05 Μαΐου, 2026

Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα Ρήματα Ζωής

 


Επει­δή οι Πρω­τό­πλα­στοι ήταν πλή­ρεις Πνεύ­μα­τος Αγί­ου, μπο­ρού­σαν να κα­τα­λά­βουν και τη <<γλώσ­σα>> των ζώων στον πα­ρά­δει­σο, για­τί και τα ζώα ομι­λούν. Εξάλ­λου το φίδι στο οποίο ει­σήλ­θε ο διά­βο­λος, σε ποιά γλώσ­σα συ­νο­μί­λη­σε με την Εύα; Οι Πρω­τό­πλα­στοι, γνώ­ρι­ζαν επί­σης την πτώ­ση των δαι­μό­νων.

*
Ο Αβρα­άμ έθα­ψε την κάρα του Αδάμ, κατά υπό­δει­ξη του Προ­φή­τη και βα­σι­λιά Μελ­χι­σι­δέκ, πάρα πολύ κον­τά στο ση­μείο όπου Σταυ­ρώ­θη­κε ο Χρι­στός στον Γολ­γο­θά. Έτσι όταν Σταυ­ρώ­θη­κε ο Χρι­στός, η κάρα του Αδάμ στην κυ­ριο­λε­ξία πο­τί­στη­κε από το αίμα του Χρι­στού! Η ψυχή του Αδάμ που βρί­σκον­ταν στον Άδη, το πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αυτό και ενη­μέ­ρω­σε στην Έυα, ότι από στιγ­μή σε στιγ­μή έρ­χε­ται και ο Κύ­ριος στον Άδη! Ο Μελ­χι­σι­δέκ ονό­μα­σε τον Γολ­γο­θά Κρα­νί­ου τό­πος, τό­πος δηλ. στον οποίο θά­φτη­κε το κρα­νίο του Αδάμ.
*
Ο πα­ρά­δει­σος στον οποίο το­πο­θέ­τη­σε ο Χρι­στός τους Πρω­τό­πλα­στους ήταν στη γη, με­τα­ξύ των 2 πο­τα­μών του Τί­γρη και του Ευ­φρά­τη. Οι πρω­τό­πλα­στοι ένιω­θαν μέσα τους και πνευ­μα­τι­κό πα­ρά­δει­σο, για­τί εί­χαν Χάρη Αγί­ου Πνεύ­μα­τος σε υπέρ­τα­το βαθ­μό. Από αυ­τόν τον πα­ρά­δει­σο απο­χω­ρί­στη­καν, λόγω της πα­ρα­κο­ής τους και πέ­θα­ναν ψυ­χι­κά, αφού απο­χω­ρί­στη­κε η Χάρη του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος από αυ­τούς. Ο πα­ρά­δει­σος λοι­πόν των Πρω­το­πλά­στων ήταν δι­πλός, ο αι­σθη­τός και ο νο­η­τός πα­ρά­δει­σος και χά­σα­νε τον νο­η­τό πα­ρά­δει­σο, αφού άρ­θη­κε η Χάρη του Θεού από την ψυχή τους. Ο πραγ­μα­τι­κός πα­ρά­δει­σος ήταν ο νο­η­τός, απλά ο αι­σθη­τός υπήρ­χε για να ζή­σουν οι Πρω­τό­πλα­στοι και στον οποίο υπήρ­χε και ο διά­βο­λος.
*
Όλες οι σε­σω­σμέ­νες ψυ­χές στον πα­ρά­δει­σο, εί­ναι Χρι­στό­μορ­φες και επο­μέ­νως μορ­φο­λο­γι­κά εί­ναι όμοιες με­τα­ξύ τους. Έχουν το ίδιο στυλ, το ίδιο πρό­σω­πο, το ίδιο σχή­μα, το ίδιο ύψος και την ίδια ηλι­κία (33 ετών). Όταν όμως η ψυχή ενός Αγί­ου, με πα­ρα­χώ­ρη­ση του Θεού έρ­θει στη γη, τότε παίρ­νει το σου­λού­πι του σώ­μα­τος που είχε, πριν κοι­μη­θεί. Οι σε­σω­σμέ­νοι στον πα­ρά­δει­σο θα βλέ­πουν τη δόξα του Χρι­στού και όχι την Ου­σία (Φύση) Του. Και βλέ­πον­τας τη δόξα του Χρι­στού, θα έχουν εμ­πει­ρι­κή θε­ο­γνω­σία και των άλ­λων 2 Προ­σώ­πων της Αγία Τριά­δος (Πα­τήρ και Άγιο Πνεύ­μα). Η Θε­ό­τη­τα της Ου­σί­ας του Χρι­στού δεν ορά­ται. Ορά­ται μόνο από την Αγία Τριά­δα, για­τί μόνο ο Θεός γνω­ρί­ζει τον Θεό. Η Πα­να­γία δεν γνω­ρί­ζει τον Θεό ως Φύση, αλλά Τον γνω­ρί­ζει ως δόξα (ως ενέρ­γεια.)
*
Στον πα­ρά­δει­σο όλες οι ψυ­χές προ­ο­δεύ­ουν, τε­λειο­ποιούν­ται προς το άπει­ρο. Μόνο η ψυχή της Πα­να­γί­ας δεν προ­ο­δεύ­ει, για­τί εί­ναι τόσο ψηλά, που δεν γί­νε­ται να φτά­σει πα­ρα­πά­νω. Όλες οι σε­σω­σμέ­νες ψυ­χές, όσο και να προ­ο­δεύ­σουν, την κα­τά­στα­ση της Πα­να­γί­ας δεν πρό­κει­ται να την φτά­σουν ποτέ!
*
Αν διαι­ρού­σα­με τα δαι­μό­νια σε κόμ­μα­τα, το πιο με­γά­λο κόμ­μα, με τους πιο πολ­λούς οπα­δούς σε όλους τους αιώ­νες, θα τους είχε ο δαί­μο­νας της πορ­νεί­ας. Ο πρώ­τος πό­λε­μος που δέ­χε­ται κάθε άν­θρω­πος επί της γης, εί­ναι ο πό­λε­μος της πορ­νεί­ας. Ο δαί­μο­νας της πορ­νεί­ας εί­ναι ο πιο πει­σμα­τά­ρι­κος δαί­μο­νας από όλους τους δαί­μο­νες. Δεν υπο­χω­ρεί εύ­κο­λα. Για να πά­ρει κά­ποιος άν­θρω­πος το ''πτυ­χί­ο'', με την έν­νοια ότι ελευ­θε­ρώ­θη­κε από αυτό το δαι­μό­νιο και εί­ναι άν­θρω­πος του Χρι­στού, θα πρέ­πει να δώ­σει όλο το αίμα της καρ­διάς του! Θα πρέ­πει ο άν­θρω­πος, αυ­τήν την έν­δο­θεν φλό­γα που έβα­λε ο Θεός μέσα μας, να την με­τα­ποι­ή­σει σε Θεία φλό­γα! Πρέ­πει ο άν­θρω­πος να δώ­σει αίμα για να λά­βει πνεύ­μα.
*
Ο Θεός εί­ναι παν­τα­χού πα­ρών. Άρα που εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος; Παν­τού εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος! Αλλά το θέμα δεν εί­ναι που εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος, αλλά ποιός βιώ­νει τον πα­ρά­δει­σο. Τον διά­βο­λο άμα τον βά­λου­με στον πα­ρά­δει­σο, κό­λα­ση θα βιώ­νει και τον άγιο αν τον βά­λου­με στην κό­λα­ση, πα­ρά­δει­σο θα βιώ­νει.
*
Πήγε κά­ποιος γέ­ρον­τας στον πα­ρά­δει­σο και είδε έναν Άγιο, ο οποί­ος του ερ­μή­νευ­σε με πα­ρα­βο­λι­κό τρό­πο, τα του πα­ρα­δεί­σου. Και του είπε, ότι έβλε­πε τις ψυ­χές του πα­ρα­δεί­σου σαν λου­λού­δια. Άλλα λου­λού­δια ήταν τε­λεί­ως ανοι­χτά, που σκόρ­πι­ζαν πάρα πολύ ευω­δία. Άλλα λου­λού­δια ήταν μέ­χρι τη μέση ανοι­χτά, που εί­χαν μια μέ­τρια ευω­δία και τέ­λος άλλα ήταν εν­τε­λώς κλει­στά και δεν ευω­δί­α­ζαν. Τε­λεί­ως ανοι­χτά λου­λού­δια, εί­ναι οι ψυ­χές των Αγί­ων που πέ­θα­ναν απα­θής και Ορ­θο­δο­ξό­τα­τοι, με άγια έργα και με­γά­λη άσκη­ση. Τα λου­λού­δια τα μι­σά­νοι­χτα, εί­ναι οι ψυ­χές πάλι των Ορ­θο­δό­ξων, που αμ­φι­τα­λαν­τεύ­ον­ταν με­τα­ξύ με­τα­νοί­ας και αμαρ­τί­ας. Στο τέ­λος της ζωής του ελα­φρώς υπε­ρί­σχυ­σε η με­τά­νοια και ίσα-ίσα σώ­θη­καν. Τέ­λος τα λου­λού­δια που ήταν κλει­στά, εί­ναι όλες οι αβά­πτι­στες ψυ­χές. Εί­ναι όλα τα παι­δά­κια που πέ­θα­ναν αβά­πτι­στα και όλοι οι αβά­πτι­στοι άν­θρω­ποι, που δεν ήταν Ορ­θό­δο­ξοι.
*
Ό,τι ετοί­μα­σε ο Θεός στον πα­ρά­δει­σο, το ετοί­μα­σε ως έκ­πλη­ξη, στον πιο με­γά­λο βαθ­μό. Τόλ­μη­σε και είπε ένας Άγιος: Ο Θεός ως Θεός, δεν μπο­ρεί να κά­νει κα­λύ­τε­ρο τον πα­ρά­δει­σο!!! Φαν­τα­στεί­τε λοι­πόν, τι ''πο­λυ­τέ­λεια'' ετοί­μα­σε ο Θεός για τους σε­σω­σμέ­νους!
*
Η μα­κρο­θυ­μία του Θεού εί­ναι αφάν­τα­στη. Ο Θεός μια ολό­κλη­ρη ζωή μας υπο­μέ­νει και στην εσχά­τη στιγ­μή, δέ­χε­ται την με­τά­νοιά μας και μας βά­ζει στον πα­ρά­δει­σο.
*
Και το πα­ρα­μι­κρό καλό που θα κά­νου­με, ο Θεός το αμοί­βει με άπει­ρο μι­σθό! Δεν θα πά­ρου­με μι­κρό ή με­γά­λο μι­σθό, αλλά άπει­ρο... Ο Θεός μόνο με άπει­ρο μι­σθό πλη­ρώ­νει. Δεν μπο­ρού­με να συλ­λά­βου­με την αμοι­βή που δί­νει ο Θεός, στο πα­ρα­μι­κρό καλό που θα κά­νου­με.
*
Κό­λα­ση σαν δη­μιουρ­γία δεν υφί­στα­ται. Δεν εποί­η­σε ο Θεός κό­λα­ση και πυρ κο­λά­σε­ως δεν υπάρ­χει. Το μόνο που υπάρ­χει εί­ναι το Άκτι­στο Φως, το οποίο ανα­βλύ­ζει αιώ­νια από την μα­κά­ρια φύση και ου­σία του Θεού. Αυτό λέ­γε­ται και Δόξα του Θεού. Στον άλ­λον κό­σμο υπάρ­χει το ιδί­ω­μα πι­στοί και άπι­στοι και γε­νι­κά όλες οι ψυ­χές να βλέ­πουν αυ­τήν την Δόξα. Και αυτή η Δόξα στους μεν σε­σω­σμέ­νους ενερ­γεί ως Φως, το οποίο θα το δέ­χον­ται, θα φω­τί­ζον­ται και θα αν­τα­να­κλούν φως και έτσι θα γί­νον­ται ''Χρι­στο­ει­δή­ς'', όμοιοι με το Χρι­στό. Και στους δε κο­λα­σμέ­νους ενερ­γεί ως πυρ, ως φω­τιά (πυρ κο­λά­σε­ως - εξώ­τε­ρο πυρ). Θα βομ­βαρ­δί­ζον­ται οι κο­λα­σμέ­νοι από άπει­ρους τό­νους Θεί­ας Αγά­πης, δια του Ακτί­στου Φω­τός, την οποία δεν θα την δέ­χον­ται, λόγω της αμε­τα­νόη­της επί­γειας ζωής τους και θα την ''με­τα­φρά­ζουν'' σε άπει­ρους τό­νους μί­σους, κα­κί­ας, κό­λα­σης και φω­τιάς και θα τους κα­τα­καί­ει. Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος, που ο Θεός δεν λυ­πά­ται και ούτε πρό­κει­ται να λυ­πη­θεί για τους κο­λα­σμέ­νους. Μό­νοι τους με­τα­τρέ­πουν, την Αγά­πη και το Φως του Κυ­ρί­ου, σε μί­σος και σκό­τος. Το Άκτι­στο Φως ενερ­γεί αν­τί­θε­τα, διό­τι οι προ­αι­ρέ­σεις των ψυ­χών εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κές εφό­ρου ζωής. Έτσι δεν μπο­ρούν οι κο­λα­σμέ­νοι να κα­τη­γο­ρή­σουν το Θεό ότι εί­ναι σκλη­ρός, διό­τι όπως εμ­φα­νί­ζε­ται στους σε­σω­σμέ­νους, έτσι εμ­φα­νί­ζε­ται και σε αυ­τούς, ως Άκτι­στο Φως. Οι κο­λα­σμέ­νοι κα­τη­γο­ρούν μόνο τον εαυ­τό τους και όχι το Θεό. Συ­νε­πώς ο Θεός δεν κο­λά­ζει κα­νέ­ναν, αλλά οι άν­θρω­ποι αυ­το­κο­λά­ζον­ται, εξαι­τί­ας της αμε­τα­νο­η­σί­ας τους.
*
Οι Πα­τέ­ρες λένε, ότι και θα­νά­σι­μο αμάρ­τη­μα να δια­πρά­ξει κά­ποιος π.χ. φό­νος, εάν όμως αρ­χί­σει να με­τα­νο­εί πραγ­μα­τι­κά, μετά από 3 μέ­ρες, αρ­χί­ζει η Χάρη του Θεού να τον πα­ρη­γο­ρεί, για την με­τά­νοια που κά­νει. Τόσο γρή­γο­ρα επι­σκέ­πτε­ται η Θεία Χάρη τον άν­θρω­πο και δεν τον εγ­κα­τα­λεί­πει, διό­τι ο άν­θρω­πος δεν θα αν­τέ­ξει, αφού θα τον κα­τα­σπα­ρά­ξει ο διά­βο­λος.
*
Ποτέ να μην πού­με την φρά­ση, ούτε για αστείο: Εγώ δεν θα σωθώ! Αυτή η φρά­ση δί­νει χαρά στον εχθρό. Να παίρ­νου­με πάν­τα την υγιή το­πο­θέ­τη­ση: Με τη βο­ή­θεια του Θεού, αν και δεν το αξί­ζω, ελ­πί­ζω ότι θα σωθώ.
*
Το αν εί­μα­στε δε­κτι­κοί στην όρα­ση του Χρι­στού στον άλλο κό­σμο, μπο­ρού­με να το δια­πι­στώ­σου­με και να το κα­τα­λά­βου­με από αυ­τόν τον κό­σμο, με τα εξής κρι­τή­ρια: α) όταν δεν αμ­φι­σβη­τού­με την γρα­πτή δι­δα­σκα­λία της Εκ­κλη­σί­ας και την Ιε­ράς πα­ρά­δο­σης. Αυ­τός εί­ναι πρώ­τος βαθ­μός ορά­σε­ως του Χρι­στού και β) όταν μέσα στην Εκ­κλη­σία νιώ­θου­με όμορ­φα και δεν λέμε μέσα μας: Αμάν, πότε θα τε­λειώ­σει η Θεία Λει­τουρ­γία για να φύ­γου­με! Και φεύ­γου­με από την Εκ­κλη­σία όμορ­φα και ανα­παυ­μέ­νοι. Τότε κα­νείς εί­ναι πια ''έ­τοι­μο­ς'' να ει­σέλ­θει και στον άλλο κό­σμο.
*
Λένε οι Πα­τέ­ρες, ότι εκεί­νο που θα μας κά­νει την με­γα­λύ­τε­ρη εν­τύ­πω­ση στο πα­ρά­δει­σο, θα εί­ναι, πως ο Θεός, με την άπει­ρη Δύ­να­μή Του και την άπει­ρη Σο­φία Του, εί­ναι τόσο τα­πει­νός
*
Τα τρία στά­δια της τα­πεί­νω­σης: α) το να μην ασχο­λεί­σαι κα­θό­λου με τους άλ­λους β) να βλέ­πεις τον εαυ­τόν σου κα­τώ­τε­ρο όλων και γ) να αρ­χί­ζεις να συγ­κρί­νεις τον εαυ­τόν σου με το Χρι­στό. Το τρί­το αυτό στά­διο της τα­πεί­νω­σης εί­ναι το πιο άρι­στο και απο­τε­λεί την λε­γό­με­νη Απο­στο­λι­κή τα­πεί­νω­ση.
*
Ο Θεός έκα­νε το σύμ­παν τόσο με­γά­λο, ώστε ο άν­θρω­πος να μην υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, αλλά και να δο­ξά­ζει την Παν­το­δυ­να­μία και την Παν­σο­φία του Θεού.. Τί μέ­ρος του λό­γου εί­ναι ο άν­θρω­πος σε αυτό το σύμ­παν; Εί­ναι ένα τί­πο­τα σε σχέ­ση με το σύμ­παν και όμως πάλι υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται!
*
Άλλο πράγ­μα εί­ναι η υπε­ρη­φά­νεια της ψυ­χής και άλλο πράγ­μα εί­ναι η υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος. Η υπε­ρη­φά­νεια της ψυ­χής (η υπε­ρη­φά­νεια του νοός), έχει να κά­νει με το πως η ψυχή θα γί­νει η μο­να­δι­κή, η ανε­πά­λη­πτη και η πρώ­τη αξία σε όλα και σε όλους. Η υπε­ρη­φά­νεια αυτή οδη­γεί στην εω­σφο­ρι­κή υπε­ρη­φά­νεια, στην οποία ο άν­θρω­πος δεν βλέ­πει κα­νέ­ναν άν­θρω­πο καλό, παρά μόνο τον εαυ­τόν του! Αν­τί­θε­τα η υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος, ασχο­λεί­ται με κα­τώ­τε­ρα πράγ­μα­τα και συγ­κε­κρι­μέ­να με τις ηδο­νές του σώ­μα­τος και όλα τα πα­ρα­κλά­δια αυ­τής. Γι΄αυτό και άν­θρω­ποι που έχουν σαρ­κι­κές πτώ­σεις, έχουν υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος.
*
Ξέ­ρε­τε ποιά εί­ναι η προ­σευ­χή του αθέ­ου; Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου... δεν υπάρ­χεις...!!!
*
Όμορ­φος στα μά­τια του Θεού εί­ναι ο τα­πει­νός άν­θρω­πος, εκεί­νος που έχει τη Χάρη και έχει κα­θα­ρή καρ­διά. Επο­μέ­νως η ομορ­φιά στον άν­θρω­πο βρί­σκε­ται μέσα του και δεν έχει σχέ­ση με την εξω­τε­ρι­κή εμ­φά­νι­ση, όπως την εν­νο­ού­με εμείς.
*
Ποιά εί­ναι η δια­φο­ρά με­τα­ξύ ενός έξυ­πνου και ενός πο­νη­ρού αν­θρώ­που; Και οι 2 εί­ναι έξυ­πνοι, με την δια­φο­ρά, ότι ο πο­νη­ρός κά­νει κακή χρή­ση της εξυ­πνά­δας του.
*
Ο Θεός, το μόνο που ζη­τά­ει από εμάς εί­ναι, ό,τι κά­νου­με, να το κά­νου­με με προ­αί­ρε­ση αγα­θή και από αγά­πη και όχι από ανάγ­κη, πο­νη­ριά και ούτε από συμ­φέ­ρον. Διό­τι αυτά εί­ναι βδε­λυ­κτά, ο Θεός τα απο­στρέ­φε­ται και δεν τα δέ­χε­ται. Και όχι μόνο δεν τα δέ­χε­ται τι­μω­ρού­μα­στε κιό­λας, επει­δή πάμε να ξε­γε­λά­σου­με το Θεό, γι΄αυτό κα­λύ­τε­ρα να μην τα κά­νου­με. Αν όμως ο άν­θρω­πος, τα κά­νει από αγά­πη δεν μπο­ρεί να δια­νο­η­θεί τι μι­σθό θα πά­ρει από το Θεό! Βλέ­που­με δηλ. η ίδια πρά­ξη από τη μία να έχει τι­μω­ρία και από την άλλη να έχει ευ­λο­γία. Για πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεί να κάνω μια ελεη­μο­σύ­νη και να τι­μω­ρη­θώ και ένας άλ­λος να κά­νει μια ίδια ελεη­μο­σύ­νη και να ευερ­γε­τη­θεί. Για­τί ο Θεός την διά­θε­ση και το σκο­πό της πρά­ξης αμοί­βει και όχι το εί­δος της πρά­ξης.
+Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

 

     Στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσαν, κατά τους χρόνους της βασιλείας Βαλεριανού και Γαλιηνού (253-260), ένας ιερέας ονόματι Σαπρίκιος και ένας απλός χριστιανός, ο Νικηφόρος, τους οποίους έδενε μια τόσο δυνατή φιλία, που δεν είχαν παρά μόνο μία ψυχή, μία καρδιά και ένα θέλημα. Να, όμως, που ο πονηρός δαίμονας μετέβαλε τη φιλία αυτή σε άσπονδο μίσος. Πέρασε λίγος καιρός και ο Νικηφόρος, ερχόμενος στα λογικά του και συναισθανόμενος ότι τίποτε δεν είναι πολυτιμότερο στα μάτια του Κυρίου από την αμοιβαία αγάπη και τη συμφιλίωση αυτών που χώρισε και σκλήρυνε το μίσος του διαβόλου, έστειλε επανειλημμένως φίλους προς τον Σαπρίκιο, με σκοπό να του ζητήσει να τον συγχωρέσει για την αγάπη του Χριστού. Κάθε φορά όμως, οι αγγελιαφόροι αυτοί της ειρήνης και της καταλλαγής προσέκρουαν πάνω στην καρδιά του ιερέα, που είχε γίνει σκληρή σαν πέτρα· ο δε Σαπρίκιος, παραβαίνοντας την εντολή του Κυρίου, συνέχιζε να προσφέρει την αναίμακτη Θυσία, δίχως να έχει συμφιλιωθεί με τον αδελφό του (βλ. Ματθ. 5, 22). Ο ταπεινός Νικηφόρος αποφάσισε τότε να πάει ο ίδιος να πέσει στα πόδια του σκληρόκαρδου Σαπρίκιου, με την ελπίδα να τον μαλακώσει. Εκείνος όμως συνέχισε τον δρόμο του, δίχως να ρίξει ένα βλέμμα στον γονυπετή φίλο του.

     Εν τω μεταξύ, ο διωγμός κατά των χριστιανών είχε αναζωπυρωθεί και ο Σαπρίκιος συνελήφθη και οδηγήθηκε στο δικαστήριο του ανθύπατου. Ομολόγησε με σθένος ότι ήταν χριστιανός ιερέας και ότι προτιμούσε τον θάνατο παρά να θυσιάσει στους ψευδείς Θεούς. Καθώς παρέμεινε ακλόνητος στα βασανιστήρια, καταδικάσθηκε σε αποκεφαλισμό. Την ώρα που τον οδηγούσαν προς το μαρτύριο, ο Νικηφόρος, γεμάτος αγωνία που έβλεπε να θυσιάζει ματαίως τη ζωή του στο όνομα του Χριστού, τη στιγμή που ήταν σε ψυχρότητα με τον αδελφό του, ρίχτηκε μπροστά του φωνάζοντας και εκλιπαρώντας: «Μάρτυς του Χριστού, συγχώρεσε τα σφάλματά μου που σ’ έκαναν να θυμώσεις μαζί μου!». Ψυχρός και αναίσθητος σαν την πέτρα, συνέχισε ασυγκίνητος τον δρόμο του. Ο Νικηφόρος, δίχως να χάσει το θάρρος του, πήγε να περιμένει σε ένα άλλο σημείο της προθανάτιας διαδρομής του φίλου του και με όλη του την καρδιά ζήτησε και πάλι συγχώρεση εν μέσω των εμπαιγμών της φρουράς, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Επανέλαβε γι’ άλλη μια φορά το εγχείρημά του, όταν η συνοδεία έφθασε στον τόπο της θανάτωσης, χύνοντας άφθονα δάκρυα, αλλά η μόνη απάντηση που πήρε ήταν η απόρριψη, η οργή και οι ύβρεις του μάρτυρος.

     Τη στιγμή που ο δήμιος κρατούσε υψωμένο το ξίφος και ο αμάραντος στέφανος του μαρτυρίου ετοιμαζόταν να κατέλθει εξ ουρανού, ο Θεός απέσυρε τη Χάρη Του από τον ανάξιο, για τη σκληροκαρδία του, μάρτυρα, ο οποίος στράφηκε αίφνης προς τον δήμιο και τον ρώτησε: —«Γιατί, λοιπόν, θέλεις να μου κόψεις το κεφάλι;». —«Γιατί αρνείσαι να υπακούσεις στις εντολές του αυτοκράτορα και να λατρεύσεις τα είδωλα!», του απάντησε ο δήμιος. Ο Νικηφόρος φώναξε λουσμένος στα δάκρυα: «Όχι, πολυαγαπημένε μου αδελφέ! Μην το κάνεις αυτό! Μη χάσεις ένα στεφάνι, που ετοίμασες με τόσους πόνους, αρνούμενος με αυτόν τον τρόπο τον Κύριο!». Εκείνος, όμως, όπως είχε παραμείνει με πείσμα κουφός στις ειρηνικές προτάσεις του φίλου του, έτσι και τώρα, την ύστατη ώρα, δεν τον άκουσε και επέμεινε στην απόφασή του αρνούμενος το μαρτύριο. Ο Νικηφόρος στράφηκε τότε προς τον δήμιο, φωνάζοντας: «Είμαι χριστιανός! Πιστεύω στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον Οποίο αυτός μόλις αρνήθηκε. Αφήστε τον να φύγει και θανατώστε εμένα στη θέση του!».

     Το γεγονός αναφέρθηκε στον διοικητή, που διέταξε να ελευθερώσουν τον Σαπρίκιο και να αποκεφαλίσουν στη θέση του τον Νικηφόρο, ο οποίος έτεινε με χαρά τον αυχένα του στο ξίφος του δημίου και έδωσε τη ζωή του, μιμούμενος καθ’ όλα τον Χριστό· Εκείνον, που ο άπονος και μνησίκακος Σαπρίκιος είχε μόλις απολέσει, εξαιτίας της αλαζονείας και της σκληροκαρδίας του, χάνοντας ταυτόχρονα την ανταμοιβή όλων των αγώνων του. Εκδημώντας στον ουρανό, για να λάβει τον καλλίνικο στέφανο, ο άγιος Νικηφόρος άφησε στους χριστιανούς ζωντανό και απτό παράδειγμα των λόγων του Αγίου Πνεύματος: «Ακόμα κι αν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, αν όμως δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (Α΄ Κορ. 13, 3)· και «αν δεν συγχωρήσετε εσείς τα σφάλματα των συνανθρώπων σας, ούτε και ο Θεός Πατέρας σας θα συγχωρέσει τα δικά σας σφάλματα… με το μέτρο που έχετε και μετράτε, με αυτό ακριβώς το μέτρο θα μετρηθείτε κι εσείς» (Ματθ. 6, 14· 7, 2).

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

γάπῃ τοῦ Κτίσαντος, καταυγασθεὶς τὴν ψυχήν, τοῦ νόμου τῆς χάριτος, ἐκπληρωτὴς ἀκριβής, ἐμφρόνως γεγένησαι· ὅθεν καὶ τὸν πλησίον, ὡς σαυτὸν ἀγαπήσας, ἤθλησας Νικηφόρε, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες· ἐντεῦθεν ἐν ὁμονοίᾳ, ἡμᾶς διατήρησον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς ἀγγελικός.

γάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθεὶς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τὴν κακίαν τοῦ μίσους, καὶ ξίφει τὴν κάραν σου, ἐκτμηθεὶς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τὴν ἔνδοξον μνήμην σου.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Πλήρης ὢν ἀγάπης τῆς πρὸς Θεόν, ἠγάπησας μάκαρ, τὸν πλησίον ὡς σεαυτόν· ὅθεν καὶ ἀθλήσας, τοῦ μίσους τὸν ἐργάτην, καθεῖλες Νικηφόρε, Χριστῷ πειθόμενος.

  Ιερομονάχου  Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:  «Νέος Συναξαριστής  της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),σελ. 100–101.

Διασκευή εκ του Γαλλικού: Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος». Αθήνα, Ιούνιος 20142.

 «Ευεργετινός»

–Λόγοι και Διδασκαλίες

Αγίων Πατέρων–

Τόμ. Β΄, Υπόθεση ΜΒ΄ (42),

σελ. 354–357.

Μετάφραση:

Δ. Χρισταφακόπουλος.

Εκδόσεις

«Το Περιβόλι της Παναγίας»·

Θεσσαλονίκη 20031.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/02/blog-post.html