«Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπὶ ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσει Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ» (Ἐξ. κ΄ [20] 7). Νὰ μὴν παίρνεις στὸ στόμα σου τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου γιὰ μάταιες καὶ μηδαμινὲς ὑποθέσεις σου ἢ γιὰ νὰ καλύπτεις τὶς ἁμαρτωλὲς ἐνέργειές σου. Διότι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, θὰ θεωρεῖ ἀκάθαρτο, μολυσμένο καὶ ἔνοχο καθέναν ποὺ χρησιμοποιεῖ χωρὶς σεβασμὸ τὸ Ὄνομά Του.
Ἡ τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου τονίζει τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἀπαγορεύει τὴν «ἐπὶ ματαίῳ», δηλαδὴ τὴν πρόχειρη, τὴν μηδαμινή, τὴν ἀνευλαβή, τὴ χωρὶς σοβαρὸ λόγο ἀναφορὰ καὶ χρήση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὄνομα εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τὸ πρόσωπο. Δὲν μποροῦμε νὰ προφέρουμε τὸ ἅγιον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ πρόχειρα καὶ μηδαμινὰ πράγματα, διότι αὐτὸ σημαίνει ἔλλειψη φόβου Θεοῦ, ἔλλειψη ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό. Εἶναι αὐθάδεια, προσβολὴ τοῦ ἁγίου Ὀνόματός Του. Βαρύτερη ἐκτροπὴ τῆς «ἐπὶ ματαίῳ» ἀναφορᾶς τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ ὁρκιζόμαστε, γιὰ νὰ βεβαιώσουμε ὅτι αὐτὰ ποὺ λέμε εἶναι ἀληθινά. Πολλοὶ μάλιστα ἄνθρωποι, ἐνῶ ἔχουν ἁγνὲς ἀρχικὰ προθέσεις, στὴ συνέχεια παραβαίνουν τὸν ὅρκο τους καὶ γίνονται καὶ ἐπίορκοι. Ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία» Του, συμπληρώνοντας τὴν τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου, λέει ὅτι δὲν πρέπει καθόλου νὰ ὁρκιζόμαστε: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως» (Ματθ. ε΄ 34). Ἐγὼ σᾶς λέω νὰ μὴν ὁρκισθεῖτε καθόλου. Οὔτε στὸν οὐρανό, οὔτε στὴ γῆ, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, οὔτε στὴν κεφαλή σας, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὁ λόγος σας ναί, ὅταν πράγματι εἶναι ναί· καὶ ὄχι, ὅταν πράγματι εἶναι ὄχι: «Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 37). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἑρμηνεύοντας τὴν τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου, γράφει ὅτι, ὅποιος ὁρκίζεται ψευδῶς, παραβαίνει τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου ἰσοδυναμεῖ μὲ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. «Γι᾿ αὐτό», συνεχίζει, «νὰ μὴν ὁρκίζεσαι ποτέ, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγεις ὁλωσδιόλου τὸν ὅρκο, διότι ἀπὸ τὸν ὅρκο προέρχεται καὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου, ποὺ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συγκαταλέγει τὸν ἐπίορκο μὲ τοὺς ἁμαρτωλούς» (ΕΠΕ 8, 491). Ὁ ψεύδορκος ἁμαρτάνει δύο φορὲς ἀπέναντι στὸν Θεό, ἀφοῦ Τὸν ἐπικαλεῖται ὡς μάρτυρα ὅτι θὰ πεῖ τὴν ἀλήθεια, τὴν ὥρα ποὺ λέει ἀσύστολα ψέματα. Δὲν φθάνει ποὺ ψεύδεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, προσθέτει στὴ μιὰ παράβαση ποὺ κάνει, καὶ ἄλλη ἀκόμη πιὸ βαριά. Ἐπίσης, βαρύτατη ἐκτροπὴ ἀσεβείας καὶ προσβολῆς τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ βλασφημία. Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι ἀντὶ νὰ δοξάζουν καὶ νὰ εὐχαριστοῦν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους, τὸν Κύριο καὶ Θεό τους, τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτή τους, ἀνοίγουν τὸ ἀπύλωτο στόμα τους καὶ Τὸν ὑβρίζουν. Βλασφημοῦν τὰ θεῖα, τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους, χωρὶς νὰ ντρέπονται γι᾿ αὐτὸ ποὺ κάνουν. Καὶ οἱ κυβερνήσεις ψηφίζουν νόμους γιὰ νὰ μὴ διώκεται ποινικὰ ἡ βλασφημία, καταπατώντας τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀσέβεια ἀπ᾿ αὐτήν; Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι, ὅποιος βλασφημεῖ τὰ θεῖα, «εἰς αὐτὴν ἀσεβεῖ τὴν θεότητα». Ἀσεβεῖ στὴ Θεότητα ὁ βλάσφημος. Τέλος, μεγάλη ἀσέβεια στὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματός Του ἀπὸ μάγους, ποὺ ὑπηρετοῦν πονηρὰ πνεύματα. Νὰ θυμηθοῦμε τὴ δαιμονισμένη νεαρὴ δούλη τῶν Φιλίππων ποὺ κατείχετο ἀπὸ πνεῦμα πύθωνος. Ὅταν εἶδε τοὺς ἁγίους ἀποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα, ἔλεγε: «οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας» (Πράξ. ις΄ [16] 17). Ἡ ἐνέργειά της, ὅπως καὶ ὅλων τῶν μάγων ποὺ χρησιμοποιοῦν εἰκόνες καὶ κομποσχοίνια καὶ ἐπικαλοῦνται τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ κατέχονται ἀπὸ μαντικὸ πνεῦμα, δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Θεό. Δυστυχῶς ὀλισθαίνουμε οἱ ἄνθρωποι σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐκτροπὲς τῆς ἀνευλαβοῦς χρήσεως τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Οἱ εὐλαβεῖς Ἰουδαῖοι ἀπέφευγαν νὰ προφέρουν τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς λέξεις Αἰώνιος, Ὕψιστος, Εὐλογητός, Ἅγιος. Ἀλίμονο, ἐὰν ἐμεῖς ἀναμειγνύουμε τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὰ ἀστεῖα μας· ἐὰν τὸ μπερδεύουμε μὲ τοὺς θυμούς μας· ἐὰν τὸ ποδοπατοῦμε μὲ τὶς ψευδορκίες μας· ἐὰν τὸ ὑβρίζουμε καὶ βλασφημοῦμε τὰ θεῖα. Ἂς μὴ θεωροῦμε ἀσήμαντες αὐτὲς τὶς ἐκτροπές. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι δὲν θὰ μείνουν ἀτιμώρητες. «Οὐ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ». Ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια καὶ διόρθωση, δὲν θὰ μᾶς καθαρίσει ὁ Κύριος. Θὰ θεωρεῖ ἀκάθαρτο, μολυσμένο καὶ ἔνοχο καθέναν ποὺ χρησιμοποιεῖ χωρὶς σεβασμὸ τὸ Ὄνομά Του.OΣΩTHΡ221331 Ιανουαρίου, 2023
04 Νοεμβρίου, 2021
ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΣ

«νυνί δε απόθεσθε ... βλασφηµίαν»
Όταν ο Θεός δηµιούργησε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ οµοίωσιν» Του, του παρεχώρησε τη δυνατότητα του προφορικού λόγου και µάλιστα του έδωσε την εντολή να ονοµατοδοτήσει τα άλογα ζώα. Με τον προφορικό λόγο ο άνθρωπος δοξάζει το Θεό, προσεύχεται σ’ αυτόν, δέεται, εκφράζει την µετάνοιά του: «Κύριε τα χείλη µου ανοίξης και το στόµα µου αναγγελεί την αίνεσίν Σου», και «πληρωθήτω το στόµα µου αινέσεως Σου, Κύριε , όπως υµνήσω την δόξαν Σου, όλην την ηµέραν την µεγαλοπρέπειάν Σου».
Όµως, αρκετές φορές η αποµάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, η διακοπή της κοινωνίας µαζί Του, η παράβαση του θείου θελήµατος, τον ωθεί στο να χρησιµοποιεί το λόγο του µε τρόπο απρεπή και αντίθετο προς το θέληµα του Θεού. Μία από τις µορφές αυτής της εφάµαρτης χρήσεως του λόγου είναι η βλασφηµία του ονόµατος του Θεού.
Η ασέβεια της βλασφηµίας
Η βλασφηµία αποτελεί βαρύτατη ασέβεια προς τον Θεό, εξύβριση του ονόµατός Του. Στην παλαιά Διαθήκη συνάπτεται µε το «ονοµάζειν το όνοµα Κυρίου» και τιµωρείται µε θάνατο: «ος εάν καταράσηται Θεόν, αµαρτίαν λήψεται, ονοµάζων δε το όνοµα Κυρίου θανάτω θανατούσθω λίθοις λιθοβολείτω, αυτόν πάσα η συναγωγή Ισραήλ... εν τω ονοµάσαι αυτόν το όνοµα Κυρίου, τελευτάτω» (Λευϊτ κδ΄ 15-16 ).
Στην Καινή Διαθήκη η βλασφηµία αποτελεί µεγάλη αµαρτία. Άλλες φορές τίθεται µε άλλα σοβαρά αµαρτήµατα: «έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισµοί οι κακοί εκπορεύονται, µοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεοναιξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλµός πονηρός, βλασφηµία, υπερηφανεία, αφροσύνη» (Μαρκ. ζ΄ 21-22), και άλλες φορές τίθεται παράλληλα προς την αµαρτία στο σύνολό της: «Αµήν λέγω υµίν ότι πάντα αφεθήσεται τοις υιοίς των ανθρώπων τα αµαρτήµατα και αι βλασφηµίαι όσας εάν βλασφηµήσωσιν» (Μαρκ. γ΄ 28). Ιδιαίτερα προβάλεται η βαρύτητα της βλασφηµίας του Θεού ή του ονόµατος του Θεού στην Αποκάλυψη: «Και (το θηρίον) ήνοιξε το στόµα αυτού εις βλασφηµίαν προς τον Θεόν, βλασφηµήσαι το όνοµα αυτού» (Αποκ. ιγ΄ 6), και «εκαυµατίσθησαν οι άνθρωποι καύµα µέγα, και εβλασφήµησαν τον Θεόν του ουρανού ... και ου µετενόησαν εκ των έργων αυτών (ις΄ 11).
Αποφυγή κάθε αφορµής βλασφηµίας
Επιπλέον, η Καινή Διαθήκη δεν προβάλλει µόνο το µέγεθος της ασέβειας του ανθρώπου προς τον Θεό που εκδηλώνεται µε τη βλασφηµία, αλλά και προτρέπει στην αποφυγή της βλασφηµίας: «πάσα πικρία και θυµός και οργή και κραυγή και βλασφηµία αρθήτω αφ’ υµών συν πάσι κακία» (Εφεσ. δ΄ 31) «τετύφωται, µηδέν επιστάµενος, αλλά νοσών περί ζητήσεις και λογοµαχίας, εξ ών γίνεται φθόνος, έρις, βλασφηµίαι, υπόνιαι πονηραί ... συ δε, ώ άνθρωπε του Θεού, ταύτα φεύγε» (Α΄ Τιµ. στ΄ 4,11). Ακόµη συνιστά την µη διάπραξη πράξεων που µπορούν να οδηγήσουν στη βλασφηµία του Θεού από τους άλλους, «το γαρ όνοµα του Θεού βλασφηµείται εν τοις έθνεσι» (Ρωµ. β΄ 24). Τέλος, από τους Πατέρες της Εκκλησίας σηµειώνουµε τη σύντοµη αλλά περιεκτική παρατήρηση του ιερού Χρυσοστόµου: «Οι βλασφηµούντες... την οικείαν λυµαίνονται σωτηρίαν» (Περί ακαταλύπτου, 3,1). Αδελφοί µου, η βλασφηµία είναι πράξη παράλογη, σχιζοφρενική. Γι’ αυτό ας την αποφεύγουµε και «εν ενί στόµατι και µιά καρδία» ας δοξάζουµε και ας τιµουµε «το πάντιµον και µεγαλοπρεπές όνοµα » του Τριαδικού Θεού. Αµήν. Αρχιµ. Θ. Απ.
http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/fk/fk.asp?content=content&main=2001.htm
11 Μαΐου, 2020
Όταν κάποιος βλαστημάει, τι πρέπει να κάνουμε;
Ερώτηση που στάλθηκε στην ιστοσελίδα μας:
Όταν κάποιος βλαστημάει, τι πρέπει να κάνουμε; Πρέπει να του πούμε κάτι ή όχι; Αν έχει κάποια δυσκολία; Αν είναι εκνευρισμένος; Αν το λέει απλά έτσι; Αν τον ξέρουμε ή όχι, πρέπει να φερθούμε ανάλογα;
Η απάντηση της ιστοσελίδας μας:
Δυστυχώς θα ακούσουμε στην πορεία της ζωής μας ανθρώπους γύρω μας να βλασφημούν. Όλοι μας στενοχωριόμαστε όταν ακούμε κάποιον να αναφέρεται υβριστικά σε ό,τι πιο ιερό υπάρχει, στον ίδιο τον Δημιουργό και Θεό μας, ή στο πρόσωπο της Παναγίας μας, ή σε οτιδήποτε άλλο ιερό. Εκείνη τη στιγμή δικαιολογημένα σκεφτόμαστε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, πώς να αντιδράσουμε, αν πρέπει να αντιδράσουμε. Καταρχήν οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχουν “πρέπει” στην προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος. Η στάση μας απέναντι σ’ ένα τέτοιο περιστατικό υπαγορεύεται από δύο μεγάλες αρετές που χαρακτηρίζουν την αληθινή ορθόδοξη ζωή, τη ΔΙΑΚΡΙΣΗ και την ΑΓΑΠΗ προς το συνάνθρωπο.
Ας ξεκινήσουμε απ’ το δεύτερο. Είναι δεδομένο ότι κάθε μας κίνηση προς τον άλλον, κάθε μας λόγος, κάθε μας πράξη διέπεται από την ανιδιοτελή αγάπη μας προς αυτόν. Αυτό δεν αλλάζει οποιοσδήποτε κι αν είναι απέναντί μας, είτε αυτός είναι φίλος ή γνωστός, είτε είναι άγνωστος, είτε μας αγαπάει είτε μας μισεί. Όποιος βιώνει την αγάπη του Θεού στη ζωή του αγαπάει και τους πάντες γύρω του. Έτσι όταν βλέπει ή ακούει κάτι άσχημο, και στην προκειμένη περίπτωση ακούει κάποιον να βλασφημεί, η οποιαδήποτε αντίδρασή του ή μη αντίδρασή του εκπορεύεται από την αστείρευτη πηγή της αγάπης. Δεν υπάρχουν «συνταγές» για το τι ακριβώς πρέπει να κάνει κανείς. Η αγάπη σου θα σου υπαγορεύσει εν πρώτοις πως θα αντιδράσεις, αν θα μιλήσεις, τι θα πεις, ή αν δεν θα μιλήσεις καθόλου.
Το πρώτο είναι η αγάπη. Ύστερα έρχεται η διάκριση. Κι αν τα πράγματα φαίνονταν δύσκολα λίγο πιο πάνω εδώ θα γίνουν δυσκολότερα! Τι εννοούμε; Δεν αρκεί μόνο η αγάπη. Η αγάπη είπαμε είναι η πηγή των λόγων και των πράξεων μας. Το φίλτρο απ’ το οποίο θα περάσουν αυτά όμως είναι η διάκριση. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι το αν θα αντιδράσω ή όχι και το πως, θα το κρίνω λαμβάνοντας υπ’ όψιν μου τα δεδομένα που έχω μπροστά μου. Και όταν λέμε δεδομένα εννοούμε το χώρο που βρισκόμαστε, την ψυχική κατάσταση του άλλου, τη θέση τη δική μου και τη θέση του άλλου που βλασφημεί (π.χ. είμαι μαθητής και είναι δάσκαλος), τη σχέση μας (είμαστε φίλοι ή είναι ένας άγνωστος στο δρόμο), ποιοι άλλοι είναι γύρω μας, αν το κάνει από συνήθεια ή συνειδητά και εν τέλει αν είμαι σε θέση να πω κάτι που θα τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει το λάθος του ή θα κάνω τα πράγματα χειρότερα. Σίγουρα μια οργισμένη αντίδραση δεν βοηθάει, πιθανότατα θα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Είναι καλό να καταλάβει ο άλλος ότι η αντίδρασή μου υποκινείται από αγάπη γι’ αυτόν και όχι από μένος διότι άκουσα να βρίζει αυτό που ΕΓΩ πιστεύω, διότι προσβλήθηκα δηλαδή. Ίσως χρειαστεί απλά να σιωπήσουμε κάποιες φορές. Και τότε όμως δεν σημαίνει ότι δεν αντιδρούμε. Ποιος θα πει ότι η προσευχή δεν αντίδραση; Ας πούμε ένα «Κύριε ελέησον» για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Αγάπη και διάκριση λοιπόν. Αυτά τα δυο μας χρειάζονται για να καταλάβουμε αν και πως θα αντιδράσουμε όταν κάποιος βλασφημεί. Αυτά αποκτώνται βέβαια με προσωπικό αγώνα.
https://agonistes.gr/2016/05/16
17 Φεβρουαρίου, 2019
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Πετροβολᾶς τὸν οὐρανὸ
Ἕνα πρωινὸ πῆγε νὰ βάλει μπρὸς τὸ τρακτέρ του γιὰ νὰ πάει νὰ ὀργώσει, ἡ μηχανή του ὅμως ἄναβε λίγο καὶ ξανάσβηνε. Προσπάθησε πολλὲς φορὲς χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα. Πάνω στὰ νεῦρα του ἄρχισε νὰ κλωτσάει τὶς ρόδες τοῦ τρακτὲρ καὶ νὰ βλασφημάει χυδαῖα τὰ θεῖα.
Στὸ διπλανὸ σπίτι μένει ἡ κ. Γλυκερία. Εἶναι ἄνθρωπος θεοφοβούμενος. Μαζὶ μὲ ἄλλες κυρίες τῆς Ἐκκλησίας ἐπισκέπτονται ἀσθενεῖς, βοηθοῦν ἀπὸ τὸ ὑστέρημά τους ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βοηθείας, παρακολουθοῦν κηρύγματα καὶ ὁμιλίες. Καὶ ἄλλες φορὲς τὸν ἄκουσε νὰ βρίζει καὶ μάλιστα τὰ θεῖα, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ξεπέρασε κάθε ὅριο. Ἀναγκάστηκε νὰ κλείσει τ’ ἀφτιά της γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀκούει. «Δὲν μπορεῖ νὰ συνεχισθεῖ αὐτὴ ἡ κατάσταση», εἶπε μέσα της, «μ’ αὐτὸν τὸν δυστυχισμένο ἄνθρωπο». Ἄρχισε νὰ προσεύχεται θερμὰ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας νὰ τὸν συγχωρήσουν καὶ νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ κόψει αὐτὴ τὴν κακὴ συνήθεια. Σκέπτεται ἀκόμη μὲ πρώτη εὐκαιρία νὰ τοῦ προμηθεύσει σχετικὰ ἔντυπα καὶ νὰ τοῦ πεῖ καὶ κάτι γι’ αὐτὸ τὸ θέμα.
Ὁ κυρ-Γιώργης τὴν ἐκτιμᾶ πολύ, καθὼς καὶ τὸν καλὸ σύζυγό της. Χρόνια γειτόνοι στὸ χωριὸ καὶ ποτὲ δὲν ἀντάλλαξαν βαριὰ λέξη. Πάντοτε ἀλληλοεξυπηρετοῦνται. Μιὰ μέρα ποὺ ὁ καιρὸς ἦταν βροχερός, ἡ κ. Γλυκερία σκέφθηκε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ. Πολλὲς φορὲς ἔπιναν μαζὶ τὸν καφέ τους. Ὁ ἀδελφός της ἀσχολεῖται μὲ τὰ μελίσσια καὶ τῆς ἔχει φέρει μέλι μαζὶ μὲ κηρήθρα. Κόβει ἕνα κομμάτι, τὸ συσκευάζει καλὰ σ’ ἕνα βαζάκι, γιὰ νὰ τὸ δοκιμάσουν κι αὐτοί.
–Κυρ-Γιώργη, ὁ ἀδελφός μου μὲ τὰ μελίσσια του φέτος πῆγε πολὺ καλά. Εἶχε καλὴ ἀνθοφορία καὶ ἔχει μαζέψει πολὺ καὶ καλὸ μέλι. Σᾶς ἔφερα λίγη κηρήθρα ἀπ’ αὐτὴ ποὺ μοῦ ἔδωσε, γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσετε.
Εὐχαριστήθηκαν πολὺ αὐτὸς καὶ ἡ σύζυγός του. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἦρθε ὁ δίσκος μὲ τοὺς καφέδες καὶ ἄρχισε ἡ συζήτηση.
–Καὶ σὲ μᾶς φέτος τὰ χωράφια ἔδωσαν καλὴ σοδειά. Εἴχαμε βρεῖ αὐτὴ τὴ φορὰ καλὸ σπόρο. Βοήθησε ἀκόμη καὶ τὸ συχνὸ πότισμα ἀπὸ τὸ ἄφθονο νερὸ τῆς γεώτρησης, καθὼς καὶ ὁ καλὸς καιρός.
–Νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, κυρ-Γιώργη, γιατὶ ὄχι μόνο μᾶς ἀνέχεται παρὰ τὶς πολλές μας ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ μᾶς εὐλογεῖ μὲ ἁπλοχεριὰ ὁ Μεγαλοδύναμος!
–Ἔτσι εἶναι, κυρία Γλυκερία. Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεσαι, κάποιο καλὸ λόγο ἔχεις νὰ μᾶς πεῖς.
–Κυρ-Γιώργη, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, δὲν εἶναι δικά μου λόγια. Τὰ ἀκούω στὶς ὁμιλίες ποὺ πηγαίνω καὶ τὰ διαβάζω σὲ καλὰ βιβλία ποὺ προμηθεύομαι ἀπὸ ἐκεῖ. Ἔφερα καὶ σὲ σᾶς κάνα-δυὸ μικρὰ φυλλάδια. Νὰ τὰ διαβάσετε, ὅταν βρεῖτε λίγη εὐκαιρία.
–Ποῦ νὰ βρεῖ κανεὶς χρόνο; ἀπάντησε κουνώντας τὸ κεφάλι του ὁ κυρ- Γιώργης.
Τὰ πῆρε στὰ χέρια του. Τὸ ἕνα ἔγραφε γιὰ τὴ βλαφημία, τὸ ἄλλο γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό.
–Αὐτὰ εἶναι γιὰ μένα. Ξέρεις ὅτι ἡ γυναίκα μου δὲν χάνει ποτὲ ἐκκλησία. Ἐγὼ τὶς μεγάλες γιορτὲς μόνο. Γιὰ τὴ βλασφημία τί νὰ πῶ, ἔγινε κακὴ συνή- θεια.
–Ὅλες οἱ κακὲς συνήθειες, ἐὰν θέλουμε, μποροῦν νὰ κοποῦν. Νὰ σοῦ πῶ, κυρ-Γιώργη, κάτι ποὺ ἄκουσα σὲ μιὰ ὁμιλία ἀπὸ ἕνα θεολόγο. Μᾶς εἶπε ὅτι αὐτὸς ποὺ βλασφημεῖ τὰ θεῖα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ πετροβολᾶ τὸν οὐρανό. Ἡ πέτρα ὅμως θὰ ξαναγυρίσει πίσω καὶ θὰ πέσει στὸ κεφάλι του ἢ γύρω ἀπ’ αὐτόν.
–Δηλαδὴ τί ἐννοεῖς;
–Μᾶς τὸ ἐξήγησε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μακρόθυμος καὶ φιλεύσπλαχνος καὶ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο. Παραχωρεῖ ὅμως μερικὲς φορὲς γιὰ τὴ βαριὰ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας ποὺ κάνει, νὰ πάθει κάτι κακὸ αὐτὸς ἢ τὰ παιδιά του, προκειμένου νὰ καταλάβει τὸ λάθος του καὶ νὰ μετανοήσει. «Ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Καὶ ἄλλα πολλὰ μᾶς εἶπε.
–Πές τα, Γλυκερία μου, ἐπεμβαίνει ἡ σύζυγός του. Τοῦ τὰ λέω καὶ γώ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀκούει. Ἔχουμε παιδιά, ἔχουμε ἐγγόνια. Προχθὲς ἔγινε θηρίο
ἀνήμερο καὶ δὲν ἤξερε τί ἔλεγε, ἐπειδὴ δὲν ἔπαιρνε μπρὸς τὸ τρακτέρ.
–Νὰ μὲ συγχωρέστε, βρίζω χωρὶς νὰ τὸ θέλω.
–Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέσει ὅλους μας, κυρ-Γιώργη, γιατί ὅλοι φταῖμε σὲ κάτι, εἶπε ἡ πιστὴ Γλυκερία.
Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, συνέχισε τὴ θερμὴ προσευχή της. Ὁ κυρ- Γιώργης σκέπτεται καὶ ξανασκέπτεται τὸ λόγο ποὺ τοῦ εἶπε ἡ καλὴ γειτόνισσά τους: «Αὐτὸς ποὺ βρίζει τὰ θεῖα πετρο- βολᾶ τὸν οὐρανό, καὶ ἡ πέτρα θὰ πέσει στὸ κεφάλι του ἢ γύρω ἀπ’ αὐτόν».
Διάβασε καὶ τὸ σχετικὸ φυλλάδιο. Πῆρε ριζικὴ ἀπόφαση καὶ ἀπὸ ’κείνη τὴν ἡμέρα σταμάτησε νὰ βλασφημάει. Κάνουν τὸ σταυρό τους καὶ δοξάζουν τὸν Θεὸ στὸ σπίτι καὶ ἡ κυρία Γλυκερία γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε στὸν κυρ-Γιώργη.
Ο ΣΩΤΗΡ 2038


