Η κλινική ψυχολόγος – κοινωνική ερευνήτρια, M.A. University of Lancaster, Certified PTSD Therapist, Αγνή Μαριακάκη, έκανε τη διάκριση ανάµεσα στο στρες που κινητοποιεί το άτοµο και το κρατάει ενεργό και δραστήριο και το παρατεταµένο άγχος που µπορεί να καθηλώσει το άτοµο σε µια νοσηρή κατάσταση. Η κα Μαριακάκη µίλησε για σύχρονες προκλήσεις που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία των ανθρώπων, όπως οι «υπερ-στόχοι» και οι «υπερ-προσδοκίες» που κάνουν τα άτοµα να νιώθουν διαρκώς αποτυχηµένα και στερηµένα, τα «υπερ-πρέπει» που «παγιδεύουν» τα άτοµα σε κοινωνικές νόρµες και ξένες προσδοκίες, αλλά και τα διαπροσωπικά ή κοινωνικά αδιέξοδα που εγκλωβίζουν τους ανθρώπους σε καταστάσεις ψυχοφθόρες και νοσηρές.
Επίσης, αναφέρθηκε στην κατάθλιψη, που αποτελεί µεταµφιεσµένο θυµό, και η οποία «ριζώνει» όταν το άτοµο νιώθει έντονα συναισθήµατα που δεν τα εκφράζει, ενώ τόνισε ότι η έλλειψη άντλησης χαράς από απλά πράγµατα, η δυσκολία στον ύπνο και το αίσθηµα κόπωσης όταν κάποιος ξυπνάει, µπορεί να δηλώνουν ότι το άτοµο έχει φτάσει «στο αµήν».
Συνεχίζοντας η κα Μαριακάκη µέσα από τέσσερις µαντινάδες και αξιοποιώντας, όπως είπε, την προγονική σοφία που αποτυπώνεται στον λαϊκό πολιτισµό, µίλησε για τη σηµασία που έχει να µετουσιώνει ο άνθρωπος τις τραυµατικές εµπειρίες σε θετική δύναµη, µεγαλύτερη εκτίµηση για τη ζωή και πνευµατικότητα. «Ο άνθρωπος είναι µια µηχανή παραγωγής νοήµατος», υπογράµµισε και πρόσθεσε ότι οι άνθρωποι δεν µπορούν να ελέγχξουν τις δυστυχίες που θα βιώσουν, όµως, επιλέγουν πως θα σταθούν απέναντι σε αυτές και πως θα επεξεργαστούν τις εµπειρίες τους. Μίλησε ακόµα για τη «γυµναστική» που χρειάζεται το µυαλό προκειµένου να ανακαλύψει την πληρότητα στα «µικρά» πράγµατα της καθηµερινότητας και της ζωής, αλλά και για τη θεραπευτική διάσταση της προσφοράς και της αλληλεγγύης.
Την εκδήλωση – συζήτηση συντόνισε η Μαίρη Τζανακάκη – Μελισσάρη, νευρολόγος – ψυχίατρος και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Νόσου Alzheimer, η οποία συµπύκνωσε µέσα στη φράση «όταν δεν µιλά το στόµα µιλά το σώµα» το νόηµα των εισηγήσεις που έγιναν.
Η εκδήλωση άνοιξε µε χαιρετισµό από τον πρόεδρο του Μουσείου Τυπογραφίας Γιάννη Γαρεδάκη, ο οποίος τόνισε, µεταξύ άλλων, ότι µέσα από εκδηλώσεις όπως η ηµερίδα για την ψυχική υγεία που διοργανώθηκε, επιβεβαιώνεται ο στόχος που έχει θέσει το Μουσείο να αποτελεί έναν ζωντανό χώρο πολιτισµού, εκπαίδευσης και φιλοξενίας ποικίλων δράσεων.
https://www.haniotika-nea.gr/aytoanosa-kai-psychiki-ygeia-otan-den-ila-to-sto-a-ila-to-so-a/
Αντώνιος Παρασκευόπουλος
Ιστολόγιο ποικίλης ύλης και απλής σκέψης
26 Μαρτίου, 2026
25 Μαρτίου, 2026
Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος
Η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήµονος, η και Ρωσικό επιλεγοµένη, βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου του Άθω, λίγο πριν το λιµάνι της ∆άφνης. Η σηµερινή όψη της µονής, µε εγκατελειµµένα πολυόροφα και µεγαλοπρεπή κτίρια, µαρτυρεί για το πλούσιο και πληθωρικό παρελθόν της. Η ιστορία του µοναστηριού έχει τις απαρχές της περί το 10ο αιώνα στη µονή Υπεραγίας Θεοτόκου του Ξυλουργού (ταυτίζεται µε τη σκήτη Βογορόδιτσα), η αδελφότητα της οποίας στα µέσα του 12ου αιώνα µεταφέρεται στη µονή Θεσσαλονικέως που ήταν αφιερωµένη στον άγιο Παντελεήµονα. Σ' αυτή την τοποθεσία η αδελφότητα θα παραµείνει επτά αιώνες, έως το 1765.
Γεγονότα σηµαντικά και σπουδαίες προσωπικότητες πέρασαν από τη µονή στο διάβα της ιστορίας. Περί το 1193 στη µονή εκάρη µοναχός ο άγιος Σάββας, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων. Το 1307 καταλανικές συµµορίες πυρπόλησαν τη µονή, όµως λίγο αργότερα η εύνοια του Στέφανου ∆ουσάν βοήθησε στην ανασυγκροτησή της. Στη ζωή του µοναστηριού κατόρθωσε να συνυπάρχει αρµονικά τόσο το ρωσικό όσο και το ελληνικό στοιχείο. Ευεργέτες της µονής αναδείχθηκαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Σέρβοι ηγεµόνες, πλούσιοι Ρουµάνοι και τσάροι της Ρωσίας.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας το Ρωσικό δοκιµάστηκε σκληρά, αφού γνωρίζουµε και περιόδους που η µονή έµµεινε παντελώς έρηµη. Έτσι στα µέσα του 17ου αιώνα η Ιερά Κοινότητα θα την περιλάβει στα υπό κηδεµονία µοναστήρια. Το 18ο αιώνα οι ρωσοτουρκικοί πόλεµοι επέφεραν µείωση στον αριθµό των Ρώσων µοναχών, και κυριαρχείται κατά βάση από Έλληνες, Βουλγάρους και Σέρβους µοναχούς.
Το Ρωσικό κατορθώνει να ανασυγκροτηθεί και να ζωντανέψει µε τις πλουσιοπάροχες δωρεές της Φαναριώτικης οικογένειας των Καλλιµάχηδων, ιδιαίτερα µε την επέµβαση του ηγεµόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Καλλιµάχη (18ος αιώνας) και του Σκαρλάτου Καλλιµάχη (18ος-19ος αιώνας). Εν τω µεταξύ, από το 1760 η αδελφότητα από τη µονή Θεσσαλονικέως µεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε στο µονύδριο της Αναστάσεως. Τότε η µονή Θεσσαλονικέως παίρνει την ονοµασία Παλαιοµονάστηρο και γίνεται εξάρτηµα της κυρίαρχης µονής του Ρωσικού.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων η µονή συνεχίζει την πορεία ανασυγκρότησής της µε ηγούµενο τον από ∆ράµας Γεράσιµο, άνδρα που ξεχώριζε για την αρετή του. Το 1835 επί ηγουµενίας του καταφθάνουν οι πρώτοι Ρώσοι µετά από πολύκαιρη απουσία τους. Η σταδιακή µαζική είσοδος Ρώσων στο µοναστήρι προκάλεσε σιγά σιγά ανισορροπία στις αριθµητικές αναλογίες Ελλήνων και Ρώσων µε συνακόλουθες εντάσεις. Οι ρωσικής εθνικότητας µοναχοί το 1895 έφτασαν τους χίλιους, ενώ µέχρι το 1913 ήταν σε αύξουσα πορεία. Η ταραχή µε την αίρεση των ονοµατολατρών που αναπτύχθηκε στη µονή, έφερε πολλούς στην εξορία, και ανέκοψε τελειωτικά η επανάσταση του 1917 τη συνεχόµενη προσέλκυση Ρώσων µοναχών.
Από τις κτιριακές εγκαταστάσεις της µονής το Καθολικό είναι αφιερωµένο στον άγιο Παντελεήµονα και ανεγέρθη στις αρχές του 19ου αιώνα. Πασίγνωστες είναι οι καµπάνες του µοναστηριού που συνολικά ξεπερνούν σε βάρος τους είκοσι τόννους, µε τη µεγαλύτερη σε βάρος καµπάνα του Αγίου Όρους, που ζυγίζει δεκατρείς τόννους και έχει διάµετρο 2,70 µέτρα. Στα κειµήλια της µονής περιλαµβάνονται πολλά αξιόλογα εκκλησιαστικά σκεύη και άµφια. Η τελευταία πυρκαγιά το 1968 κατέστρεψε τη µισή µονή. Στη βιβλιοθήκη της στεγάζονται περί τα 1,320 χειρόγραφα από τα οποία τα 600 είναι σλαβικά, και πάνω από 20,000 έντυπα. Η µονή κατείχε µετόχια σε πολλά σηµεία της ρωσικής γης. Στο Άγιον Όρος έχει 5 Κελλιά και στην ιεραρχία των µονών κατέχει τη δέκατη έννατη θέση. Η µονή διαθέτει 15 παρεκκλήσια και 20 εξωκκλήσια. Σήµερα έχει περί τους πενήντα νέους µοναχούς.
Γεγονότα σηµαντικά και σπουδαίες προσωπικότητες πέρασαν από τη µονή στο διάβα της ιστορίας. Περί το 1193 στη µονή εκάρη µοναχός ο άγιος Σάββας, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων. Το 1307 καταλανικές συµµορίες πυρπόλησαν τη µονή, όµως λίγο αργότερα η εύνοια του Στέφανου ∆ουσάν βοήθησε στην ανασυγκροτησή της. Στη ζωή του µοναστηριού κατόρθωσε να συνυπάρχει αρµονικά τόσο το ρωσικό όσο και το ελληνικό στοιχείο. Ευεργέτες της µονής αναδείχθηκαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Σέρβοι ηγεµόνες, πλούσιοι Ρουµάνοι και τσάροι της Ρωσίας.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας το Ρωσικό δοκιµάστηκε σκληρά, αφού γνωρίζουµε και περιόδους που η µονή έµµεινε παντελώς έρηµη. Έτσι στα µέσα του 17ου αιώνα η Ιερά Κοινότητα θα την περιλάβει στα υπό κηδεµονία µοναστήρια. Το 18ο αιώνα οι ρωσοτουρκικοί πόλεµοι επέφεραν µείωση στον αριθµό των Ρώσων µοναχών, και κυριαρχείται κατά βάση από Έλληνες, Βουλγάρους και Σέρβους µοναχούς.
Το Ρωσικό κατορθώνει να ανασυγκροτηθεί και να ζωντανέψει µε τις πλουσιοπάροχες δωρεές της Φαναριώτικης οικογένειας των Καλλιµάχηδων, ιδιαίτερα µε την επέµβαση του ηγεµόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Καλλιµάχη (18ος αιώνας) και του Σκαρλάτου Καλλιµάχη (18ος-19ος αιώνας). Εν τω µεταξύ, από το 1760 η αδελφότητα από τη µονή Θεσσαλονικέως µεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε στο µονύδριο της Αναστάσεως. Τότε η µονή Θεσσαλονικέως παίρνει την ονοµασία Παλαιοµονάστηρο και γίνεται εξάρτηµα της κυρίαρχης µονής του Ρωσικού.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων η µονή συνεχίζει την πορεία ανασυγκρότησής της µε ηγούµενο τον από ∆ράµας Γεράσιµο, άνδρα που ξεχώριζε για την αρετή του. Το 1835 επί ηγουµενίας του καταφθάνουν οι πρώτοι Ρώσοι µετά από πολύκαιρη απουσία τους. Η σταδιακή µαζική είσοδος Ρώσων στο µοναστήρι προκάλεσε σιγά σιγά ανισορροπία στις αριθµητικές αναλογίες Ελλήνων και Ρώσων µε συνακόλουθες εντάσεις. Οι ρωσικής εθνικότητας µοναχοί το 1895 έφτασαν τους χίλιους, ενώ µέχρι το 1913 ήταν σε αύξουσα πορεία. Η ταραχή µε την αίρεση των ονοµατολατρών που αναπτύχθηκε στη µονή, έφερε πολλούς στην εξορία, και ανέκοψε τελειωτικά η επανάσταση του 1917 τη συνεχόµενη προσέλκυση Ρώσων µοναχών.
Από τις κτιριακές εγκαταστάσεις της µονής το Καθολικό είναι αφιερωµένο στον άγιο Παντελεήµονα και ανεγέρθη στις αρχές του 19ου αιώνα. Πασίγνωστες είναι οι καµπάνες του µοναστηριού που συνολικά ξεπερνούν σε βάρος τους είκοσι τόννους, µε τη µεγαλύτερη σε βάρος καµπάνα του Αγίου Όρους, που ζυγίζει δεκατρείς τόννους και έχει διάµετρο 2,70 µέτρα. Στα κειµήλια της µονής περιλαµβάνονται πολλά αξιόλογα εκκλησιαστικά σκεύη και άµφια. Η τελευταία πυρκαγιά το 1968 κατέστρεψε τη µισή µονή. Στη βιβλιοθήκη της στεγάζονται περί τα 1,320 χειρόγραφα από τα οποία τα 600 είναι σλαβικά, και πάνω από 20,000 έντυπα. Η µονή κατείχε µετόχια σε πολλά σηµεία της ρωσικής γης. Στο Άγιον Όρος έχει 5 Κελλιά και στην ιεραρχία των µονών κατέχει τη δέκατη έννατη θέση. Η µονή διαθέτει 15 παρεκκλήσια και 20 εξωκκλήσια. Σήµερα έχει περί τους πενήντα νέους µοναχούς.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
