Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηλιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηλιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Φεβρουαρίου, 2022

Φωτιά ἀπό τόν Οὐρανό !

 
Ἐποχὴ εἰδωλολατρίας γιὰ τὸ Βόρειο Βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ ἀσεβὴς βασιλιὰς Ἀχαὰβ καὶ ἡ ἀσεβέστατη βασίλισσα Ἰεζάβελ ἐπιμένουν νὰ ἐπιβληθεῖ ἡ εἰδωλολατρία, χωρὶς νὰ συνετίζονται ἀπὸ τὴν ἀνομβρία ποὺ ἔπληξε τὸ Βασίλειό τους. Ὁ Θεὸς προστάζει τὸν προφήτη Ἠλία νὰ παρουσιασθεῖ στὸ βασιλιὰ Ἀχαάβ. Ὁ θαρραλέος Προφήτης τολμάει νὰ τὸ κάνει, παρόλο ποὺ ὁ Ἀχαὰβ τὸν κυνηγοῦσε νὰ τὸν σκοτώσει. Ὅταν συναντῶνται οἱ δύο ἄνδρες, ὁ προφήτης Ἠλίας προτείνει στὸν Ἀχαὰβ νὰ φέρουν δύο βόδια καὶ νὰ ἑτοιμάσουν δύο θυσιαστήρια. Στὸ ἕνα θυσιαστήριο νὰ προσφέρουν τὴ θυσία τους οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῆς Ἀστάρτης καὶ στὸ ἄλλο θυσιαστήριο νὰ προσφέρει ὁ ἴδιος τὴ θυσία του στὸ Θεό. Ἀλλὰ νὰ μὴ χρησιμοποιήσουν φωτιά. Τὴ φωτιὰ νὰ τὴν ἀνάψει θαυματουργικὰ ὁ Θεὸς ἢ οἱ θεοὶ ποὺ θὰ ἐπικαλεσθοῦν. Οἱ προφῆτες σου, τοῦ λέει, θὰ ἐπικαλεσθοῦν τοὺς δικούς τους θεοὺς κι ἐγὼ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν Κύριο, τὸν Θεό μου. Ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο ἀπαντήσει καὶ στείλει φωτιά, γιὰ νὰ προσφερθεῖ ἡ θυσία, Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὁ Ἀχαὰβ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ συμφωνοῦν μὲ τὴ σκέψη του νὰ γίνουν οἱ θυσίες στὸ Καρμήλιο ὄρος. Πρῶτοι κάνουν τὴν ἀρχὴ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ τῆς Ἀστάρτης ποὺ εἶναι καὶ οἱ περισσότεροι. Ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ ἐπικαλοῦνται τὸν Βάαλ λέγοντας: «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν». Ἀλλὰ δὲν παίρνουν καμιὰ ἀπάντηση. «Οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις» (Γ΄ Βασ. ιη΄ [18] 26). Φθάνει τό μεσημέρι χωρὶς νὰ φέρει ἡ προσευχή τους κανένα ἀποτέλεσμα. Ὁ προφήτης Ἠλίας, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν πλήρη ἀδυναμία τῶν εἰδώλων τοῦ Βάαλ, τοὺς λέει: «Νὰ ἐπικαλεῖσθε μὲ δυνατότερη φωνὴ τὸν θεό σας, διότι μπορεῖ νὰ ρεμβάζει ἢ νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ μὴ σᾶς ἀκούει. Φωνάξτε πιὸ δυνατά, γιὰ νὰ ξυπνήσει καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσευχή σας!» Ἐκεῖνοι γυρίζουν σὰν σβούρα γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, χαλοῦν τὸν κόσμο μὲ τὶς ἠχηρὲς κραυγές τους καὶ αὐτοτραυματίζονται μὲ μαχαίρια καὶ λόγχες, γιὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τὸν Βάαλ νὰ τοὺς ἀκούσει, ἀλλὰ ἡ θορυβώδης προσευχή τους ποὺ συνεχίζεται μέχρι τὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα δὲν φέρνει κανένα ἀποτέλεσμα. Ἔπειτα προσφέρει τὴ θυσία του ὁ προφήτης Ἠλίας. Ἐπιδιορθώνει μὲ δώδεκα λίθους ἕνα παλιὸ θυσιαστήριο ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ, τοποθετεῖ ἐπάνω τὰ ξύλα καὶ τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος, σκάβει καὶ τάφρο γύρω ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ λέει στοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ: Φέρτε τέσσερις στάμνες νερὸ καὶ καταβρέξτε τὰ ξύλα καὶ τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος. Φέρνουν νερὸ καὶ τὰ καταβρέχουν. Τοὺς ξαναλέει: «Δευτερώσατε». Νὰ ἐπαναλάβετε τὸ ἴδιο δεύτερη φορά. Τὸ ἐπαναλαμβάνουν. Τοὺς ξαναλέει: «Τρισσώσατε». «Καὶ ἐτρίσσευσαν». Βρέχονται τὰ πάντα, γεμίζει ἀκόμη καὶ ἡ τάφρος ἀπ᾿ τὸ πολὺ νερό. Ὅλα αὐτὰ ζητεῖ νὰ τὰ κάνουν ὁ Προφήτης, γιὰ νὰ μὴ δημιουργηθεῖ καμιὰ ὑπόνοια ὅτι ὑπάρχει κάπου κρυμμένη φωτιά. Ἔπειτα γονατίζει καὶ προσεύχεται μὲ ταπείνωση καὶ θερμότητα στὸ Θεὸ λέγοντας: Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰσραήλ (τοῦ Ἰακώβ), ἄκουσε τὴν προσευχή μου σήμερα καὶ στεῖλε φωτιά, γιὰ νὰ καταλάβει ὁ λαὸς ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι δοῦλος δικός Σου καὶ ἔκανα ὅ,τι ἔκανα κατόπιν ἐντολῆς Σου. «Καὶ ἔπεσε πῦρ παρὰ Κυρίου...»! Πέφτει ἀμέσως φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατακαίει τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ τὰ ξύλα τοῦ θυσιαστηρίου. Ἐξατμίζει ὅλο τὸ νερὸ τῆς τάφρου. Ἀσβεστοποιεῖ ἀκόμη καὶ τὶς πέτρες. Καψαλίζει καὶ μαυρίζει ἀκόμη καὶ τὸ χῶμα. Ἔτσι ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ προφήτη Ἠλία εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, στὸν Ὁποῖο ὀφείλουν νὰ πιστεύουν. Μετὰ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ θαῦμα ὅλος ὁ λαὸς πέφτει μπρούμυτα καὶ ὁμολογοῦν ὅτι πράγματι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ (Γ΄ Βασ. ιη΄ 17-39). 

   
Προκαλεῖ θυμηδία ἡ ἀδυναμία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς Ἀστάρτης νὰ εἰσακούσουν τὶς προσευχὲς τῶν προφητῶν τους. Μᾶς θυμίζει τοὺς Ψαλμικοὺς στίχους ὅτι τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν εἶναι «ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Στόμα ἔχουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν. Μάτια ἔχουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν. Ἔχουν αὐτιά, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἀκούσουν... (Ψαλ. ριγ΄ [113] 12-15). Ἐνῶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακὼβ εἶναι ὁ Μόνος ἀληθινὸς Θεός! «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;» (Ψαλ. ος΄ [76] 14). Ἔχει τὴ δύναμη ὄχι μόνο φωτιὰ νὰ στέλνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα καταπληκτικὰ καὶ θαυμαστὰ ἔργα νὰ ἐπιτελεῖ! Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν πιστοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας, ποὺ ὑψώνουν «ὁσίας χεῖρας» καὶ προσεύχονται μὲ ταπείνωση καὶ θερμότητα ὄχι γιὰ τὴ δική τους δόξα, ἀλλὰ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸ λαό Του, ποὺ ἐπηρεαζόμαστε δυστυχῶς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα καὶ κοντεύουμε νὰ χάσουμε τὴν πίστη μας. Ὁ πύρινος προφήτης Ἠλίας προσευχήθηκε στὸ Καρμήλιο ὄρος νὰ δεχθεῖ ὁ Θεὸς τὴ θυσία του, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Καὶ ὁ Θεὸς ἔστειλε φωτιὰ καὶ κατέκαυσε τὸ θυσιαστήριο. Μὲ τέτοια πίστη καὶ θερμότητα νὰ προσευχόμαστε κι ἐμεῖς στὸ Θεὸ καὶ θὰ εἰσακούονται πάντοτε οἱ προσευχές μας.ΟΣΩΤΗΡ2159 

16 Οκτωβρίου, 2020

« Ἐκ βαθέων»

Ψαλ. ΡΚΘ΄ (129) 1-2 

  Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ Ψαλμοὺς τῆς μετανοίας. Οἱ ἄλλοι 6 εἶναι οἱ: 6ος, 31ος, 37ος, 50ός, 101ος, καὶ 142ος. 
Ὁ συγγραφέας του εἶναι ἄγνωστος. Ὁμιλεῖ δὲ ἐξ ὀνόματος ὅλου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους. 
Κατὰ τὸν Κωνστ. Καλλίνικο, ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς «ἀποτελεῖ πραγματικὸν ἀναβαθμὸν τῆς ψυχῆς». Διότι ὁ Ψαλμωδὸς ἀπὸ τὸν βυθὸ τῶν ἀνομιῶν στὶς ὁποῖες συμπνίγεται, «βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀναβαίνει εἰς τὰ ὕψη τῆς πληρεστάτης ἐπὶ τὸν Κύριον ἐλπίδος», ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ἀναμένει καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὸ ἔθνος του τὴν ἐξιλέωση καὶ τὴ δικαίωση. 
Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι στοὺς ὀκτὼ στίχους τοῦ Ψαλμοῦ αὐτοῦ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὀκτὼ φορές. Τοῦτο φανερώνει τὴν ὁλοένα αὐξανομένη μὲ ἐλπίδα στροφὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ πρὸς τὸν ἐλεήμονα καὶ φιλάνθρωπο Θεό. 
 Ὁ κλιμακωτὸς ρυθμὸς εἶναι καὶ στὸν Ψαλμὸ αὐτὸν ἐμφανὴς διὰ τῆς ἐπαναλήψεως ὁρισμένων λέξεων: «τῆς φωνῆς μου... τὴν φωνήν...» (στίχ. 2)· «ὑπέμεινά σε... ὑπέμεινεν...» (στίχ. 5)· «ἤλπισεν... ἐλπισάτω» (στίχ. 6)· «λύτρωσις... λυτρώσεται» (στίχ. 7, 8). 
 Ὁ Ψαλμωδὸς ἀναφωνεῖ: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς δυστυχίας μου καὶ τὴν ἄβυσσο τῶν συμφορῶν μου ἐκραύγασα σὲ Σένα, Κύριε (στίχ. 1). 
Δὲν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς ἔκαμε τὸν Ψαλμωδὸ νὰ ἀφήνει κραυγὴ ἀγωνιώδους ἱκεσίας πρὸς τὸν ἐν ὑψίστοις Θεό. 
Πάντως κράζει ὡς ἐκπρόσωπος ὅλου τοῦ ἔθνους του καὶ ἱκετεύει ἐκ μέρους του νὰ γίνει ἀκουστὸς ἀπὸ τὸν Θεό. 
«Ἐκ βάθους», λέγει, «τῆς καρδίας ἐκέκραξά σοι, καὶ οὐκ ἐξ ἄκρων χειλέων. 
Κραυγὴν δὲ λέγει τὴν μεγάλην βοὴν οὐ τῇ σφοδρότητι τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ τῇ συντονίᾳ τῆς διαθέσεως»1. 
 Κατὰ τὸν ἱερὸ Xρυσόστομο, «ἐκ βαθέων» σημαίνει ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τὸ στόμα οὔτε μὲ τὴ γλώσσα· διότι τὰ λόγια φεύγουν καὶ ὅταν ἡ σκέψη πλανᾶται· ἀλλὰ ἐκ βαθυτάτης καρδίας, μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ προθυμία καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ νοῦ μας. Ὅσες προσευχὲς ἀνέρχονται ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς ψυχῆς καὶ ἔχουν τὶς ρίζες τους στὸ βάθος της, παραμένουν ἀσφαλεῖς καὶ σταθερὲς χωρὶς ποτὲ νὰ ἀνατραποῦν, καὶ ἂν προσέλθουν ἄπειρες σκέψεις καὶ ἂν ἐπιτεθεῖ ὁλόκληρη ἡ παράταξη τοῦ διαβόλου. Ἀντίθετα, ὅσες προσευχὲς προέρχονται ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὰ χείλη καὶ δὲν ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, δὲν μποροῦν ν’ ἀνέλθουν στὸν Θεὸ ἕνεκα τῆς ὀκνηρίας τοῦ προσευχομένου. 
 Οἱ Ἅγιοι, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, προσηύχοντο μὲ τόση θέρμη καὶ ἐνδιαφέρον, ὥστε καὶ ὁλόκληρο τὸ σῶμα νὰ καταπονοῦν. 
Ὁ μακάριος Ἠλίας ὅταν προσευχόταν, πρῶτον μὲν ἐπιζητοῦσε τὴν ἠρεμία, ἔπειτα τοποθετοῦσε τὴν κεφαλὴ μεταξὺ τῶν γονάτων του καὶ μὲ πολλὴ θερμότητα καὶ ἐκστατικότητα ἀνέπεμπε τὶς προσευχές. 
Ἂν ἐπιθυμεῖς νὰ τὸν δεῖς νὰ προσεύχεται ὄρθιος, πρόσεξε πάλι ὅτι ὑψώνει πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν οὐρανό, τὸν νοῦ καὶ μάλιστα τόσο πολύ, ὥστε νὰ προκαλέσει καὶ φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. 
Ἔτσι ἔγινε καὶ ὅταν ἤθελε νὰ ἀναστήσει τὸ παιδὶ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν, ἀφοῦ συγκεντρώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ περισπᾶται καὶ νὰ χασμουριέται, ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ γεμάτος θέρμη ἀπὸ τὴν προθυμία τῆς προσευχῆς. 
Ὁ ἅγιος Ἱεράρχης ὑπενθυμίζει καὶ τὸ παράδειγμα τῆς προσευχῆς τῆς Ἄννας, τῆς μητέρας τοῦ Σαμουήλ (βλ. Α΄ Βασ. α΄ 10-11) καὶ προσθέτει: Ὅταν λοιπὸν προσεύχεσαι, μὴ ζητᾶς μόνο νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀλλὰ καὶ πῶς δι’ αὐτῆς τῆς προσευχῆς θὰ κάνεις καλύτερη τὴν ψυχή σου. Ὅποιος προσεύχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, εὑρίσκεται πάνω ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, ἀναπτερώνει τὸν νοῦ, ἀνακουφίζει τὴ σκέψη καὶ δὲν κυριεύεται ἀπὸ κανένα πάθος. 
Ὁ Ψαλμωδὸς ὡς κραυγὴ δὲν ἐννοεῖ τὸν τόνο τῆς φωνῆς, ἀλλὰ τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς2. 
 Εἶναι ἐξαιρετικὸ προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου, γράφει ὁ Παν. Ν. Τρεμπέλας, τὸ ὁποῖο τοῦ χαρίστηκε, νὰ μπορεῖ ἀπὸ τὰ βάθη ὅπου κατέπεσε, τὸ νὰ κράζει πρὸς τὸν Κύριο καὶ νὰ εἰσακούεται ἀπὸ Αὐτόν. Ἐπίσης, προσθέτουμε, νὰ εἰσακούεται καὶ σ’ ὅποια δεινὴ κατάσταση κι ἂν εὑρίσκεται. 
Ὁ Ἱερεμίας προσευχήθηκε μέσα ἀπὸ τὸν λάκκο τῆς φυλακῆς, ὁ Δανιὴλ μέσα ἀπὸ τὸν λάκκο τῶν λεόντων καὶ ὁ Ἰωνᾶς μέσα ἀπὸ τὴν κοιλία τοῦ κήτους. Ὁ Ψαλμωδὸς παρακαλεῖ νὰ φθάσει ἡ δέησή του ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του μέχρι τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ ἀκουστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. «Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου», ἀναφωνεῖ. Ἂς γίνουν προσεκτικὰ τὰ αὐτιά Σου στὴν προσευχή μου (στίχ. 2). 
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι βέβαια ἀνθρωπόμορφος· δὲν ἔχει μάτια, στόμα, αὐτιά, χέρια, πόδια. 
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀσώματος καὶ ἀσχημάτιστος. «Πνεῦμα ὁ Θεός». Ἁπλῶς ἡ Ἁγία Γραφὴ συνηθίζει νὰ ὀνομάζει τὶς ἄϋλες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀνθρωποπρεπῶς, δηλαδὴ μὲ τὰ ὑλικὰ ἀνθρώπινα μέλη συμβολικῶς καὶ κατὰ συγκατάβαση, ὥστε νὰ γνωρίσουμε ἀπὸ τὰ «καθ’ ἡμᾶς», τὰ «ὑπὲρ ἡμᾶς», αὐτὰ ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ μᾶς. 
 «Γενηθήτω τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου», λέγει ὁ Ψαλμωδὸς μετὰ τὴν «ἐκ βαθέων» κραυγή. 
Μὲ τὴ λέξη «ὦτα», σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐννοεῖ «τὴν διάθεσιν τῆς ἀκροάσεως»
Καὶ πάλι «φωνὴν» ὀνομάζει ὄχι τὴν ἔνταση τοῦ πνεύματος οὔτε ὑπαινίσσεται τὴν κραυγή, ἀλλὰ τὴν ἔντονη ψυχικὴ διάθεση. 
 Ἂς μᾶς συγκινήσει κάποτε ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἄβυσσος τῆς θείας εὐσπλαχνίας. «Ποία τύφλωσις τοῦ δυστυχοῦς ἀνθρώπου», τονίζει ὁ Παν. Ν. Τρεμπέλας, «ὅταν ἐνῷ ὑπάρχει τὸ μέσον πρόχειρον νὰ σωθῇ ἀπὸ τὸ βαθὺ τέλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὠλίσθησε, δὲν ἐξαπλώνῃ τὴν χεῖρα του νὰ τὸ ἁρπάσῃ. «Κύριε», ἀναφωνεῖ, «ἄνοιξόν μας τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς νὰ διακρίνωμεν μὲ αὐτοὺς ὁλονὲν διαυγέστερον τὸ πέλαγος τοῦ ἐλέους Σου καὶ μὲ πλεονάζουσαν εὐγνωμοσύνην πρὸς Σὲ νὰ εἴμεθα πάντοτε πρόθυμοι, ὅπως μετὰ σπουδῆς ἀντλῶμεν ἐξ αὐτοῦ σωτήρια νάματα»3. 
 1. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Εἰς Ψαλ. ρκθ΄ [129], PG 128, 1212BC. 
 2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. ρκθ΄ [129], PG 55, 373-374. 
 3. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ἡ Π. Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμ. 10ος: Ψαλμοί, ἔκδ. Ο ΣΩΤΗΡ.
ΟΣΩΤΗΡ2184

19 Ιουλίου, 2020

Ὁ Προφήτης Ἠλιας

Τὸν μήνα Ἰούλιο δεσπόζει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἐνδόξου προφήτου Ἡλιοὺ τοῦ Θεσβίτου. Ἡ πυρφόρος ἀνάβασή του στὸν οὐρανὸ ἑορτάζεται στὶς 20 Ἰουλίου. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὀνομάζεται πύρινος Προφήτης, διότι εἶχε ἔνθεο ζῆλο καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι», ἔλεγε (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 14). Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦσε ζωὴ παρθενίας μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ φλογερὴ προσευχή. Ὁμολογοῦσε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει τὸν ἀσεβέστατο βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τὴν παμπόνηρη βασίλισσα Ἰεζάβελ. Γι’ αὐτὸ καὶ διώχθηκε. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς τὸν προστάτευσε καὶ τὸν τίμησε ὅσο κανέναν ἄλλον Προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα. Ἀκόμη καὶ νεκρὸ ἀνέστησε ὁ προφήτης Ἠλίας, τὸν γυιὸ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν, προεικονίζοντας τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἐπίσης τὸν ἀξίωσε τῆς ὑψίστης τιμῆς νὰ μὴ γνωρίσει θάνατο. Ἁρπάχτηκε μὲ πύρινο ἅρμα, προτυπώνοντας τὴν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας. Καθὼς  ἀνέβαινε ὁ Προφήτης στὸν οὐρανό, ἄφησε τὴν μηλωτή του (τὸ μάλλινο ἐπανωφόρι του) νὰ πέσει ὡς εὐλογία πάνω στὸ μαθητὴ του Ἐλισαῖο, προτυπώνοντας τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὑπαινίσσεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ ἑορταζομένου Προφήτου· «ἄνωθεν καταπέμψας Ἐλισαίῳ τὴν χάριν». Ἀκόμη τὸν ἀξίωσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ παρευρεθεῖ στὸ ὄρος Θαβὼρ μαζὶ μὲ τὸν θεόπτη Μωυσῆ κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση καὶ νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Κύριο. Τέλος θὰ τὸν ἀξιώσει νὰ εἶναι καὶ ὁ «δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ». Ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν πρώτη παρουσία Του, ἔτσι καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εἶναι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μάρτυρες ποὺ θὰ ἀποσταλοῦν ὡς πρόδρομοι τῆς Δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων (Ἀποκ. ια΄ 3). Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τὸν προβάλλει ὡς ὑπόδειγμα προσευχομένου Προφήτου. Διότι προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ μὴ βρέξει, καὶ δὲν ἔβρεξε τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Κατόπιν προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ βρέξει, καὶ «ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς» (Ἰακ. ε΄ 18). Ὁ Προφήτης μὲ συγκλονιστικὸ θαῦμα του ἀπέδειξε τὸ ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἐξόντωσε τοὺς εἰδωλολάτρες ἱερεῖς. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Προφήτης στὸ Καρμήλιο ὄρος. Ὅλη τὴν ἡμέρα οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῶν ἱερῶν ἀλσῶν, ποὺ συντηροῦσε ἡ Ἰεζάβελ, ἐπικαλοῦνταν τοὺς θεούς τους νὰ κατεβάσουν φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία καὶ δὲν εἰσακούονταν. Ὅταν βράδιασε, ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνήγειρε ἀπέριττο θυσιαστήριο, τοποθέτησε ἐπάνω στὰ ξύλα του τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τοὺς εἶπε νὰ καταβρέξουν τρεῖς φορὲς τὸ θυσιαστήριο μὲ ἄφθονο νερό. Ἔπειτα προσευχήθηκε μὲ θερμότητα στὸ Θεὸ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. Ἀμέσως ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔκαψε ἐντελῶς τὸ ὁλοκαύτωμα, τὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες. Ἔτσι ἀπέδειξε ὁ Προφήτης στὸ λαὸ ποιὸς ἦταν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς στὸν ὁποῖο ὄφειλαν νὰ πιστεύουν. Δυστυχῶς ὁ βασιλιὰς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ δὲν μετενόησαν. Ἀπεναντίας ἐξοργίστηκαν ἀκόμη περισσότερο ἐναντίον τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ καὶ ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητὸ γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ θαυμαστὸ τρόπο προστάτευσε τὸν προφήτη Ἠλία στὸν ξεροπόταμο Χορράθ. Κάθε πρωὶ ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε ψωμί. Καὶ κάθε ἀπόγευμα μία μερίδα ψημένο κρέας. Νερὸ ἔπινε ὁ Προφήτης ἀπὸ τὸν χείμαρρο. Ἀργότερα ὁ ἅγιος Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἠλία νὰ πάει στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. Ἐκεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα τὸν φρόντιζε μιὰ χήρα γυναίκα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν πάμφτωχη. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δέχθηκε νὰ φιλοξενήσει στὸ ὑπερῶο τῆς οἰκίας της τὸν Προφήτη, ἦλθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της. «Ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού» (Γ΄ Βασ. ιζ΄ 16). Δὲν τελείωναν οὔτε τὸ ἀλεύρι της οὔτε τὸ λάδι της, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἐλάχιστα σὲ ποσότητα. Σ’ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναφέρονται τὸ πρῶτο ἁγιογραφικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀλλὰ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τελείως δοσμένος στὸν Κύριο. Νὰ μιμηθοῦμε τὸ φωτεινὸ παράδειγμά του, τὸν ἔνθεο ζῆλο του, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν πύρινη προσευχή του, τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη του στὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Νὰ δίνουμε κι ἐμεῖς καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Θεὸ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ. Ὁ πύρινος Προφήτης θὰ ἐπανέλθει στοὺς ἔσχατους χρόνους, γιὰ νὰ δώσει πάλι τὴ μαρτυρία του ἐπισφραγίζοντάς την μὲ μαρτύριο καὶ ἐνισχύοντας τοὺς πιστοὺς στὴ φρικτὴ περίοδο τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου. ΟΣΩΤΗΡ2071

22 Φεβρουαρίου, 2020

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Ἠλίας ὁ Ρῶσος


   Ανάμεσα στοὺς χιλιάδες Ὀρθοδόξους ἱερωμένους ποὺ ἐξοντώθηκαν ἀπὸ τὸ ἀθεϊστικὸ καθεστὼς στὴν ἐποχὴ τοῦ Στάλιν στὴ Ρωσία ἀνήκει καὶ ὁ εὐλαβέστατος ἔγγαμος ἀσκητικὸς ἱερεὺς π. Ἠλίας Νικολάγιεβιτς. 
 Γεννήθηκε σὲ κάποιο χωριὸ ἔξω ἀπὸ τὴ Μόσχα. Ἡ φλογερὴ δίψα του γιὰ νὰ γνωρίσει βαθύτερα τὸν Θεὸ τὸν ὤθησε νὰ σπουδάσει τὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Παράλληλα ὅμως ἀγωνιζόταν καὶ γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ χαρακτήρα του σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὸ γάμο του μὲ νέα εὐσεβεστάτη, τὴν Εὐγενία, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια πρεσβύτερος. Τόσο στὸ μικρὸ ναὸ ἑνὸς πτωχοκομείου, ὅσο καὶ στὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τολματσὲφ στὴ Μόσχα ὁ π. Ἠλίας διακόνησε τὸ ποίμνιό του μὲ πολλὴ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία. Ἦταν πάντοτε ἀκριβὴς καὶ ἐπιμελὴς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα, γλυκὺς καὶ εὐγενὴς στοὺς τρόπους του, συμπαθὴς στοὺς ἁμαρτάνοντες καὶ φιλεύσπλαχνος πατέρας κάθε πονεμένου ἀσθενοῦς ἢ πτωχοῦ. Ἡ ἐνορία τοῦ ἁγίου Νικολάου ἔμοιαζε μὲ ἀνοικτὴ ἀγκαλιὰ μάννας, ὅπου ἔβρισκαν ἀσφάλεια καὶ προστασία χιλιάδες πιστοί! 
    Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ καιρὸ μὲ φθόνο καὶ ἐμπάθεια τὴ ζωὴ τοῦ ἐναρέτου ἱερέως π. Ἠλία. Καὶ μεθόδευσαν τὴν ἐξόντωσή του. Κάποια μέρα τοῦ 1932 ἡ μυστικὴ ἀστυνομία συνέλαβε τὸν δραστήριο καὶ ἀκέραιο ἱερέα καὶ τὸν φυλάκισε χωρὶς καμία αἰτιολογία. Στὴ συνέχεια τὸν ὁδήγησαν σὲ ἐξορία στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Κράσναγια Βίσερα. 
  Ἡ εἴδηση τῆς συλλήψεως ἦταν γιὰ τὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία ὀδυνηρή. Τὴ νύκτα ἐκείνη τὴν πέρασε μόνη της γονατιστὴ στὰ εἰκονίσματα ἱκετεύοντας τὸν Θεὸ νὰ τὴν ἐνδυναμώσει στὸν πικρὸ πειρασμό τους. Σὲ κάποια στιγμὴ ποὺ ἀποκοιμήθηκε αἰσθάνθηκε δίπλα της τὴν Παναγία μας νὰ τὴν γλυκοενισχύει μὲ τὸ λόγο: «Μὴ φοβᾶσαι, Εὐγενία»! 
   Εἶχαν περάσει δύο χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ π. Ἠλίας ὁ ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἐξορισθεῖ. Ἡ πρεσβυτέρα του ἀποφάσισε καὶ τόλμησε νὰ ταξιδέψει στὸν τόπο τῆς ἐξορίας του γιὰ νὰ μάθει ἀπὸ κοντὰ τὰ νέα του καὶ νὰ ἀλληλοενισχυθοῦν. Ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τὸ ἀγαπημένο του ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ Ἁγιασμό. Τὸ Εὐαγγέλιο οἱ φύλακες τὸ ἅρπαξαν ὡς λάφυρο. Γιὰ τὸν ἁγιασμὸ ἀδιαφόρησαν, διότι ἄκουσαν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρεσβυτέρα ὅτι εἶναι κάτι σὰν φάρμα- κο!... Ὁ ἔγκλειστος π. Ἠλίας ἐξουθενωμένος περιέγραψε μὲ ὀδύνη – ὅσο θυμόταν καὶ μποροῦσε – τὸ πικρὸ ποτήριο τῶν βασάνων του, τὶς ταπεινώσεις καὶ ἐξευτελισμοὺς ποὺ ὑπέστη λόγῳ τῆς ἱερατικῆς του ἰδιότητος καὶ ἄλλα. Τὸ πιὸ πικρὸ ὅμως ἦταν γι’ αὐτὸν ὅτι δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ λειτουργεῖ. 
   Εἶπαν καὶ ἄλλα... Μὲ ἰδιαίτερη ὀδύνη ἄκουσε ἡ πρεσβυτέρα καὶ γιὰ τὶς ἄθλιες συνθῆκες τῆς ὁδοιπορίας μαζὶ μὲ ἄλλους καταδιωκομένους πρὸς τὸν τόπο τῆς ἐξορίας. Τοὺς εἶχαν ἀναγκάσει ὅλους τότε νὰ περπατοῦν πάνω σὲ στρῶμα χιονιοῦ ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ λιώνει ἐπιφανειακά. Καθὼς βάδιζαν, ἔσπαζε ἡ λεπτὴ στρώση πάγου καὶ βυθίζονταν μέχρι τὴ μέση στὰ κρύα νερά. Μιὰ νύκτα πέρασαν τελείως νηστικοὶ καὶ παγωμένοι σὲ μιὰ καλύβα. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἐξαντλημένοι εἶχαν πέσει σὲ βαθὺ ὕπνο, ὁ ἱερεὺς μόνος προσευχόταν! Τί προσευχὴ ἦταν αὐτή!... Κραυγὴ ἀγωνίας ἢ παράπονο εὐλαβικό; «Θεέ μου! Κύριέ μου! Μὴ μὲ ἀφήνεις μόνο καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ! Ξέρεις πόσο Σὲ ἀγάπησα καὶ πόσο πιστὰ καὶ εὐλαβικὰ Σὲ ὑπηρέτησα στὴν Ἐκκλησία Σου! Πόσες φορὲς λειτούργησα, διάβασα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες!... Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἅγιε Ἱεράρχα Νικόλαε. Ὅσιε Ἅγιε πάτερ Σεραφείμ. Πάντες Ἅγιοι Θεοῦ, πρεσβεύσατε γιὰ μένα! Γιατί βασανίζομαι τόσο;». 
   Τὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ ποὺ κλονίστηκε κάπως ἡ πίστη τοῦ πιστοῦ ἱερέως μας θυμᾶται τὸ θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μόλις τελείωσε τὴν κραυγή - προσευχή του, ἄνοιξαν οἱ οὐρανοὶ καὶ δέχθηκε ἡ πονεμένη ψυχή του βάλσαμο ἀνείπωτης θείας γαλήνης καὶ εἰρήνης. Μιὰ ὑπερκόσμια παρηγοριὰ τὸν πλημμύρισε, ἐνῶ ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸν Θεὸ εἶχε γιγαντωθεῖ... Τὸ ἑπόμενο πρωινὸ ἔνιωσε μέσα του τεράστια ψυχικὴ ἀλλαγή, σὰν νὰ εἶχε ἀναγεννηθεῖ. Αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τῆς δυνατῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Θεοῦ τὴν κατέθεσε μὲ ἐμπιστοσύνη ὁ π. Ἠλίας στὴν ἀγαπημένη του πρεσβυτέρα. 
 Λίγο πρὶν ἀποχωρισθοῦν, τῆς ἐμπιστεύθηκε τὰ τελευταῖα του λόγια: «Ξέρεις, ἡ καρδιά μου φλέγεται ἀπὸ δυνατὴ καὶ καθαρὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ἦρθα ἐδῶ γιὰ νὰ νιώσω ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο, τίποτε καλύτερο καὶ τίποτε πιὸ θαυμαστὸ ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι’ αὐτόν». Ἡ πρεσβυτέρα πῆρε τὴν εὐχὴ τοῦ συζύγου της π. Ἠλία καὶ ἀνεχώρησε πανευτυχὴς δοξάζοντας τὸν Θεὸ γιὰ τὰ θαύματα τῆς παρουσίας Του. 
   Φθάνοντας στὴ Μόσχα ἦρθε ἡ εἴδηση ὅτι στὸ στρατόπεδο τῆς ἐξορίας ξέσπασε φωτιά. Οἱ φλόγες της εἶχαν τυλίξει 11 Χριστιανοὺς μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα π. Ἠλία. Ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία δεχόταν 11 ἁγίους μάρτυρες καὶ στὸ ἐπουράνιό της θυσιαστήριο ἕναν ἅγιο νεομάρτυρα ἱερέα, γιὰ νὰ συνεχίσει νὰ λατρεύει ἐκεῖ τὸν Θεό.  Τώρα ἀνεμπόδιστα καὶ πανευφρόσυνα... 
    Πιστεύουμε ὅτι οἱ ἱκεσίες τῶν ἑκατομμυρίων Ρώσων Νεομαρτύρων τῆς Πίστεως ἔφεραν τὴν Ἀνάσταση στὴν αἱματοβαμμένη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Ἂς εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, γιατὶ στὶς μέ- ρες μας φανερώνει τὸν πλοῦτο τοῦ βίου τῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων αὐτῶν συγχρόνων Ἁγίων καὶ Μαρτύρων. Καὶ ἀπὸ τὴν εὐχαριστία ἂς προχωροῦμε στὴ μελέτη καὶ στὴ μίμηση τῶν ἁγίων αὐτῶν προτύπων μας. Η μνημη του εορταζεται 16 Φεβρουαριου.ΟΣΩΤΗΡ2061

03 Οκτωβρίου, 2018

Προφήτης Ἠλίας ὁ Ζηλωτὴς καὶ Πυρίπνους


''Ο φανατισμός δεν μπορεί να έχη σχέση με τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ούτε με τον πραγματικό ζήλο για τον Θεό''.

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

  Έζησε γύρω στα 816 π.Χ. και προφήτευσε εικοσιπέντε χρόνια. Καταγόταν από την φυλή του Ααρών και από την πόλη Θέσβη, η οποία είχε δοθή από τον Θεό στους Ιερείς. Ήταν ζηλωτής, και με την προσευχή του έκανε πολλά θαύματα. Όταν ο Χριστός μετεμορφώθη στο Όρος Θαβώρ, ήταν εκεί παρών μαζί με τον Μωϋσή. “Και ιδού δύο άνδρες συνελάλουν αυτώ, οίτινες ήταν Μωϋσής και Ηλίας, οι οφθέντες εν δόξη έλεγον την έξοδον αυτού, ήν έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ” (Λουκ. θ’, 30-31). Ο Προφήτης Ηλίας ήταν ζηλωτής και πυρίπνους. Είχε ζήλο Θεού “κατ’ επίγνωσιν”, διότι υπάρχει και ζήλος χωρίς επίγνωση, ο οποίος δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στο Σώμα της Εκκλησίας και γενικότερα της κοινωνίας. Ο αληθινός ζήλος είναι αυτός που συνδέεται με την πνευματική ζωή και τον εσωτερικό αγώνα που κάνει ο άνθρωπος για να καθαρθή από τα πάθη, να συναντήση τον Θεό και να αποκτήση κοινωνία μαζί Του. Αυτή η διδασκαλία φαίνεται καθαρά στα Πατερικά κείμενα και στην Ορθόδοξη υμνογραφία. Στο πρώτο κάθισμα της Λιτής του Εσπερινού της Εορτής του Προφήτη Ηλία ψάλλουμε: “Ηλίας ο ζηλωτής και των παθών αυτοκράτωρ ... ούτος γαρ εν σώματι άγγελος και άσαρκος άνθρωπος δέδεικται τοις κατορθώμασιν ...”. Ο αληθινός ζηλωτής είναι εκείνος που μπορεί να κυβερνά τα πάθη του και όχι αυτός που άγεται και φέρεται από αυτά. Αυτός που με τα πνευματικά του κατορθώματα έχει γίνει εφάμιλλος των αγίων αγγέλων και, ενώ ζη στην γή, πολιτεύεται στον ουρανό. Είναι άγγελος με σώμα και άνθρωπος χωρίς σάρκα, δηλαδή χωρίς το σαρκικό φρόνημα. Τί σημαίνει σαρκικό φρόνημα μας το εξηγεί ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του: “Έτι γαρ σαρκικοί εστε· όπου γαρ εν υμίν ζήλος (=ζήλεια) και έρις, ουχί σαρκικοί εστε και κατά άνθρωπον περιπατείτε;” (Α’ Κορ. γ’, 3). Ζήλεια, διχόνοιες, θυμοί και καυγάδες δεν μπορούν να έχουν σχέση με τον Θεό, διότι ο Θεός είναι Αγάπη, είναι Θεός της ειρήνης. Ο Προφήτης Ηλίας, ζώντας στην εποχή και το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, εφόνευσε, όπως είναι γνωστό, τους “ιερείς της αισχύνης”, ο Θεός όμως του έδωσε να καταλάβη ότι έκανε λάθος με το παράδειγμα του δυνατού αέρα, του σεισμού, της φωτιάς και της λεπτής αύρας, λέγοντάς του ότι ο Θεός δεν ευρίσκεται στον άνεμο ή στον σεισμό και την φωτιά, αλλά “εν τη φωνή της λεπτής αύρας”, ότι δηλαδή δεν αγαπά την βία, αλλά την ηρεμία, την ειρήνη και την πραότητα (Γ’, Βασιλ. 11-12). Ο φανατισμός δεν μπορεί να έχη σχέση με τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ούτε με τον πραγματικό ζήλο για τον Θεό. Ο φανατισμός επικρατεί στις θρησκείες και τις οργανώσεις ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα, που δημιουργούν κλίμα φανατισμού και πόλωσης, για να δημιουργούν και να διατηρούν οπαδούς. Η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, με την έννοια των ανθρωποκεντρικών θρησκειών, αλλά Εκκλησία. Είναι αποκάλυψη του Θεού και όχι ανακάλυψη του ανθρώπου. Δεν έχει οπαδούς, αλλά μέλη, τα οποία είναι όλοι “οι βεβαπτισμένοι και βεβαιόπιστοι”, όσοι έχουν βαπτισθεί στο Όνομα της Αγίας Τριάδος και ζουν ή αγωνίζονται να ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Η ομαδική αποστασία από τον Θεό, που παρατηρείται και στις ημέρες μας, αλλά και η παρουσία πολλών αιρέσεων μας κάνει μερικές φορές να απελπιζόμαστε και να τα βλέπουμε όλα μαύρα, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων. Ένα από αυτά είναι ότι δεν υπάρχουν σήμερα άγιοι, αυτό όμως δεν είναι αληθινό. Σε κάθε εποχή υπάρχουν άνθρωποι του Θεού, επομένως και στις ημέρες μας. Πάντα υπάρχουν οι αληθινοί προσκυνητές, αυτοί που ζουν με την προσευχή, την ανιδιοτελή αγάπη, την προσφορά και την θυσία. Όταν ο Προφήτης Ηλίας ολιγοψύχησε βλέποντας πολύ κόσμο να τρέχη πίσω από τον ψεύτικο θεό Βάαλ και νόμισε ότι έμεινε μόνος αυτός πάνω στην γη λάτρης και Προφήτης του αληθινού Θεού, ο Θεός του αποκάλυψε ότι υπάρχουν επτά χιλιάδες άνδρες που δεν προσκύνησαν τον Βάαλ, αλλά παρέμειναν πιστοί στον Θεό των Πατέρων τους. Επομένως, χρειάζεται πάντοτε ψυχραιμία και απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Αληθινοί ζηλωτές είναι αυτοί που συνδυάζουν, όπως ο Προφήτης Ηλίας, τον ζήλο και την αγάπη προς τον Θεό με την προσευχή και την ησυχαστική ζωή. Αυτοί που αποφεύγουν τις ακρότητες, αφού βιώνουν την ταπείνωση του Χριστού, την πραότητα και την εσωτερική ειρήνη. Αυτοί που αισθάνονται πραγματικά και αληθινά την παρουσία του Θεού “εν τη φωνή της λεπτής αύρας”.
parembasis.gr

31 Αυγούστου, 2018

Η ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΜΙΑΣ ΧΗΡΑΣ !!!


Τὸ βασίλειο τοῦ Ἀχαὰβ τὸ ἔχει βρεῖ μεγάλη καὶ καταστροφικὴ ἀνομβρία.
 Ὁ πύρινος προφήτης Ἠλίας -
μὲ ὁδηγία τοῦ Θεοῦ κατευθύνεται στὰ
Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. «Ἀνάστηθι καὶ
πορεύου» (Γ΄ Βασ. ιζ΄ [17] 9), λέει ὁ Κύριος στὸν Προφήτη Του. Ἔδωσα ἐντολὴ σὲ μιὰ χήρα γυναίκα νὰ σὲ φροντίσει.
Ξεκινᾶ λοιπὸν ὁ Προφήτης καὶ φθάνει
πρόσφυγας στὴν εἰδωλολατρικὴ αὐτὴ
πόλη. Καθὼς βρίσκεται μπροστὰ στὴν
πύλη τῆς πόλεως, βλέπει μιὰ χήρα γυ-
ναίκα νὰ μαζεύει ἀπὸ τὸν δρόμο ξύλα
γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ προσά-
ναμμα. Τρέχει κοντά της καὶ τὴν παρα-
καλεῖ λέγοντας: «Φέρε μου λίγο νερὸ
σ’ ἕνα δοχεῖο γιὰ νὰ πιῶ». Κι ἐνῶ ἀδια-
μαρτύρητα πηγαίνει ἐκείνη νὰ τοῦ φέρει
τὸ δοχεῖο μὲ τὸ νερὸ παρὰ τὴ μεγάλη
ἔλλειψη, ὁ Προφήτης ζητεῖ καὶ φαγητό.
Ἀναγκάζεται δικαιολογημένα ἐκείνη
νὰ ἀπολογηθεῖ: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ,
σὲ διαβεβαιώνω, δὲν ἔχω καθόλου ψω-
μί. Μιὰ χούφτα ἀλεύρι ἔμεινε στὸ σταμνὶ
καὶ ἐλάχιστο λάδι στὸ δοχεῖο νὰ τὸ ζυ-
μώσω, νὰ τὸ ψήσω, νὰ φᾶνε τὰ παι-
διά μου κι ἐγὼ καὶ κατόπιν, ἀφοῦ τίπο-
τε ἄλλο δὲν θὰ μᾶς ἔχει ἀπομείνει, νὰ
πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα». «Θάρσει»
(στίχ. 14), τῆς φωνάζει ὁ Προφήτης.
«Ἔχε θάρρος! Μὴ φοβᾶσαι! Πήγαινε καὶ
κάνε ὅπως εἶπες. Ὅμως τὸ ψωμὶ ποὺ
θὰ ψήσεις θὰ τὸ προσφέρεις πρῶτα
σὲ μένα νὰ χορτάσω. Κι ὅ,τι ἀπομείνει,
θὰ βολευθεῖτε ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σου».
Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ τῆς ἔδωσε ὁ Προφή-
της δοκιμάζοντας ἐκ νέου τὴν πίστη της.
«Συγχρόνως ὅμως νὰ ξέρεις», τῆς εἶ-
πε, «ὅτι ὁ παντοδύναμος Θεὸς πρόσ-
ταξε καὶ τὸ ἀλεύρι ποὺ βρίσκεται στὸ
σταμνί, ὅπως καὶ τὸ λάδι ποὺ εἶναι στὸ
δοχεῖο, νὰ μὴ λιγοστέψει»· «οὐκ ἐλαττο-
νήσει» (στίχ. 16), δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Θεὸς θὰ στείλει καὶ πάλι στὴ διψασμένη γῆ τὴν ποτιστικὴ
βροχή.
Πῆγε λοιπὸν ἡ φιλότιμη καὶ πιστὴ ἐκεί-
νη γυναίκα καὶ ἔκανε ὅπως τὴν διέτα-
ξε ὁ Προφήτης. Κι ἀπὸ τὴ θαυματουρ-
γικὴ ἐκείνη τροφὴ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν
ψωμάκι κι ὁ Προφήτης καὶ ἐκείνη καὶ τὰ
παιδιά της. Κι ὅλα ἔγιναν «κατὰ τὸ ρῆμα
Κυρίου». Ἕνα μεγάλο θαῦμα λαμβά-
νει χώρα στὸ φτωχικὸ τῆς χήρας, ἕνα
θαῦμα ἐκπληκτικό, ποὺ ἀνταμείβει τὴν
πίστη καὶ τὴν ὑπακοή της στὴν ἐντολὴ
τοῦ Θεοῦ! Οὔτε τὸ ἀλεύρι ἐξαντλήθη-
κε οὔτε τὸ λαδάκι τους λιγόστευσε καθ᾿
ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀνομβρίας.
Ἀναδεικνύεται ἔτσι ἡ ἄγνωστη ἐκείνη
γυναίκα σὲ ζωντανὸ παράδειγμα ἐμπι-
στοσύνης στὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ,
ὑπακοῆς στὸ θέλημά Του, φιλοξενίας
καὶ ἀδιάκριτης ἀγάπης πρὸς τὸν συν-
άνθρωπο.
Πόσους λόγους δὲν εἶχε ἐκείνη ἡ γυ-
ναίκα νὰ ἀποπέμψει δικαιολογημένα
τὸν Προφήτη καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὴ φιλοξε-
νία! Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐκθειάζον-
τας τὸ μεγαλεῖο τῆς χήρας τῶν Σαρε-
πτῶν, ἀναφέρει πολλοὺς τέτοιους. Κα-
ταρχὰς ἦταν ἀλλόφυλη καὶ εἰδωλολά-
τρις. Ἔμενε στὴν πονηρότατη περιοχὴ
τῆς Σιδωνίας. Ἦταν γυναίκα ἀδύναμη.
Ἦταν καὶ χήρα. Εἶχε νὰ θρέψει ὀρφα-
νά. Εἶχε ἐλάχιστα τρόφιμα καὶ μετὰ τοὺς
περίμενε ὅλους βέβαιος θάνατος. Κι
ἐκεῖνος, ὁ Προφήτης, οὔτε συγγενὴς
ἦταν οὔτε γνωστός τους, ἀλλὰ ξένος
καὶ ἀλλόθρησκος. Κι ὅμως, τίποτε ἀπὸ
αὐτὰ δὲν τὴν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὸ νὰ τὸν
φιλοξενήσει, ἐνῶ συγχρόνως ἦταν ἔτοι-
μη νὰ πεθάνει αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της
γιὰ χάρη του.
Καὶ συμπληρώνει τὸ ἐγκώμιό του ὁ
ἱερὸς Πατὴρ χαρακτηρίζοντας τὴ χήρα
τῶν Σαρεπτῶν «φιλοξενεστέραν τοῦ
Ἀβραάμ»! Διότι ἐκεῖνος μὲν ἦταν εὔπο-
ρος καὶ φιλοξένησε ἀγγέλους, αὐτὴ δὲ
ἦταν πάμπτωχη καὶ περιμένοντας τὸν
θάνατο ἐξαιτίας τῆς πείνας, φιλοξένησε
τὸν Προφήτη!
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Προφήτη ἔγινε ἡ
ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ τὸ ὑπέρο-
χο παράδειγμα ἀγάπης καὶ φιλοξενί-
ας αὐτῆς τῆς ἄγνωστης χήρας τῶν Σα-
ρεπτῶν. Παράδειγμα ποὺ ἐμπνέει ἀνὰ
τοὺς αἰῶνες μέχρι καὶ σήμερα.
Μήπως καὶ σήμερα δὲν προσφέρον-
ται σὲ ὅλους μας παρόμοιες εὐκαιρίες
ἀγάπης καὶ φιλοξενίας; Πόσοι συμπα-
τριῶτες μας δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα
πιάτο φαγητό; ἢ λίγα ροῦχα ἢ χρήματα
γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φάρμακά τους καὶ
νὰ καλύψουν τὶς βασικές τους ἀνάγκες;
Πόσοι ἄγνωστοι γύρω μας δὲν κατα-
λήγουν στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν μας ζη-
τώντας τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἐπιβίωσή
τους, τοὺς ὁποίους καλούμαστε μὲ διά-
κριση καὶ ἀγάπη νὰ διακονήσουμε;
Καὶ δόξα τῷ Θεῷ δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι
οἱ συνάνθρωποί μας ποὺ μιμούμενοι
τὸ παράδειγμα τῆς χήρας στεροῦνται
τὰ λιγοστὰ ἀγαθά τους! Μοιράζονται
τὸ πιάτο τους! Προσφέρουν ἀγόγγυ-
στα τὰ ὑπάρχοντά τους καὶ τὴ φτωχι-
κή τους σύνταξη μὲ πνεῦμα θυσίας γιὰ
τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ βρί-
σκονται σὲ δυσκολία. Καὶ δὲν εἶναι λίγες
οἱ φορὲς ποὺ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ πολ-
λαπλασιάζει μὲ θαυμαστοὺς τρόπους
τὰ ἀγαθὰ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ποὺ
τὰ στερήθηκαν γιὰ φιλανθρωπίες. Δὲν
εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ τὸ πορτοφόλι
δὲν ἀδειάζει, τὸ φαγητὸ στὴν κατσαρό-
λα δὲν λιγοστεύει, καὶ οἱ καρδιὲς γεμά-
τες ἀπὸ ἱκανοποίηση καὶ χαρὰ δοξά-
ζουν τὸν δωρεοδότη Κύριο. Διότι ὅταν
ὁ Θεὸς στείλει τὴν εὐλογία Του στὴ ζωή
μας, τότε ἡ εὐλογία αὐτὴ ξεπερνᾶ κάθε
ἀνθρώπινη προσδοκία.
Πολλὲς καὶ αὐξανόμενες εἶναι οἱ εὐκαι-
ρίες θυσίας, προσφορᾶς καὶ ἀγάπης
ποὺ ὁ Θεὸς φέρνει καθημερινὰ στὴ ζωή
μας. Ἂς τὶς ἀξιοποιοῦμε γιὰ τὴν ἀγάπη
τῶν ἀδελφῶν μας, γιὰ νὰ βροῦμε μαζὶ μὲ
τὴ χήρα τῶν Σαρεπτῶν καὶ ἐδῶ στὴ γῆ
ἀλλὰ καὶ στοὺς οὐρανοὺς πλούσια τὴν
ἀνταπόδοση τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΩΤΗΡ 2161

20 Ιουλίου, 2018

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΑ

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ
Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος. 
Θεολογικό σχόλιο μέ ἀφορμή τήν ἐορτήν τοῦ Προφήτου Ἠλία, τοῦ Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, Θεολόγου, τ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστ.Διακονίας.

Καταγωγή τοῦ προφήτου Ἠλία


Ὁ προφήτης Ἠλίας, αν και συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιότερων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:

Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν  Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι «ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.

Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. 1,8). Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά ἀναφερθεῖ παρακατω.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του


Η προφητική ἀποστολή τοῦ Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξαιτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους.

Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν   Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ Βάαλ Melgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. 16, 3133).

Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.

Ἡ τριετής ἀνομβρία. 

Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. 17, 67).

Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά. 

Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.


Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. 17, 816).

Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728735):

«Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.»

Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στό χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν. Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;» Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.

Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. 17, 1824), εἶπε στόν προφήτη Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.


Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 1718). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας Ἰεζάβελ.

Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. 18,21).

Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στό βωμό τοῦ Ἠλία.


Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. 18, 2224).

Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει. Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.

Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).

Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν: Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. 18, 3840).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.

Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ. Ἡ Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. 19,2).

Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.


Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ Ἰούδα. Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου.

Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε.

Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».

Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτου  Ἠλία στόν οὐρανό.


Αφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. 2,1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:

Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ Ἐλισαῖος ἀπάντησε: Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω. Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.


Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. 2,8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. 2,10).


Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. 2,58).

Ἐπίλογος


Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».

Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:

Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

Ἀπολυτίκιον τοῦ Προφήτου  Ἠλία

Ἦχος δ' 
 – Ταχύ προκατάλαβε

Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος,ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισσαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει·διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτὸν βρύει ἰάματα.

19 Ιουλίου, 2015

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ -ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ .

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος"
Θεολογικό σχόλιο μέ ἀφορμή τήν ἐορτήν τοῦ Προφήτου Ἠλία
τοῦ Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, Θεολόγου, τ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστ.Διακονίας.


Καταγωγή τοῦ προφήτου Ἠλία
Ο προφήτης Ἠλίας, αν και συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιότερων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή  καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:
Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν  Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό  Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι «ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.
Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. 1,8). Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά ἀναφερθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του

Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν   Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ ΒάαλMelgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. 16, 3133).Η προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξαιτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους. 
Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.
Ἡ τριετής ἀνομβρία. Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. 17, 67).
Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά. Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.
Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. 17, 816).
Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728735):
«Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.»
Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στό χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.
Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. 17, 1824), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.
Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 1718). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.
Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. 18,21).
Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στό βωμό τοῦ Ἠλία.
Profitis Hlias 01
Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. 18, 2224).
Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει.  Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.
Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).
Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν: Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. 18, 3840).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.
Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. 19,2).

Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.
Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου.
Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε.
Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».
Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτου  Ἠλία στόν οὐρανό.
Profitis Hlias 07Αφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. 2,1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:
Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.
Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. 2,8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. 2,10).Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).
Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. 2,58).
Ἐπίλογος
Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:
Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.



Ἀπολυτίκιον τοῦ Προφήτου  Ἠλία
Ἦχος δ’
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισσαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει· διὸ καὶ τοῖς  τιμῶσιν αὐτὸν βρύει ἰάματα.