Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

1941: Το Δοξάτο και πάλι στο βόλι του Κρούμου.


Ξημερώματα 29ης Σεπτεμβρίου 1941.
Το αίμα αθώων Ελλήνων κυλά για άλλη μια φορά στους δρόμους του Δοξάτου και το δάκρυ στεγνώνει σε αύτούς που θρηνούν.
Οι βούλγαροι σκοτώνουν αδιακρίτως. Πατεράδες, μανάδες με παιδιά στην αγκαλιά τους, παιδιά μαθητόπουλα που πήγαν εκείνη τη μέρα ανύποπτα στο σχολείο.
Οι Βουλγαρικές φρικαλεότητες δεν έχουν τελειωμό. Το 1913, το 1918 τώρα το 1941.
Πολλά έχουν γραφεί για το μαρτυρικό Δοξάτο. Βιβλία και τόμοι. Μαρτυρίες ξένων αλλά και Ελλήνων που σώθηκαν από το Βουλγαρικό βόλι.
Σας μεταφέρουμε ενα  δημοσίευμα το οποίο έχει εντοπιστεί  στην Ελληνόγλωσση εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» η οποία   τυπώνεται και κυκλοφορεί στην Αμερική και αναφέρεται στις σφαγές του Δοξάτου.
Η ημερομηνία της εφημερίδας είναι 23 Νοεμβρίου 1942.

Το αποκορύφωμα των Βουλγαρικών φρικαλεοτήτων εις το μαρτυρικόν Δοξάτον
 Doxato2_Palia_Drama
Όπως και στο 1912, οι Βούλγαροι υπερέβησαν κάθε όριον κακουργίας
ΚΑΪΡΟΝ -  Εϊνε ξημερώματα μιας μέρας του Σεπτέμβρη. Οι χρυσοί  βόστρυχοι του Απόλλωνα έγιναν θηλιές στο λαιμό μιας ακόμα εφιαλτικής νύκτας για τους σκλάβους. Μια νύχτα σκλαβιάς λιγώτερη. Μια σταγόνα ελπίδας περισσότερη στις ματωμένες ψυχές.
Βγαίνουν τα παιδιά στους δρόμους του Δοξάτου φοβισμένα και στα μάτια της μητερούλας τους καθρεφτιζόταν η λαχτάρα του γυρισμού τους…
-         Να γυρίσης παιδί μου γρήγορα, γιατί οι Βούλγαροι…
-         Ναι μανούλα μου. Τους φοβούμαι τους Βουλγάρους και θα γυρίσω.
-         Και ο πατέρας, το στήριγμα του σπιτιού, σαν έφυγε, έκαμε το σταυρο του. (Μόνο στο σύμβολο του μαρτυρίου της Ελλάδος θα έλυωναν με τη θέρμη του Δίκηου της.)(η φραση  δεν βγαζει  νοημα ).
Στους δρόμους οι Βούλγαροι στρατιώτες είνε σήμερα πιο πολλοί. Δεν έχουν τα όπλα «αναρτήσατε», αλλά προχωρούν κρατώντας τα στα χέρια.
Άσχημα μηνύματα. Διασταυρώνονται οι σκλάβοι και προσπαθούν να συνεννοηθούν με τα μάτια. Στα βλέμματα διαβάζεται η απορία κι η αγωνία μαζί.
Ώρα 8:10 πρωί. Έξαφνα ακούγεται η καμπάνα της εκκλησίας και στον κεντρικό δρόμο αντηχούν πυροβολισμοί.
Τα παιδάκια τρέχουν να κρυφθούν στα σπίτια κι οι σπαρακτικές του φωνούλες γίνουνται σάλπισμα συμφοράς.
-         Μας σκοτώνουν οι Βούλγαροι, μανούλα;
-         Μη φοβάσαι παιδάκι μου.
-         Ο πατερούλης που είνε; Θα τον σκοτώσουν μανούλα τον πατερούλη;
-         Όχι μωρό μου, ησύχασε.
Και τον παιδικό λυγμό τον πνίγουν οι πυροβολισμοί και οι φωνές των δημίων.
-         Όλοι στα σπίτια σας. Προθεσμία ένα τέταρτο της ώρας.

Η μητέρα περιμένει το παιδί της. Κι οι δύο μαζί τον πατέρα. Η αδελφή τον αδελφό κι οι δυό μαζί τη μητέρα που είνε στη βρύση.
- Θα μας σφάξουν.
Τι λενε  τα χείλη και τα λευκαίνει ο πόνος;
Ώρα 8:25. Πόρτες και παράθυρα κλειστά. Στους δρόμους περπατά ο θάνατος κι έχει για συνοδό του τη φρίκη. Τιμητική φρουρά τους είναι οι δήμιοι, οι Βούλγαροι. Ανοίγουν οι πόρτες του Σχολείου. Άδεια τα θρανία. Φωνούλες των μαθητών χαρούμενες δεν ακούγονται να κελαηδούν τον εθνικό μας ύμνο.
Φωνές βραχνές ακούγονται και πάλι.
-         Σε δέκα λεπτά της ώρας όλοι, άνδρες γυναίκες και παιδιά, να συγκεντρωθούνε στο Σχολείο.

Στιγμή χωρισμού. Ας ζωντανέψη ο Αισχύλος να τις ζωγραφίση. Μα κι αν ζωντανέψη δεν θα μπορέση, γιατί θα λυγίση η ψυχή του από το κλάμα.
Ώρα 8:30 το πρωί. Στο προαύλιο του Σχολείου έχουν συγκεντρωθή 1285 άτομα. Γύρω οι Βούλγαροι στρατιώτες με τα όπλα «Προτείνατε».
Νέα βραχνή φωνή:
-         Όλοι να μπήτε στο Σχολείο.

Πως τρέμουν τα παιδάκια στην αγκαλιά της μάνας τους! Γεμίζουν οι αίθουσες.
Ώρα 8:55 πρωί. Ακούγεται ο βόμβος μηχανών αεροπλάνων. Είνε βουλγαρικά. Δεν έρριξαν ποτέ αυτά μια τίμια τουφεκιά σ’ αγώνα τιμημένο. Περνούν απάνω απ’ το χωριό σε ύψος δέκα μέτρων και πολυβολούν με λύσσα τα άδεια σπίτια. Σηκώνονται ψηλότερα και βομβαρδίζουν.
Λίγο ακόμα και θα ρίξουν προς το Σχολείο. Κάποια σήματα όμως ειδοποιούν τους δολοφόνους. Οι βούλγαροι στρατιώτες δίνουν τα σήματα. Και φεύγουν τα αεροπλάνα για άλλη άτιμη αποστολή.
Ώρα 9:15 πρωί. Η κακουργία οπλίζει το βουλγαρικό χέρι με το δαυλί του θανάτου. Βάζουν φωτιά στο Σχολείο και από τις τέσσερις μεριές που τις έχουν ραντίσει με πετρέλαιο. Θεόρατες οι φλόγες ζώνουν το κτίριο.
Σπαρακτικές φωνές ακούγονται από μέσα. Γέλια διαβολικά απ’ έξω. Από τα παράθυρα ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες γυναίκες. Απ’ το προαύλιο μιλάει το πολυβόλο.
Πηδούν τις σκάλες οι πατεράδες κρατώντας στην αγκαλιά τους τα παιδάκια των. Μα στην έξοδο η χειροβομβίδα κομματιάζει πατέρα και παιδί.
Χίλιοι διακόσιοι ογδόντα πέντε (1285) άνθρωποι λαμπαδιάζουν, Είπε τίποτα η ιστορία για τον Νέρωνα, για τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών; Και τι θα πή τότε γι’ αυτούς; Για το Δοξάτο;
Οι φλόγες φτάνουν στα μεσούρανα κι η ανθρώπινη κνίσσα κάνει τους δήμιους να ακροβολίσουν λίγο πιο μακρυά από το Σχολειό.
Σιγά σιγά οι σπαρακτικές κραυγές παύουν και δεν ακούγεται τώρα παρά ο ορυμαγδός της στέγης, που πέφτει για να αφίση τη φλόγα ν’ ανέβη πιο ψηλά, ως το Θεό.
1285 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί μες το Δοξάτο από βουλγαρική φωτιά.
Κι η φλόγα της φωτιάς αυτής δυνάμωσε όχι μόνο με τα κόκκαλα και τις σάρκες των σκλάβων, αλλά και με την ψυχή τους. Και έγινε η φλόγα αυτή μετέωρο κατάλαμπρο για να πλαισιώση την αφάνταστη τραγωδία του Δοξάτου, για να τυφλώσει τους δήμιους, για να γράψει απάνω στο στερέωμα της Μακεδονίας με πύρινα γράμματα την υποθήκη των Μαρτύρων, υποθήκη ιερή για τους ζωντανούς.
Χ.
http://www.proinos-typos.gr/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου