Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιωβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιωβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Απριλίου, 2021

«Κλονίσθηκαν οἱ πεποιθήσεις καὶ οἱ λογισμοί μου» Ἀπάντηση στὸ πρόβλημα: «Γιατί εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς;»

Ὁ72ος ψαλμὸς διαιρεῖται σὲ δύο μέρη: α) Στοὺς στίχους 1-14 ὁ ψαλμωδὸς ἐξομολογεῖται πῶς σκανδαλίσθηκε παρακολουθώντας τὴν εὐδαιμονία τῶν ἁμαρτωλῶν. 

Διατυπώνει τοὺς προβληματισμούς του καὶ ὁμολογεῖ ὅτι λίγο ἔλειψε νὰ ἐλεεινολογήσει τὸν ἑαυτό του γιὰ τοὺς μόχθους καὶ τοὺς ἀγῶνες ποὺ κατέβαλε γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς κατὰ Θεὸν ἀρετῆς. 
β) Στοὺς στίχους 15-28 διηγεῖται πῶς εἰσῆλθε στὸ Ναὸ καὶ στὸ ἁγιαστήριο τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐκεῖ μέσα φωτίστηκε καὶ πῶς εἶδε τὴ ραγδαία ἀνατροπὴ τῆς εὐτυχίας τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τὴν πατρικὴ παρουσία καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προσφέρεται στοὺς εὐσεβεῖς. 
 Ὁ ψαλμωδὸς ἀρχίζει τὸν Ψαλμὸ ἀπότομα. Αἰσθάνεται σὰν νὰ βράζει μέσα του ἡ ἀπορία: Γιατί νὰ εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς; Γιατί; Καὶ ἐνῶ βράζει μέσα του, πρὸς στιγμὴν δαμάζει τὰ συναισθήματά του καὶ ἀναφωνεῖ: Πόσο ἀγαθὸς εἶναι ὁ Θεὸς στοὺς Ἰσραηλίτες καὶ μάλιστα σ’ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς ἔχουν ἄκακη, εἰλικρινή, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ καρδιά! (στίχ. 1). Εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει: Μὴν ταραχθεῖτε γιὰ ὅσα πρόκειται νὰ πῶ. Περιμένετε τὸ συμπέρασμα, ἢ ἂν θέλετε, νατο  τὸ συμπέρασμα: Ὅ,τι κι ἂν πεῖτε, ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθὸς γιὰ τοὺς ἀγαθούς. 
 Ὁ δίκαιος Ἰὼβ σὲ παρόμοιο προβληματισμὸ προβάλλει τὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἰὼβ κδ΄ [24] 1). 
Ὁ προφήτης Ἱερεμίας προβάλλει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, λέγοντας· ὁμολογῶ καὶ διακηρύσσω ὅτι δίκαιος εἶσαι, Κύριε, γι’ αὐτὸ καὶ τολμῶ νὰ συζητήσω μαζί Σου (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1). 
Ὁ δὲ προφήτης Ἀμβακοὺμ προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ Κυρίου· Κύριε, λέγει, γνωρίζω ὅτι ὁ ὀφθαλμός Σου εἶναι πεντακάθαρος καὶ δὲν μπορεῖ οὔτε ἀνέχεται νὰ βλέπει πονηρὰ ἔργα, οὔτε δέχεται νὰ βλέπει τὶς κακουργίες ποὺ προξενοῦν οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ στοὺς εἰλικρινεῖς, τοὺς ἁπλοὺς καὶ ἀδύναμους (Ἀμβ. α΄ 13). 
 Ὥστε οἱ ἀγαθὲς περὶ Θεοῦ σκέψεις μᾶς ἀσφαλίζουν κατὰ τῶν πειρασμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς δημιουργεῖ ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας λόγῳ τοῦ ποικίλου κακοῦ ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐφόσον ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός, εἶναι πολὺ περισσότερο ἀγαθὸς στοὺς εὐθεῖς, τοὺς καθαροὺς καὶ θεοσεβεῖς καὶ ὄχι σὲ ὅσους «φαυλότατα ἁμαρτάνουσιν», σὲ ὅσους ἁμαρτάνουν ἀσεβέστατα(*). 
Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονοῦμε ποτέ, ὁτιδήποτε καὶ ἂν μᾶς συμβεῖ στὴ ζωή. Ὁ ψαλμωδὸς ὅμως παρόλο ποὺ ἦταν θεοσεβής, ὁμολογεῖ: Σ’ ἐμένα ὅμως κλονίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία οἱ πεποιθήσεις καὶ οἱ ὑγιεῖς λογισμοί μου, οἱ ὁποῖοι σὰν ἄλλα πόδια ὑποστηρίζουν τὴν εὐσέβεια τῆς ψυχῆς μου· παρ’ ὀλίγο νὰ σεισθοῦν τὰ βήματά μου στὴν πορεία τῆς ζωῆς καὶ νὰ ξεγλιστρήσω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν πίστη μου στὴν ἀγαθὴ πρόνοιά Του (Ψαλ. οβ΄ [72] 2).
Κινδύνευσε, λοιπόν, καὶ ὁ ἴδιος νὰ λησμονήσει τὴν ἀλήθεια ποὺ διατύπωσε στὴν ἀρχὴ τοῦ Ψαλμοῦ καὶ νὰ κλονισθεῖ στὶς πεποιθήσεις του. Καὶ ὁ δίκαιος Ἰὼβ εἶχε κλονισθεῖ βλέποντας τὴν εὐημερία τῶν ἁμαρτωλῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀναρωτιόταν: «Διατί ἀσεβεῖς ζῶσι; πεπαλαίωνται δὲ ἐν πλούτῳ;» (Ἰὼβ κα΄ [21] 7)· γιατί οἱ ἀσεβεῖς ζοῦν καὶ φθάνουν σὲ πολὺ βαθιὰ γηρατειὰ καὶ περνοῦν τὴ ζωή τους μέσα στὰ πλούτη; 
Γιατί οἱ ἀσεβεῖς μακροημερεύουν, φθάνουν τὰ 100 ἔτη, κατὰ τὸν Ἡσαΐα (Ἡσ. ξε΄ [65] 20), καὶ ἀπολαμβάνουν τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἀγαθά τους; 
Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας, ἐνῶ ὁμολογεῖ καὶ διακηρύσσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος, τολμᾶ νὰ συζητήσει μαζί Του καὶ νὰ Τοῦ θέσει ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ δικαιοσύνη Του, στὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει: Κύριε, Τοῦ λέγει, γιατί οἱ ἀσεβεῖς ἐπιτυγχάνουν στὶς ἐπιχειρήσεις καὶ στὰ σχέδιά τους; Γιατί εὐδοκιμοῦν καὶ εὐτυχοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν συνεχῶς καὶ συστηματικῶς τὸν ἅγιο νόμο Σου; (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1). Ὥστε ὑπάρχουν τρικυμίες ποὺ δοκιμάζουν καὶ τὶς πιὸ ἰσχυρὲς ἄγκυρες! Ὑπάρχουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι ποὺ σκοντάφτουν ὅταν βλέπουν αὐτὴ τὴν κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ὅπως δὲ ὁμολογεῖ ὁ ψαλμωδός, κυριεύονται μάλιστα ἀπὸ ζήλεια ἕνεκα τῶν ἀνόμων, ἐπειδὴ βλέπουν τὴν εὐημερία καὶ τὴν εὐεξία τῶν ἁμαρτωλῶν. Διότι, ὅπως παρατηρεῖ, δὲν ἔχουν ἀγωνία, βάσανα καὶ κακοπάθεια κατὰ τὸν θάνατό τους, δὲν στεροῦνται στὴ ζωή τους, καὶ οἱ τυχὸν θλίψεις τους δὲν διαρκοῦν πολύ (Ψαλ. οβ΄ [72] 3-4). 
Ζήλεια καὶ πικρία κατὰ τοῦ Θεοῦ κυριεύουν τὴν ψυχὴ τοῦ εὐσεβοῦς βλέποντας ὅλα αὐτά, ποὺ τὸν κάνουν νὰ ἀδρανεῖ· νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πολύπονο ἀρετὴ καὶ νὰ προτιμήσει τὴν ἄπονο κακία. Βλέπει σωματικὴ ὑγεία, ὑλικὴ εὐημερία· δὲν βλέπει νὰ ἔχουν οἱ ἀσεβεῖς παρατεταμένη ἀγωνία, στέρηση καὶ βασανιστικὸ θάνατο! Εἶναι πονηροί, ὁ θάνατός τους ὅμως δὲν εἶναι πονηρός, ἀλλὰ ἤρεμος. «Τὰ χέρια τους δὲν δέθηκαν, οὔτε σφίχτηκαν τὰ πόδια τους σὲ δεσμά» (Β΄ Βασ. γ΄ 34). Ὅπως δὲ παρατηρεῖ ὁ Ἰώβ, οἱ ἀσεβεῖς πεθαίνουν εὐτυχεῖς, χωρὶς νὰ τοὺς λείπει τίποτε, ἐνῶ οἱ δίκαιοι πικραμένοι καὶ θλιμμένοι, χωρὶς νὰ ἀπολαύσουν τίποτε καλὸ καὶ ἀγαθό (Ἰὼβ κα΄ [21] 23-25). Ἐξάλλου γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς ἀρρώστιες, χρηματικὲς ζημιὲς κ.τ.ὅ. εἶναι ἀσήμαντα καὶ ἀνεπαίσθητα. Καὶ ἂν κάποτε τοὺς συμβοῦν, περνοῦν γρήγορα. «Δὲν ταῖς τρῶν γερές», κατὰ τὴν παροιμία. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κρίνουμε τοὺς ἀνθρώπους οὔτε ἀπὸ τὸ πῶς πεθαίνουν οὔτε ἀπὸ τὴ διάθεση μὲ τὴν ὁποία φεύγουν ἀπὸ τὴ ζωή. Ἐξάλλου εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ψαλμωδὸς καὶ γενικὰ οἱ δίκαιοι ἀποροῦν, θέλουν νὰ μάθουν γιὰ τὴν κατάσταση αὐτή, δὲν ἐγκαλοῦν ὅμως τὸν Θεό· δὲν Τὸν κατακρίνουν ὅτι ἀδικεῖ. Ὁ Δαβὶδ ὁμολογεῖ: Ἡ δικαιοσύνη Σου ὑψώνεται ἄσειστη καὶ ἀσάλευτη καὶ αἰώνια σὰν τὰ θεόκτιστα καὶ πανύψηλα ὄρη· τὰ σχέδια καὶ οἱ κρίσεις Σου, διὰ τῶν ὁποίων κυβερνᾶται ὁ κόσμος, εἶναι ἀνεξερεύνητα (Ψαλ. λε΄ [35] 7). Ὁ δὲ Ἰώβ, ἐνῶ ὑπέφερε τόσα πολλά, δὲν βλασφήμησε κατηγορώντας τὸν Θεὸ ὅτι ἐνήργησε μὲ ἀφροσύνη καὶ ἀπερισκεψία (Ἰὼβ α΄ 22). Καὶ ὁ Ἱερεμίας, γιὰ νὰ μὴ δώσει ἔστω καὶ ὑποψία σκανδαλισμοῦ σὲ κάποιον, ἀναφωνεῖ: «Δίκαιος εἶ (εἶσαι), Κύριε» (Ἱερ. ιβ΄ [12] 1). Δίκαια γίνονται ὅλα ἀπὸ Ἐσένα, Κύριε· δὲν γνωρίζουμε ὅμως πῶς ἐνεργεῖ ἡ ἀγαθότητά Σου. Καὶ βέβαια ποτὲ δὲν ἔμαθαν οὔτε οἱ προφῆτες, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐμεῖς θὰ μάθουμε στὴν παροῦσα ζωὴ πλήρως τὰ σχέδια τῆς θείας πανσοφίας καὶ προνοίας. 
 (*) Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς Ψαλ. ρβ΄, PG 27, ΟΣΩΤΗΡ2108

06 Ιουλίου, 2019

ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΠΕΡΑΣΕ....

Στὴν κορυφὴ βράχου ἀκτῆς ἀπόκρη-
μνης. Ὀργυιὲς πολλὲς πάνω ἀπ’ τὴ
θάλασσα. Ἐκεῖ νὰ κάθεσαι καὶ ν’ ἀ-
γναντεύεις τ’ ἀνοιχτὸ μπροστά σου πέλα
γο. Τὸ κύμα ν’ ἀναλύεται ἥσυχο στὰ κρά
σπεδα τῆς γῆς κάτω ἀπ’ τὰ πόδια σου...
Σὲ λίγο ἕνα καράβι ἐμφανίζεται στὸν
ὁρίζοντα. Τὸ ἀκολουθεῖς μὲ τὸ μάτι σου,
μέχρι νὰ βρεθεῖ μπροστά σου. Σκαρὶ γε-
μάτο, ὡραῖο, δυνατό. Κυρίαρχο πάνω
στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, περνᾶ, καὶ ἡ θάλασ-
σα παραμερίζει. Τὴ σκίζει στὰ δυό, τὴ χω
ρίζει, ὀργώνει τὸ κύμα. Ἐπιβλητικὴ ἡ πα-
ρουσία του. Περνᾶ, καὶ πίσω του ἀφήνει
βαθιὰ αὐλακιά. Τραῦμα, θά ’λεγες, στὸ
νερό, ποὺ ὅμως, φαίνεται, γρήγορα θὰ ἐ
πουλωθεῖ...
Ἔφυγε τὸ καράβι, καὶ ὁ δρόμος ποὺ ἄ-
φησε πίσω του, σὲ λίγο ἔσβησε. Τίποτε
δὲν ἔμεινε νὰ θυμίζει τὴν πορεία του. Κανένα ἴχνος. Ἕνα καράβι πέρασε, καὶ ποιὸς
ἄραγε τὸ ξέρει τώρα; Πάει, ἔφυγε, τίπο-
τε δὲν ἄφησε πίσω του ποὺ νὰ θυμίζει τὸ
πέρασμά του.
«Ἢ καὶ ἔστι ναυσὶν ἴχνος ὁδοῦ;».
Ἁγιογραφικὸς ὁ λόγος. Βγαίνει ἀπὸ τὸ
στόμα ἀνδρὸς μεγάλου, σοφοῦ. Ἀνδρὸς
ποὺ τὸν ἔκανε μεγάλο καὶ σοφὸ ἡ θλίψη,
ἡ δοκιμασία. Τοῦ πλάτυνε τὸ νοῦ, τοῦ
ἄνοιξε τοὺς ὁρίζοντες τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ
μπορεῖ νὰ βλέπει μακριὰ πολύ. Τοῦ Ἰώβ!
«Μήπως μένει στὰ καράβια κανένα
ἴχνος τοῦ θαλάσσιου δρόμου ποὺ διέ-
πλευσαν;» (Ἰὼβ θ΄ 26). Δὲν ἐξαφανίζεται  γρήγορα πίσω τους;
Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ζωή μου, λέει ὁ πολύαθλος
Ἰώβ. Ἐγὼ δὲν ἤμουν ὁ «εὐγενὴς τῶν ἀφ’
ἡλίου ἀνατολῶν» (α΄ 3); Ὁ πιὸ σπου-
δαῖος, ἐπίσημος, λαμπρός, περιφανὴς
ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἀνατο-
λῆς; Εἶχα περιουσία ἀναρίθμητη, κτήμα-
τα καὶ ζῶα καὶ ὑπηρέτες. Παιδιὰ ζηλευτὰ
σὲ ὅλους, δέκα. Τί μέρες εὐτυχίας ἦταν
ἐκεῖνες ποὺ πέρασα! Κι ὅμως πέρασαν
οἱ μέρες αὐτές. Πέρασαν σὰν τὸν κλέφτη
ποὺ ἀπέδρασε καὶ δὲν τὸν πῆρε εἴδηση
κανείς. «Ἀπέδρασαν καὶ οὐκ εἴδοσαν»
(θ΄ 25). Σὰν καπνὸς πέρασαν. Καὶ τώρα;
Ποιὸς μὲ ξέρει; Ποιὸς θυμᾶται τί ἤμουν;
Κανένα ἴχνος πίσω μου. Ὅλα παρῆλθαν,
ἔφυγαν, ὅπως τὸ καράβι περνᾶ στὴ θά-
λασσα, τὴν ταράζει, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο δὲν  ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει τὸ πέρασμά του!
Τί σοφὰ λόγια! Καράβι ἡ ζωή μας, τὸ
πέρασμά μας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν. Εἴτε
βαρκούλα εἶναι ἡ ὕπαρξή μας, μικρὴ καὶ
ταπεινὴ καὶ ἀπαρατήρητη, μόλις ποὺ ν’
ἀφήνει πίσω της μιὰ λεπτὴ γραμμή, εἴτε
ὑπερωκεάνιο, ν’ ἀναστατώνει τὰ νερὰ ἀπ’ τὸν βυθό, νὰ δημιουργεῖ μεγάλα κύματα, νὰ κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του παντοῦ τριγύρω, νὰ δημιουργεῖ θόρυβο καὶ
ἀναστάτωση στὸ πέρασμά του, τελικὰ
τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἴδιο. Σὲ λίγα λεπτὰ ἡ
γραμμὴ ἔσβησε. Τὰ νερὰ ἔκλεισαν. Ἡ θάλασσα ἠρέμησε. Τὸ καράβι χάθηκε πιά.
Ἄλλα καράβια θά ’ρθουν ν’ ἀναστατώ-
σουν πάλι τὴ θάλασσα, κι ἄλλα κι ἄλλα.
Κανένα, ὅσο μεγάλο κι ἂν εἶναι, ὅσο γε-
ρό, ὅσο δυνατὴ μηχανὴ κι ἂν ἔχει, ὅσο
ἐκτόπισμα, δὲν θὰ καταφέρει ν’ ἀφήσει
πίσω του μόνιμα χαραγμένη στὸ νερὸ τὴ
γραμμὴ πλεύσεώς του.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου!
Καταλαβαίνεις τώρα, ἀδελφέ, τὸ βαθὺ
συμβολισμὸ τῆς εἰκόνας αὐτῆς ποὺ φέρ-
νει ὁ Ἰώβ; Ἴσως ἡ καλύτερη ἑρμηνεία τῆς
συμβολικῆς αὐτῆς παραστάσεως νὰ εἶναι
τὰ σοφὰ λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ ποὺ ἀκοῦμε
στὴ νεκρώσιμη Ἀκολουθία: «Ποῦ ἐστιν ἡ
τοῦ κόσμου προσπάθεια;...». Ποῦ εἶναι,
λέει, ἡ πληθωρικὴ δραστηριοποίηση καὶ
ἔντονη κινητικότητα τοῦ κόσμου; Ποῦ
εἶναι ἡ φαντασμαγορία τῶν μάταιων, κο-
σμικῶν πραγμάτων; Ποῦ εἶναι τὸ χρυσά-
φι καὶ τὸ ἀσήμι; Ποῦ εἶναι ἡ πλημμύρα καὶ
ὁ θόρυβος τῶν ὑπηρετῶν καὶ παρατρε-
χάμενων τῶν σπουδαίων κατὰ κόσμον
ἀνθρώπων; «Πάντα κόνις, πάντα τέφρα,
πάντα σκιά...». Συγκλονιστικὰ λόγια.
Πραγματικά, «πάντα ματαιότης τὰ ἀν-
θρώπινα...».
Ὑπάρχει ὅμως μία λεπτομέρεια: «...ὅσα
οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον». Αὐτὰ εἶναι τὰ  μάταια. Τὰ γήινα, τὰ πρόσκαιρα, τὰ φθαρτά, τὰ χωματένια, ὅσα δὲν εἶναι τέτοια ποὺ  νὰ ἀκολουθοῦν μετὰ θάνατον. Διότι ὑπάρχουν ἔργα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐργαστεῖ ὁ
ἄνθρωπος σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή, τὰ ὁποῖα
ὅμως μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν
μάταιο αὐτὸν κόσμο θὰ τὸν συνοδεύουν.
«Τὰ δὲ ἔργα αὐτοῦ ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτοῦ»  (Ἀποκ. ιδ΄ 13). Ὅ,τι ἔχει προοπτικὴ αἰώνια, ὅ,τι εἶναι «ἐν τῷ Θεῷ εἰργασμένον»
(πρβλ. Ἰω. γ΄ 21), στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ  μὲ τὴ Χάρη του καὶ γιὰ τὴ δόξα του, αὐτὸ  ἔχει ἀξία αἰώνια, μένει στὸν αἰώνα. Ὅλα  τὰ ἄλλα, ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων, τὰ χειροκροτήματα, οἱ ἐπευφημίες, οἱ τιμές, οἱ προβολεῖς τῆς δημοσιότητος, ἡ χλιδή, ὁ πλοῦτος, ὅλα χαμένα πράγματα εἶναι. Περνοῦν
μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα,
τοῦ ἀπατεώνα, καὶ χάνονται, πᾶνε.
«Ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία...»!
Ἂς ζοῦμε στὴ γῆ ὡς πάροικοι, περαστι-
κοί, φευγαλέοι. Ἡ ζωὴ περνᾶ. Ἡ ὕπαρξή
μας σὰ σκιὰ φεύγει. Σὰν καράβι γλιστρᾶ
πάνω στὴ θάλασσα τοῦ κόσμου. Τὸ κα-
ράβι περνᾶ, χάνεται. Μένει ὅμως κάτι.
Μένει τὸ φορτίο του, ποὺ θὰ τὸ ἀποθέσει
σὲ κάποια ἀκτή. Τί θά ’ναι τὸ φορτίο αὐτό;
Ἐὰν εἶναι ἔργα ἀγαθά, αὐτὰ θὰ μένουν
ὄχι μόνον «εἰς μνημόσυνον» τοῦ ἀνθρώ-
που ποὺ τὰ ἄφησε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέ-
λεια καὶ πρόοδο τοῦ κοινωνικοῦ συνό-
λου. Ἂν εἶναι πονηρά, τότε καὶ στὸν κό-
σμο αὐτὸ βλάβη καὶ μολυσμὸ ἄφησε τὸ
καράβι τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ποὺ
πέρασε καὶ ἔφυγε...
Ἔφυγε πιὰ καὶ τώρα πλέει γιὰ τὸν ὠκε-
ανὸ τῆς αἰωνιότητος. Ἐκεῖ ποὺ ὅλα θὰ
βροῦν τὴ θέση καὶ τὴν ἀξία ποὺ τοὺς ἁρ-
μόζει...Ο ΣΩΤΗΡ2047