Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ 9 ΜΑΪΟΥ 1913 ΣΤΗΝ ΒΙΤΑΣΤΑ (ΚΡΗΝΙΔΑ) ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ.

ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ.

       Ο Δήμος Αμφίπολης ξεκινά πιλοτικά μία προσπάθεια προσέγγισης και κατανόησης της τοπικής μας ιστορίας, Μέσα από την επαφή μας με την τοπική ιστορία εστιάζουμε στο ειδικό, στο μερικό, σε αυτό που είναι άρρηκτα δεμένο με τη ζωή του τόπου μας και κατανοούμε καλύτερα την ιστορία του ευρύτερου κόσμου μας.

       Το σχολείο είναι ο κατεξοχήν τόπος που η ιστορία διδάσκεται και ζωντανεύει καθημερινά.

       Ο Δήμος Αμφίπολης κάλεσε τον κ. Αλέξανδρο Κρουσόβαλη, όχι με την ιδιότητα του πρώην αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης, αλλά με την ιδιότητά του ως ιστοριοδίφη, του ανθρώπου δηλαδή που διψά για την ιστορία, που μελετά τις πηγές και συγκεντρώνει στοιχεία, για να μιλήσει, με την αφορμή της εκδήλωσης μνήμης που τελείται κάθε χρόνο στην Κρηνίδα την 9η Μαΐου, για το ιστορικό αυτό γεγονός και να εξηγήσει τις ιστορικές συνθήκες της εποχής που αυτό συνέβηκε.

Στο κείμενο που ακολουθεί, παρατίθεται μία σύνοψη της ομιλίας του κ. Κρουσόβαλη.

       9 Μαΐου του 1913
       Περί το 1383, δηλαδή εβδομήντα χρόνια πριν οι Τούρκοι καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, είχαν καταλάβει τις περιοχές των Σερρών, Δράμας και Καβάλας.
Ακολούθησε μία περίοδος φρικτής και απάνθρωπης τουρκικής σκλαβιάς, η οποία για την Ήπειρο και την Μακεδονία κράτησε μέχρι το 1912.
       Μετά την επανάσταση του 1821, ελευθερώθηκε από τον τούρκικο ζυγό μόνο η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα, περιοχές που αποτέλεσαν από το 1828 το νεώτερο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στο οποίο το 1864 δόθηκαν τα Επτάνησα και το 1881 η Θεσσαλία.
       Το 1878 με την διεθνή συνθήκη του Βερολίνου δημιουργήθηκαν τα σημερινά κράτη του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Βουλγαρίας, τις περιοχές των οποίων επίσης είχαν καταλάβει οι Τούρκοι τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Εξαιτίας συνεχών ενόπλων διασυνοριακών επεισοδίων μεταξύ των τεσσάρων προαναφερθέντων κρατών, που ήταν όλα χριστιανικά από την μία πλευρά και της μουσουλμανικής Τουρκίας από την άλλη, αλλά και άλλων διαφορών, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1912, πρώτα το Μαυροβούνιο και ύστερα η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία.
       Ο Ελληνικός Στρατός αφού νίκησε τους Τούρκους στο Σαραντάπορο και στα Γιαννιτσά, απελευθέρωσε την Θεσσαλονίκη και την Χαλκιδική και έφτασε μέχρι τον Στρυμώνα ποταμό, απελευθερώνοντας όλη την περιοχή μέχρι την Νιγρίτα Σερρών, βόρεια της οποίας είχε φτάσει ο Βουλγαρικός Στρατός που είχε νικήσει τους Τούρκους.
       H περιοχή του Παγγαίου, δηλαδή τα χωριά μας, αρχικά απελευθερώθηκαν από λίγους Μακεδονομάχους με επικεφαλή τον Σερραίο καπετάν Δούκα, ο οποίος με αγγελιοφόρο κάλεσε τον πέραν του Στρυμώνα ευρισκόμενο Ελληνικό Στρατό, να περάσει το ποτάμι και να εγκατασταθεί στην περιοχή μας πριν προλάβουν και έλθουν οι Βούλγαροι.
       Στο χωριό Γαληψός(τότε Δεδέμπαλι) εγκαταστάθηκε η διοίκηση της 7ης Ελληνικής Μεραρχίας. Στο Ροδολίβος εγκαταστάθηκε ένα τάγμα, ένας λόχος στο Παλαιοχώρι Καβάλας, ενώ στη νοητή γραμμή που ξεκινούσε από το Παλαιοχώρι και έφτανε στο σημερινό χωριό Συμβολή (Μπάνιτσα) και από εκεί ακολουθώντας την ροή του ποταμού Αγγίτη μέχρι το σημείο που αυτός χύνεται στον ποταμό Στρυμώνα, ο Ελληνικός Στρατός τοποθέτησε κατά διαστήματα φυλάκια δυνάμεως 12 περίπου ανδρών το καθένα. Πέρα από τον Αγγίτη ποταμό, την περιοχή την κατείχε ο Βουλγαρικός Στρατός, ο οποίος καταπιέζει, απειλεί, βασανίζει και σκοτώνει Έλληνες και Τούρκους στην προσπάθειά του να τους αναγκάσει να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι. Οι βουλγαρικές αρχές, επειδή οι κάτοικοι της Αλιστράτης παρά τις πιέσεις και τις απειλές αρνούνται να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι, αποφάσισαν να τους εξοντώσουν. Ο Μητροπολίτης Δράμας και Ζιχνών Αγαθάγγελος ο Μάγνης στο ημερολόγιο του έγραψε ότι οι Βούλγαροι έκαψαν στην Αλιστράτη (52) σπίτια και καταστήματα και συνεχίζει γράφοντας ότι «ευτυχώς θύματα δεν έχουμε, διότι οι κάτοικοι έφυγαν στις γύρω χαράδρες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τα οποία έσωσαν οι γενναίοι γείτονες Βιταστινοί, αφού τα πέρασαν από τον ποταμό Αγγίτη και τα περιέθαλψαν αδελφικά στη Βιτάστα».
       Στις 4 η ώρα το πρωί της 9 Μαΐου του 1913, τρία βουλγαρικά συντάγματα πεζικού, ενάμισι σύνταγμα πυροβολικού και δύο χιλιάδες κομιτατζήδες, εξαπέλυσαν από την περιοχή της Αλιστράτης και των σημερινών χωριών Λευκοθέα και Δήμητρα, αιφνιδιαστική επίθεση κατά των ολιγομελών φυλακίων του ελληνικού στρατού. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι υποτίθεται, επιθυμούσαν να εκδιώξουν τον ελληνικό στρατό από την περιοχή και να αποκτήσουν έξοδο στον Στρυμωνικό Κόλπο.
Ενώ ολόκληρη η περιοχή έχει μεταβληθεί σε πραγματική κόλαση , με τους βουλγάρους στρατιώτες και κομιτατζήδες να επιτίθενται κατά χιλιάδες και τις βουλγαρικές οβίδες να σκάβουν κυριολεκτικά το έδαφος, πενήντα άνδρες από την Βιτάστα(Κρηνίδα), με δική τους πρωτοβουλία και επειδή τα πεντακόσια τριάντα χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν την ελληνική τους συνείδηση, έτρεξαν σχεδόν άοπλοι να βοηθήσουν τους λιγοστούς Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονταν στην τοποθεσία «Ντούπιες» της Βιτάστας. Κάποιοι στρατιώτες και Βιταστινοί έπεσαν νεκροί, κάποιοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ενώ οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν και να φτάσουν στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας και από εκεί ύστερα από τέσσερις ημέρες πορεία, έφτασαν στις 13 Μαΐου στην Παλαιοκώμη που την κατείχε ο Ελληνικός Στρατός, ο οποίος τελικά κατόρθωσε να σταματήσει τους Βουλγάρους.
       Λίγο πριν το μεσημέρι της 9ης Μαΐου του 1913, οι Βούλγαροι μπήκαν στην Βιτάστα, οι κάτοικοι της οποίας την είχαν ήδη εγκαταλείψει, τρέχοντας να σωθούν προς το Ροδολίβος. Έμειναν μόνο οι γέροντες και οι ασθενείς. Κάποιους από αυτούς , οι Βούλγαροι τους σκότωσαν μέσα στα σπίτια τους, κάποιους άλλους μαζί με αυτούς που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στις «Ντούπιες», τους οδήγησαν σε κάποιο σημείο λίγο έξω από την Βιτάστα και τους εκτέλεσαν.
Σε αναφορά του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γερμανό τον Ε΄, αλλά και στο ημερολόγιο του ο Μητροπολίτης της Δράμας και Ζιχνών, Αγαθάγγελος, γράφει ότι εκείνη την ημέρα στην Βιτάστα εσφαγιάστηκαν εικοσιπέντε(25) πρόσωπα και ανάμεσά τους ο εφημέριος του χωριού, παπά Δημήτριος, γέροντας εβδομήντα ετών, που ήταν παράλυτος από εξαμήνου ύστερα από εγκεφαλικό. Τον ιερέα τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Την πρεσβυτέρα του Κυριακή, την βασάνισαν ανηλεώς, κόβοντας και τα δάκτυλα του δεξιού της χεριού για να τους αποκαλύψει τα χρήματα που πίστευαν ότι είχε κρυμμένα. Οι Βούλγαροι, γράφει ο μητροπολίτης Αγαθάγγελος, ζητούσαν επίμονα να βρουν τους Βιταστινούς Δημοσθένη Σταματιάδη και Ιωάννη Κύρου για να τους εκτελέσουν, επειδή όπως χαρακτηριστικά τονίζει «εργάζονταν εθνικότατα».
       Για να τιμηθεί η μνήμη των είκοσι πέντε αυτών ανθρώπων, το 2001 από τον τότε καποδιστριακό δήμο Πρώτης, στο σημείο της εκτέλεσης τοποθετήθηκε μνημείο στην αναμνηστική πλάκα του οποίου έχουν γραφτεί τα ονοματεπώνυμα αυτών που σκοτώθηκαν στη μάχη που έγινε στις «Ντούπιες» και αυτών που εκτελέσθηκαν μέσα στο χωριό και στο σημείο εκείνο.
Με πρωτοβουλία της τοπικής κοινότητας Κρηνίδας, καθιερώθηκε από το 2010 να τελείται στο χώρο του μνημείου σχετικό τρισάγιο.

Κρουσόβαλης Αλέξανδρος.

https://www.facebook.com/krousovalispalexandros?pnref=lhc.unseen 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου