9 Δεκεμβρίου 2014

Το κάψιμο της σημαίας (διήγημα) Του Ιωάννη Δεϊρμεντζόγλου


Το κάψιμο της σημαίας
(διήγημα)
Του Ιωάννη Δεϊρμεντζόγλου
 .......Είχαν κυκλωθεί στην κοιλάδα του Αλή-Βεράν. Καθηλωμένοι, περίμεναν κάτι να συμβεί, ένα θαύμα, να γλιτώσουν… και το θαύμα έγινε. Ξαφνικά, άρπαξε ο συνταγματάρχης τη σημαία και ....

Με βήμα βαρύ, σκεφτικοί και αμίλητοι δέκα στρατιώτες, πορεύονται προς την πόλη των Σερρών. Ξάγρυπνοι, νηστικοί, εξαντλημένοι. Μάχονταν τέσσερα μερόνυχτα, χωρίς ύπνο, δίχως φαί- λίγο νερό μόνο να δροσίσουν τα φρυγμένα χείλη τους – υπερασπιζόμενοι τα οχυρά του Λίσσε.
Ανίκητοι, αλύγιστοι στις επιθέσεις των Γερμανών, κρατούσαν καλά πίσω από τις πολεμίστρες.
Άφοβοι, τολμηροί, ριψοκίνδυνοι, πολεμούσαν έξω απ’ τα οχυρά, στήθος με στήθος, με τον ιταμό επιβουλέα κι ο χάρος δεν τους έσκιαζε. Κι αν σκοτώνονταν, για την Ελλάδα ήταν, μα και για τα σπίτια, τις οικογένειες, τους γονείς και πιο πολύ για του Χριστού την Πίστη την Αγία.
Έστησαν την σημαία ψηλά, τραγουδούσαν κι αψηφούσαν τα βόλια.
Αγανακτούσαν οι Γερμανοί, απορούσαν, θαύμαζαν την ελληνική λεβεντιά, λυσσομανούσαν για την ανημποριά τους. «Τι είναι τούτοι; Θεοί μήπως; γιατί το «ήρωες» είναι λίγο! συλλογίζονταν.
Προς το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1941 τα πράγματα άλλαξαν. Οι Γερμανοί κατέλαβαν την Θεσ/νίκη, έγινε συνθηκολόγηση. Κήρυκες Γερμανοί, με τάνκς τριγυρνούν έξω απ’ τα φρούρια, σηκώνουν άσπρη παντιέρα, ζητούν την παράδοση των οχυρών.
Οι στρατιώτες απορούν. Ρωτούν τους αξιωματικούς, ζητούν να μάθουν. «Τι έγινε; πώς γύρισαν τα πράγματα; Τόση ηρωική αντίσταση … και τώρα!!! Μαύρη απελπισία απλώθηκε παντού· τους τύλιξε στα ψυχοφθόρα πέπλα της και για μια στιγμή φάνηκε πως σκοτείνιασαν όλα και χάθηκαν από μπροστά τους. Σταμάτησε ο νους και η καρδιά έτοιμη να σταματήσει κι αυτή.
Σαν συνήλθαν αναρωτιόνταν. «Είναι αλήθεια; είναι ψέμα;… είναι δόλος του εχθρού;
Μόνον, όταν ήλθε η γραπτή Διαταγή του διοικητή στρατηγού «Παραδώστε τα οχυρά, συνθηκολογήσαμε» όλα ξεκαθάρισαν.
Αντιδρούν μέσα τους, ωστόσο υπακούουν. Κλαίνε, αγκαλιάζονται μεταξύ τους, φιλιούνται, φιλούν και αγκαλιάζουν τα πολυβόλα, νιώθουν πως κι αυτά θρηνούν για την ξαφνική συνθηκολόγηση.  Τα χαϊδεύουν όπως τ’ αγαπημένα πρόσωπα, λες κι έχουν ψυχή, σφίγγουν την καρδιά τους, ρίχνουν τελευταία ματιά ένα γύρω, φορτώνονται τα σακίδιά τους, φεύγουν.
Βαριές οι καρδιές, βαριά τα βήματα, σέρνονται στο δρόμο της επιστροφής.
Καθώς προχωρούν βλέπουν σ’ ένα λόφο κι άλλους φαντάρους· ανηφορίζουν προς τα εκεί. Θέλουν να μάθουν το πώς και το γιατί της συνθηκολόγησης. Φθάνουν. Μπροστά τους ένα τμήμα του 26ου συντάγματος να στέκει γύρω από τη φωτιά. Κι ο καπνός, πυκνός και γκρίζος, ν’ ανεβαίνει ψηλά  στο γαλάζιο ουρανό, να τον λερώνει κι έπειτα να σκορπά, να χάνεται στην απεραντοσύνη της φύσης.
Ανάμεσά τους ένας αρχιμανδρίτης.  Κάτι στρώνει πάνω στο βράχο, βάζει τα άμφια, κρεμά τον σταυρό στο λαιμό και καλεί όλους να πλησιάσουν. Ναι, θα λειτουργηθούν, εδώ ψηλά στην κορφή, πιο κοντά στο Θεό, μέσα στη γαλήνη της Φύσης κι ας είναι οι καρδιές ταραγμένες, πληγωμένες – όχι από βόλιμα από την ξαφνική συνθηκολόγηση.
Πλησιάζουν, βγάζουν τα πηλήκια, γονατίζουν κάποιοι, σταυροκοπιούνται. Ο παπάς βάζει «ευλογητός» ψάλλει. Σε λίγο προβάλλει η σημαία του συντάγματος. Την κρατά ο υπασπιστής. Ανεμίζει εκείνη στις πνοές του ανέμου, λεύτερη, περήφανη. Είναι το σύμβολο των αγώνων της φυλής μας για τη λευτεριά.
Συγκίνηση και ρίγος διαπερνά όλους καθώς την χαμηλώνει να ευλογηθεί απ’ τον παπά. Έχει την ιστορία της γραμμένη στις καρδιές των στρατιωτών του 26ου συντάγματος, όταν πολεμούσαν, τον Αύγουστο του 1922, στη Μικρασία.
Είχαν κυκλωθεί στην κοιλάδα του Αλή-Βεράν. Καθηλωμένοι, περίμεναν κάτι να συμβεί, ένα θαύμα, να γλιτώσουν… και το θαύμα έγινε. Ξαφνικά, άρπαξε ο συνταγματάρχης τη σημαία και κρατώντας την ψηλά, παρέσυρε πίσω του τους στρατιώτες την ώρα  που ομοβροντίες πολυβόλων και καταιγισμός από σφαίρες γέμιζαν στην κοιλάδα. Ήχησαν οι σάλπιγγες του θανάτου κι ο χάρος άρπαζε όποιον εύρισκε εμπρός του. Χάθηκαν αρκετοί· γλίτωσαν οι περισσότεροι. Κατόρθωσαν να ξεφύγουν, όχι όμως κι ο συνταγματάρχης. Έπεσε νεκρός, κατατρυπημένος από σφαίρες όπως και η σημαία. Έπεσε, κρατώντας το κουρελιασμένο σύμβολο.
Προσοχή ακούστηκε η φωνή του διοικητή. Οι στρατιώτες στέκονται ορθοί, χαιρετούν και δακρύζουν, καθώς ο υπασπιστής κατεβάζει αργά τη σημαία στη φωτιά. Και την ώρα που καίγεται και γίνεται στάχτη και τα δάκρυα κυλούν ασυγκράτητα στα μάγουλα, άλλη φωνή, του αρχιμανδρίτη τώρα, ακούγεται βαθιά, σα νάναι εξ ουρανού.
-Τα χέρια ψηλά· ορκιστείτε …
-Ορκίζομαι…
-Ορκίζομαι…
-Ότι θα θυσιάσω την ζωή μου για τη λευτεριά της Πατρίδας …
-Θα θυσιάσω την ζωή μου για τη λευτεριά της Πατρίδας …
Και ο όρκος έπιασε. Πέρασαν χρόνια, δύσκολα, ώσπου να ξαναγυρίσει η λευτεριά στον τόπο που γεννήθηκε. Στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου