νικόλαος Δεσποτάκος στην αίτηση αναγνώρισης των εκδουλεύσεων του ιεράρχη στη διάρκεια του Αγώνα που υπέβαλε το 1866 στην Επιτροπή Θυσιών[3] σημειώνει: «Ο θείος μου Ασίνης Μακάριος χειροτονηθείς επίσκοπος κατά το 1798 παρά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Αρχιεράτευσεν μέχρι της τελευτής αυτού συμβάσης κατά το έτος 1864». Στην αίτηση του Δεσποτάκου και σε αντίστοιχο έγγραφο που κατέθεσε το 1872 ο έτερος ανιψιός του, ο Δημήτριος Δεσποτόπουλος, αποτυπώνεται ο πυρήνας της δράσης του κληρικού. Σε συνεργασία με τους οπλαρχηγούς της Λακωνίας και αρματολούς της Πελοποννήσου συνέβαλε στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Παρευρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπόλεως και της Μονεμβασίας. Στον Αλμυρό και στον Πολυάραβο ενίσχυσε ηθικά και υλικά τους αγωνιστές και τον λαό, ώστε να αντισταθούν σθεναρά στους εισβολείς Αιγυπτίους του Ιμπραήμ. «Ο θείος μου παρευρέθη εις πλείστας της Πελοποννήσου μάχας αυτόπτης και υποστηρικτής, ως εκ του αξιώματός του, ενθαρρύνων τα πλήθη να καρτερώσιν και εμμένωσιν όπως κερδίσωμεν θρησκείαν και ελευθερίαν» τονίζει στην αίτησή του ο Δεσποτόπουλος, επικαλούμενος και τη μαρτυρία του εν ζωή ευρισκομένου στρατηγού Ν. Πιεράκου. Η ανάμειξη του Αρχιερέως στον Αγώνα προκύπτει, κατά τον Βαγιακάκο, και από το γεγονός ότι τη 13η Μαρτίου 1822 συνυπέγραψε στην Καλαμάτα τον Στρατιωτικό Κανονισμό του Στρατού της Μάνης. Η επιτροπή εξέτασε την αίτηση του Δεσποτόπουλου κατά την υπ’αριθμ. 457/30 συνεδρία του στρατιωτικού τμήματος και τοποθέτησε τον ιεράρχη στην 3η τάξη των αξιωματικών.
Β. Γεώργιος παπα- Φώτου Σακελλάριος
Ο π. Γεώργιος Σακελλάριος καταγόταν από την Καλογωνιά του δήμου Σπάρτης. Από τον προσωπικό του φάκελο, που ευρίσκεται στο Αρχείο της Επιτροπής Θυσιών, συνάγεται μία πολυσχιδής και βαρύτιμη εθνική προσφορά. Συμμετείχε ένθερμα ως επικεφαλής συγχωριανών του σε πολλές μάχες όπως στην πολιορκία της Τρίπολης και των Πατρών. Περαιτέρω, ενταγμένος στις επαναστατικές δυνάμεις του Π. Γιατράκου, του Π. Κρεββατά και άλλων οπλαρχηγών αγωνίστηκε στην πολιορκία του φρουρίου της Κορίνθου. Μετά την άλωση αυτού του ανετέθη η περισυλλογή των όπλων των Οθωμανών. Ακολούθως, η δράση του επεκτάθηκε και σε περιοχές της Ρούμελης. Πολέμησε και στο Πέτα της Άρτας, όπου οι Έλληνες ηττήθηκαν από τον οθωμανικό στρατό του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά(Κιουταχή) το 1822. Αργότερα, όταν ο Ιμπραήμ εδήωνε την Πελοπόννησο, ο κληρικός απέστειλε την οικογένειά του για ασφάλεια στο Γύθειο. Όμως, «ευρισκομένη μακράν του αρχηγού και προστάτου αυτής απώλεσεν εν Γυθείω άπασαν την κινητήν αυτής περιουσίαν..» σύμφωνα με σχετικό πιστοποιητικό.Είχε, επιπλέον, λάβει τον βαθμό του Χιλίαρχου το 1824. Μετά τη λήξη του πολέμου τιμήθηκε με αργυρούν αριστείο από τον Όθωνα. Απεβίωσε το 1846 ως εν ενεργεία εφημέριος του μητροπολιτικού Ιερού Ναού της Ευαγγελίστριας. Αίτηση δικαίωσης το 1846 και το 1865 υπέβαλαν οι γιοι του Νικόλαος, Δημήτριος και Θεόδωρος στην Επιτροπή Αγώνος. Συζητήθηκε κατά την υπ΄αριθμ. 227/60 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος και ο κληρικός κατετάγη στην 6η τάξη των αξιωματικών.
[1]Η Λάγια(Λάγεια) είναι χωριό της Ανατολικής Μάνης.
[2] Η Ασίνη υπήρξε περιοχή της αρχαίας Λακωνίας και σήμερα ταυτίζεται με το Σκουτάρι.
[3] Η Επιτροπή Θυσιών και Εκδουλεύσεων του Ιερού Αγώνος θεσμοθετήθηκε από την ελληνική πολιτεία το 1846 και επανασυστάθηκε το 1865, με σκοπό να αμειφθούν, να αποζημιωθούν και να δικαιωθούν οι αγωνιστές του 1821. Το Αρχείο της(Αρχείο Αγωνιστών) φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
http://www.immspartis.gr/?p=38355
16 Απριλίου, 2021
Δημήτριος Μακρής (1772-1841 Γαβαλού Αιτωλίας)
Γράφει ο IΩΑΝΝΗΣ ΚΡΑΣΣΑΣ Αντιστράτηγος ε.α.
05 Απριλίου, 2021
Ο ΦΙΛΛΕΛΗΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ Α΄
Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε το 1786. Γιος του βασιλιά Maximilian I (Μαξιμιλιανού του Α') , και της Wilhelmina του Hesse-Darmstadt. Υπηρέτησε στο στρατό του Βοναπάρτη, αλλά παρέμεινε πάντα πιστός οπαδός της ολοκληρωτικής αποδέσμευσης του μικρού καθολικού γερμανικού βασιλείου της Βαυαρίας από τη Γαλλία. Το 1810 παντρεύτηκε την Therese του Saxe-Hildburghausen και το 1825 διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο.Από μικρός είχε επιδείξει μεγάλη κλίση στην ποίηση, θαύμαζε τις καλές τέχνες και ήταν προστάτης πολλών νέων καλλιτεχνών. Φανατικός λάτρης της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με την ανάρρησή του στον θρόνο κατάφερε να υλοποιήσει πολλές από τις νεανικές επιδιώξεις του στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών.
Κινητοποιήθηκε για την ίδρυση Καθολικού Πανεπιστήμιου στο Μόναχο, αποδέχθηκε φυσικά την ανάδειξη του δευτερότοκου γιου του Όθωνα ως πρώτου Βασιλιά των Ελλήνων, ενώ με τη βοήθεια κορυφαίων αρχιτεκτόνων και ζωγράφων της εποχής φιλοτέχνησε το Μόναχο με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια νεοκλασικού ελληνικού ρυθμού, όπως η Γλυπτοθήκη, η Πινακοθήκη, το Ωδείο, η Βαλχάλα κλπ.
Φιλελεύθερος μονάρχης αρχικά, εφάρμοσε πολιτική μείωσης της φορολογίας και παροχών στα λαϊκά στρώματα. Από το 1830 και ύστερα, μετά την Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία και την εκθρόνιση του αδελφού του Λουδοβίκου ΙΗ', Καρόλου του Χ, (του τελευταίου των Βουρβώνων) ακολούθησε και αυτός συντηρητική πολιτική και περιόρισε κατά πολύ τις πολιτικές ελευθερίες. Πάντως, αν και πολυδάπανος (μάλλον η λέξη σπάταλος είναι πιο ταιριαστή), αγαπήθηκε από πολλούς Βαυαρούς που πραγματικά πένθησαν όταν πέθανε στις 29 Φεβρουαρίου του 1868. Ο τάφος του βρίσκεται στο ναό του Αγίου Βονιφάτιου στο Μόναχο. Ήδη πολλά χρόνια πριν πεθάνει είχε παραιτηθεί υπέρ του αγαπημένου πρωτότοκου γιου του Μαξιμιλιανού του Δευτέρου. Ο λόγος της παραίτησης ήταν οι καταγγελίες εις βάρος του για ένα υπέρογκο δάνειο της Βαυαρίας υπέρ του Όθωνα και της Ελλάδας που είχε γονατίσει τα οικονομικά του μικρού Βαυαρικού κρατιδίου.
Ο Εστεμμένος Φιλέλλην
Με την ανάρρησή του στον θρόνο το 1825, ο Λουδοβίκος μετατρέπει το Μόναχο στο κέντρο του

Παγκόσμιου Φιλελληνικού Κινήματος. Η περίφημη ρήση του, λίγες ημέρες πριν την ενθρόνισή του
«Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου»,
έδειξε καθαρά τον βαθύτατα φιλελληνικό προσανατολισμό της πολιτικής του και της γνήσιας και ανυστερόβουλης φιλίας του για ένα μικρό επαναστατημένο Έθνος της Βαλκανικής. Έδειξε όμως καθαρά και τον χαρακτήρα του ανδρός.
Ο Λουδοβίκος στην κυριολεξία ξόδεψε υπέρογκα για την εποχή ποσά για την διατήρηση και τη σωτηρία της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά προσέφερε 20.000 φιορίνια, ανώνυμα, ως χρήματα που προέρχονται «από έναν παλιό φίλο των Ελλήνων», σε ταμείο που άνοιξε στο Μόναχο μετά από έκκληση του. Απέστειλε στον Ελβετό τραπεζίτη Ευνάρ 435.000 φράγκα, για την απελευθέρωση των γυναικόπαιδων που μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου είχαν πέσει στα χέρια των Τούρκων και θα πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Ιδιαίτερη ήταν η πρόνοια που επέδειξε για τα ορφανά των επαναστατών. Τριάντα από αυτά μεταφέρθηκαν στο Μόναχο και η πολιτεία ανέλαβε την εκπαίδευση τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν τα παιδιά σημαντικών ηρώων της επανάστασης, όπως των Ανδρούτσου, Μπότσαρη, Καραϊσκάκη, Μαυρομιχάλη, Κανάρη, Μεταξά, Τζαβέλλα και Κριεζή.
Σε σύσκεψη που είχε λίγο μετά την ηρωική Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, με το στρατιωτικό επιτελείο της Βαυαρίας, αλλά και με τη βοήθεια Σαξόνων στρατιωτικών συμβούλων και μη θέλοντας να μείνει μόνο στα ωραία λόγια και στις περιττές εκφράσεις συμπάθειας προς τους δεινοπαθούντες Έλληνες, αποφασίζει να βοηθήσει στη συγκρότηση τακτικού ελληνικού στρατού. Στέλνει λοιπόν στην Ελλάδα, 12 Βαυαρούς ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι μισθοδοτούνταν κανονικά και εντελώς επίσημα από το κρατικό ταμείο του Μονάχου. Αυτοί με εντολή του, δεν υπάγονταν σε κανέναν Έλληνα διοικητή και δρούσαν εντελώς ανεξάρτητα ως σύμβουλοι και εκπαιδευτές.
Ο πιο γνωστός Βαυαρός αξιωματικός που στάλθηκε στην Ελλάδα την περίοδο αυτή είναι ο Karl

Heideck. Αυτός αποτελούσε ένα νέο και εντελώς πρωτότυπο είδος φιλέλληνα. Φορούσε βαυαρική στολή, είχε αποσταλεί ανοιχτά από τον βασιλιά της Βαυαρίας και υπαγόταν σε αυτόν διοικητικά. Έμεινε αρκετά χρόνια και μετά την εκλογή του Καποδίστρια ως προέδρου της προσωρινής κυβέρνησης, συνεργάστηκε με τον Φαβιέρο για τη δημιουργία του ελληνικού τακτικού στρατού.
Μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, ο Λουδοβίκος μη φειδόμενος εξόδων αφιερώνεται στην μνημειακή κατοχύρωση της Ελληνικής Επανάστασης. Στέλνει στην Ελλάδα το μεγάλο ζωγράφο της εποχής και ευνοούμενό του Peter Von Hess, για να εμπνευστεί από τα πεδία στα οποία εκτυλίχθηκαν οι σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Τα έργα του Hess, που εξιδανικεύουν τις πράξεις των ηρώων της Επανάστασης, αποτελούν μέχρι σήμερα τις κλασικές απεικονίσεις του επαναστατικού αγώνα. (Ας θυμηθούμε το πενηντάδραχμο στην καλή εποχή της δραχμής, όπου η μορφή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας βασιζόταν σε απεικόνισή του).
Απέναντι από την Πύλη θριάμβου (Siegestor) που χτίστηκε σε ανάμνηση του βαυαρικού απελευθερωτικού αγώνα, ανοικοδομήθηκαν τα Προπύλαια, το κατεξοχήν μνημείο της Ελληνικής Επανάστασης. Το έργο αυτό, που στα 1846 ανέλαβε ο επίσης φιλέλληνας αρχιτέκτονας Leo Von Klenze, ήταν μοιραίο για τον Λουδοβίκο και ίσως να έθεσε σε δοκιμασία τα φιλελληνικά του αισθήματα. Όπως γράφει ο Klenze το δυτικό αέτωμα του μνημείου
παρουσίαζε την Ελλάδα, στην οποία οι νικητές σε στεριά και θάλασσα τις πρόσφεραν τις χαμένες επαρχίες και πόλεις. Το ανατολικό αέτωμα, το οποίο έβλεπε προς την πόλη, απεικόνιζε στο κέντρο τον Όθωνα, τον γιο του Λουδοβίκου και βασιλιά της Ελλάδας στον θρόνο του, να δέχεται τα σέβη του λαού, των τεχνών, και των επιστημών. Παράλληλα τα ανάγλυφα που διακοσμούσαν τους τέσσερις γωνιακούς πύργους και που είχαν μήκος 14 μέτρα και ύψος 2 μέτρα αναπαριστούσαν σκηνές από την Ελληνική Επανάσταση. Τον Μάρτιο του 1848 ο Λουδοβίκος αναγκάζεται να παραιτηθεί και να δώσει τη θέση του στον γιο του Μαξιμιλιανό. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο γλύπτης που είχε εμπνευστεί όλον αυτόν τον διάκοσμο, Ludwig Von Schwanthaler, πεθαίνει. Παρ' όλα αυτά ο Λουδοβίκος εμμένει στην οικοδόμηση των Προπυλαίων, χρηματοδοτεί ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση τους.«Την ίδια ημέρα που ο ζωγράφος σημείωνε στον τοίχο του μνημείου τα τελευταία ονόματα των Ελλήνων αγωνιστών, στην Ελλάδα γινόταν η εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα». Πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν πως ο Λουδοβίκος εν βρασμώ ψυχής θα προχωρούσε στο γκρέμισμα του μνημείου. 0 φιλελληνισμός του όμως αποδείχτηκε ισχυρότερος από τις προσωπικές του περιπέτειες.
Επίμετρον - Η επιρροή των Βαυαρών στην Αρχιτεκτονική της Αθήνας
Ο Leo Von Klenze από το έτος 1812 άρχισε να εργάζεται για την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της Βαυαρικής πρωτεύουσας με σχέδια που άρχισαν να υλοπιούνται μετά το 1816, με έργα όπως ή οδός
προς τιμήν του Λουδοβίκου, (Ludwigstrabe), η πλατεία του Odeon (Odeonsplatz), η πλατεία του Βασιλέα (konigsplatz), η πλατεία των Βίττελσμπαχ (Wittelsbacherplatz). Από τα κτίρια του Μονάχου αυτής της εποχής και λίγο αργότερα, με τον κλασσικό μνημειακό χαρακτήρα την σφραγίδα του Κλένζε φέρουν το Μέγαρο Μουσικής (Odeon), η Βαλχάλλα (Walhalla), η Πινακοθήκη, και ασφαλώς η Γλυπτοθήκη.Στην Αθήνα ο Κλένζε θα φθάσει το έτος 1834 και με τις περγαμηνές και την εύνοια που ήδη τον περιέβαλαν θα τεθεί επικεφαλής κλιμακίου πολεοδόμων, μηχανικών, και αρχιτεκτόνων, ανάμεσα τους, ο Κλεάνθης, ο Shaubert, ο Gartner. Είναι γνωστή η παρέμβαση του για την διόρθωση του αρχικού πολεοδομικού σχεδίου της Αθήνας των Shaubert και Κλεάνθη την οποία δυστυχώς επέβαλαν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Πάντως επιτέλεσε σημαντικό έργο στην Αθήνα. Το 1834 θα συνεργαστεί με τον αρχαιολόγο Ρος (Ludwig von Ross) μετέπειτα διευθυντή της αρχαιολογικής υπηρεσίας και έφορο αρχαιοτήτων, για το σχέδιο αποστρατιωτικοποίησης της Ακρόπολης του Βαυαρικού Υπουργείου
Στρατιωτικών, επειδή τα περιτειχισμένα αλλά και ερειπωμένα μνημεία, όπως ο ναός της Αθηνάς - Νίκης, εξακολουθούσαν να θεωρούνται και να είναι απλά τμήματα η οικοδομήματα του οχυρού που υπήρχε στην θέση της Ακρόπολης όπως μας είναι γνωστή σήμερα. Με φιλοπονία και συστηματικότητα θα αποκολληθούν οι προσθήκες αιώνων δομικών επιχρισμάτων, ώστε να αναδειχτούν τα Προπύλαια και θα αναστηλωθεί ο ναός της Αθηνάς-Νίκης προσωπικά από τον Κλένζε.Παρά ταύτα , στο μέλλον και στα σύγχρονα ιστορικά συγγράμματα, ο Κλένζε και γενικά ο ευεργετικός
ρόλος των Βαυαρών αρχιτεκτόνων και της γερμανικής πολεοδομικής επιστήμης θα αγνοηθεί εντελώς. Το μόνο που θα γραφτεί αργότερα είναι η άστοχη ιδέα και υπερβολική πρόταση του Κλένζε προς τον Όθωνα, να χτιστούν τα ανάκτορα πάνω στη Ακρόπολη. Ιδέα, που μπορεί σήμερα να μας φαίνεται εξοργιστική και εξωφρενική, αλλά ήταν απόλυτα λογική και διόλου πρωτότυπη εκείνη την εποχή όπου η λειτουργία του Ιερού χώρου της Ακρόπολης ήταν εντελώς χρηστική και όχι σχετιζόμενη με την τωρινή αρχαιολογική και ανεκτίμητη αισθητική σημασία. Γεγονός είναι ότι ο Λουδοβίκος αντέδρασε στην ιδέα αυτή, στοχαζόμενος τις μελλοντικές συνέπειες και κατά κάποιον τρόπο "τράβηξε το αυτί" του Όθωνα και του Κλένζε ώστε να μην υλοποιηθεί.Πηγή
http://www.freeforum-gr.net/index.php/topic,633.0.html
31 Μαρτίου, 2021
Του Ήρωα ο γιος- Λεωνίδας Ανδρούτσος 1824-1836
http://aurora6465.blogspot.com/2014/03/1824-1836.html?m=1
Μέσα στο παλιό νεκροταφείο της πόλης του Μονάχου, Alter Sudlicher Friedhof – Kapuziner Str., 80469 Munchen, υπάρχει ένας τάφος με το όνομα Λεωνίδας Ανδρούτσος, όπου είναι θαμμένος ο γιος του ήρωα του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Κάποια μέρα ο πρόεδρος του συλλόγου «Λόγου, Τέχνης και ελληνικού πολιτισμού της Βαυαρίας» κος Χρήστος Χατζησπυρίδης διάβασε γι΄αυτόν τον τάφο και μαζί με την γυναίκα του Γεωργία έψαξαν και τον βρήκαν χορταριασμένο και παρετημένο. Τον περιποιήθηκαν, καθιέρωσαν ετήσιο μνημόσιο μέσω του συλλόγου για τον άγνωστο γιο του Ήρωα και διηγήθηκαν την ιστορία του:
Όταν δολοφονήθηκε ο υπερήφανος Σταυραετός της Ρούμελης Οδυσσέας Ανδρούτσος, την νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου 1825, η γυναίκα του Ελένη Καρέλη – Ανδρούτσου και ο γιος του Λεωνίδας, μόλις 1 ετών, βρέθηκαν σε τραγική κατάσταση.
Είχαν να αντιμετωπίσουν από την μιά την απειλή της ζωής τους αφού ο Ι. Γκούρας έπειτα από εντολή του Κωλέττη, είχε οργανώσει αποσπάσματα, τα οποία έψαχναν να τους βρουν και να τους δολοφονήσουν. Από την άλλη την φτώχεια και την ανέχεια. Ο άτυχος ήρωας Οδυσσέας Ανδρούτσος, είχε διαθέσει όλη του την περιουσία, για τον Ιερό Αγώνα του Γένους και με δικά του χρήματα είχε οχυρωθεί η Ακρόπολη της Αθήνας. Αλλά τι τραγική ειρωνία, το 1825 σ’ αυτό το φρούριο τον βασάνισαν (στο ναό της Απτέρου Νίκης) και πέταξαν κάτω από το βράχο της Ακρόπολης το νεκρό του σώμα.
Έτσι μητέρα και γιος αναγκάστηκαν να κρύβονται σε σπίτια φίλων και σε σπηλιές, κατατρεγμένοι και φτωχοί.
Έτσι λοιπόν τους κάλεσε στη Βαυαρία και τους φιλοξένησε στο παλάτι του. Το μέλλον για το μικρό Λεωνίδα ήταν πλέον λαμπρό, ο Λουδοβίκος τον είχε σαν γιο του και τον μεγάλωνε με τους καλύτερους δασκάλους.
Όμως δυστυχώς, η επιδημία χολέρας που θέριζε εκείνη την εποχή, δεν έκανε διάκριση σε κανένα, ούτε στον γιο του ήρωα, ούτε στον ευνοούμενο του Βασιλιά.
Ο Λεωνίδας πέθανε στα δώδεκά του χρόνια, χτυπημένος από τη φοβερή αρρώστια στις 11 Δεκεμβρίου 1836.
Ο Λουδοβίκος τον έθαψε με τιμές και κατέθεσε ένα ποσό στην τράπεζα, με την εντολή, να γίνεται η συντήρηση του τάφου, από τους τόκους των χρημάτων. Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα του παγκοσμίου πολέμου, χάθηκαν τα χρήματα και ο μικρός Λεωνίδας ξεχάστηκε!
.

Εκτός από τα προσωπικά στοιχεία και την ιστορία του μνημείου, φέρει την εξής επιγραφή:
«Ειμί θάλος πολυανθές, υπ’ ανδρών βλαστέν αρίστων,οίτινες αντ’ αρετής έργ οδυνηρά πάθον.Τον δε πάππον ελών νηλεώς εφόνευσ ο τύραννος,ου βία αλλά δολω, φάρμακα λυγρά διδούς.Τον δ ου γεννητήρα, τον εν πολέμοις αδάμαστον,εχθροδαποί πύργον κρήμνισαν εκ μεγάλου.Μήτηρ δε, η Παρνασσού ενί σπηλαίοις μ’έτικτεν,ενθάδε δωδεκάτη κλαύσεν αποφθίμενον»
Η απόδοση στα νέα ελληνικά:
"Είμαι ένας μικρός θάμνος με πολλά άνθη, που με φύτεψαν με στοργή ξεχωριστοί άνθρωποι, οι οποίοι αντί για αγάπη, δόξα και τιμές, έπαθαν φοβερά δεινά.
Τον δοξασμένο παπού μου τον κυνήγησε και τον σκότωσε ο τύρανος Τούρκος που τον ξεγέλασε με τεχνάσματα και τον δηλητηρίασε.
Τον πατέρα μου, τον φοβερό και αδάμαστο πολεμιστή, αδερφικά ελληνικά χέρια, τον πέταξαν επάνω από το ψηλό κάστρο της Αθήνας και τον σκότωσαν. Η μητέρα μου, που με γέννησε στο απρόσιτο σπήλαιο του Παρνασσού, απαρηγόρητη με θρηνεί, εμένα το άτυχο παιδί της. Κλάψε μητέρα κλάψε."










