Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαγγελοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαγγελοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Αυγούστου, 2022

Ο ανιψιός του στρατηγού

Πηγή: Οι δαίμονες και τα έργα τους, Ιερά Μονή Παρακλητου, σελ. 457-460

Τον Οκτώβριο του 1913 ο επιτελάρχης του εθνικού στρατού στρατηγός Δούσμανης έστειλε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους έναν ανιψιό του δαιμονισμένο. Τον συνόδευαν δύο στρατιώτες. Σε συστατική επιστολή του προς τους πατέρες της μονής ο στρατηγός έγραφε : «Εδώ πατέρες εις την πατρίδα μου (Κέρκυρα) είναι το καλλίτερον ψυχιατρείον της Ελλάδος και έμεινεν εκεί ο ανιψιός μου αυτός Ιωάννης αλλά δεν είδομεν καμία βελτίωσιν, μας είπον δε και οι ιατροί ότι εξήντλησαν όλα τα μέσα της επιστήμης. Ως εκ τούτου απεφασίσαμεν να τον στείλωμεν εις τα άγια μέρη σας και παρακαλούμε να τον δεχτείτε και να του κάνετε ότι είναι δυνατόν πνευματικώς. Ίσως διʼ ευχών σας λυπηθεί ο Θεός και ημάς και αυτόν και τον κάμη καλά». Το μοναστήρι τον δέχτηκε τόσο από καθήκον όσο και από υποχρέωση προς το στρατηγό, που ήταν ένας από τους κύριους συντελεστές των νικηφόρων πολέμων του 1912-13 Τον πήγαν οι στρατιώτες ελαφρά δεμένο αλλά είπαν στους μοναχούς να τον προσέχουν γιατί παρουσιάζει τάσεις φυγής και δεν είχε επίγνωση του κινδύνου. Έτσι τον έκλεισαν σε ένα δωμάτιο του ξενώνα με παράθυρα σιδερόφραχτα. Εκεί πήγαιναν οι ιερείς και του διάβαζαν ευχές και εξορκισμούς. Συνήθως ήταν ήσυχος. Όταν όμως είχε κρίσεις φώναζε, βλαστημούσε και λυνόταν από τα δεσμά. Μια μέρα μάλιστα ο βαρκάρης της μονής τον έδεσε με ναυτικούς κόμπους αλλά και πάλι μέσα σε λίγα λεπτά λύθηκε. Όταν τον επισκέπτονταν κάποιος αδελφός συνήθιζε οδηγημένος από το δαίμονα να του αποκαλύπτει το παρελθόν του και ιδίως τις ανεξομολόγητες αμαρτίες του. Ήταν τότε αρχοντάρης κάποιος νέος μοναχός που είχε εργαστεί χρόνια σε ξενοδοχεία και εστιατόρια της Αθήνας. Αυτός λοιπόν του πήγαινε τα απαραίτητα αλλά άκουγε κάθε φορά… φιλιππικούς για την παλιά του αμαρτωλή ζωή. -Ορίστε μούτρα για μεγαλόσχημος καλόγερος! Δεν θυμάσαι βρε τι έκανες εκεί στα παγκάκια του Ζαππείου και στα ξενοδοχεία; 

Τέτοια του έλεγε και άλλα χειρότερα.

 -Δεν ξαναπάω εκεί, είπε κάποτε ταραγμένος ο αρχοντάρης σʼ ένα αδερφό. Θα πω στον γέροντα να στείλει άλλον. Κάθε φορά που με βλέπει με ρεζιλεύει. 

-Είναι αλήθεια όσα λέει ή γαβγίζει με τη συνέργια του δαίμονα; τον ρώτησε ο αδερφός. 

-Δυστυχώς είναι όπως τα λέει.

 -Δεν τα εξομολογήθηκες αυτά τα αμαρτήματα; -Όχι γιατί ντρέπομαι, απάντησε εκείνος στενάζοντας 

-Να πας αμέσως στον παπα-Νεόφυτο να εξομολογηθείς καταλεπτώς για να φύγει το βάρος από πάνω σου και να μην μπορεί ο δαίμονας να σε στηλιτεύει. 

Πραγματικά πήγε στο πνευματικό και εξομολογήθηκε. Επιστρέφοντας επισκέφθηκε πάλι τον δαιμονισμένο. Εκείνος μόλις τον είδε φώναξε :- -Τώρα θα σʼ αρχίσω πάλι από το εξώφυλλο του κατάστιχου και θα σου τα ψάλλω όπως πρέπει. Ξαφνικά όμως αγρίεψε και άρχισε να φωνάζει : -Δεν βλέπω τίποτα! Ποιος τα έσβησε; Ποιος σε συμβούλεψε; Τι να σου κάνω τώρα που δεν βλέπω τίποτε μέσα στο κατάστιχο; 

Ακούγοντας αυτά ο αδερφός, δόξασε το Θεό που οικονομεί τη σωτηρία μας με την εξομολόγηση. Όσο για τον Γιάννη, χάρη στις ευχές και στους εξορκισμούς των πατέρων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο στην εορτή των Αρχαγγέλων, 8 Νοεμβρίου. Και να πως : Η αγρυπνία μόλις είχε αρχίσει. 

-Σε λίγη ώρα, είπε ο ηγούμενος στους πατέρες, θα κατεβάσουμε στο ναό τον αδερφό Ιωάννη. Ας παρακαλέσουμε όλοι να τον λυπηθούν ο Θεός και οι άγιοι Αρχάγγελοι ώστε να απαλλαγεί από τα δεσμά του διαβόλου. 

Πραγματικά, ήρθε ο Γιάννης και κάθισε σε ένα στασίδι σχετικά ήσυχος. Στους Αίνους τον πήγανε να προσκυνήσει την εικόνα των αγίων Αρχαγγέλων. Όταν όμως τον έφεραν πίσω στη θέση του, φαινόταν ανήσυχος και σηκώνονταν να φύγει. Στο δοξαστικό του αρχαγγέλου Μιχαήλ «Όπου επισκιάσει η χάρις σου, Αρχάγγελε, εκείθεν του διαβόλου διώκεται η δύναμις…» ο Γιάννης πετάχτηκε και έφυγε σαν αστραπή. Βγαίνοντας από τη λιτή, όρμησε στον εξώστη που βλέπει στη θάλασσα και έχει ύψος εκατό μέτρα. Οι πατέρες έτρεξαν πίσω του τρέμοντας μην γκρεμιστεί. Ευτυχώς όμως τον πρόλαβαν στη καμάρα, μια θολωτή αψίδα σε μικρή απόσταση από τη λιτή, με τους αγίους Αρχαγγέλους ζωγραφισμένους δεξιά και αριστερά της. Εκεί στάθηκε ακίνητος. 

-Τι έπαθες Γιάννη; τον ρώτησαν λαχανιασμένοι. -Δεν έπαθα τίποτα. Έγινα καλά! Οι άγιοι Αρχάγγελοι με θεράπευσαν! 

Και αφού σταυροκοπήθηκε ασπάστηκε ευλαβικά τις εικόνες τους. Σε λίγες μέρες έφυγε από τη μονή υγιής. Αργότερα ο στρατηγός Δούσμανης έστειλε επιστολή με την οποία ευχαριστούσε τους πατέρες για τη θεραπεία του ανιψιού του.

http://www.paranormap.net/article/3091


04 Μαρτίου, 2022

Ελεγε ο Αγιορείτης Γεροντας Χαράλαμπος ο Κομποσκοινάς.......

Ελεγε ο Αγιορείτης γεροντας Χαράλαμπος ο Κομποσκοινάς.
Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής ήταν στην Αθήνα. Τότε πρωτογνώρισε μια γριούλα Μοναχή ονόματι Μακαρία, μικρασιάτισσα που καλογέρευε μόνη της σε ένα απέριττο φτωχικό σπιτάκι. Δεν υπήρχαν τότε Μοναστήρια. Ήταν ένας σωστός επίγειος άγγελος. Αξιώθηκα με την ευχή της, έλεγε, να δω κι εγώ ο άθλιος και πανάθλιος ουράνιους Αγγέλους. Αυτή η Γερόντισσα είχε μία εικόνα χάρτινη της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας, πολύ θαυματουργή που την είχε φέρει από την Μικρά Ασία.
Μια μέρα τότε στην κατοχή των Γερμανών με πήγε σε μια σπηλιά στα βουνά της Πεντέλης έξω από την Αθήνα, για να κάνουμε τριήμερο νηστεία και αγρυπνία και προσευχή για τις συμφορές της κατοχής , την πείνα, την γύμνια, τα βασανιστήρια της Γκεστάπο, για τους τόσους σκοτωμούς και [για] όσους υπέφεραν τότε πολλών πολλών ειδών κακουχίες. Μερικοί πέθαιναν και στον δρόμο απ’ την πείνα. .. Αυτά τα ξέχασαν τώρα οι Γερμανοί.
Την ημέρα είχαμε αναμμένο ένα καντηλάκι μπροστά στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας. Τη νύχτα το σβήναμε για να μην γίνουμε αντιληπτοί από τους Γερμανούς.** **Τη δεύτερη όμως νύχτα, εντελώς ξαφνικά, ένα αστραφτερό ουράνιο τόξο κύκλωσε την εικόνα της Παναγίας. Λάμψη και ακτινοβολία άλλο πράγμα, έξω απ’ τον γήινο κόσμο που ζούμε. Δεν άντεξα, έπεσα κάτω, διηγείται ο ίδιος, και άρχισα αμέτρητες στρωτές μετάνοιες. Δεν ξέρω πόσες έκανα. Κατάκοπος ακούμπησα στον βράχο της σπηλιάς και με κλειστά τα μάτια άρχισα να λέγω συνεχώς την Ευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Σε λίγο με φωνάζει η μοναχή και ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρυσα έκπληκτος υπερουράνιες υπάρξεις. Άγγελοι περνούσαν μπροστά από την εικόνα της Παναγίας. Από τη μια πλευρά της σπηλιάς έμπαιναν και από την άλλη έβγαιναν. Τι ομορφιά! Η ωραιότητα των Αγγέλων δεν περιγράφεται. -Τα έλεγε αυτά και έκλαιγε και αυτός που τα άκουσε και αυτός που τα διηγείτο.- Τα πρόσωπα ολοφώτεινα, ο χιτώνας φωτεινός. Τα μαλλάκια τους όμορφα ριγμένα προς τα πίσω, οι φτερούγες ανοιχτές. Μόλις έφταναν στην εικόνα της Παναγιάς μάζευαν τις φτερούγες, σταύρωναν τα χέρια και προσκυνούσαν την Θεοτόκο.
Έκλεισα τα μάτια γιατί δεν θεωρούσα τον εαυτό μου άξιο να βλέπει Αγγέλους και μάλιστα μπροστά σε αυτήν την ουράνια πορεία που είχαν. Έμοιαζαν όλοι, ελάχιστα διέφεραν απλώς και μόνο για να δείχνουν ότι είναι διαφορετικά πρόσωπα ο ένας από τον άλλον, ενώ ήσαν κατά πάντα ίδιοι. Δεν σκέφτηκα να παρακαλέσω εκείνη την ώρα την Παναγία να δώσει ευλογία να μου πουν τα ονόματά τους, αφού τα είχα χάσει. Εκείνη την ώρα δεν σκέπτεσαι τίποτα, μόνο κοιτάζεις, χαίρεσαι, απορείς, θαυμάζεις και νοιώθεις απέραντη απέραντη ευτυχία. Ο φόβος εξαφανίζεται. Πέρασαν και Αρχάγγελοι οι οποίοι ξεχώριζαν λίγο από τους Αγγέλους. Αυτοί είχαν κάτι ρίγες χρυσές πάνω στο ένδυμά τους.
Θεέ μου και Κύριέ μου, ανεφώνησα, όντως Σε υπεραξίζει να περιβάλλουν τον ουράνιο θρόνο Σου τέτοιες εξαίσιες, ακτινοβολούσες, ουράνιες υπάρξεις. Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε, ουράνια και επίγεια. Τι ομορφιά ήταν αυτή Θεέ μου! Τι ομορφιά! Τι κάλλος! Τι Θεία ευφροσύνη από την άφθαρτη εκείνη ωραιότητα των Αγγέλων!
Αυτή είναι η Πίστις μας. ...
Και τότε ξαφνικά, μου είπε.........(ο π. Θεόφιλος, τον ρώτησε αν είδε ποτέ και δαίμονες).
Φυσικά, λέει(ο π.Χαραλαμπος). Όπως συμβαίνει και σε κάθε πιστό Χριστιανό που αγωνίζεται με την καρδιακή προσευχή, με το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, αλλά με πίστη δυνατή και συγχρόνως με ταπείνωση.
Να, κι εχθές το βράδυ είχε έρθει ένας και με ενοχλούσε συνεχώς και δεν μ’ άφηνε να λέω την Ευχή, ούτε και να κοιμηθώ, να γείρω να ξεκουραστώ λιγάκι έστω και 10 λεπτά. Τίποτα. Κάποια στιγμή μου λέγει ο δαίμονας,
– Μην λες αυτό το όνομα, μην τραβάς αυτό το σχοινί -εννοούσε το κομποσχοίνι- κι εγώ δεν θα σε ξαναπειράξω ποτέ, ούτε και όταν πεθάνεις.
– Ουστ από δω κοπρόσκυλο, του είπα. Εγώ την ευχή θα την λέγω, γιατί προσκυνώ και πιστεύω στην σωτηρία και στην παντοδυναμία του ονόματος του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και στο Πανάγιον Όνομά Του σε επιτιμώ να εξαφανιστείς αμέσως από μπροστά μου, αφού δεν έχεις καμμιά εξουσία. Κι εξαφανίστηκε.
Άλλοτε πάλι μόνο με το ''Θεοτόκε Παρθένε Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία'', όπως συνέβαινε και με τον μοναχο του Ιωαννη που αναφέραμε προηγουμένως, οι δαίμονες εγίνοντο άφαντοι αφήνοντας πίσω τους μια απαίσια βρωμιά. Την δυσωδία όμως των δαιμόνων την διέλυε αμέσως η ευωδία του Παναγίου Πνεύματος. Έχουν όμως μια άγρια μούρη, πα, πα, πα, πα, πολύ απαίσια. Όταν ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να σηκωθεί απ’ τις σανίδες που ήταν ξαπλωμένος, έπαιρνε το μπαστούνι του και λέγοντας την ευχή τους κτυπούσε με αυτό. Συνήθως έλεγε «δεν τους χωνεύω καθόλου».
Κάποτε είπε στον π. Θεόφιλο που του διηγείτο όλα αυτά το εξής. Να λέγεις την Ευχή συνεχώς μέρα-νύχτα και πότε-πότε να παρακαλείς και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και κείνοι θα έρχονται και θα σε σκεπάζουν με τις φτερούγες τους. Όμως κι εσύ να φυλάγεσαι όσο μπορείς. Γι’ αυτό, ανύστακτη η προσοχή σου στους λογισμούς σου, στη γλώσσα σου, στις αισθήσεις σου. Και λέγοντας την Ευχή από το βάθος της καρδιάς σου, θα χορτάσεις Χριστόν.
Θα χορτάσεις Χριστόν, όπως είπε και κάποιος όταν κοινώνησε. Χόρτασα Χριστόν. Θεέ μου χόρτασα. ΧΟΡΤΑΣΑ. Για μέρες θα μπορώ να φωνάζω, δεν πεινώ, δεν διψώ. Χόρτασα. Μόνο όσοι το ένοιωσαν μπορούν να καταλάβουν αυτήν την λέξη. Χόρτασα.
Και μετά θα έρθουν τα γλυκά τα δάκρυα, τα χαρισματικά και θα πλημμυρίσεις από ουράνια αγαλλίαση και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας σου. Μόνο στην Θεία Του μακροθυμία και ευσπλαχνία προσβλέπουμε, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς.
Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος• ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί.
Σωστό. Ο Κύριος είναι οικτίρμων και ελεήμων. Ας προσέχουμε όλοι διότι παρακάτω λέγει επί τους φοβουμένους αυτόν. Είναι ελεήμων και μακρόθυμος αλλά όχι σε αυτούς που ζουν χωρίς φόβον και ξεδιάντροπα και μακριά από την Εκκλησία και τα Μυστήριά Της. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός που προσεύχεται αληθινά, που συμμετέχει στα Μυστήρια και προπαντός στην μετάνοια και στην Θεία Κοινωνία, ποτέ δεν είναι μόνος του, πάντα μαζί του είναι ο Χριστός, η Παναγία και ο Άγγελός του. Αρκεί να λέγει την ευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με
Hlias Daslis

08 Απριλίου, 2021

Το Θαύμα της Μονής Δοχειαρίου

Στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Γ΄ του Βοτανειάτη (1078-1081), ησύχαζε στο Άγιον Όρος. στην τοποθεσία Δάφνη, ο μοναχός Ευθύμιος με την συνοδεία του. Ύστερα όμως από επιδρομή των Σαρακηνών, αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη θέση που βρίσκεται σήμερα η μονή Δοχειαρίου. Αυτοί έχτισαν εκεί τη μονή.

Τον Ευθύμιο διαδέχθηκε ο ανιψιός του Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος είχε στον κόσμο μεγάλη περιουσία, που τη διέθεσε τώρα για να χτίσει εκκλησία και ν’ ασφαλίσει τη μονή με τειχόκαστρο και πύργο. Ήταν όμως λυπημένος, γιατί τα χρήματά δεν επαρκούσαν για την αγιογράφηση του ναού. Ζήτησε τότε τη βοήθεια του Θεού, κι Εκείνος απάντησε με το ακόλουθο θαύμα:

Εξήντα μίλια από το Άγιον Όρος, στο νησί Λόγγος, είχε η μονή ένα μετόχι, κι εκεί κοντά βρισκόταν στύλος αρχαίος με την επιγραφή: «Όποιος με χτυπήσει στο κεφάλι, θα βρει χρυσάφι άφθονο».

Πολλοί δοκίμαζαν, πετώντας πέτρες στην κορυφή του στύλου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Κάποτε ένας εικοσάχρονος νέος, εργάτης στο μετόχι της μονής αφού συλλογίστηκε πολύ, αποφάσισε να σκάψει στο σημείο όπου έπεφτε η σκιά της κορυφής του στύλου με την ανατολή του ήλιου. Καθώς έσκαβε, βρήκε μια μαρμάρινη πλάκα, και κάτω απ’ αυτήν ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο γεμάτο χρυσά νομίσματα.

Χαρούμενος για το εύρημα, σκεπάζει το δοχείο και τρέχει στο μοναστήρι.

-Γέροντα, λέει εμπιστευτικά στον ηγούμενο Νεόφυτο, βρήκα χρυσάφι πολύ στο μετόχι μας. Δώσε ευλογία να έρθουν μοναχοί, για να το φέρουμε στο μοναστήρι.

Ο ηγούμενος κάλεσε τρεις μοναχούς, που, με οδηγό το νέο, πήγαν, έβγαλαν το χάλκωμα μαζί με το μάρμαρο που το σκέπαζε, μπήκαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το μοναστήρι.

Οι μοναχοί όμως δεν άντεξαν στον πειρασμό. Σκέφτηκαν να ρίξουν τον εργάτη στη θάλασσα και ν’ αρπάξουν το χρυσάφι.

Έτσι κι έκαναν. Όταν άρχισε να βραδιάζει, έδεσαν το μάρμαρο στο λαιμό του νέου και τον πέταξαν στη θάλασσα. Εκείνος ενώ βυθιζόταν, φώναξε:

– Άγιοι αρχάγγελοι σώστε με!

Αμέσως παρουσιάστηκαν οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ σαν αετοί χρυσόφτεροι, τον άρπαξαν από το βυθό και τον μετέφεραν αστραπιαία μέσα στην εκκλησία του Δοχειαρίου.

Οι μοναχοί, στο μεταξύ, μοιράστηκαν το χρυσάφι, το έκρυψαν έξω από το μοναστήρι και οι ίδιοι έμειναν στον αρσανά.

Ο νέος, μέσα στην εκκλησία, από το φόβο του κοκάλωσε και αποκοιμήθηκε.

Όταν σήμανε ο όρθρος και πήγε ο εκκλησιαστικός ν’ ανοίξει την εκκλησία, είδε μέσα το νέο και τρόμαξε. Τρέχει τότε στον ηγούμενο και του λέει:

-Γέροντά μου, είδα ένα φάντασμα στην εκκλησία και δεν μπορώ να μπω.

-Μη φοβάσαι, του απαντάει εκείνος. Κάνε το σταυρό σου και προχώρησε με θάρρος.

Ο μοναχός έκανε δεύτερη απόπειρα, αλλά είδε και πάλι το νέο. Κάλεσε τότε τον ηγούμενο, που διαπίστωσε πως το φαινόμενο ήταν αληθινό. Ο νέος κοιμόταν πεσμένος στο έδαφος, με την πέτρα δεμένη στο λαιμό. Ο γέροντας χτύπησε κάτω το ραβδί του και το παιδί ξύπνησε.

– Πού βρίσκομαι; ρώτησε. Μου φαίνεται πως είμαι στη θάλασσα, όπου μ’ έριξαν οι μοναχοί.

– Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι; Είσαι στο μοναστήρι, μέσα στην εκκλησία. Εγώ είμαι ο ηγούμενος Νεόφυτος. Πες μου λοιπόν, πώς βρέθηκες εδώ;

Το παιδί ζήτησε να το αφήσουν λίγο για να συνέλθει, κι ύστερα διηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί.

Το πρωί ο ηγούμενος συνάντησε τους τρεις εκείνους μοναχούς, που είχαν στο μεταξύ ανεβεί στη μονή, και τους ρώτησε:

– Πατέρες, τι έγινε με το θησαυρό;

– Ψέματα ήταν, γέροντά μου, απάντησαν εκείνοι. Μας απάτησε ο νέος, γι’ αυτό τον απειλήσαμε κι έφυγε.

– Καλά. Πάμε τώρα στην εκκλησία να ευχαριστήσουμε το Θεό.
Μπαίνοντας στο ναό, βλέπουν κατάπληκτοι το παιδί με την πέτρα δεμένη στο λαιμό του. Ήταν τόσο αναπάντεχο, που έμειναν άφωνοι. Ο ηγούμενος τους απείλησε κι έφεραν όλο το θησαυρό στο μοναστήρι. Ύστερα τους έδιωξε για πάντα, ενώ το νέο τον κούρεψε μοναχό. Την εκκλησία την αγιογράφησε και την αφιέρωσε στους αγίους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Εμφανίσεις και θαύματα των Αγγέλων” της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2004

https://xfd.gr/keimena/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%af

07 Νοεμβρίου, 2017

Γιατί οι Άγγελοι γιορτάζουν 8 Νοεμβρίου;

Γιατί οι Άγγελοι γιορτάζουν 8 Νοεμβρίου;
https://plus.google.com/communities/
Κατά τον Άγιο Δημήτριο του Ρωστώφ, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τοποθετήσει τη "σύναξη" των Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των "επουράνιων δυνάμεων" στις 8 Νοεμβρίου, για τον εξής λόγο: Κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο, πρώτος μήνας του χρόνου ήταν ο Μάρτιος και ο Νοέμβριος ήταν ένατος (το όνομά του είναι ο εξελληνισμένος τύπος του λατινικού November, από το novem, που σημαίνει εννέα). Επειδή οι Άγγελοι διακρίνονται σε εννέα "τάγματα" (τα τάγματα των Αγγέλων είναι εννέα, τα οποία ταξινομούνται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες, κατά τον ακόλουθο τρόπο: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι - Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες - Αρχές, Αρχάγγελοι, ’Άγγελοι), η γιορτή τους τοποθετήθηκε τον ένατο μήνα.

Οι Άγγελοι (όπως φαίνεται π.χ. στο Ματθ. 25,31 και σε όλη την έκταση της Αποκάλυψης) θα συνοδεύσουν τον Ιησού Χριστό κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του και θα συνεργαστούν ποικιλότροπα στην υπόθεση της σωτηρίας των ανθρώπων κατά την ανατολή της αιώνιας ημέρας, της "Όγδοης Ημέρας της Δημιουργίας", η γιορτή τους τοποθετήθηκε την όγδοη ημέρα του ένατου μήνα.

Τέλος, την ίδια μέρα, 8 Νοεμβρίου, γιορτάζεται και το όνομα Σταμάτης (αν και υπάρχει Άγιος Σταμάτιος, τιμάται 16 Αυγούστου), σε ανάμνηση της παρέμβασης του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που "σταμάτησε" την αποστασία των Αγγέλων προς τον Εωσφόρο φωνάζοντας "στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού" (ας σταθούμε σωστά, με συστολή απέναντι στο Θεό), ερχόμενος "εν τω μέσω του ουρανού".

Η γιορτή των Αγγέλων δεν είναι "μνήμη", αφού δεν υπάρχει ημέρα κοίμησης στους Αγγέλους, αλλά μόνο "σύναξη", δηλαδή συγκέντρωση των χριστιανών για να τους τιμήσουν.

Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΝΕΩΚΟΡΟΣ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



https://orthodoxhporeiakaizwh.blogspot.gr/2017/11/blog-post_7.html

Ο ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΝΕΩΚΟΡΟΣ - ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ὁ κυρ Μανώλης ἦταν ἤσυχος ἄνθρωπος. ἀγαθός καί λιγάκι ἀφελής. Εἶχε δέκα τέσσερα χρόνια νεωκόρος στούς Ἁγίους Ταξιάρχες. Πρίν ἦταν σέ ἄλλη ἐπαρχία κι ἦταν κι ἐκεῖ νεωκόρος, ἔτσι εἶχε πεῖ. Ὄχι πώς ἔνοιαζε καί κανένα… Ἦταν κι ὁ ἐφημέριος πού τόν προσέλαβε, ὁ παπα-Θεοδόσης, ἄνθρωπος ἄδολος. Κάποια Κυριακή, ξεκίνησε ὁ νεωκόρος πρωί-πρωί γιά τόν ναό. Θά εἶχαν μουσαφιραίους παπάδες ἀπό ἄλλη Μητρόπολη. Ὁ Δεσπότης εἶχε ζητήσει ἀπό τόν παπα-Θεοδόση νά τούς φιλοξενήσει συλλειτουργούς στόν ναό του.

Ὁ ἀγαθός νεωκόρος ἔφτασε ἀξημέρωτα στόν ναό. Τό κρύο τσουχτερό. Καθώς ἔκανε νά βάλει τό κλειδί στήν εἴσοδο, διέκρινε λίγο ἀπόμερα στό σκοτάδι κάτι νά κινεῖται. Τόν πλησίασε ἕνα παλληκάρι στό μπόι του. Ἦταν διπλωμένος ἀπό τή στέρηση καί μελανιασμένος ἀπό τό κρύο. Φοροῦσε μονάχα τά ἐσώρουχά του! Κύριος οἶδε σέ τί εἶχε μπλεχτεῖ ἤ ἀπό τί εἶχε ξεμπλέξει…

Ὁ κύρ Μανώλης τρόμαξε ἀρχικά, ἀλλά μετά σάστισε.
«Τί συνέβη ρέ παιδί; Γιατί εἶσαι ἔτσι;».
«Ἄστα μπάρμπα… Ἔχεις τίποτα νά μοῦ δώσεις νά φορέσω;».
«Ποῦ νά βρῶ ρέ παιδί;… Κάτσε, στάσου. Ἔλα μέσα…».
Μπῆκαν στόν πρόναο. Ὁ κύρ Μανώλης, χωρίς δεύτερη κουβέντα, βγάζει πανωφόρι, πουλόβερ, πουκάμισο, παντελόνι καί τοῦ τά δίνει. Σάστισε τώρα ὁ νεαρός.
«Τί κάνεις ἐκεῖ ρέ μπάρμπα;».
«Μή σέ νοιάζει… Ἐγώ φοράω τό ρασάκι μου πάνω ἀπό τά ροῦχα κι εἶναι μακρύ, δέν θά φαίνεται… Κι ὕστερα ἐδῶ μέσα θά ἔχει ζέστη σέ λίγο… Μή σέ νοιάζει… Δέν κάθεσαι κι ἐσύ; Θά ζεσταθεῖς…».

Ὁ νεαρός εἶχε ἤδη γυρίσει τήν πλάτη του καί κατέβαινε τά σκαλιά μέ τά ξένα ροῦχα φορεμένα.

Ἡ Λειτουργία προχωροῦσε. Ὁ παπα-Θεοδόσης καί ἄλλοι τρεῖς ἱερεῖς, μέ τά ἄμφιά τους, συλλειτουργοῦσαν ὄρθιοι γύρω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα. Κάποια στιγμή, ἐκεῖ γύρω ἀπό τό «πρόσχωμεν τά ἅγια τοῖς ἁγίοις…», ὁ παπα-Θεοδόσης σήκωσε τό κεφάλι καί πρόσεξε σέ μιά γωνιά τοῦ ἱεροῦ τόν κύρ Μανώλη, πού μόλις εἶχε μπεῖ, ἐμπερίστατος καί ἀγχωμένος ὅπως πάντα, γιά νά τά προλάβει ὅλα.
«Βρέ σέ καλό του… », εἶπε ἀπό μέσα του ὁ καλόβουλος ἱερέας, «σήμερα βρῆκε ὁ εὐλογημένος νά κάνει τίς κορδέλες του; Σήμερα πού ἔχουμε κόσμο;… Ἀντί νά βάλει τό κλασικό του μαῦρο ρασάκι, πῆγε κι ἔβαλε αὐτή τή λευκή κελεμπία;

Σήμερα βρῆκε;… Ἴσα δηλαδή νά τόν δοῦν οἱ ξένοι καί νά βροῦμε κάνα μπελά μέ τέτοια καμώματα… Θές νά φτάσει καί στ’ αὐτιά τοῦ Δεσπότη κάνα τέτοιο: “Στούς Ταξιάρχες τό ρίξανε στά παρδαλά…”».
Μέχρι τό τέλος τῆς ἀκολουθίας, ὁ παπα-Θεοδόσης δέν μποροῦσε νά ἠρεμήσει. «Ρέ πειρασμός πού μᾶς βρῆκε Κυριακάτικα… Κι ἀπό κεῖ πού δέν τό περιμέναμε…».
Κήρυξε ἕνας ἀπό τούς φιλοξενούμενους ἱερεῖς. Κοινώνησαν τόν κόσμο. Ἔβαλαν ἀπόλυση.

Ὁ παπα-Θεοδόσης πήγαινε νά σκάσει. Κάθε πού ἔβλεπε τόν κύρ Μανώλη νά πηγαινοέρχεται μπροστά στούς ξένους παπάδες, δαγκωνόταν…
Οἱ ἱερεῖς ἔβγαλαν τά ἄμφιά τους, ἑτοιμάστηκαν.
«Πατέρες, θέλετε νά κατεβεῖτε στό ὑπόγειο; Θά ᾽χουμε καφέδες καί κέρασμα. Θά χαροῦμε νά μείνετε… Νά, κύρ Μανώλη», ἔκανε νά φωνάξει τόν νεωκόρο, «ἤ μᾶλλον ἄσε», μουρμούρισε μέσα ἀπό τά δόντια του. «Ἀντώνη, Ἀντώνη», φώναξε τόν ψάλτη, «πάρε τούς πατέρες κάτω, μέχρι νά τελειώσω κι ἐγώ ἐδῶ… Πατέρες, τελειώνω κι ἔρχομαι… ».

Οἱ ἱερεῖς φύγανε. Ἔμεινε στό ἱερό μονάχος του. Καί νά σου κι ὁ κύρ Μανώλης, φουριόζος, μέ χέρια φορτωμένα.
«Ἔλα δῶ, βρέ Μανώλη, ἔλα δῶ… Τί σοῦ ᾽ρθε βρέ εὐλογημένε καί μοῦ σημαιοστολίστηκες σήμερα;».
«Πῶς;», ἔκανε ὁ κύρ Μανώλης μέ τό χαρακτηριστικό βλέμμα τοῦ ἀνθρώπου πού σέ κοιτάει ἀπό τό βάθος τῆς ἀφέλειας.
«Ποῦ πῆγες καί τό βρῆκες βρέ ἄνθρωπέ μου αὐτό τό ράσο; Μά ρεζίλι θέλεις νά μᾶς κάνεις;».
«Πάτερ μου ἐσεῖς μοῦ τό δώσατε… Εἶναι λίγο ἄπλυτο βέβαια… ἀλλά κεριά εἶναι, μή νομίζετε ὅτι φεύγουν καί εὔκολα…».
«Ἐγώ σοῦ τό ᾽δωσα; Πότε μωρέ σοῦ τό ᾽δωσα ἐγώ;».
«Ὅταν πρωτοῆρθα βρέ πάτερ μου, πρίν δεκατέσσερα χρόνια… Μπάααα, τί πάθατε σήμερα;».

Θόλωσε ὁ παπα-Θεοδόσης. «Θά μέ τρελάνεις μωρέ; Δέν σοῦ μιλάω γιά τό μαῦρο σου τό ράσο… Γιά τοῦτο ᾽δῶ σοῦ μιλάω… », καί κάνει μιά μέ θυμό καί ἁρπάζει τό ράσο τοῦ κύρ Μανώλη…
Σάν λέπι ἔπεσε ἀπ’ τά μάτια του ἡ ἀστραφτερή λευκάδα κι εἶδε στά χέρια του ἕνα μαῦρο τριμμένο ρασάκι, θαμπό ἀπό τή χρήση καί τά κεριά. Κι ἔτσι ὅπως τό ἀνασήκωσε, βλέπει γυμνά τά πόδια τοῦ κύρ Μανώλη, σάν νά φοροῦσε ἀπό μέσα κοντό παντελονάκι.
«Τί ἔγινε βρέ Μανώλη;», ρώτησε μέ φωνή ξεψυχισμένη, σάν νά τοῦ ᾽χε ἔρθει ζαλάδα.

Ὁ ἀφελής νεωκόρος τοῦ τά εἶπε ὅλα μέ ἁπλότητα.
Ὁ παπα-Θεοδόσης εἶχε καταπιεῖ τή γλώσσα του. Ἔνιωθε μέσα του κάτι σάν ταπείνωση πού ἐντούτοις τόν γλύκαινε…


07 Δεκεμβρίου, 2016

Οι...άρτοι έφτασαν εγκαίρως για την γιορτή!

Οι...άρτοι έφτασαν εγκαίρως για την γιορτή!

Σχετική εικόνα
"Ο Ιωάννης Βολανάκης, επιστάτης για πολλά χρόνια στη Μονή Πανορμίτου, είδε μια παραμονή της εορτής των Ταξιαρχών να επιπλέει μέσα στον μικρό όρμο της μονής ένα μεγάλο κουτί, διαστάσεων 0,90x0,40, από λαμαρίνα. 
Το κουτί ήταν σφραγισμένο με οξυγονοκόλληση. 
Προερχόταν από τη Σητεία της Κρήτης και προοριζόταν για τη Μονή Πανορμίτου, όπως έγραφε με ανεξίτηλα γράμματα επάνω του.
 Το μετέφερε στη μονή και οι παρευρισκόμενοι, μαζί με τον τότε ηγούμενο, τον π. Ιερόθεο Πετράκη, περίμεναν με ανυπομονησία να δουν τι περιείχε.Όλοι έμειναν κατάπληκτοι όταν είδαν ότι μέσα βρίσκονταν πέντε φρεσκότατοι άρτοι για την αρτοκλασία της εορτής και χρήματα. Είχαν φθάσει εγκαίρως για τη γιορτή!"