22 Ιανουαρίου, 2026

Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 23o

 4.2. Η έννοια της θεραπείας στον ορθόδοξο χριστιανισμό σε σχέση με την σύγχρονη ψυχολογία

 Η έννοια της θεραπείας στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση διαφέρει πολύ από αυτή της σύγχρονης ψυχολογίας. 

Η Εκκλησία, που λειτουργεί ως θεραπευτήριο της ψυχής, σε συνδυασμό με τα μυστήρια, την καθοδήγηση, την άσκηση, την προσευχή και την ταπείνωση βοηθούν τον άνθρωπο να θεραπευθεί από τα πάθη του και να ενωθεί με τον Θεό. Υπάρχουν ωστόσο υποκειμενικές προϋποθέσεις προκειμένου να επιτύχει ο άνθρωπος να δοθεί καθολοκληρίαν στον Θεό. Αρχικά, βασική προϋπόθεση για την θεραπεία του ανθρώπου και την επίτευξη του σκοπού της θέωσής του είναι η ύπαρξη ελεύθερης βούλησης του, η εκούσια και    προσωπική συνεργασία του. Ο πιστός λαμβάνει την χάρη με το Βάπτισμα, οφείλει όμως να την διατηρήσει και να την αναπτύξει. Ο Θεός, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπου, δεν τον πιέζει να δεχθεί τις ενέργειές της χάρης Του. Μετά το Βάπτισμα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να δέχεται πειρασμούς, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να εμποδίσει γιατί έχει διαβολική προέλευση, μπορεί όμως να αντισταθεί. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο δεν δρα αυτόματα, αλλά σε όποιον είναι δεκτικός να το λάβει123. Η αρχή της θεραπευτικής λειτουργίας έγκειται στην πίστη, στην γνώση δηλαδή την οποία συνιστά και προσφέρει συγχρόνως στον άνθρωπο. Όπως η άγνοια αποτελεί για τον άνθρωπο την κύρια αιτία της πτώσης και των νόσων του, έτσι και η γνώση που αποκτά μέσα από την πίστη είναι η απαρχή της θεραπείας του124. Το Βάπτισμα καθαρίζει τον άνθρωπο από όλες τις αμαρτίες του, ωστόσο δεν αίρει την δυνατότητα να αμαρτήσει ξανά. Για να μην χάνεται λοιπόν η καθαρότητα στην ψυχή του ανθρώπου, ο Θεός έδωσε στον αμαρτωλό άνθρωπο το φάρμακο της μετανοίας. Η μετάνοια αρχίζει για τον άνθρωπο με την αναγνώριση των αμαρτιών του, ζητάει συγχώρεση από τον Θεό και εκδηλώνει την βούλησή του να ενωθεί από την αρχή μαζί Του125. 

 Επόμενο «φάρμακο» για την θεραπεία των παθών του ανθρώπου είναι η προσευχή, η οποία συνιστά την αρχή της απόκτησης όλης της χάρης, και αποτελεί εξ αυτού του γεγονότος την αρχή της θεραπείας του νοσούντος ανθρώπου και της επιστροφής του στη  υγεία. Μέσω της προσευχής ο άνθρωπος απευθύνεται στον Χριστό-Ιατρό, για να λάβει από Αυτόν την θεραπεία των κακών του. Ιδιαίτερα η ησυχαστική προσευχή αποτελεί την τελειότερη μορφή προσευχής και έχει την αρχή της σε μια πρακτική που ανάγεται στις απαρχές του μοναχισμού: την αδιάκοπη νοερή επανάληψη μια συνοπτικής προσευχής που ευνοεί την συνέχειά της και ταυτόχρονα δημιουργεί κατάνυξη ώστε να είναι καθαρή. 

 Επιπλέον πρέπει να αναφερθούν η κατάνυξη, η ταπείνωση και η απέραντη αγάπη προς τον Θεό, των οποίων οι Πατέρες αναγνωρίζουν την σπουδαιότητα και την πολύ απαραίτητη παρουσία126.Η πίστη, η μετάνοια, η προσευχή και η συμμετοχή στα μυστήρια δεν αρκούν για την σωτηρία του ανθρώπου και την θέωσή του, αν δεν συνοδεύονται από την εκτέλεση των θείων εντολών. Οι τήρηση των εντολών δίνουν την δυνατότητα στον άνθρωπο όχι μόνο να διατηρήσει τις δωρεές που έλαβε με την βάπτισή του, αλλά και να τις αυξήσει και να πολλαπλασιάσει τα τάλαντα που του δόθηκαν από το Άγιο Πνεύμα. Επιπλέον, σε περίπτωση που για κάποιο λόγο απομακρυνθεί από αυτές, επειδή μετά το Βάπτισμα απομακρύνθηκε εκούσια στην αμαρτία και τα πάθη, η εκ νέου αναθεώρηση και τήρηση των εντολών μπορεί να τον επαναφέρει και να αποκτήσει πάλι τις δωρεές που έλαβε με το θείο Βάπτισμα127

-57-


21 Ιανουαρίου, 2026

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ

 


     Λειτουργούσε καθημερινώς. Όταν τον ρωτούσες, αν αύριο θα έχει Λειτουργία, απαντούσε στερεότυπα: «Αν θέλει ο Θεός, θα λειτουργήσω». Ξυπνούσε, πλενόταν, χτενιζόταν και με σταθερά βήματα, σιωπηλός κατευθυνόταν μπρος στην Ωραία Πύλη να «πάρει καιρό» («Καιρός»: μικρή ακολουθία που τελεί απαραίτητα ο ιερεύς πριν την ακολουθία της Πρόθεσης και τη Θ. Λειτουργία). Τυλιγμένος στο ράσο του και στο κουκούλι, διάφανος μέσα στο μισοσκόταδο του ναού, περιστοιχισμένος από τις πέντε μικρές γαλάζιες φλογίτσες των καντηλιών σαν από αστέρια του ουρανού. Κάποια στιγμή χτυπούσε το κουδουνάκι, για να μνημονεύσουμε τα πολλά ονόματα που για χρόνια μνημόνευε, μια και δέχτηκε γι’ αυτά κάποια μικρή ευλογία. 

     Πολλές φορές μνημονεύαμε δίπλα του μέσα στο ιερό. Λευκοντυμένος –μια άσπρη υφαντή στολή είχε όλα τα χρόνια– με κατάλευκα γένια και μαλλιά, με το βλέμμα σπινθηροβόλο και παρατεταμένο στα δίπτυχα (χαρτιά με ονόματα ψυχών) που κρέμονταν κυκλικά στην αγία Πρόθεση. Μπροστά του το Άγιο Ποτήριο σκεπασμένο, το Άγιο Δισκάριο να δέχεται τα ψίχουλα των ψυχών, ζώντων και τεθνεώτων, που αδιάλειπτα με τη λόγχη στο χέρι έβγαζε. Πιο ’κει η λουσέρνα (=είδος γυάλινου σφαιρικού φωτιστικού με φιτίλι και λάδι) έριχνε το ταπεινό φως της στα δίπτυχα των ονομάτων, στα άγια σκεύη, στα λευκά άμφια και σ’ ένα πρόσωπο εκπάγλου κάλλους, ροδαλό κι ακτινοβόλο, σαν βυζαντινής εικόνας. Το κεφάλι γυμνό–φαλακρό πολλαπλασίαζε τη φωτεινότητα και τη χάρη. 

     Τελείωνε το μνημόνευμα και έβαζε «ευλογητός» για την τρίτη και έκτη Ώρα. Θυμίαζε και έβαζε «ευλογημένη η βασιλεία». Σύννους, με κινήσεις σταθερές, σίγουρες, ελάχιστα αργές, ιεροπρεπής τελετουργός. Είχες την αίσθηση ότι έρχεται από ένα σεβαστό, βαθύ παρελθόν, για να συνεχίσει με σιγουριά σ’ ένα ατελείωτο μέλλον.

     Η φωνή του βαθύτονη, σιγαλερή, γλυκιά κι απόμακρη, βγαλμένη από τα έγκατα μιας άυλης ψυχής, μαρτυρία παρουσίας λόγου Θεού.


     Πώς να μέλπει (=να ψάλλει) τα της Θ. Λειτουργίας το διδάχτηκε από τον Γερο–Ιωσήφ στη νεότητά του. Ο Γερο–Ιωσήφ δεν άφηνε κανέναν άλλο να τον ξελειτουργάει και χαιρόταν τόσο στην ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν, ώστε έλεγε: «Δεν πιστεύω να γίνεται στο Άγιον Όρος καλύτερη Θ. Λειτουργία». Απόλυτα συγκεντρωμένος στα τελούμενα, δεν έκανε το παραμικρό λαθάκι στα τόσα χρόνια που τον παρακολουθούσαμε. Και όταν εμείς λειτουργούσαμε, κάθε τόσο μ’ ένα απότομο ύψωμα του βλέμματος στιγμάτιζε κάτι που έπρεπε να διορθώσουμε. Ουδέποτε μιλούσε ή ασχολιόταν με τα τυπικά της Θ. Λειτουργίας. «Ο λειτουργός πρέπει να φυλάγεται από τυχόν αιτίες ταραχής». 

     Έλεγε: «Για μένα η Λειτουργία είναι προσευχή. Η πιο σπουδαία προσευχή». Αλλά απέφευγε να κατανύσσεται, για να μην τον ακούνε. Είχε δόγμα του να κρύβει την κατάνυξή του. Σε σπάνιες περιπτώσεις, που δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί τον έπαιρναν «σβάρνα» τα δάκρυα, σιωπούσε για λίγο.


     Θερμαινόταν ολόκληρος λειτουργώντας. Το πρόσωπο και το κεφάλι ήταν υπεραιμικά, ροδαλά σαν κάποιου χειρώνακτα. Συχνά κάθιδρα. Το καλοκαίρι πάντοτε θα άλλαζε μετά τη Λειτουργία. Τον δε χειμώνα, πού να τολμήσουμε να βάλουμε τη θερμάστρα πετρελαίου πάνω από το ένα! Εμείς τουρτουρίζαμε κι εκείνος ζεσταινόταν. Την αιτία την καταλάβαμε αργότερα. Όταν σταμάτησε να λειτουργεί, τότε ζητούσε να «ανεβάσουμε» τη θερμάστρα. 

     Κάποτε έκανε απόλυση και σήκωσε το συνήθως χαμηλωμένο βλέμμα του.
     –Γιατί με κοιτάς; ρώτησε τον αδελφό που τον ξελειτουργούσε μόνος.
     –Να, έτσι! του απάντησε ξερά.
     Όμως προσπαθούσε να χορτάσει, να καταφάει άπληστα το πανέμορφο, θεοχαρίτωτο εκείνο πρόσωπο, το γεμάτο γλυκιά φωτεινότητα και τέλεια αγνότητα. Τα πρόσωπο που τότε, τα πρώτα χρόνια, πριν σφραγισθεί από το γήρας, σήκωνε ένα βλέμμα αετού, που σε διαπερνούσε ως τα μύχια της ψυχής σου. Πολλοί νόμιζαν ότι πρόκειται για πνευματική ακτινογραφία. Όμως όχι! Το αετίσιο βλέμμα προερχόταν από καρδιά αρνίου. Απλή και απονήρευτη.


     Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας απαραιτήτως κόλλυβα για τρισάγιο. Αν έδινες ονόματα, ζητούσε πρώτα τα κεκοιμημένα. Έλεγε: «Εμείς οι ζώντες κάτι μπορούμε να κάνουμε για τον εαυτό μας. Οι κεκοιμημένοι όμως από ’μας περιμένουν...». 

     Τη μεγάλη πατρική ευχή και την οσιακή πρεσβεία του Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου (1912–1998) να έχουμε όλοι μας, σύμμαχο και βοηθό, στη ζωή και τον αγώνα μας!
     Αμήν. Γένοιτο.


[«Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
κεφ. ε΄, §8, σελ. 119–121,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Άγιος Εφραίμ»,
Κατουνάκια Αγίου Όρους, 2000.]


https://toeilhtarion.blogspot.com/search/label/%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82%20%CE%95%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BC%20%CE%BF%20%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82