07 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

 ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

     Η αγία Αναστασία ζούσε στη Ρώμη την εποχή του Διοκλητιανού (284-305). Ήταν κόρη ενός πλούσιου και επιφανούς εθνικού, ονόματι Πραιξετάτου· η ευλαβής μητέρα της Φαύστα, αφού έσπειρε στη ψυχή της θυγατέρας της τους πρώτους σπόρους της Πίστεως, την εμπιστεύθηκε στον Χρυσογόνο, άνθρωπο σεβάσμιο και σοφό γνώστη της Αγίας Γραφής, για να της διδάξει τα του Θεού μυστήρια. Αργότερα, ο πατέρας της την έδωσε, παρά τη θέλησή της, ως νόμιμη σύζυγο στον Πούπλιο, άνθρωπο ειδεχθή, που μόνη του σκέψη ήταν πώς να ικανοποιήσει τις χυδαίες επιθυμίες του. Η καρδιά όμως της Αναστασίας ποθούσε τον επουράνιο Νυμφίο Χριστό και την παρθενία της ισάγγελης πολιτείας, και η νεαρά κόρη κατόρθωσε να αποφύγει τις συζυγικές σχέσεις με το πρόσχημα ότι ήταν άρρωστη. Τις νύχτες όμως, φορώντας φτωχικά φορέματα, σαν μια άσημη και απλή γυναίκα του λαού, επισκεπτόταν μαζί με τη θεραπαινίδα της τους ομολογητές του Χριστού, που ήταν στη φυλακή του αυτοκράτορα εξαιτίας των διωγμών. Προσφέροντας γενναιόδωρα χρήματα στους φρουρούς, κατάφερνε να εισέρχεται στις φυλακές, και με αγάπη και αφοσίωση ανακούφιζε όσους είχαν υποστεί μαρτύρια για το όνομα του Χριστού. Τους έπλενε τα πόδια, καθάριζε και έβαζε επιδέσμους στις νωπές ακόμη πληγές τους και τους ενθάρρυνε να μείνουν σταθεροί μέχρι το τέλος του αγώνα για να λάβουν τον καλλίνικο στέφανο και την αιώνια δόξα. Όταν όμως ο Πούπλιος πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του τον είχε εξαπατήσει με το πρόσχημα της ασθενείας, και ότι ξευτελιζόταν συγχρωτισμένη με τους καταφρονεμένους χριστιανούς μάρτυρες, κατελήφθη από οργίλη μανία και διέταξε να τεθεί η Αναστασία σε κατ’ οίκον περιορισμό και να της απαγορευθεί κάθε επαφή με τον κόσμο.

     Χάρις στη μεσολάβηση μιας χριστιανής γραίας γειτόνισσας, η Αναστασία κατόρθωσε παρ’ όλ’ αυτά να στείλει μήνυμα στον πνευματικό της πατέρα Χρυσογόνο, που βρισκόταν στη φυλακή κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Της απάντησε με ένα γράμμα γεμάτο χαρά και ελπίδα, παρηγορώντας την για τα δεινοπαθήματά της και παροτρύνοντάς την να υπομένει τα πάντα με καρτερικότητα, αφού φυλακίσεις, διώξεις και βάσανα κάθε λογής, είναι ο κλήρος των μαθητών Εκείνου, ο Οποίος δέχθηκε να σταυρωθεί για τη δική μας σωτηρία. Στην κάμινο δοκιμάζεται πάντα ο χρυσός και μέσα στα ποικίλα βάσανα δοκιμάζει ο Κύριος την πίστη και την αγάπη των δούλων Του. Τα λόγια του στερέωσαν την Αναστασία, η οποία με καρτερία πλέον υπέμεινε τις κακομεταχειρίσεις που της επιφύλασσαν οι δεσμοφύλακες, παρότι είχε φθάσει στα όρια της αντοχής της καθώς οι φύλακες δεν της έδιναν σχεδόν καθόλου φαγητό. Σ’ ένα δεύτερο γράμμα του, ο Χρυσογόνος αναπτέρωσε τις δυνάμεις της, νουθετώντας την να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να αποθάνει για τον Χριστό, ώστε να συγκαταλεχθεί στον χορό των καλλινίκων μαρτύρων. Κάθε μέρα η πίστη της Αναστασίας στον Χριστό δυνάμωνε και τη γέμιζε όλο και μεγαλύτερη αγαλλίαση· υπέμεινε καρτερικά τον εγκλεισμό της επί τρεις μήνες, οπότε ξαναβρήκε την ελευθερία της μια και ο σύζυγός της πνίγηκε όταν βυθίσθηκε το πλοίο που τον μετέφερε σε εκστρατεία κατά των Περσών. Πρώτο μέλημά της ήταν να επισκεφθεί τον Χρυσογόνο και με την ευλογία του διαμοίρασε την περιουσία της σε αγαθοεργίες και απερίσπαστη πλέον επισκεπτόταν και στήριζε τους φυλακισμένους ομολογητές του Χριστού.

     Εκείνη την εποχή, σύμφωνα πάντα με το πρώιμο «Μαρτύριο» της αγίας, ο Διοκλητιανός διέμενε στην Ακουιλία και διέταξε να θανατωθούν όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στις φυλακές της Ρώμης και να παρουσιασθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο Χρυσογόνος, ο κύριος υπαίτιος της ακλόνητης στάσης των φυλακισμένων. Αφού καταφρόνησε με ειρωνεία τις μάταιες κολακείες του αυτοκράτορα, που του υποσχόταν να τον γεμίσει με τιμές αν δεχόταν να υποταγεί, ο γενναιόφρων γέροντας οδηγήθηκε σε ερημική τοποθεσία όπου και αποκεφαλίσθηκε· το σώμα του το έριξαν σε μια λίμνη εκεί κοντά. Λίγο, αργότερα, μετά από ένα αποκαλυπτικό όραμα, το λείψανο του αγίου βρέθηκε και ενταφιάσθηκε με τη δέουσα τιμή από έναν όσιο ασκητή, τον Ζωίλο, που εγκαταβίωνε στη γύρω περιοχή, καθώς και τρεις αδελφές που κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη· την Αγάπη, την Χιονία και την Ειρήνη. Κατόπιν, ακριβώς όπως είχε προλεχθεί στο αποκαλυπτικό όραμα που είδε ο Ζωίλος, οι τρεις νέες κόρες, ενθαρρυμένες από την αγία Αναστασία, συνελήφθησαν και σύρθηκαν ενώπιον του Διοκλητιανού, στην Ακουιλία, όπου άφοβα μαρτύρησαν υπέρ του Χριστού, ο δε Ζωίλος εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω.

     Νυχθημερόν η Αναστασία προσέφερε τα πάντα στους χριστιανούς ομολογητές. Δεν υπήρχε χριστιανός που να μην έλαβε κάποια ανακούφιση εκ μέρους της: τροφή, χρήματα, συμπόνια και αρωγή, λόγους εγκάρδιους και διάπυρους που ενθάρρυναν την καρτερία και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Και όταν ολοκληρωνόταν ο αγώνας του κάθε μάρτυρα, η Αναστασία ήταν που φρόντιζε να ταφεί η σορός του με κάθε ευλάβεια και τιμή. Όταν ο τύραννος έδωσε εντολή να εξοντωθούν μέσα σε μια νύχτα όλοι οι φυλακισμένοι χριστιανοί, άλλοι με πνιγμό, άλλοι διά πυρός, άλλοι διά μαχαίρας, η Αναστασία έφθασε όπως συνήθιζε στη φυλακή, δεν βρήκε κανέναν από τους αδελφούς εκεί, και σπαράζοντας από πόνο έπεσε κοντά στην είσοδο και αναλύθηκε σε δάκρυα. Όταν οι εθνικοί την αντίκρισαν, απάντησε, δίχως να νοιάζεται πλέον να κρυφτεί, ότι κι εκείνη ήταν χριστιανή και θρηνούσε τον χαμό των αδελφών της. Αμέσως την συνέλαβαν και την παρουσίασαν στον έπαρχο του Ιλλυρικού, Φλώρο, σαν να επρόκειτο για γυναίκα του λαού. Πληροφορούμενος την υψηλή κοινωνική της θέση ο έπαρχος, δεν την παρέδωσε αμέσως στους δήμιους· την ανέκρινε και προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Την επαύριο πήγαν την Αναστασία στο ανάκτορο του Διοκλητιανού. Ενώπιον του αυτοκράτορα, όπως και ενώπιον του έπαρχου, οι απαντήσεις της Αναστασίας ένα μονάχα δήλωναν: την καταφρόνηση των εγκόσμιων αγαθών και την ανυπόμονη προσδοκία να συναντήσει τους συντρόφους της στη Βασιλεία των Ουρανών. Μετά την ανάκριση, ο έπαρχος Φλώρος αποφάσισε να στείλει τη νεαρή χήρα στον Ουλπιανό, μέγα αρχιερέα των ειδώλων στο Καπιτώλιο. Ο Ουλπιανός πήγε την Αναστασία στην οικία του, όπου της έδειξε αφ’ ενός κοσμήματα, πλούσια ενδύματα και πολύτιμα στολίδια, και αφ’ ετέρου όργανα βασανισμών, που η θέα τους και μόνο θα έκανε και τον πιο αναίσθητο εθνικό να παγώσει από τρόμο. Αν η Αναστασία δεχόταν να θυσιάσει στους θεούς των ειδώλων, ο Ουλπιανός τής υποσχέθηκε ότι θα την έπαιρνε νόμιμη σύζυγο και θα τη γέμιζε πλούτη, ει δε μη, θα την υπέβαλλε σε μαρτύρια. Επί τρεις ημέρες η Αναστασία ήταν στα χέρια τριών κακών γυναικών που μηχανεύονταν πώς να κλονίσουν την πίστη της· παρέμεινε όμως η αγία συνεχώς προσευχόμενη, δίχως ύπνο και τροφή, και το φρόνημά της ενδυναμωνόταν. Την ώρα που ο Ουλπιανός την πλησίασε για να την ατιμάσει, έχασε το φως του και πέθανε αφού προηγουμένως επικαλέσθηκε μάταια τους ψευδείς θεούς του.

     Η Αναστασία απελευθερώθηκε και πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου κατά τις επισκέψεις της στις φυλακές γνώρισε τη Θεοδότη, μια ευλαβή χήρα που επίσης είχε αφοσιωθεί στην αρωγή και στην ανακούφιση των ομολογητών της Πίστεως. Ο Διοκλητιανός την είχε προσφέρει ως νόμιμη σύζυγο στον ηγεμόνα της Βιθυνίας, τον Λευκάδιο, ώστε τα ισχυρά θέλγητρα των εγκοσμίων να την πείσουν να αρνηθεί τον Χριστό. Όπως και η Αναστασία, έτσι και η Θεοδότη απέφυγε τη σαρκική επαφή και επωφελούμενη από την απουσία του συζύγου της αφοσιώθηκε πλήρως, μαζί με τα τρία της παιδιά, στην αρωγή των ομολογητών του Χριστού. Όταν επέστρεψε ο Λευκάδιος και πληροφορήθηκε τη διαγωγή της συζύγου του, έξαλλος την παρέδωσε στον ανθύπατο της Βιθυνίας, Νικήτα, για να την τιμωρήσει. Ακλόνητη, όπως και τα παιδιά της, η Θεοδότη προετοιμαζόταν για τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ο πρωτότοκος γιος της, Εύοδος, όταν τον πήγαν μπροστά στα όργανα των βασανιστηρίων, απηύθυνε τα εξής λόγια στον τύραννο: «Βλέπεις πολύ καλά ότι, την αποφασιστικότητα της ψυχής μας και το θάρρος των λόγων μας, παρά το νεαρόν της ηλικίας, μας τα δίνει ο Χριστός. Εκείνος είναι που αφαίρεσε από εμάς τον ανθρώπινο φόβο και ένδυσε με θεία δύναμη!». Η μητέρα του τον ενθάρρυνε να μη λυγίσει και το νεαρό παιδί παραδόθηκε στους δημίους και θανατώθηκε με ραβδισμούς. Όσο για τη μητέρα του, την έριξαν μαζί με τους άλλους δύο γιους της στην πυρά, ενώ εκείνη δόξαζε τον Θεό που της επέτρεψε να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με τα παιδιά της [29 Ιουλ.].

     Έσυραν τότε την αγία Αναστασία ενώπιον του νέου έπαρχου Ιλλυρίας, Λουκιανού, ανθρώπου άπληστου και άσπλαχνου· αρνήθηκε η αγία να του παραδώσει την περιουσία της «διότι η εντολή του Θεού και Κυρίου μου δεν είναι να μοιράζω τα υπάρχοντά μου σε ανθρώπους πλούσιους, όπως εσύ, αλλά στους πτωχούς για χάρη της ψυχικής τους σωτηρίας». Την έριξαν στη φυλακή όπου έμεινε για έναν ολόκληρο μήνα, δίχως καμιά τροφή, με μόνη ανακούφιση και ενθάρρυνση τις εμφανίσεις της αγίας Θεοδότης. Όταν ο έπαρχος την είδε να βγαίνει από τη φυλακή ακτινοβολώντας πνευματική δύναμη, διέταξε να την παραδώσουν σε άλλους δεσμοφύλακες, πιο σκληρόκαρδους, για άλλες τριάντα ημέρες εγκλεισμού, και μετά το πέρας τους την καταδίκασε σε θάνατο. Επιβίβασαν την Αναστασία σε πλοίο μαζί με εκατόν τριάντα εθνικούς, καταδικασμένους για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου, και έναν μόνον άλλο χριστιανό, τον Ευτυχιανό. Κατόπιν, τρύπησαν σε πολλές μεριές το κήτος του πλοίου και το εγκατέλειψαν με τους φυλακισμένους στην ανοιχτή θάλασσα. Μόλις όμως άρχισε να βυθίζεται το πλοίο, παρουσιάσθηκε η αγία Θεοδότη, η οποία πήρε το πηδάλιο και οδήγησε το πλοίο στη νήσο Παλμαρία, όπου ζούσαν εξόριστοι χριστιανοί. Μπροστά στο θαύμα αυτό, οι ειδωλολάτρες κατάδικοι ασπάσθηκαν με ευγνωμοσύνη την Πίστη του Χριστού. Πληροφορήθηκε το γεγονός ο έπαρχος και έστειλε στρατό στο νησί, συνέλαβε περί τους διακόσιους χριστιανούς και διέταξε να αποκεφαλισθούν όλοι, αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό της αγίας Αναστασίας, η οποία έλαβε τέλος τον καλλίνικο και αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου, που είχε εξασφαλίσει σε τόσους άλλους πριν. Το τίμιο λείψανό της μετακομίσθηκε αρχικά στη Ρώμη, όπου οικοδομήθηκε ναός προς τιμήν της, και κατόπιν μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί πατριάρχου αγίου Γενναδίου, περί το 470, και κατετέθη στον ναό που αφιερώθηκε στη μνήμη της και επιτελεί έκτοτε πολλά θαύματα.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Οἱ ἐν πειρασμοῖς, καὶ θλίψεσιν ὑπάρχοντες, πρὸς τὸν σὸν ναόν, προστρέχοντες λαμβάνουσι, τὰ σεπτὰ δωρήματα, τῆς ἐν σοὶ οἰκούσης θείας χάριτος, Ἀναστασία· σὺ γὰρ ἀεί, τῷ κόσμῳ πηγάζεις τὰ ἰάματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/12/blog-post_22.html

06 Μαΐου, 2026

«ΕΙΧΑΜΕ ΕΧΘΡΟ ΤΗ ΦΤΩΧΙΑ…»

 

     Ο Δημήτριος Πούλος (ο μετέπειτα μητροπολίτης Εδέσσης, άγιος Καλλίνικος· 1919–1984), γιος του Γεωργίου και της Αικατερίνης Πούλου, εγγονός του παπα–Θανάση Καρζιάνη και της αγαπημένης του γιαγιάς (της «Βάβας» του!), της πρεσβυτέρας Σπυριδούλας, ήταν ο τέταρτος στη σειρά από τα αδέρφια του.

     Γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1919, μέσα σε μεγάλη χαρά της οικογένειάς του. Του έβαλαν το όνομα Δημήτριος προς χάριν του παππού του, από την πλευρά του πατέρα του. Δεν τον φώναζαν όμως τόσο Δημήτριο, όσο «Μήτσο». Πέρα από τον καλό χαρακτήρα του και την εκκλησιαστική αγωγή που πήρε από το σπίτι του, συγχρόνως ήταν πανέξυπνος. Είχε έκτακτα φυσικά και διανοητικά προσόντα και πάντοτε ήταν άριστος μαθητής. Σε όλες τις τάξεις αρίστευε. Φυσικά, ήταν μελετηρός και διάβαζε πολύ.

     Το Δημοτικό σχολείο το πέρασε στο χωριό του, τα Σιταράλωνα, Θέρμου Τριχωνίδος. Πήγε σε όλες τις τάξεις εκεί, εκτός από την τελευταία, που την περάτωσε στην Ανάληψη Θέρμου Τριχωνίδος. Αυτή η μετακίνηση, οφειλόταν στον έξης λόγο: Ήταν πανέξυπνος μαθητής και διακρινόταν πολύ από τους άλλους συμμαθητές του. Ο δάσκαλος όμως του χωριού του, δεν είχε γνώσεις και δεν μπορούσε να διδάξει καλά. Εύρισκε πάντα ευκαιρίες για να μην πάει στο σχολείο και τελικά τα παιδιά παρέμεναν αγράμματα. Ο δάσκαλος όμως είχε ταπείνωση ή τύψεις συνειδήσεως, γι’ αυτό και μια μέρα συνάντησε τον πατέρα του Μήτσου και τον ρώτησε: «Πρόκειται να στείλεις τον Μήτσο αργότερα για σπουδές;». Στην καταφατική απάντηση του πατέρα του αυτός απάντησε: «Ε, τότε είναι καλύτερα να πάει σε άλλο σχολείο!». Φυσικά, δεν υπήρχε στο χωριό άλλο σχολείο, και αναγκάστηκε την τελευταία τάξη του Δημοτικού σχολείου να την τελειώσει στην Ανάληψη, φιλοξενούμενος στη νουνά του.

     Μετά το Δημοτικό σχολείο φοίτησε στο Γυμνάσιο του Θέρμου, αφού αρίστευσε στις εισαγωγικές εξετάσεις. Το Θέρμο απείχε έντεκα χιλιόμετρα από το χωριό του και, φυσικά, δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα και γι’ αυτό παρέμενε εκεί όλη τη βδομάδα.

     Η γιαγιά του, η πραγματικά αγία πρεσβυτέρα Σπυριδούλα, που αγαπούσε πολύ το εγγόνι της, το ακολούθησε στο Θέρμο και φρόντισε να μην του λείψει απολύτως τίποτα. Έκανε φαγητό, έπλενε τα ρούχα, καθάριζε, και γενικά ασχολούνταν με όλες τις εργασίες για να είναι απερίσπαστος στη μελέτη του ο αγαπημένος της εγγονός.

     Ο επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος με πολλή συγκίνηση θυμόταν τις θυσίες της γιαγιάς του και της μητέρας του, η οποία φρόντιζε πολλές φορές να σηκώνεται πρωί–πρωί για να ψήσει ψωμί και να προλάβει να το στείλει στο Θέρμο με τα δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης, για να φάει το παιδί της πριν πάει στο σχολείο.

     Όταν, ως επίσκοπος πια, πήγε στο χωριό του, έκανε Τρισάγιο πάνω στον τάφο της γιαγιάς του και της μητέρας του. Μετά, παρακάλεσε να φύγουν από εκεί όλοι οι άλλοι, και κάθισε αρκετή ώρα για να προσευχηθεί μόνος. Έλεγε αργότερα, εμπιστευτικά, ότι μαζί με την προσευχή που έκανε, σκεφτόταν τα λεπτά εκείνα χεράκια που τον εξυπηρέτησαν κατά τη δύσκολη μαθητική του ζωή.

     Υπάρχει και ένα άλλο περιστατικό της εποχής εκείνης που πρέπει να αναφέρουμε. Πηγαίνοντας κάποτε από το Θέρμο με τα πόδια στο χωριό του, σταμάτησε ο καθηγητής του (της Γυμναστικής) για να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Το γεγονός αυτό το θυμόταν ο ίδιος σε όλα τα χρόνια της ζωής του! Γι’ αυτό και έκτοτε αγαπούσε ιδιαιτέρως τους καθηγητές Γυμναστικής, λόγω εκείνης της εξυπηρέτησης. Και όποτε, ως επίσκοπος, έβλεπε παιδιά να βαδίζουν στον δρόμο, σταματούσε αμέσως το αυτοκίνητο και τα έπαιρνε μέσα, μόνο και μόνο για να ανταποδώσει, με την πηγαία και απροσποίητη εξυπηρέτηση που έκαμνε ολόθυμα εκείνη τη στιγμή, εκείνο το παλιό αλλά αλησμόνητο καλό που του είχε κάνει στο παρελθόν ο καθηγητής του. Η ευγνωμοσύνη του, πραγματικά, δεν είχε όρια!...

     Ο Δημήτριος Πούλος ζυμώθηκε με τη Ρωμαίικη Παράδοση και ζούσε συνεχώς με αυτές τις μνήμες και με αυτές τις αγνές καταστάσεις στην καρδιά του. Τις νοσταλγούσε. Και αυτές, πάλι, δεν τον άφηναν να αλλοιωθεί καθόλου, να «χαλάσει» και να φθαρεί. Υπήρξε σε όλη του τη ζωή το αγνό χωριατόπουλο που είχε πλαστεί με τη Ρωμαίικη συνείδηση και τη δοτικότητα του λαού μας.

     Τι κι αν ήταν πραγματικά φτωχός; Όπως έγραψε και ο ίδιος αργότερα σε μια επιστολή του: «Είχαμε εχθρό τη φτώχια, αλλά και αγώνα για πρόοδο…». Ήταν ένα φτωχό χωριατόπαιδο, αλλά χαρακτήρας πλούσιος σε αισθήματα αγάπης και ανθρωπιάς. Ο πλούτος που του κληρονόμησαν οι γονείς του, ο παππούς και η αγαπημένη του «Βάβα», ήταν ανεκτίμητος θησαυρός που δεν συγκρίνεται με κανέναν θησαυρό της γης. Του μετέδωσαν τη Ρωμαίικη Παράδοση, την αγάπη του προς την Ορθοδοξία και τη θυσία αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως και αυτό είναι το μυστικό μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου. Αυτό το υπέρτατο πνευματικό μεγαλείο το ένοιωθε μέσα του πολλές φορές και κατακυρίευε την ύπαρξή του!...

  Μητροπολίτου  Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Κόσμημα της Εκκλησίας ».

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/01/blog-post.html