Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μορφες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μορφες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Ιουλίου, 2026

Γέροντας Νεκταριος Μαρμαρινος

Με αφορμή την σημερινή επέτειο της Κοιμήσεως του μακαριστού Γέροντα Νεκταρίου Μαρμαρινού δημοσιεύουμε μια φωτογραφία του γέροντα Παύλου Νικηταρά της Πάτμου με τον γέροντα Νεκτάριο Μαρμάρινο της Κορίνθου για να καταδείξουμε την μεγάλη πνευματική σχέση των δύο αυτών κορυφαίων Γερόντων.
Γέροντας Νεκτάριος Μαρμαρινός
Κοίμηση 21-7-2019
Ο Γέροντας Νεκτάριος Μαρμαρινός , κτίτορας της Μονής του Οσίου Παταπίου Υπήρξε πνευματικός καθοδηγητής και μία από τις βάσεις της  συγκρότησης του ορθόδοξου μοναχισμό
Στην δύση της ζωής του έχει δοκιμάσει πολλαπλές θλίψεις και πόνους για να στερεωθεί η Μονή και να τελεσφορήσει η διακονία του.
Ο Γέροντας Νεκτάριος γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1921 στην αγιοτόκο και αγιοτρόφο Αίγινα. Ήταν γιός των πτωχών μα ευσεβών νησιωτών Φωτίου και Ευαγγελίας Μαρμαρινού και αδελφός των Αναστασίου, Μιχαήλ και Μαρίνας η οποία πέθανε εικοσάχρονη στα χρόνια της Κατοχής από φυματίωση. Με την αγαπημένη του αδελφή αυτή συνήθιζε να επισκέπτεται τις Μονές της Αίγινας και να ρουφούν αχόρταγα το μέλι της μοναχικής πολιτείας οραματιζόμενοι την ζωή της αφιερώσεως.
Πνευματικός του πατέρας εκείνα τα χρόνια ήταν ο οσίας μνήμης Γέροντας Ιερώνυμος Αποστολίδης, ο Ησυχαστής της Αίγινας († 3/16 Οκτωβρίου 1966), από τον οποίο διδάχθηκε την ευχή, την ευλάβεια, την αγάπη για τις ακολουθίες, και καλλιέργησε την μοναχική του κλίση και κλήση. Παιδί ακόμη στην γενέτειρά του ο Κυριάκος ανέβαινε στο δυσπρόσιτο Μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας στα βουνά της Αίγινας και βλέποντας από ψηλά την Μονή του Αγίου Νεκταρίου, παρακαλούσε τον μεγάλο Άγιο του εικοστού αιώνα λέγοντας: «Άγιέ μου Νεκτάριε, εσύ έκτισες το μοναστηράκι σου εδώ. Αξίωσέ με και μένα να κτίσω Μοναστήρι και να δω τις νύμφες του Χριστού μας να αγωνίζονται τον καλό αγώνα της αρετής!».
Αφού τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο, φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Χανίων, όπου εξέπληξε όλους με τον ακέραιο χαρακτήρα του. Μετά από λίγο, στα 1937, η πρόνοια του Θεού τον έφερε φοιτητή στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου, όπου έτυχε του ενδιαφέροντος και της προστασίας του Μητροπολίτου Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδη . Στην Σχολή αυτή διακόνησε ως Εκκλησιάρχης στον ναό της Αγίας Φωτεινής.
Κατά την διάρκεια των σπουδών του συζητώντας με τους συμμαθητές του συνήθιζε να μιλά για την προσωπικότητα και τα θαύματα του Αγίου της γενέτειράς του Νεκταρίου. Αλλά και οι συμμαθητές του συνήθιζαν ενθουσιασμένοι να του μιλούν για τον δικό τους Άγιο Πατάπιο, του οποίου −όπως προαναφέραμε− το λείψανο αποκαλύφθηκε στο σπήλαιο του Λουτρακίου το έτος 1904. Του έδειχναν μάλιστα από την αυλή της Σχολής το Σπήλαιο, το οποίο φαινόταν σαν μικρή άσπρη κουκίδα πάνω στα Γεράνεια όρη.
Όταν αργότερα ανέβηκε στο βουνό για να προσκυνήσει τον Όσιο Πατάπιο μαζί με ένα συμμαθητή του, κατανύχθηκε ιδιαιτέρως και αισθάνθηκε η ψυχή του «θεία έλξη» για τον τόπο. Προσκυνώντας μάλιστα προσευχήθηκε: «Άγιε μου, βοήθησέ με να κτίσω εδώ Μοναστήρι! Να βλέπω μοναστική αδελφότητα ακατάπαυστα να δοξολογεί τον Κύριο και το λιβανωτό ως θυσία ευπρόσδεκτη να κατευθύνεται μπροστά στον θρόνο της μεγαλωσύνης Σου!».
Έκτοτε συνήθιζε να ανεβαίνει στο σπήλαιο με μία κουβέρτα στην αγκαλιά του, όπου μετά την προσευχή του ξάπλωνε κάτω από την σκιά του μεγάλου πεύκου για να αναπαυθεί.
Τα χρόνια κυλούσαν με την ζωηρή επιθυμία να φτιάξει το Μοναστήρι του Οσίου. Όμως πως; Προσευχόταν έντονα να βρεθεί τρόπος να υλοποιηθεί η επιθυμία του. Και τότε του αποκάλυψε ο Όσιος Πατάπιος την θέλησή του με ένα όραμα. Είδε στον ύπνο του τον Όσιο να κάθεται ολοφώτεινος επάνω στην λάρνακα όπου φυλάσσεται το λείψανό Του. Τον κοίταζε με ουράνια γαλήνη και αστράπτοντας από την θεία λάμψη που τον περιέβαλλε, επανέλαβε τρεις φορές την φράση: «Θα γίνει το μοναστήρι, ναί, θα γίνει!».
Έτσι ο νεαρός Κυριάκος ενισχύθηκε στην απόφασή του και άρχισε να εργάζεται για την ευόδωση του ιερού του σκοπού. Βρήκε κάπου ένα φυλλαδιάκι με τον βίο του Οσίου Παταπίου και το τύπωσε σε βιβλίο για να ωφελούνται οι προσκυνητές και να ξεκινήσουν τα έργα της Μονής. Παραλλήλως εργαζόταν πνευματικά στον Ναό της Παναγίας Συνοικισμού (προσφύγων) της Κορίνθου, όπου πήγαινε για εκκλησιασμό και για να προσφέρει την ιερή του διακονία ως κατηχητής και ιεροκήρυκας. Συνεχώς οργάνωνε εκδρομές προς το Σπήλαιο του Οσίου οι οποίες πραγματοποιούνταν με ιδιαίτερο κόπο επειδή όλοι ανέβαιναν εκεί με τα πόδια. Η εργασία του αυτή, καθώς και ο ένθεος πόθος του να γίνει η Μονή, ήταν ο λόγος που δεν φοίτησε στο Πανεπιστήμιο, αν και ήταν φιλομαθής, επιμελής και εύστροφος.
Ο Μητροπολίτης Μιχαήλ τον χειροτόνησε στις 21 Φεβρουαρίου 1941 Διάκονο μετονομάζοντάς τον «Νεκτάριο», γεγονός που τον χαροποίησε αφού ήταν το θέμα της μυστικής του προσευχής που δεν ανακοίνωσε σε κανέναν. Στις 8 Νοεμβρίου 1945 τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και ακολούθως τον χειροθέτησε Αρχιμανδρίτη και Πνευματικό. Κατά την πενταετία 1941-1945 εργάστηκε έντονα στην ενορία του Συνοικισμού της Παναγίας, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες με την λειτουργική, κηρυκτική, κατηχητική και φιλανθρωπική του δραστηριότητα. Οργάνωσε κατηχητικό με 80 κορίτσια, από το οποίο προήλθαν αργότερα και αρκετές υποτακτικές του. Τους μάθαινε την νοερά ευχή και την αγάπη για τον εκκλησιασμό και την πνευματική ζωή. Η μικρή Ευγενία και τώρα μοναχή Παταπία θυμάται με ευλάβεια τα κηρύγματα του Γέροντα που παρακολούθησε επί ένα χρόνο και είχαν θέματα: «Γιατί είμαστε Χριστιανοί, γιατί πάμε στην Εκκλησία, τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε». Επίσης με ιδιαίτερη ευλάβεια θυμάται την πεζοπορία προς το σπήλαιο, όπου με τα άλλα κορίτσια ανέβαιναν φορτωμένες με ρούχα, νερό, τροφή. Χαρακτηριστικά κατέθεσε: «Δεν κουραζόμασταν, διότι νιώθαμε να μας ανεβάζουν τα φτερά της παρουσίας και αγάπης του Οσίου Παταπίου»…
Στις 15 Οκτωβρίου 1945 ο Μητροπολίτης της Κορινθίας Μιχαήλ ανέβηκε για πρώτη φορά με τον νεαρό Διάκονο Νεκτάριο στο Σπήλαιο και προσκύνησε τον Όσιο. Κατανύχθηκε από την θέα του Ιερού λειψάνου και συνέθεσε το απολυτίκιο «Γερανείων το κλέος …», καθώς και το μεγαλυνάριο, «Λουτρακίου στέφανος και τιμή…». Επίσης υποσχέθηκε να συνδράμει το έργο του Γέροντα Νεκταρίου, ο οποίος με στερήσεις και πολύ προσωπικό κόπο κατόρθωσε να ανεγείρει ένα μικρό ξενώνα το 1947, τρία μικρά κελλιά το 1948 και μία τραπεζαρία το 1949. Αυτά κτίζονταν σε διάφορα επίπεδα της πλαγιάς του βουνού με υλικά που μεταφέρονταν με νοικιασμένα μουλάρια από το Λουτράκι. Πολύς κόπος και αρκετά έξοδα. Και η όλη προσπάθεια πλαισιώθηκε από συκοφαντίες και διαβολές εναντίον του Γέροντα. Συντονισμένη πολεμική από τον διάβολο που έβλεπε να κερδίζονται κατά Θεόν ψυχές και να προοδεύει το έργο της ιδρύσεως της Μονής. Έτσι χρησιμοποιούσε ως όργανά του τους Λουτρακιώτες που φθόνησαν το έργο και κυνήγησαν τον Γέροντα. Από την τακτική αυτή επηρεάστηκε και ο νέος Μητροπολίτης, ο από Τριπόλεως Προκόπιος Τζαβάρας, ο οποίος συν τω χρόνω φωτίστηκε από τον Όσιο και υποσχέθηκε να αναγνωρίσει την Μονή. Το καλοκαίρι του 1952 ενέκρινε την εγκατάσταση της πρώτης αδελφής, της δόκιμης Ειρήνης Στεργίου από την Ιερά Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου Κορινθίας, και μετά από λίγο την εγκατάσταση της μοναχής Στυλιανής Γουσσοπούλου ως Ηγουμένης από την ίδια Μονή. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1953 εκδόθηκε το Βασιλικό Διάταγμα ιδρύσεως της Μονής που υπέγραψε ο Βασιλεύς Παύλος ο A΄.
Το 1977 ο Γέροντας Νεκτάριος ίδρυσε την ανδρική Μονή του Αποστόλου Παύλου στα Γεράνεια και μετά από λίγο τις ανδρικές Μονές Αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουνένοις στο Μαλαγάρι της Περαχώρας, Παναγίας Μυρτιδιώτισσας επίσης στην Περαχώρα και Αγίου Νεκταρίου στα Γεράνεια Όρη.
Προεκτείνοντας επίσης την κοινωνική δραστηριότητα της Μο-νης του Οσίου μετά την στελέχωσή της με ευάριθμη αδελφότητα και την ίδρυση και λειτουργία εργαστηρίων ιερορραφείου, κεντητικής και αγιογραφείου, ίδρυσε και ανήγειρε τον οίκο ευγηρίας «Η Αγία Ελένη», που προσφέρει ανακούφιση σε άπορες ηλικιωμένες γυναίκες.
Για την ιεραποστολική του δράση ο δήμος Κορίνθου του απένειμε το χρυσό κλειδί της πόλεως. Το 2006 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο του απένειμε χρυσό μετάλλιο για την προσφορά του στην Εκκλησία. Παρά την προχωρημένη ηλικία του συνεχίζει να περιοδεύει όλη την Κορινθία κηρύττοντας τον λόγο του Θεού και καθοδηγώντας τα απειράριθμα πνευματικά του παιδιά, κληρικούς, μοναχούς και λαικούς. Την σημαντική του διακονία ως Πρωτοσυγκέλλου επί 60 χρόνια από τις 3 Οκτωβρίου 1951 χαρακτήρισαν η αδιάπτωτη πίστη, η αδιάλειπτη προσευχή, το φιλακόλουθο, η παντοειδής φιλανθρωπία, η οικοδομική δραστηριότητα, η θυσία για τον ελάχιστο αδελφό.
Στην συνέχεια δημοσιεύουμε ένα από τα κείμενα του Γέροντα Νεκταρίου προς τις αδελφές της συνοδείας του, έτσι όπως το κατέγραψε η μακαριστή μοναχή Σωφρονία:
«Νουθεσίες προς µονάζουσες»
Στην καθημερινή σας ζωή ποτέ να μην ξεχνάτε τη σωτηρία της ψυχής σας. Εφ’ όσον ζης σε κοινόβιο, οφείλεις να πολιτεύεσαι θεαρέστως με βία πάνω στον εαυτό σου.
Τα αστεία δεν είναι ίδιον του Μοναχού. «Ο λαλών πολλάκις μετενόησε, ο σιωπών ουδέποτε», λέει ο Όσιος Εφραίμ. Είσαι ευτυχισμένο ον, απηλλαγμένο από κάθε πειρασμό και φουρτούνα της κοινωνίας. Μη νομίσης ότι θα βρης ησυχία μακριά από το Θεό και το λιμάνι του κοινοβίου. Η βία στα πάθη σου μαρτύριο λογίζεται ενώπιον του Θεού. Αν πονέσης και κλάψης για την πτώση της αδελφής σου, στέφανο μαρτυρίου παίρνεις. Αν ένα μέρος πάσχη, όλα συμπάσχουν και όλα το τρέφουν με την αγάπη τους. Αν μια αδελφή πέση, όλες πονούν και την αγαπούν. Πως προσέχεις και τρέμεις μήπως σου πέση θείος μαργαρίτης κατά τη θεία Κοινωνία πιστεύοντας ότι είναι μέλος Κυρίου; Έτσι πρόσεχε την αδελφή σου μην πέση, διότι και αυτή είναι μέλος Κυρίου. Αν μια ψυχή σώσης, καλύπτεις πλήθος αμαρτιών. Η ταπείνωση σαν αλεξικέραυνο τραβάει την αγάπη του Θεού.
Στο μοναστήρι του Οσίου Παταπίου ηγουμένευσαν κατά σειράν οι κάτωθι μοναχές:
Στυλιανή (κατά κόσμον Σοφία) Γουσσο-πούλου εκ Κωνσταντινουπόλεως τα έτη 1952-1963.
Παταπία (κατά κόσμον Ευγενία) Τσετσώνη εκ Κορίνθου τα έτη 1963-1968.
Ισιδώρα (κατά κόσμον Κυριακή) Μεντζαφού εξ Αθηνών από το 1968-27 Οκτωβρίου 2014.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η Μονή ακολουθεί παραδοσιακή τάξη με εσωτερικό τυπικό που συνέταξε ο Γέροντας Νεκτάριος με ωρολόγιο πρόγραμμα που αρχίζει στις 03.30 π.μ. Από το προσευχητικό πρόγραμμα της Μονής αναφέρουμε το θέμα της ιδιαίτερης προσευχής για κάθε ημέρα: Την Κυριακή, «υπέρ της διαδόσεως της αληθείας του Ευαγγελίου». Την Δευτέρα, «υπέρ των ασθενών». Την Τρίτη, «υπέρ των εν φυλακαίς». Την Τετάρτη, «υπέρ φωτισμού των ραθύμων». Την Πέμπτη, «υπέρ των εν απογνώσει». Την Παρασκευή, «υπέρ των εργατών του Ευαγγελίου». Το Σάββατο, «υπέρ των κεκοιμημένων».
Πηγή: Δημητρίου Καββαδία (ιερομονάχου), Γέροντες και Γυνακείος Μοναχισμός, εκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2015

06 Ιουλίου, 2026

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"

 

3 Ιουλίου 1943: Δολοφονείται από τους γερμανούς, ο 32χρονος Ιεροκύρηκας Λοχαγός, Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Λιούλιας.
Γεννήθηκε στο χωριό Κρόκος της Κοζάνης. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο έφυγε στην Κων/πολη. Εκεί, γράφτηκε στην θεολογική σχολή Χάλκης. Όταν πήρε το πτυχίο του, γύρισε στην πατρίδα του, όπου διορίστηκε ιεροκήρυκας στην ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης.
Στην συνέχεια, κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός πεζικού. Όταν απολύθηκε, πήρε την μεγάλη απόφαση να γίνει κληρικός και χειροτονήθηκε διάκονος.
Όταν άρχισε η επίθεση των Ιταλών, ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ, βρέθηκε στις πρώτες γραμμές των πολεμικών επιχειρήσεων. Ως στρατιωτικός ιερέας με τον βαθμό του Λοχαγού, υπηρέτησε στην 15η Μεραρχία Πεζικού. Με κίνδυνο της ζωής του έτρεχε κοντά στους στρατιώτες που πολεμούσαν με αυτοθυσία τον ξένο επιδρομέα.
Με το κήρυγμα, την εξομολόγηση, την φιλανθρωπία συμπαραστάθηκε ενεργά στις δύσκολες ώρες των Ελλήνων. Για να βοηθήσει τον λαό, εντάχθηκε στην οργάνωση της "Χριστιανικής αλληλεγγύης" και πολλοί σώθηκαν από τον θάνατο, τις φυλακές και τα βασανιστήρια, χάριν στις δικές του φροντίδες και ενέργειες. Δυνατός και αποφασιστικός, αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και τα εμπόδια με ψυχραιμία και αισιοδοξία.
Εμψύχωνε και ενθάρρυνε τον κόσμο και δούλευε για την λευτεριά της σκλαβωμένης Ελλάδος. Ερχόταν σε επικοινωνία με καπετάνιους της Εθνικής αντιστάσεως και διευκόλυνε το έργο τους. Συχνά τους πληροφορούσε για τις κινήσεις των κατακτητών, αλλά οι Γερμανοί δεν άργησαν να το μάθουν.
Ήταν 5 Μάιου 1943, όταν όρμησαν οι Γερμανοί την ώρα που κοιμόταν. Τον σήκωσαν με τις κλωτσιές και δεν τον άφησαν να ντυθεί. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως όπου είχαν κλείσει και άλλους συμπατριώτες του. Έπειτα από δυο ημέρες τον μετέφεραν στις γερμανικές φυλακές Θες/νίκης 501. Εκεί του έκαναν εξαντλητική ανάκριση για να του αποσπάσουν μυστικά, τον κακοποιούσαν πολλές ημέρες συνέχεια, τον άφηναν νηστικό και όταν ζητούσε νερό του έδιναν κάποιο υγρό που τον έκανε να διψάει πιο πολύ. Παρόλες τις ταλαιπωρίες και τα μαρτύρια, ο Πατέρας Ιωακείμ αρνήθηκε επίμονα να φανερώσει αυτά που ζητούσαν οι εχθροί της Ελλάδος.
Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Τρίκκης και Στάγων Διονύσιος Χαραλάμπους που ήταν κι αυτός στις ίδιες φυλακές, γράφει για τον Ιωακείμ Λιούλια:
"Τα μαρτύριά του στην ώρα της ανακρίσεως που κράτησε 2 ½ ώρες ήταν εφιαλτικά. Όταν τον αντίκρισαν οι συγκρατούμενοί του, ήταν παραμορφωμένος από το ξύλο, χωρίς ράσο και αντερί. Όταν τους έβγαζαν στην αυλή, εκείνος που τραβούσε περισσότερο την προσοχή ήταν ο Πατέρας Ιωακείμ. Περπατούσε καμαρωτός, πάντα με ψηλά το κεφάλι. Στην όψη του ήταν απλωμένη η Χριστιανική ηρεμία και γαλήνη. Και όλο σιγόψελνε όμορφα και κατανυκτικά".
Κάποιος άλλος που ήταν μαζί του στην φυλακή, έλεγε ότι ο Πατέρας Ιωακείμ ήταν σπάνιος κληρικός. Όλες τις ώρες που έμεινε εκεί, έψελνε και προσευχόταν με ευλάβεια.
Είχε βαθιά πίστη, κι αυτό τον έκανε να μην χάσει το θάρρος του ως την τελευταία στιγμή. Όλοι τον θαύμαζαν. Όταν μια μέρα ο Γερμανός φρουρός τον πείραξε περιφρονητικά για τον κλήρο, αυτός με αξιοθαύμαστο θάρρος απάντησε:
"Είμαι Έλληνας παπάς και θα πεθάνω για την θρησκεία και την Ελλάδα".
Τον πήραν από την φυλακή μαζί με άλλους πενήντα στρατιώτες και όταν τους ντουφέκισαν ο Ιωακείμ ζητωκραύγασε: "Για την Πατρίδα".
Ήταν 3 Ιουλίου 1943.

01 Μαρτίου, 2026

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΘΕΟΝΥΜΦΗ: ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΙΣΤΕΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ.



«Έχετε πολύ ωραία μάτια!», της λέω μπροστά από το μοναστήρι που δημιούργησε η ίδια πριν από 15 περίπου χρόνια. Με κοιτάει από το ιερό, χαμηλώνει ξανά το βλέμμα της και μου απαντάει μονολεκτικά: «Είχα!». 
Η ζωή της Γερόντισσας Θεονύμφης χωρίζεται σε δύο περιόδους: Σε εκείνη που τραγουδούσε μέχρι τα 42 της χρόνια στις πίστες μαζί με τους stars της εποχής- τότε που λεγόταν Μαίρη Αλεξοπούλου- και σε αυτήν που ζει σήμερα ανάμεσα στους πιστούς της σε μοναστήρι, λίγο έξω από την Αθήνα. Ως δούλη πια του Κυρίου- αυτόν που επέλεξε να υπηρετήσει για πάντα. «Μεγάλωσα στο Περιστέρι. Ήμασταν 6 παιδιά στην οικογένεια, εγώ ήμουνα η μεγαλύτερη. Η μητέρα μου προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια πολύ μεγάλων μουσικών, όλοι είχαν πολύ ωραίες φωνές, εκείνη έπαιζε μαντολίνο και, όπως καταλαβαίνετε, είχα ποτιστεί από μικρή με το τραγούδι. Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος του Θεού, κάθε Κυριακή ήταν απαραίτητο να πηγαίνουμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε. Εκείνος ήταν επίτροπος στην Μητρόπολη Περιστερίου, έκανε κήρυγμα στο σπίτι μας μία φορά την εβδομάδα, εμείς πηγαίναμε στο κατηχητικό. Δεν γινόταν διαφορετικά. Ο πατέρας μου είχε τέτοια πίστη που, όταν μας μιλούσε για το Θεό, τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι. Αυτά τα δάκρυά του, φυτεύτηκαν από τότε στην καρδιά μου, είναι το ωραιότερο λουλούδι του κόσμου. Δεν ήμουνα κοινωνικό παιδί, ήμουνα περισσότερο μοναχική. Έρχονταν οι συγγενείς μας και μου έλεγε η μαμά μου “έλα να χαιρετήσεις τη θεία σου” και της απαντούσα “άσε με μόνη μου, καλέ μαμά”, δεν ήθελα. Τους αγαπούσα πάρα πολύ, αλλά επιθυμούσα να είμαι μόνη, είχα μία φυσική συστολή. Παιχνίδια έπαιζα μαζί με τα αδέλφια μου, κυρίως αγορίστικα. Ήμουνα καλή μαθήτρια στο σχολείο, άριστη στα θρησκευτικά. Όταν ήμουν 10 χρόνων ήθελα να γίνω χορεύτρια, μου άρεσε πολύ ο χορός, είχα φυσικές κινήσεις. Από όλα χόρευα, πιο πολύ όμως μου άρεσε το κλασσικό μπαλέτο. Θυμάμαι που έβαζα και άκουγα γλυκές μελωδίες και εγώ φανταζόμουν τον εαυτό μου στον ουρανό να χορεύω πλάι στο Θεό, με λευκά ρούχα. Όραμα ήταν. Μέσα μου είχα πάντα ένα παιδάκι και ελπίζω αυτό ακόμη να ζει».
Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΑΣ
«Ο μπαμπάς μου δεν ήθελε με τίποτα να ασχοληθώ με το χορό. Ούτε με το τραγούδι. Τον έπεισαν τελικά κάτι φίλοι του παππού μου, κάτι μουσικοί. Του έλεγαν “γιατί την αδικείτε τη Μαίρη; Έχει τόσο ωραία φωνή, αφήστε την να εξελιχθεί με το τραγούδι”. Τελικά κάποιος από αυτούς, ο οποίος έπαιζε σε μία ορχήστρα στην “Χωριάτικη Ταβέρνα” στην Εκάλη, του υποσχέθηκε ότι θα με παίρνει αυτός εκεί να τραγουδάω και θα με φέρνει πίσω στο σπίτι το βράδυ. Ο πατέρας μου του είχε εμπιστοσύνη και κάπως έτσι ξεκίνησα. Όλες οι κυρίες εκεί μου έδειχναν πολύ μεγάλη αγάπη, ήμουνα “το μικρό” τους, μου είχαν φτιάξει μάλιστα ένα ωραίο φουστάνι με ταφτά, με φιόγκο και τριαντάφυλλο. Αυτό ήταν το πρώτο ρούχο που είχα βάλει ως τραγουδίστρια, το θυμάμαι μέχρι σήμερα. Ήμουνα ωραίο κοριτσάκι, πολύ αθώα, δεν είχα βγει ακόμη στη ζωή. Μετά ξεκίνησα να τραγουδάω στην “Νεράιδα της Αθήνας” στην Κυψέλη. Τότε έλεγα τραγούδια της Βουγιουκλάκη και, σιγά σιγά, εξελίχθηκα. Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, σε κάποια εμφάνιση μου εκεί, γνωρίστηκα με τον Κλάβα τον μαέστρο. Από εκεί ξεκίνησε η συνεργασία μας, εκείνος έγραψε τον πρώτο μου δίσκο το 1966. Ο πατέρας μου εντωμεταξύ είχε πειστεί, το πήρε απόφαση ότι εγώ θα γίνω τραγουδίστρια. Μετά τον πρώτο μου δίσκο, πήγα και τραγούδησα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είπα ένα τραγούδι του Μαυρομουστάκη μαζί με την Κλειώ Λενάρδου, το “πανηγύρι”. Εκεί βραβεύτηκα, πήρα το πρώτο βραβείο. Μετά πήγα στην Ισπανία, σε ένα ευρωπαϊκό φεστιβάλ, διακρίθηκα ξανά και αργότερα ξαναπήρα πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ που είχε γίνει εδώ στην Αθήνα με τον Οικονομίδη. Εν τω μεταξύ συνέχιζα να τραγουδώ στα νυχτερινά μαγαζιά και να βγάζω δίσκους. Δούλεψα στην Παλιά Αθήνα, στο Κάστρο, στο Βράχο, στα Δειλινά, στα Αστέρια, με τον Πουλόπουλο, τον Βογιατζή, τον Φίλιππο Νικολάου, το Ρόμπερτ Ουίλιαμς, τη Μπέσυ Αργυράκη, τον Μεταξόπουλο, πολλούς, δεν μπορώ να τους θυμηθώ όλους. Τα έχω και λίγο αποβάλει από τη μνήμη μου. Εγώ έκανα τη δουλειά μου, έφευγα από το μαγαζί, μου άρεσε η ησυχία, δεν κάπνιζα, δεν έπινα , δεν έπαιζα χαρτιά. Πήγαινα από τις 10 το βράδυ και κοιμόμουνα το πρωί. Ξεκίνησα μάλιστα να βγάζω και καλό νυχτοκάματο. Τότε δεν είχα καθόλου χρόνο να πηγαίνω στην εκκλησία, παρόλο που εγώ αλλιώς τα είχα μάθει από την οικογένειά μου. Μέσα μου όμως υπήρχε ένας μεγάλος καημός. Τότε είχα κάνει επιτυχία και ένα τραγούδι του Κατσαρού στο φεστιβάλ της Μάλτας, με το οποίο πήραμε ξανά το πρώτο βραβείο, ήταν μία περίοδος που ακούγονταν πολύ τα τραγούδια που έλεγα, που με ήξεραν όλοι οι άνθρωποι του χώρου. Παρόλα αυτά εγώ, όλα τα ερωτικά μου τραγούδια που έλεγα στην πίστα, τα αφιέρωνα στο Θεό, προσπαθούσα μέσα από τον προβολέα να πάω στον ουρανό. Τόσο πολύ Τον αγαπούσα».
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΗΣ
«Στο μεταξύ παντρεύτηκα, έκανα και δύο παιδιά, δύο κοριτσάκια, την Κωνσταντίνα και την Ελευθερία μου. Ο άντρας μου δεν ήθελε πλέον να εργάζομαι στα νυχτερινά μαγαζιά και με σταμάτησε. Ήταν η εποχή που είχα τραγουδήσει την “μπάμπολα”, το οποίο τραγουδούσε όλος ο κόσμος και ακουγόταν συνέχεια στο ραδιόφωνο. Ύστερα από τέσσερα χρόνια, κάτι δεν είχε πάει καλά με τις δουλειές του συζύγου μου και έπρεπε να ξαναβγώ στη δουλειά. Ήταν οδυνηρό αυτό για μένα, είχα χάσει τη ροή. Παράλληλα, με τα χρήματα που είχα βγάλει από το τραγούδι, είχα ξεκινήσει να φτιάχνω μαγαζιά με υγιεινές τροφές, ήθελα να φτιάξω μία μεγάλη αλυσίδα. Το 1984 η Κωνσταντίνα μου ήταν 18 χρόνων, λίγο πριν φύγει για να σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο εξωτερικό. Πηγαίναμε παρέα στα μαγαζιά, δούλευε μαζί μου, ήταν πολύ εργατική όπως ήμουνα κι εγώ. Ένα πρωί, πήρε το αυτοκίνητό της από το σπίτι μας για να πάει στο μαγαζί της Κηφισιάς. Στη στροφή της Αγίας Μαρίνας στο Κορωπί, έγινε μετωπική με κάποιο φορτηγό. Ήταν ακαριαίο. Το είχαν μάθει όλοι, αλλά σ εμένα δεν έλεγαν τίποτα. Τότε πήρε ένας γνωστός μας τηλέφωνο και μου είπε “δεν έχει έρθει η κόρη σας να ανοίξει το μαγαζί. Συμβαίνει κάτι;”. Το αίμα μου πάγωσε. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία, “σας παρακαλώ”, τους είχα πει, “τι έχει συμβεί με αυτό το όνομα;”. Και γυρίζει και μου λέει η κοπέλα στο τηλέφωνο “η κόρη σας κυρία μου, είναι νεκρή”. Έτσι ψυχρά. Εκείνη την ώρα δεν έβλεπα μπροστά μου, ανέβηκα στον καναπέ και πήδαγα μέχρι το ταβάνι. Τότε βγήκα στη βεράντα μας και, από ένα σύννεφο, ξεκίνησαν να πέφτουν σταγόνες. Χοντρές, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Και εκείνη την ώρα γυρνάω στο Θεό και του λέω “Θεέ μου, κλαις κι εσύ μαζί μου;”. Σχεδόν αμέσως ξεκίνησαν να έρχονται στο σπίτι μας δημοσιογράφοι, εμένα μου έδωσαν χάπια για να ηρεμήσω, έκρυψαν όλες τις εφημερίδες για να μην βλέπω το πρόσωπο του παιδιού. Τότε κατάλαβα ότι όλα είναι μάταια. Τίποτα δεν είμαστε. Μόνο χώμα».
ΟΤΑΝ Η ΜΑΙΡΗ ΕΓΙΝΕ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΘΕΟΝΥΜΦΗ
«Ο Θεός με βοήθησε σιγά σιγά να αναρρώσω. Πήγαμε με τον άντρα μου στο εξωτερικό για να ηρεμήσω. Στο σώμα μου είχε μείνει μόνο η πέτσα και το κόκαλο. Θυμάμαι που, τον πρώτο καιρό, έμπαινα στο δωμάτιο της δεύτερης μου κόρης και την έβλεπα συνέχεια κλαμένη, εκείνη δεν το άντεχε. Αλλά εγώ μπροστά της, ήμουνα βράχος, δυνατή. Η ψυχή μου το ήξερε πώς ήμουνα όταν έμενα μόνη μου. Προσπάθησα να ξαναβγώ και να τραγουδήσω, διότι έπρεπε να δουλέψω, είχα πάει στα Αστέρια, αλλά εκεί κατάλαβα ότι έπρεπε να βάλω ένα τέλος σ αυτό. Το συζήτησα και με τον άντρα μου, του είπα ότι δεν μπορώ άλλο, ότι θέλω να είμαι μόνη μου και χωρίσαμε. Με κατάλαβε. Καλός άνθρωπος, ωραίος άνθρωπος. Δεν έχουμε επαφές σήμερα, αλλά συνεχίζω να τον αγαπάω σαν αδελφό μου. Έμεινα με την κόρη μου. Δεν ήθελα να βλέπω τίποτα, δεν ήθελα να ακούω τίποτα, δεν με ενδιέφερε τίποτα. Πήγαινα συνέχεια στην εκκλησία, σε αγρυπνίες, εκεί αισθανόμουνα ανακούφιση, ένιωθα ότι αγαλλίαζε η ψυχή μου. Το 1986 αποφάσισα να πάω σε έναν γέροντα και να γίνω μοναχή. Κανένας δεν με επηρέασε, μόνη μου πήρα την απόφαση. Συγχωρέστε με, αλλά δεν μπορώ να σας πω πως ακριβώς συνέβη. Αυτό είναι μεταξύ εμένα και του Θεού. Στην αρχή έγινα ρασοφόρα, ύστερα από τρία χρόνια έγινα μεγαλόσχημη και μετά έγινε η ηγουμενική μου ενθρόνιση με μήνυμα που είχε έρθει από το Άγιον Όρος, δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες, δεν θέλησα ποτέ να μάθω. Το 1992 δημιούργησα το ησυχαστήριο μου. Εδώ έρχεται κόσμος από όλο τον κόσμο, Έλληνες από το εξωτερικό και την Κύπρο, γίνονται θαύματα με παιδάκια που έχουν προβλήματα, η Παναγία η Θεονύμφη βρίσκεται παντού και τα φυλάει. Δεν θα ήθελα να γράψετε που βρίσκεται ακριβώς το μοναστήρι, γιατί δεν ανοίγω πλέον σε κανένα, μόνο τις Κυριακές. Αυτός που θα θελήσει μέσα από την ψυχή του να με συναντήσει και να έρθει εδώ να προσκυνήσει, να είσαι βέβαιος παιδί μου ότι θα με βρει. Εδώ μένουν και όσες μοναχές- δόκιμες ή όχι- το θελήσουν, το μισό μοναστήρι είναι άβατο.
Ξυπνάω κάθε μέρα στις 4:30, μόλις χαράξει βγαίνω έξω, κάνω προσευχή, μιλώ με το Θεό, γράφω άσματα, προσευχές, εργάζομαι στο μοναστήρι όλη τη μέρα. Το βράδυ κοιμάμαι τρεις ώρες, αλλά μου είναι αρκετές. Δεν βγαίνω από δω, εκτός αν πρέπει να πάω σε κάποια προσκυνήματα, δεν βλέπω τηλεόραση, με ενημερώνουν οι πιστοί που έρχονται εδώ τις Κυριακές για να προσκυνήσουν. Καμιά φορά ξεχνάω να φάω, αλλά δεν με πειράζει καθόλου. Τώρα είμαι πολύ ευτυχισμένη, η ψυχή μου είναι ήρεμη. Παλιά φοβόμουνα πολύ το θάνατο, τώρα δεν τον φοβάμαι, παρακαλάω μόνο το Θεό να είμαι έτοιμη όταν θα με πάρει. Εδώ, μέσα στο μοναστήρι, έχω φτιάξει και το μνήμα μου. Στο μοναστήρι έχουμε απ όλα, τίποτα δεν μας λείπει, ο Θεός έχει φροντίσει για μας. Ο κόσμος με αγαπάει πάρα πολύ, καμιά φορά- στα καλά καθούμενα- έχω πειρασμούς, αλλά προσπαθώ να τους αποβάλλω. Κάτι που θα σκεφτώ, για παράδειγμα, ή μία φήμη που δεν υφίσταται. Όταν έχασα την κόρη μου στενοχωριόμουνα, αλλά τώρα λέω “αφού το επέτρεψε ο Θεός…”, ξέρω ότι είναι πολύ καλά εκεί που βρίσκεται. Έχω και δύο εγγόνια από την άλλη μου κόρη, τον Παναγιώτη- Νικόλα και τη Μαριτίνα- τα αγαπώ πολύ αυτά τα παιδιά. Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, αλλά ο Θεός με προόριζε για αυτό. Μακάρι να γινόμουνα μοναχή πιο νωρίς, αλλά τότε το θέλησε ο Κύριος να συμβεί. Παλιά έλεγαν για τα χέρια μου ότι είναι κρινοδάχτυλα, τώρα από τη δουλειά έχουν γίνει σαν πέτρα. Δεν με πειράζει, αφού τα ποτίζει ο Θεός με αγάπη. Κι άλλη ζωή να είχα, πάλι μοναχή θα γινόμουνα».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Down Town" τον Σεπτέμβριο του 2009.
https://miteriko.blogspot.com/2010/12/blog-post_5762.html

25 Φεβρουαρίου, 2026

Η Σεβάσμια μοναχή Άννα Καρούσου στον Άγιο Γεράσιμο της Κεφαλονιάς

Η ενενηντάχρονη καλόγρια Άννα Καρούσου θεια του μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου από τα Καρουσάτα της Κεφαλονιάς μονάζει(03 Δεκ 2010) στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου στους πρόποδες του Αίνου για πάνω από σαράντα χρόνια.
Η μοναχή Άννα Καρούσου ήταν νοσοκόμα και ενταγμένη στον Ερυθρό Σταυρό εργάστηκε κατά την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής ως νοσοκόμα.
Στάλθηκε στην Αμερική και εργάστηκε ως νοσοκόμα στο νοσοκομείο του Detroit.
Την παρεκάλεσαν να μείνει στην Αμερική χάριν της μεγάλης της εργατικότητας και δράσης ως εθελόντρια σε πολλά νοσοκομεία και αναρρωτήρια της Αμερικής.
«Εγώ παιδί μου δεν έχανα ποτέ φλέβα και το χέρι μου λες και το οδηγούσε μια θεια δύναμη πάντα ήταν ανάλαφρο και δεν πόναγε κανένας ασθενής» μου είπε.
Η καθολική εκκλησία της ζήτησε να ενταχτεί και να βοηθήσει τους αρρώστους αποδίδοντας της πολλές τιμές σαν δήγμα συναδελφοσύνης με τους ορθόδοξους.
Η μοναχή Άννα Καρούσου όμως νοστάλγησε την Ελλάδα και την πατρίδα της την Κεφαλονιά και επέστρεψε στον τόπο της. Έκτοτε μονάζει στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου προστάτη του νησιού της Κεφαλονιάς. Όλα της τα λεφτά τα έδωσε στον Άγιο Γεράσιμο 17.000.000 εκατομμύρια δραχμές (χρυσά λεφτά για την εποχή εκείνη), αλλά και το μοναστήρι την υποδέχτηκε και της έκαναν μεγάλες τιμές.
Τώρα δίπλα στην ηγουμένη Κασσιανή στο κελί με αριθμό 3 συνεχίζει να εργάζεται και να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον Άγιο του νησιού.
Σεβάσμια Γερόντισσα πια δέχεται από όλο τον κόσμο τους πιστούς και προσεύχεται για αυτούς. «Ανιψιέ μου να έχεις την ευχή μου όπου και αν είσαι» μου είπε όταν την αποχαιρέτησα και αυτά τα λόγια μου έδωσαν δύναμη στην Χριστιανική μας πίστη, ως επισφράγισμα ελπίδας του έργου των αγίων μοναχών και της προσφοράς τους.

https://miteriko.blogspot.com/2010/12/blog-post_477.html

27 Ιανουαρίου, 2026

ΠΑΠΑ–ΑΝΔΡΕΑΣ & ΔΙΑΚΟ–ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ

 ΠΑΠΑ–ΑΝΔΡΕΑΣ & ΔΙΑΚΟ–ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ: Μια αδιατάρακτη φιλία από την Αθωνική Έρημο 

Στον μοναχικό στίβο·  πείρα Κοινοβίου και Ερήμου.       
Ο παπα–Ανδρέας (Ευαγγελάτος: 1904–1987), τον Σεπτέμβριο του 1934, ήρθε κι έμεινε αρχικά σαν δόκιμος μοναχός στο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου Αγίου Όρους, όταν Ηγούμενος τότε στην Μονή ήταν ο Σεραφείμ (Πανταζάτος: 1886–1960). Αυτός, βλέποντας την ωριμότητα αυτού του δοκίμου, την ευλάβεια, την πρόθυμη υπακοή και τον αγωνιστικό του ζήλο, μετά από τέσσερις μήνες (16/1/1935) τον έκανε ρασοφόρο και, μέρες αργότερα, μεγαλόσχημο (25/1/1935). Μετά από ένα μήνα διάκο και, σε έξι μήνες μετά (28/7/1935), τον χειροτόνησαν ιερέα.      Ενώ ο παπα–Ανδρέας αγωνιζόταν και αναλωνόταν στα διακονήματα, ταυτόχρονα, ένιωθε μία εσωτερική έλξη προς την ησυχία. Τότε στην έρημο ασκούνταν ο π.Γεράσιμος Μενάγιας (1881–1957) που ήταν Κεφαλλονίτης και ερχόταν και στον Άγιο Παύλο. Ο παπα–Ανδρέας, γνωρίστηκε με τον Μενάγια και επεθύμησε να ζήσει μαζί του στην έρημο του Αγίου Βασιλείου. Παρακάλεσε πολύ τον Ηγούμενο Σεραφείμ, ο οποίος, του έδωσε τελικά ευλογία. Το 1938, πήγε στην έρημο κι έζησε δυόμισι χρόνια με τον ασκητή π.Γεράσιμο Μενάγια. Εκεί, γνώρισε και άλλους ασκητές, μεταξύ των οποίων, τον περιβόητο Γερω–Ιωσήφ τον «Ησυχαστή» και «Σπηλαιώτη» (1898–1959). Αυτόν, τον είχε σε ιδιαίτερη ευλάβεια. Από τότε τον θεωρούσε άγιο και τον υπερασπιζόταν όταν άκουγε άλλους αγιορείτες να τον κατηγορούν.      Γνώρισε πολλούς άλλους μεγάλους ασκητές, ωφελήθηκε πολύ από το παράδειγμά τους και ο ίδιος αγωνιζόταν πολύ. Είχε επικοινωνία με το Μοναστήρι του όλο αυτό το διάστημα και μετά από δυόμισι χρόνια πάλι επέστρεψε στην μετάνοιά του. 

«Πολλούς αγίους γνώρισα, αλλά και έναν άγιο Διάκο!…»       Γυρίζοντας, είπε στον Ηγούμενο τον Σεραφείμ: «Εκεί στην έρημο που ήμουν, πολλούς αγίους γνώρισα, αλλά και έναν άγιο διάκο. Αν τον καταφέρουμε και τον φέρουμε εδώ για Πνευματικό, θα μας βοηθήσει πολύ!». Ο Ηγούμενος, συμφώνησε: «Βεβαίως! Αφού το λες εσύ, θα το κάνουμε!». Πήγαν και τον παρακάλεσαν. Ο διάκος, ήταν όντως κατάφορτος με την Χάρη του Πνεύματος. Και, αυτός, δεν ήταν άλλος από τον Ρώσσο π.Σωφρόνιο Σαχάρωφ (1896–1993). Όμως, αυτός, ήθελε ησυχία. Πάντως, θεώρησε ότι ήταν από την θεία πρόνοια αυτή η πρόταση, ενθυμούμενος αυτό που του είχε πει κάποτε ο Γέροντάς του, ο Άγιος Σιλουανός: «Όταν σου ζητήσουν βοήθεια, να μην αρνηθείς. Ως Πνευματικός, να είσαι διακριτικός και να μην κάνεις υπερβολές». Έτσι, θέλοντας και μη, θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί αυτή η προφητική πρόρρηση του Οσίου Γέροντός του.      Έτσι, της Υπαπαντής, το 1941, τον χειροτόνησαν ιερέα. Κατόπιν, έμεινε άλλον έναν χρόνο στα Καρούλια και μετά ήρθε κι έμεινε στην Αγία Τριάδα. Το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, του έδινε κουμπάνια, αυτός έδινε τις εικόνες που έκανε και εξομολογούσε τους Πατέρες. Βοήθησε πολύ και έσωσε το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου από πολλούς κινδύνους, τότε, στα δύστυχα χρόνια της Κατοχής από τους Γερμανούς. Και, όλο αυτό, χάρη στην διορατικότητα του φίλου του, του παπα–Ανδρέα.      Ο παπα–Ανδρέας, το θεωρούσε πραγματικά ευτύχημα για τον εαυτό του που γνώρισε τον π.Σωφρόνιο Σαχάρωφ τον Ρώσσο, με τον οποίον, συνδέθηκε πνευματικά. Κατανόησε, όσο κανείς άλλος, τον πνευματικό του πλούτο, την θεία Χάρη που είχε έκδηλη αυτός ο πιστός μαθητής του Αγίου Σιλουανού. Τον είχε σε μεγάλη ευλάβεια και επεδίωκε με κάθε τρόπο την επικοινωνία μαζί του. 
«Αν αγαπάς τον Θεό, άσε με!...»      
 Κατά το έτος 1939, κάποια μέρα μετά το μεσημέρι, είχαν βγει ο παπα–Ανδρέας και ο διακο–Σωφρόνιος να μαζέψουν σαλιγκάρια. Ξαφνικά, βλέπουν μία σκιά ανθρώπου σε απόσταση και παρατήρησαν ότι είναι σχεδόν γυμνός. Κατάλαβαν ότι αυτός πρέπει να είναι ένας από τους «γυμνούς» Ασκητές του Όρους και έτρεξαν κι οι δυο τους να τον προλάβουν. Αυτός, όμως, όταν τους αντιλήφθηκε, έτρεξε να κρυφθεί.      
Ο διακο–Σωφρόνιος, ελλείψει σωματικών αντοχών, γρήγορα κουράστηκε. Κι ο παπα–Ανδρέας που ήταν νεώτερος, τον ρώτησε:     
 –Να τρέξω να τον προλάβω;      
–Αν μπορείς, τρέξε! του είπε.      
Έτρεξε και, όταν έφτασε στα δύο μέτρα, τον φώναξε:      
–Στάσου, άνθρωπέ μου, να μ’ ευλογήσεις! Αν δεν είσαι δαίμων, δώσ’ μου την ευχή σου!      Μάλιστα, τον έφτασε και τον έπιασε από το χέρι.      
–Αν αγαπάς τον Θεό, άσε με! του είπε ο άγνωστος Ασκητής.      
–Επειδή αγαπώ τον Θεό, γι’ αυτό έτρεξα να σε προλάβω! του είπε ο παπα–Ανδρέας.      
Είδε να φορά στην μέση ο Ασκητής ένα τσουβάλι τρίχινο φθαρμένο και, τίποτε άλλο! Ούτε παπούτσια ούτε κάλτσες, κι ας ήταν και Μάρτιος μήνας!       Του λέει:      
–Πώς είσαι έτσι; Να σου φέρω ρούχα;      
–Δεν θέλω.      
–Θες παξιμάδι ή τίποτα άλλο;      
–Να σου φέρω κάτι; Έτσι, για «ευλογία»;      
–Φέρε μου λίγο αλάτι.      
–Πού να σου το φέρω;      
–Άστο σ’ εκείνη την πέτρα.      
Την άλλη μέρα, ο παπα–Ανδρέας κι ο διακο–Σωφρόνιος, πήγαν το αλάτι, το άφησαν πάνω στην πέτρα και παραφύλαγαν να δουν τον ερχομό και το πέρασμα αυτού του «τσουβαλοσκέπαστου» Ασκητού. Μα, το αλάτι έμεινε εκεί. Και ο Ασκητής δεν ξαναφάνηκε!... 

(Σ)το μακάριο τέλος· «Ήμουν εκεί!».        
Το έτος 1987, την ημέρα της Υπαπαντής που πανηγύριζε το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, εκοιμήθη ο παπα–Ανδρέας, ο πάγκαλος Προηγούμενος αυτής της Μονής και πιστός φίλος του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ. Μετά την καθιερωμένη πολύωρη Αγρυπνία της Εορτής, ακολούθησε κατανυκτικά και η κηδεία του. Ειδοποίησαν τηλεφωνικά τον φίλο και συνασκητή του, τον Γέροντα Σωφρόνιο από το Έσσεξ της Αγγλίας και, αυτός, απάντησε τα εξής:     «Το ξέρω· ήμουν εκεί!»… 

[(1) «Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», μέρος 1ο, κεφ. ιζ΄, σελ. 199–203, 215, Α΄ έκδοση, Άγιον Όρος, 2011. (2) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος», τόμ. β΄, σελ. 575–577 και 635–637, / τόμ. γ΄, σελ. 1191–1194, Α΄ έκδοση, «Μυγδονία», Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2011.] 

https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/blog-post_27.html

Ιερομόναχος Παρθένιος Καρουλιώτης (1881 – 11 Ιανουαρίου 1959)

 Ένας ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ στα ΦΡΙΚΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ του ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ - Το πριγκιπόπουλο που για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλιώτης…


Του κατά κόσμον Παύλου Ιβανιώφ του Αλεξάνδρου και της Βάσιας η πατρίδα ήταν η Μόσχα, στην οποία γεννήθηκε το 1881. Η κατα­γωγή του ήταν από πριγκιπική οικογένεια της Ρωσίας, την τσαρική δυ­ναστεία των Ρωμανώφ. Λέγεται πως η κτηματική του περιουσία ήταν σε έκταση όση της Μακεδονίας μας. Μόλις 18 ετών ήλθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Προς τούτο πήγε στο Χιλανδαρινό Κελλί του Αγίου Νικολάου – Μπουραζέρη, παρά τις Καρυές, που το κατοικούσαν πολλοί Ρώσοι. Στο Κελλί αυτό εκάρη μοναχός το 1906 και ασκήθηκε στην υπακοή, στην ταπείνωση και στην εξουθένωση της κοινοβιακής ζωής. Αργό­τερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Λόγω της μορφώσεώς του τον έθεσαν στη γραμματεία του Κελλιού, που τότε ανοικοδομείτο και είχε μεγάλη αλληλογραφία.
Μία ημέρα, μεταξύ των επιστολών που έλαβε ήταν και μίας γυναί­κας, που έγραφε πως πληροφορήθηκε για την ανοικοδόμηση ναού και έστειλε προς τούτο λίγα χρήματα, γιατί ήταν φτωχή. Μάλιστα, όπως έγραφε, και αυτά τα λίγα χρήματα τα εξοικονόμησε, κόβοντας τις κο­τσίδες των μαλλιών της και πουλώντας τες στις αρχόντισσες, που τα φορούσαν, κατά τη μόδα της εποχής, στις δεξιώσεις … Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε και τον έκανε ν’ αναχωρήσει για τα φρικτά Καρούλια.
Λίγο προ του τέλους του έλεγε σ’ ένα μοναχό πως συγκλονίσθηκε από εκείνη την επιστολή. Μία γυναίκα έκοψε και πούλησε τα μαλλιά της κι έστειλε από το υστέρημά της τον όβολό της κι εκείνος να κάθεται στην πολυθρόνα, να πίνει τσάι, να τρώει καλά και να έχει όλες τις ανέσεις; Έτσι, αποφάσισε να πάει στα Καρούλια, να υποφέρει κάτι για την αγάπη του Εσταυρωμένου Χριστού, για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής του. Στο Μπουραζέρη, έλεγε, λόγω της οικογενειακής καταγωγής του, ποτέ δεν θα τον έβαζαν σε βαρύ διακόνημα.
Περί το 1920 πήγε και κατοίκησε στην Καλύβη του Αγίου Ιννοκεντίου στα Καρούλια. Ο διακαής πόθος της ησυχίας τον οδήγησε εκεί. Έδειξε τέλεια αυταπάρνηση και μεγάλη αγάπη προς όλους τους συνασκητές του, τους οποίους έβλεπε ως επίγειους, αγίους αγγέλους του Θεού. Βοηθούσε όλους όσους μπορούσε. Δεν άφηνε κανένα να εισέλθει στο κελλί του, για να μη δει που κοιμόταν. Είχε χαμαικοιτία μέσα στο σπήλαιο. Για στρώμα είχε ένα τρίχινο σάισμα και για προσκέφαλο ένα κούτσουρο. Δεν μαγείρευε και αρκείτο συνήθως σε ξηρά τροφή. Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά για να ζεσταθεί. Το κουρελιασμένο ζωστικό του δεν μύριζε άσχημα, μα μάλλον ευωδίαζε. Λέγεται από πολλούς, που τον γνώρισαν, πως τον κοσμούσε το προορατικό χάρισμα. Το κομποσχοίνι ήταν πάντοτε στο χέρι του και η ευχή του Ιησού στο στόμα του. Πολλοί πολλές φορές τον κάλεσαν στον κόσμο, αλλά ποτέ δεν άφησε τα Καρούλια.
Είχε μία βιβλική μορφή, που τον έκανε σεβάσμιο. Μόνη η όψη του φανέρωνε την ευγενική καταγωγή του. Τον έβλεπες και σου προκαλούσε δέος, σεβασμό και αγάπη. Ήταν σεβαστός και αγαπητός από όλους. Κατά τον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο: «Άκρως φιλέρημος και ρέκτης της νήψεως και της νοεράς προσευχής, εκ προοιμίων της εκεί εγκαταστάσεώς του γνωστοποίησε την απροθυμία του για επισκέψεις και συντυχίες και την … ευγνωμοσύνη του για ’κείνους που θα σέβον­ταν τούτη την παράκλησι και θέλησί του. Τροφή του πνευματική η χά­ρις του Θεού, βρώσις του σωματική το παξιμάδι, που του προμήθευαν συνασκηταί, και πόσις του το λιγοστό βρόχινο νεράκι της ακατασκεύαστης στερνούλας». Μας έλεγε ο μοναχός Δανιήλ, της αδελφότητος των Δανιηλαίων, ότι έβαζε στο λίγο χώμα, που εκεί είχε κάτι πατατούλες και δεν τις έτρωγε. Τις έδινε κι αυτές ευλογία σε άλλους με χαρά. Η ασκητική ζωή του συγκινούσε τους πάντες. Το πριγκιπόπουλο για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλιώτης, Καρουλιώτης …
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11.1.1959, για ν’ απολαμβάνει αιώνια, στην ατελεύτητη Ουράνια Βασιλεία τη θεσπέσια θέα του Θεού. Την εκδημία του την είχε προαισθανθεί και την προείπε.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α΄ Αθήναι 1979, σσ. 141- 142. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 135-136. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 97-98. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2004, σ. 621.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 621-624
pemptousia
konstantinoupolipothoumeno
https://www.facebook.com/

19 Ιανουαρίου, 2026

ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ


     Το 1929, όταν ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897–1959) πέρασε από τη Θεσσαλονίκη, γνώρισε κάποιες ενάρετες χήρες, Μικρασιάτισσες, που είχαν μέσα τους πόθο και δίψα Θεού. Από τότε αλληλογραφούσε μαζί τους και προσπαθούσε να τις καθοδηγήσει προς την τελειότητα της προσευχής, στην πλήρη αφοσίωση και τη λατρεία του Θεού. Κι εκείνες, γευόμενες τους γλυκούς καρπούς της προσευχής, άρχισαν να επιζητούν το άγιο και αγγελικό Σχήμα.

     Τα γράμματα του Γέροντα Ιωσήφ προς αυτές ήταν απλά και ανεπιτήδευτα, αλλά γεμάτα σοφία και πολλή αγάπη. Σε κάποια απ’ αυτά έγραφε: «Ζήτησες, τέκνο του αγαθού μας Θεού, να μάθεις αν ο Κύριος θέλει να λάβεις το άγιο Σχήμα. Εσύ, αδελφή μου, από τότε που είδες και γνώρισες τον κόσμο, βαδίζεις στο δρόμο του Θεού και δεν ζήτησες ποτέ σου τίποτε άλλο εκτός από το θέλημα του Κυρίου. Λοιπόν, μην αμφιβάλλεις ότι έφτασε πια ο καιρός να φορέσεις κι εσύ το άγιο Σχήμα, αφού και, δίχως το Σχήμα, είσαι ήδη καλογριά· και τώρα που γέρασες, τι έργα ζητάς (να βρεις στον εαυτό του που να σε καθιστούν άξια να λάβεις το Σχήμα);»!

     Τελικά, το 1930, για να τις βοηθήσει καλύτερα, αποφάσισε να τις μαζέψει και να μείνει για λίγο μαζί τους. Του παραχωρήθηκε ένα άδειο μοναστήρι που ήταν σ’ ένα έρημο χωριό, τη Γεροβίτσα, που βρίσκεται κοντά στο Ζύρνοβο της Δράμας, το σημερινό Κάτω Νευροκόπι. Το μοναστήρι ήταν κατεστραμμένο, σχεδόν ερείπιο, γι’ αυτό και φώναξε τον αδελφό του, τον Λεονάρδο, από την Αθήνα, να τον βοηθήσει στα κτισίματα.

     Εκεί, στο Ζύρνοβο, έκανε πέντε μοναχές: την Θεοδώρα, που ήταν μια αγιασμένη ψυχή, την οποία και όρισε ως ηγουμένη· την Ευπραξία, που ανέλαβε την ηγουμενία μετά την κοίμηση της Θεοδώρας· μια άλλη δεύτερη Ευπραξία· την «Κλαιο-Μαρία»*, που όλο έκλαιγε από την πολλή κατάνυξη που είχε· και, τέλος, την Φεβρωνία.

     Οι μοναχές του Γέροντος Ιωσήφ ήταν πολύ ενάρετες ψυχές και όλες Πόντιες. Τις έμαθε τη νυκτερινή ακολουθία με τη Νοερά Προσευχή. Κι αυτές έλεγαν το Όνομα του Χριστού, μοιρολογώντας στα τούρκικα: «Ζακλίμ Ιησού! Ζακλίμ Ιησού!», δηλαδή «Γλυκύτατε Ιησού! Γλυκύτατε Ιησού!».


     Αγρυπνούσαν γονατισμένες κι έλεγαν λόγια στον Χριστό με πολύ κλαυθμό, η μια ξεχωριστά από την άλλη, στα κελάκια τους. Πήγαινε ο Γέροντας με το κομποσχοίνι να τις επισκεφθεί, να δει αν αγρυπνούσαν ή όχι, και δεν τον έπαιρναν είδηση από τον πολύ κλαυθμό και την κατάνυξη που είχαν!

     Η μοναχή Θεοδώρα είχε πολλή «πνευματική συγγένεια» με τον Γέροντα Ιωσήφ. Ο ίδιος αναφέρει σε μια από τις επιστολές του ότι και την αναπνοή της αισθάνθηκε κάποτε νοερά. Ενώ, δηλαδή, εκείνος ήταν πλέον στο Άγιον Όρος και προσευχόταν, ξαφνικά, τρόπον τινά «έφυγε» ο τόπος –διότι η Χάρη του Θεού δεν γνωρίζει περιορισμό από τόπο και χρόνο–, και την αισθάνθηκε δίπλα του, ενώ εκείνη ήταν έξω στον κόσμο.


     Ανάμεσα στις χήρες που έκειρε μοναχή ο Γέροντας ήταν και μια εξαιρετικά αγία ψυχούλα, η οσιότατη Ευπραξία. Ενώ ακόμα εκείνη ήταν λαϊκή στη Θεσσαλονίκη και ο Γέροντας Ιωσήφ με τον πατέρα Αρσένιο (τον συνασκητή του) στη Δράμα, αυτή είπε στις γνωστές της:
     –Είδα έναν Γέροντα, έτσι και έτσι, και αυτός θα με κάνει καλόγρια...
     –Άντε βρε, της είπαν αυτές, που πιστεύεις στα όνειρα!
     –Δεν ξέρω· έτσι είδα… απαντά αυτή.
     Πράγματι, όταν έφθασε ο Γέροντας Ιωσήφ στη Θεσσαλονίκη, κατά θεία συγκυρία, συναντήθηκαν και τελικά την έκειρε μοναχή με το όνομα Ευπραξία! Επειδή όμως ήταν Πόντια, Τραπεζούντια, δεν ήξερε τα Ελληνικά καλά και, αντί να λέει «Ευπραξία», έλεγε «Απραξία».
     –Πώς εκλήθης, αδελφή; τη ρωτούσαν.
     Κι εκείνη απαντούσε:
     –Απραξία!

     Όταν έγινε μοναχή, ακόμα και το Ψαλτήρι στα τούρκικα το διάβαζε. Όταν διάβαζε το «Ωρολόγιον» καθώς και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, δεν καταλάβαινε και γι’ αυτό έκλαιγε συνέχεια και παρακαλούσε θερμά τον Θεό να τη φωτίσει να «γινώσκῃ ἃ ἀναγινώσκῃ», δηλαδή να καταλαβαίνει αυτά που διαβάζει (πρβλ. Πράξ. 8, 30). Ένα βράδυ, μετά από ποταμούς δακρύων, είδε στον ξύπνιο της τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο που της έδωσε κάτι να πιει μ’ ένα κουταλάκι. Όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε ότι μπορούσε πια να διαβάζει ο,τιδήποτε και να το καταλαβαίνει πλήρως! Αμέσως, πήρε το «Ωρολόγιον» και τα βιβλία της Εκκλησίας στα χέρια της, τα διάβαζε και τα καταλάβαινε όλα!


     Η Γερόντισσα Ευπραξία ήταν πολύ ασκητική, αλλά η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι είχε πολλή πίστη στον Γέροντα. Ό,τι της έλεγε ο Γέροντας, το δεχόταν σαν αποκάλυψη!
     Μάλιστα, συχνά συνέβαινε και η ακόλουθη χαριτωμένη μεταξύ τους στιχομυθία: πριν ξεκινήσει την αγρυπνία της, πήγαινε στον Γέροντα Ιωσήφ και του έλεγε:
     –Γέροντα, πες τώρα «να έχω προσευχή».
     –Άντε, θα έχεις προσευχή.
     –Όχι «έτσι», Γέροντα! Δεν το είπες με την καρδιά σου. Πες, πες, πες! του ξαναλέει.
     –Άντε, θα έχεις πλημμύρα προσευχής! της λέει ο Γέροντας.
     –Ε, τώρα, ευχαριστώ, Γέροντα!
     Και πώς ο Θεός σφραγίζει πραγματικά το στόμα του Γέροντα! Πράγματι, με το που της έλεγε έτσι, μια πλημμύρα Χάριτος τής ερχόταν!
     Τόση πίστη είχε η αγαθή Γερόντισσα Ευπραξία προς τον Γέροντά της, που έλεγε:
     –Γέροντα, να σε πάρω στον ώμο μου, να σ’ έχω στον ώμο μου και, τότε, δεν φοβάμαι. Και στα Ιεροσόλυμα πηγαίνω περπατώντας!
     Κι επειδή είχε αυτή την ευλάβεια προς τον Γέροντά της, είχε πετύχει πολλά στην προσευχή. Έκανε πολλή ώρα καρδιακή προσευχή κι έφθασε σε μεγάλη απάθεια και σε υψηλή πνευματική κατάσταση. Όταν έμπαινε ο Γέροντας καμιά φορά στο κελί της, τη σκουντούσε και συνερχόταν, δηλαδή βρισκόταν σε προστάδιο θεωρίας. Σίγουρα θα είχε και εκστάσεις. Ήταν βέβαια πάντοτε καλής προαίρεσης, αγιασμένη και μυροβλυσμένη.
     Γι’ αυτό κι έλεγε ο Γέροντας πως η μοναχή Ευπραξία είχε τόση Χάρη απ’ τον Θεό, που στο μοναστήρι όταν ήταν, έβγαλε και δαιμόνιο από ένα παιδάκι.


     Να, τι είχε γίνει ακριβώς:
     Είχε έρθει ένα παιδί στο ναό του μοναστηριού κατά τη θεία Λειτουργία. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, το παιδί πλησίασε τον ιερέα, παρακαλώντας τον να του διαβάσει κάποια ευχή και να το σταυρώσει, διότι είχε δαιμόνιο.
     Ο ιερέας είπε στο παιδί:
     –Παιδί μου, πήγαινε σ’ εκείνη τη μοναχή να σε σταυρώσει· εκείνη έχει τη δύναμη να γίνεις καλά.
     Το παιδί έκανε υπακοή και πήγε και την παρακάλεσε:
     –Γερόντισσα, σταύρωσέ με!
     –Παιδί μου, του λέει τότε αυτή, στον ιερέα να πας· εκείνος έχει τη Χάρη και τη δύναμη. Εγώ είμαι μια απλή μοναχή.
     –Μα, λέει αμέσως το παιδί, εκείνος μ’ έστειλε σ’ εσένα να με σταυρώσεις. Σταύρωσέ με, σε παρακαλώ, αδελφή! Είναι τόσο δύσκολο;
     Ήρθε σε δύσκολη θέση η αγαθή Γερόντισσα, αλλά τι να κάνει μπροστά στην τόση επιμονή του παιδιού; Το σταύρωσε κι αμέσως το δαιμόνιο «όπου φύγει-φύγει»! Και το παιδί θεραπεύτηκε εντελώς.


     Ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912–1998) γνώρισε εξ ιδίας πείρας τη Χάρη που είχαν οι ευλαβείς αυτές Γερόντισσες και κάποτε διηγήθηκε τις ακόλουθες ιστορίες για την αδελφή Ευπραξία.
     «Κάποτε, περίμενα τον Γέροντα Ιωσήφ να έλθει απ’ έξω (από τον κόσμο προς το Άγιον Όρος). Είχε βγει έξω τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα. Εν τω μεταξύ, είπε ο Γέροντας στις μοναχές:
     –Βρήκα ένα παπαδάκι καλό! (για μένα τό ’λεγε).
     Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα Ευπραξία με τις άλλες και μού ’πλεξαν ένα σκουφάκι. Όταν ήρθε ο Γέροντας (μέσα στο Όρος), πήγε (κατευθείαν) στις «αλυκές» και δεν ανέβηκε πάνω στο καλυβάκι του, όπως συνήθιζε. Έτσι, κατεβήκαμε όλοι κάτω. Βγήκε στο λιμάνι από τη βάρκα και πλησίασα κοντά του.
     –Φόρεσε αυτό το σκουφάκι! μου λέει.
     Μόλις το φόρεσα, πήρα Χάρη, ενέργεια πνευματική, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα.
     –Τι σκουφί είναι αυτό, Γέροντα; ρώτησα έκπληκτος.
     –Νά ’ξερες, λέγει ο Γέροντας Ιωσήφ, τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα σ’ αυτό το σκουφάκι! Αυτά είναι “κειμήλια”!»**.

     Με τόση άσκηση και προσευχή πέρασαν όλη τους τη ζωή οι άγιες αυτές ψυχές. Πραγματικά διαμάντια! Η τελευταία από τις πέντε γερόντισσες που πέθανε, ήταν η Ευπραξία· έζησε περίπου 100 έτη.
     Ήταν στη Θεσσαλονίκη και, όταν ήλθε το τέλος της, είδε τους δαίμονες που ήλθαν να την πάρουν.
     Γύριζε προς τ’ αριστερά κι έλεγε:
     –Γκιτ! Γκιτ! Δηλαδή «φύγε!» στα τούρκικα κι έδιωχνε τους δαίμονες μ’ ανοιχτά μάτια και μ’ όλα τα λογικά της.
     Μετά, γύριζε προς τα δεξιά και, βλέποντας τους Αγγέλους, έλεγε:
     –Γκελ! Γκελ! Δηλαδή «Ελάτε! Ελάτε!».
     Και έτσι εκοιμήθη η τελευταία καλόγρια του οσίου Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή.


     Μια μοναχή, κάποτε, έγραψε στον Γέροντα ότι είναι άρρωστη και ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, θα πεθάνει. Αλλά επειδή η ασθένεια ήταν γυναικολογική, δεν ήθελε ο Γέροντας να γίνει εγχείρηση κι έκανε πολλή προσευχή γι’ αυτήν. Πάνω στην προσευχή πήρε την πληροφορία ότι η ασθένεια θα περάσει και έτσι της έγραψε τελείως αντίθετα από τη γνώμη του γιατρού, ότι δηλαδή θα ζήσει και χωρίς εγχείρηση.
     Εκείνη, ξανάγραψε στον Γέροντα ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, όπως της είπε ο γιατρός, θα πεθάνει.
     Ο Γέροντας όμως επανέλαβε:
     –Έχε πίστη, άφησέ τα όλα στον Θεό.
     Και, τελικά, η μοναχή τού έστειλε απάντηση ότι η ασθένειά της υποχώρησε.
     Στις αρχές ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ανυποχώρητος στον τομέα της αρρώστιας και των γιατρών. Αργότερα, όμως, προς τα τέλη της ζωής του, υποχωρώντας στις παρακλήσεις των υποτακτικών του, δέχτηκε φαρμακευτική περίθαλψη και είδε την ωφέλεια από τα φάρμακα, ομολογώντας ο ίδιος: «Ήλθαν κοντά μου πολλοί άρρωστοι, οι οποίοι με προσευχή και νηστεία θεραπεύτηκαν. Τώρα, όμως, δεν μ’ ακούει ο Κύριος, ακριβώς για να μάθω κι εγώ τα φάρμακα και τους γιατρούς και να γίνω συγκαταβατικός προς τους άλλους. Διάβασα και τις επιστολές του αγίου Νεκταρίου και είδα πόσο πρόσεχε (έδινε σημασία) στους γιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσο μεγάλος άγιος! Ενώ, εγώ, ο φτωχός ασκητής, γέρασα μέσα στην έρημο κι ήθελα όλο μόνο με την πίστη να θεραπεύω. Τώρα, όμως, μαθαίνω κι εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η θεία Χάρη».


     Κάποτε, επισκέφθηκε ο Γέροντας ένα άλλο μοναστήρι, εκεί κοντά στη Δράμα και, επειδή πέρασε η ώρα, έτυχε να κοιμηθεί στον ξενώνα. Οι διακονήτριες μοναχές, που φρόντιζαν το κελί του Γέροντα, παρατήρησαν ότι όπως ακριβώς έστρωναν το κρεβάτι του, έτσι και το έβρισκαν την επομένη. Διότι, ο Γέροντας Ιωσήφ και ο συνασκητής του, ο πατήρ Αρσένιος, δεν κοιμούνταν στο πλευρό ούτε καν σε κρεβάτι, για άσκηση. Όταν όμως το έμαθε αυτό η ηγουμένη της μονής, τον κάλεσε και του είπε:
     –Ξέρεις να κάνεις υπακοή, Γέροντα;
     –Ξέρω!
     –Λοιπόν, από σήμερα θα ξαπλώνεις στο κρεβάτι, όταν ξεκουράζεσαι.
     Δυσκολεύτηκε λίγο εσωτερικά ο Γέροντας να εγκαταλείψει την άσκησή του, αλλά αποφάσισε να κάνει υπακοή. Για πρώτη φορά, ύστερα από χρόνια, κοιμήθηκε σε κρεβάτι. Και, τι συνέβη; Όταν ξύπνησε για την αγρυπνία του, είχε τόση διανοητική διαύγεια και ψυχική άνεση, που θαύμαζε τη δύναμη της υπακοής. Στη συνέχεια, όλη η αγρυπνία του πέρασε με πολλή επιτυχία. Και τότε ήταν που είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Από σήμερα θα ξεκουραζόμαστε σε ξύλινα κρεβάτια.


     Η ζωή του Γέροντα Ιωσήφ, εκεί στη Δράμα, δεν διέφερε σε τίποτα από τη ζωή του στο Άγιον Όρος. Ζούσε με σκοπό την «ατέλεστη τελειότητα». Έτσι, μόλις άκουγε ότι κάποιος ήταν προχωρημένος στην αρετή, αμέσως έσπευδε να τον συναντήσει προς ωφέλειά του. Ενώ λοιπόν ήταν στο μοναστήρι, πήγαν κάποιοι και του είπαν:
     –Είναι μια μοναχή, στη Δράμα, που προφητεύει και λύνει όλα τα προβλήματα.
     –Θα πάω να τη δω! είπε ο Γέροντας.
     Αυτή η μοναχή μιλούσε δήθεν με την Παναγία, που της «προέλεγε» τα πάντα, ακόμα και για ανθρώπους που θα την επισκέπτονταν. Έτσι, πήγαινε προς αυτήν πολύς κόσμος.
     Πάει ο Γέροντας και της λέει:
     –Πώς πήρες αυτή τη Χάρη;
     –Είναι από τον Θεό, από το Άγιο Πνεύμα! ισχυρίστηκε εκείνη.
     –Και καταλαβαίνεις τις σκέψεις;
     –Ναι.
     –Θα βάλω μια σκέψη μέσα στην καρδιά μου, κι αν τη βρεις, εντάξει. Αν δεν τη βρεις, θα μουγγαθείς.
     Έβαλε ο Γέροντας στο νου του μια βρισιά κατά του διαβόλου, διότι κατάλαβε ότι ο διάβολος ήταν αυτός που της έλεγε όλα τα «προφητικά».
     –Πες μου τώρα τη σκέψη μου!
     Αυτή όμως βουβάθηκε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου.
     –Μίλα!
     Δεν μπορούσε να μιλήσει.
     –Άμα μετανοήσεις και σταματήσεις να κάνεις προφητείες με τον διάβολο, θα σε σταυρώσω και θα γίνεις καλά.
     Αυτή ένευσε θετικά ότι δέχεται και τότε ο Γέροντας Ιωσήφ τη σταύρωσε, λύθηκε το στόμα της, και της είπε:
     –Είσαι πλανεμένη από εγωισμό και από οίηση. Να κοιτάξεις τις αμαρτίες σου και να μην το ξανακάνεις αυτό!
     Η μοναχή έγινε καλά, αλλά δυστυχώς μετά από λίγο καιρό ξαναγύρισε στην πλάνη της.


     Ο τότε οικείος Μητροπολίτης πολύ χαιρόταν με την ίδρυση της γυναικείας μονής από τον Γέροντα Ιωσήφ, διότι ήταν πνευματικός άνθρωπος. Με το ορθόδοξο φρόνημα που τον διέκρινε, πίστευε ακράδαντα ότι η λειτουργία μοναστηριών θα έφερνε πολλή ωφέλεια στο ποίμνιό του.
     Συνέβη όμως κάποια πρόσωπα, που δεν συμπαθούσαν τον Γέροντα, να τον συκοφαντήσουν πολύ άσχημα στον επίσκοπο για ζητήματα ηθικής φύσεως, όπως συνέβη και στον άγιο Νεκτάριο. Ο Μητροπολίτης, κατά παραχώρηση Θεού, ως άνθρωπος κι αυτός, παρασύρθηκε. Έδωσε βάση στις διαβολές χωρίς να τις ερευνήσει και, έτσι, άρχισε να καταδιώκει τον Γέροντα και να τον εμποδίζει στο έργο του.

     Ο Γέροντας κατανόησε τη θέση του ευλαβούς Μητροπολίτου και, για να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση, πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα γνωστό του σπίτι. Εκεί, διάλεξε μια ήσυχη γωνιά και ησύχαζε σαν να ήταν μέσα σε σπήλαιο. Ανησυχούσε όμως πολύ, διότι δεν γνώριζε τι ν’ απέγιναν οι μοναχές του, αν τις έδιωξαν ή όχι. Και ενώ έτσι ανησυχούσε, συνέβη και χειρότερος πειρασμός: έμαθε ότι οι κομιτατζήδες πήγαν στο μοναστήρι, όπου ήσαν οι μοναχές του.
     Έτσι, λοιπόν, με μεγάλη αγωνία και πόνο έκανε πολλή προσευχή όλη την ημέρα. Το βράδυ, εξαντλημένος από την αγωνιώδη προσευχή και μισοξυπνητός όπως ήταν, βλέπει τον άγιο Νικόλαο, προς τιμήν του οποίου ήταν αφιερωμένο το μοναστήρι, να του λέγει:
     –Μη στενοχωριέσαι! Εγώ έχω υπό την προστασία μου τις μοναχές σου.
     Συνήλθε αμέσως και αισθάνθηκε παρηγοριά· δεν έφυγε τελείως ο φόβος και η αγωνία. Σε λίγο, εξαντλημένος από την κόπωση κι από τη στενοχώρια, μόλις βυθίστηκε για λίγο στον ύπνο, του εμφανίζεται η Παναγία και τον ασπάσθηκε· από δε τα φορέματά της εξέρχονταν άρρητη ευωδία.
     Ο Γέροντας τότε βρέθηκε σε κατάσταση απερίγραπτης μακαριότητας. Ο φόβος και η αγωνία του εξαφανίστηκαν εντελώς και για μήνες αισθανόταν την υπερκόσμια αυτή ευωδία των πάνσεπτων ενδυμάτων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Λίγες ημέρες αργότερα, πληροφορήθηκε πως οι μοναχές του διαφυλάχθηκαν σώες και αβλαβείς από τους πειρασμούς.


     Εν τω μεταξύ, είχε ήδη συμπληρώσει πάνω από δύο χρόνια εκεί στη Δράμα. Πέθαναν δύο από τις μοναχές του κι απέμειναν τρεις. Κι επειδή ο επίσκοπος συνέχιζε να τις κυνηγάει, μετέβησαν στην Ουρανούπολη. Εκεί, οι καλόγριες είχαν ένα μύλο και από την εκεί εργασία τους συντηρούνταν.

     Όμως, όσο καιρό έμεινε έξω από το Άγιον Όρος ο Γέροντας Ιωσήφ δεν γευόταν τη Χάρη της θεωρίας όπως παλιά στην έρημο· γι’ αυτό γύρισε και είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Τι κάνουμε; Ήρθαμε να σώσουμε τον κόσμο, να κάνουμε καλογριές και, τώρα, πού είναι ο Θεός; Έχασα τον Θεό μου!
     Έτσι, πήρε την αμετάκλητη απόφαση να γυρίσει οριστικά στην πολυπόθητη έρημο του Αγίου Όρους. Αλλά δεν μπορούσε και να παρατήσει τις μοναχές του· γι’ αυτό τις είπε: «Τώρα δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω άλλο μαζί σας. Θα πάω στο Άγιον Όρος να ζήσω σαν ασκητής. Θα μου κάνετε απόλυτη υπακοή και θα επικοινωνούμε με γράμματα». Και, όπως αποδείχθηκε, η αλληλογραφία κάλυψε πλήρως τις πνευματικές τους ανάγκες και όλες τους είχαν οσιακό τέλος μέσα στις οικογένειές τους…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ


※
[Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντάς μου,
Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,
κεφ. 2ο, §ζ΄, σελ. 97–107,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου
Αριζόνας USA, 2008.
*Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία:
«Μοναζουσών Σύναξις»
–Θαυμαστόν γυναικείον Γεροντικόν
του 20ου αιώνος»–
κεφ. 9ο και 12ο,
σελ. 195–198 και 211–212,
Εκδοτική Παραγωγή «Επτάλοφος»,
Αθήναι, Απρίλιος 20051.
**Ιωσήφ Ιερομονάχου:
«Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
μέρος Β΄, §8, σελ. 204–205,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Άγιος Εφραίμ»,
Κατουνάκια, Αγίου Όρους
Ιούνιος 20001.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※




Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2017/03/blog-post_23.html