27 Απριλίου, 2026

Γερμανικά κατοχικά δάνεια, δανεικά κι αγύριστα

Γράφει ο “εξ’απορρήτων” Ανδρέας Μαζαράκης

Στην Τράπεζα της Ελλάδος τηρούνταν ειδικοί και λεπτομερείς λογαριασμοί και οι εκπρόσωποι των Αρχών κατοχής, κατά τον ανά τρίμηνο έλεγχο, ποτέ δεν αμφισβήτησαν ότι τα ποσά της πρώτης από τις δύο κατηγορίες αναλήψεων είχαν μορφή δανείου.

Την 6η Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα. Οι λιγοστές στρατιωτικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν τα μακεδονικά οχυρά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα περικυκλώθηκαν και, έπειτα από ηρωική αντίσταση, αναγκάστηκαν να υποκύψουν. Την 24η Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου συνθηκολόγησε με τους εισβολείς. Οι Γερμανοί, μόλις εισήλθαν στην Αθήνα (27 Απριλίου), όρισαν «κυβέρνηση Κουίσλινγκ» κι έτσι άρχισε η κατοχή.

Οι κατακτητές αξίωσαν, βάσει σχετικών διεθνών συνθηκών (της Χάγης), την καταβολή από μέρους της ελληνικής «κυβέρνησης» των εξόδων «κατοχής», δηλαδή των αναγκαίων χρηματικών ποσών για τη συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων που έδρευαν στη χώρα μας, συνολικά 260.000 ανδρών.

Ομως η αξίωση αυτή, σύμφωνα με τις ίδιες συνθήκες, θα έπρεπε να είναι ανάλογη με τις οικονομικές δυνατότητες της κατεχόμενης χώρας. Παρά ταύτα, οι κατακτητές, παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, όριζαν μονομερώς και αυθαίρετα το ύψος των καταβλητέων από την Ελλάδα χρηματικών ποσών.

Συγκεκριμένα, κατά τα τέλη του 1941 και τις αρχές του 1942 αξίωναν να τους καταβάλλονται ημερησίως τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές (της εποχής εκείνης). (Σημ.: η δραχμή τότε είχε υποτιμηθεί. Η ισοτιμία ήταν 60 κατοχικές δραχμές = 1 γερμανικό μάρκο).

Η τότε κατοχική «κυβέρνηση», βλέποντας ότι η συνεχιζόμενη οικονομική αφαίμαξη οδηγούσε τη χώρα σε πλήρη καταστροφή, απείλησε με παραίτηση. Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό, ο οικονομικός εκπρόσωπος της ιταλικής κυβέρνησης στην Ελλάδα, Ντ’ Αγκοστίνο, έκανε μια συμβιβαστική πρόταση: η Ελλάδα θα κατέβαλλε ημερησίως για έξοδα «κατοχής» ενάμισι δισεκατομμύριο δραχμές (βάσει της τότε ισοτιμίας, 25 εκατ. μάρκα).

Κάθε ποσό καταβαλλόμενο πέραν του ορίου αυτού θα θεωρούνταν δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία και την Ιταλία, οι οποίες θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να της επιστρέψουν μεταπολεμικά το σύνολο των αναλαμβανομένων ποσών, και μάλιστα με τιμαριθμική βάση, δηλαδή με γνώμονα την αγοραστική δύναμη των χρημάτων κατά τον χρόνο της ανάληψής τους από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Τα υπό μορφή δανείου καταβαλλόμενα από την Ελλάδα ποσά θα ήταν, σύμφωνα με την πρόταση του Ντ’ Αγκοστίνο, τουλάχιστον ίσα προς εκείνα που η υπόδουλη χώρα υποχρεωνόταν να καταβάλλει ως έξοδα «κατοχής».

Η ελληνική «κυβέρνηση» ζήτησε και πέτυχε ώστε η μεταπολεμική αποπληρωμή του δανείου να γίνει με υπολογισμό σε σταθερό νόμισμα της αξίας των αγαθών που προμηθεύονταν οι γερμανικές και οι ιταλικές Αρχές με την ανάληψη των προαναφερθεισών πιστώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Η παραπάνω ρύθμιση αποτέλεσε το περιεχόμενο συνθήκης, η οποία υπογράφηκε τη 14η Μαρτίου 1942 στη Ρώμη από τη Γερμανία, την Ιταλία και την κατοχική «κυβέρνηση» της Ελλάδας. Σύμφωνα με το 3ο άρθρο της συμφωνίας, «η γερμανική και η ιταλική κυβέρνησις θα εχρεώνοντο εις ατόκους λογαριασμούς διά τα πέραν των εξόδων κατοχής λαμβανόμενα ποσά».

Η Συμφωνία της Ρώμης κοινοποιήθηκε στην κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών από τον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα, Αλτεμπουργκ, την 23η Μαρτίου 1942 με την υπ’ αριθ. 160 ρηματική διακοίνωση, καθώς και από αντιπρόσωπο της Ιταλίας με άλλο ανάλογο έγγραφο.

Εκτοτε οι γερμανικές και οι ιταλικές Αρχές κατοχής, όταν προέβαιναν στην ανάληψη πιστώσεων για την αγορά αγαθών, για να καλύψουν τις ανάγκες των στρατιωτικών τους δυνάμεων, και για την πολεμική τους δράση, έκαναν μνεία της Συμφωνίας της Ρώμης και διαχώριζαν τα ποσά των δανείων από τα έξοδα «κατοχής».

Ακόμα, στην Τράπεζα της Ελλάδος τηρούνταν ειδικοί και λεπτομερείς λογαριασμοί και οι εκπρόσωποι των Αρχών κατοχής, κατά τον ανά τρίμηνο έλεγχο, ποτέ δεν αμφισβήτησαν ότι τα ποσά της πρώτης από τις δύο κατηγορίες αναλήψεων είχαν μορφή δανείου.

Συμπερασματικά, από την 1η Ιανουαρίου του 1942 ως το τέλος της κατοχής τα ποσά που έλαβαν ως δάνειο οι Δυνάμεις του Αξονα ανήλθαν συνολικά σε 183 εκατ. δολάρια, από τα οποία 151 σε χρέωση της Γερμανίας και 32 σε χρέωση της Ιταλίας.

Με υπολογισμό των τόκων από το τέλος του πολέμου και εξής, το συνολικό χρέος της Γερμανίας και της Ιταλίας προς την Ελλάδα το 1966 έφτασε σε 400 εκατ. δολάρια περίπου, από τα οποία 332 όφειλε η Γερμανία (εφημερίδα «Μακεδονία», φύλλα της 18ης Οκτωβρίου 1966 και της 25ης Οκτωβρίου 1966). (Το θέμα ανακινήθηκε τότε με αφορμή την επίσκεψη στην Ελλάδα του υπουργού Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας.)

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου συγκλήθηκε στο Παρίσι διάσκεψη για να καθοριστούν οι γερμανικές και οι ιταλικές επανορθώσεις. Εκεί ο εκπρόσωπος της Ελλάδας, Αθ. Σμπαρούνης, κατέθεσε δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε στα επίσημα πρακτικά της διάσκεψης.

Σε αυτή γνωστοποιούσε στις μεγάλες νικήτριες δυνάμεις ότι η Ελλάδα δεν θα θεωρούσε την καταβολή των γερμανικών και των ιταλικών επανορθώσεων ως μερική ή ολική εξόφληση των κατοχικών δανείων.

https://www.panhellenicpost.com/2026/04/20/%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%b4%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b9/


ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ

 

     Η κρίση είναι λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού. Κρίνουμε, θέλοντας και μη. Όταν λες: «Ο τάδε είναι ειλικρινής· μπορεί κάποιος να τον εμπιστεύεται». Αυτό είναι μία κρίση. Όταν λες: «Ο τάδε άνθρωπος είναι φλύαρος, με κουράζει, δεν μπορώ. Ήρθε μου έκανε επίσκεψη, με ταλαιπώρησε». Αυτό είναι μία κρίση. Είσαι προϊστάμενος μιας υπηρεσίας και κάνεις εκθέσεις για τους υφισταμένους σου. Και λες: «Αυτός είναι πιστός στο καθήκον, είναι εντάξει στην υπηρεσία, δεν είναι άνθρωπος ραστώνης, είναι εργατικός, είναι…». Αυτό είναι κρίση. Ο καθηγητής στους μαθητές του. Τώρα κατάργησαν και τη βαθμολογία. Εν πάση περιπτώσει, βαθμολογία ούτως ή άλλως υπάρχει. «Ο ένας είναι για 18, ο άλλος για 15, ο άλλος είναι για 10, ο άλλος είναι για 5». Αυτό είναι μία κρίση. Ο επιθεωρητής στις εκθέσεις, τις οποίες υποβάλλει για τους υφισταμένους του, κάνει κριτική. Ή είσαι σε ώρα γάμου. Και σου φέρνουν μια κοπέλα, σταθμίζεις τα υπέρ και τα κατά. Και λες: «Αυτή η κοπέλα έχει αυτό και εκείνο το προσόν, αυτό και εκείνο το ελάττωμα. Κάνει ή δεν κάνει για μένα;». Όλα αυτά τα πράγματα είναι κρίσεις. Η κρίση, λοιπόν, είναι λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού. Δεν μπορούμε να τη βγάλουμε. Και να θέλουμε ακόμη, δεν μπορούμε. Ή λέμε: «Σήμερα έχει σύννεφα». Αυτό είναι κρίση. «Σήμερα έχει κρύο». Υπάρχει, λοιπόν, κρίση καταστάσεων, προσώπων και πραγμάτων. Κρίνουμε συνεχώς.

     Όταν ο Κύριος λέγει: «Μη κρίνετε», δεν εννοεί αυτού του είδους την κρίση. Δηλαδή την αξιολόγηση καταστάσεων, αλλά την κατάκριση, την καταδίκη του άλλου. Το να βγάζουμε εμείς απόφαση για τον άλλον, για τον συνάνθρωπό μας. Αυτό είναι που απαγορεύει ο Κύριος, την κατάκριση.

     Τώρα, πότε δεν είναι κατάκριση, ακόμα κι όταν μιλάμε για τα ελαττώματα του άλλου, ενώ είναι απών; Λέει ο Μέγας Βασίλειος ότι σε δύο περιπτώσεις δεν κατακρίνουμε, ακόμη κι όταν χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο και μιλούμε για τα ελαττώματά του. Όταν αυτό το κάνουμε τρεις, τέσσερεις, πέντε άνθρωποι για να βρούμε τον καλύτερο τρόπο διορθώσεως αυτού του ανθρώπου. Μαζευόμαστε πέντε άνθρωποι και λέμε: «Ο τάδε αδελφός μας έχει αυτό το ελάττωμα, τι μέσα θα μετέλθουμε για να διορθώσουμε το ελάττωμά του;». Ξεκινάμε από αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας. Αυτό δεν είναι κατάκριση.

     Και δεύτερον, όταν το λέμε σε κάποιον με σκοπό να τον προφυλάξουμε από τη βλαπτική επίδραση του αδελφού που έχει το ελάττωμα αυτό. Λες σε κάποιον: «Ο τάδε, τον οποίον τώρα γνώρισες, έχει τη μανία να ζητάει δανεικά και αγύριστα, να μη δίνει ποτέ αυτά τα οποία παίρνει. Πρόσεχε, έχει βάλει κόσμο και κοσμάκη στο χέρι. Μη σε βάλει κι εσένα. Δεν θα πάρεις πίσω τίποτε. Αν έχεις λεφτά για πέταμα, δώσε του κάτι. Αλλά αν δεν έχεις και του δώσεις, θα στα φάει· δεν θα στα επιστρέψει». Ή, «ο άλλος σου λέει ψέματα, μην πιστεύεις ό,τι σου λέει». Ή, «ξέρω ’γω, κατακρίνει τους πάντες. Θα έρθει να σου πει ο τάδε μού ’πε τούτο, μού ’πε το άλλο. Δεν διστάζει ούτε να συκοφαντήσει ακόμη. Είναι ένας άνθρωπος με κάποια κακία, κάποια μοχθηρία. Πρόσεχέ τον, μη γίνεις θύμα αυτών τα οποία θα σου πει».

     Όταν, λοιπόν, το λέμε, είτε για να βρούμε τρόπο διόρθωσης των συνανθρώπων μας, ή για να προφυλάξουμε κάποιον που δεν ξέρει από τις συνέπειες των ελαττωμάτων του άλλου, τότε δεν κάνουμε κατάκριση. Όταν όμως δεν υπάρχουν αυτά τα στοιχεία και βάζουμε κάτω τον αδελφό μας και ανατέμνουμε τα ελαττώματά του, τότε κάνουμε κατάκριση. Όταν αυτό το λέμε για να εξουθενώσουμε τον αδελφό, για τον ρίξουμε στη συνείδηση του άλλου ή για να εκφράσουμε δικά μας πάθη εναντίον του αδελφού, δικές μας κακίες, τότε είναι κατάκριση. Η ειδοποιός διαφορά είναι αν υπάρχει ενδιαφέρον και αγάπη για τη διόρθωση του αδελφού ή για την προφύλαξη κάποιου άλλου και όχι διάθεση εξουθενώσεως του πλησίον.

     Προσοχή, λοιπόν, στην κατάκριση. «Ή τέτοια, η αλλιώτικη, η τέτοια, η αλλιώτικη». Προ παντός, εσείς οι γυναίκες, που ρέπετε περισσότερο από εμάς στο κουτσομπολιό και στην κατάκριση. Μην κατακρίνετε. Δεν ξέρετε πώς την έκανε τη μία πράξη ή την άλλη. Δεν ξέρετε σε τι κατάσταση βρέθηκε. Δεν ξέρετε ποιο είναι το βαθύτερο νόημα αυτής της πράξεως. Μόνο ο Θεός «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 10). Εμείς βλέπουμε την κατ’ όψιν κρίση. Και ο Κύριος λέει: «Μὴ τὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε» (Ιωάν. 7, 24).

     Όπως είπε ο Κύριος, θα δούμε πόρνες και τελώνες «νὰ προάγουν ἡμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 21, 31). Κι εμείς «οἱ υἱοὶ τοῦ Ἀβραάμ» θα κλεισθούμε έξω. «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κρισθήσεσθε» (Ματθ. 7, 2). Δεν ξέρουμε γιατι  κάνει ο άλλος το άλλο· και πώς το κάνει· και ποιο είναι το νόημα. Κρίνουμε «τὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν» (Ιωάν. 7, 24). Ο Θεός που κρίνει σε βάθος –«ἄνθρωπος βλέπεται εἰς πρόσωπον. Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν» (Α΄ Βασ. 16, 7)–, Εκείνος ξέρει να αποδώσει στον καθένα, σύμφωνα με τα έργα του. Εμείς να είμαστε επιφυλακτικοί και να μην είμαστε πρόχειροι στις κρίσεις και στις κατακρίσεις.

     Όπως εγώ καμιά φορά μπαίνω εδώ που κάθονται μερικοί και περιμένουν εξομολόγηση και έρχεται κάποιος που ζητάει βοήθεια και τους κάνω νεύμα, για να καταλάβουν ότι είναι απατεώνας. Αυτό το λέω για να τους προφυλάξω. Διότι έχω πέσει θύμα πολλών απατεώνων, σας έχω αφηγηθεί μερικά περιστατικά. Μέχρι που, κάποιος ήρθε και μου παράστησε τον γιο του Κόντογλου· κι ο Κόντογλου, ο μακαρίτης, δεν είχε γιο. Μόνο κόρη είχε. Και ήρθε και μού ’πε ότι είναι γιος του Κόντογλου και με έβαλε στο χέρι. Κι εγώ ήξερα τον Κόντογλου και δεν ήξερα ότι δεν είχε γιο και την έπαθα. Λέω, μπας κι έχει κανένα γιο κι είναι τσακωμένοι και δεν το ξέρω· τον έχει διώξει χρόνια από το σπιτι και δεν το ξέρω. Λοιπόν, όταν λέω προσέξτε μη σας βάλει στο χέρι, γιατί αυτός είναι απατεώνας και θα πάει να τα πιει τώρα στις ταβέρνες, δεν κατακρίνω.

     Έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε. «Ἐλεγμῷ ἐλέγξεις τὸν πλησίον σου», λέει η Αγία Γραφή, «καὶ οὐ λήψεις δι’ αὐτὸν ἁμαρτίαν» (Λευ. 19, 17). Δεν θα καταλογισθεί σ’ εμάς η αμαρτία του πλησίον μας, εάν τον ελέγξουμε, εάν του υποδείξουμε αυτό το οποίο κάνει. Αλλά πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ τον τρόπο με τον οποίον θα το πούμε. Εάν το πούμε με σκοπό να τον εξουθενώσουμε, τότε δεν επιτυγχάνουμε τίποτε. Το πολύ-πολύ να τον κάνουμε εχθρό μας. Εάν το πούμε με ταπείνωση, με διάκριση, με πνεύμα αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας, αν αυτός είναι καλός, θα ακούσει την υπόδειξή μας· αν δεν είναι, δεν θα ακούσει τίποτε. Αλλά πάντοτε, όχι σαν διδάσκαλοι εμείς, αλλά σαν συμμαθητές. Όπως ο ένας μαθητής λέει στον άλλον: «Ξέρεις, αυτό δεν το έλυσες καλά, ή αυτό είναι ανορθόγραφο· θέλει ωμέγα ή θέλει περισπωμένη ή θέλει δασεία ή θέλει ψιλή». Έτσι, με ένα πνεύμα κι εμείς συμμαθητείας –και είμαστε όλοι μαθητές· διδάσκαλός μας είναι ο Κύριός μας–, να πούμε στον αδελφό μας, στον πλησίον μας: «Μήπως αυτό δεν έπρεπε να το πεις; Μήπως αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις;». Πάντοτε με αγάπη, με ταπείνωση και με διάκριση. Όχι με διάθεση εξουθενώσεως, διότι έτσι κάνουμε τον αδελφό εχθρό μας.

     Αν, όμως, δούμε ότι μια-δυο φορές «δεν παίρνει», δεν δέχεται υποδείξεις, ας τον αφήσουμε στο θέλημά του και ας παρακαλούμε τον Θεό να τον φωτίσει να δει τα λάθη του. Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι, οι οποίοι «δεν παίρνουν»· τους το λες, τους το ξαναλες… «δεν παίρνουν». «Όχι, έτσι είναι!». Δεύτερη φορά, τρίτη φορά, τέταρτη φορά, ασ’ τον να μάθει… Θα πάθει ίσως μια, δυο, τρεις φορές από αυτά τα οποία κάνει και θα μάθει απ’ αυτά τα οποία θα πάθει. Εάν, λοιπόν, παίρνει υποδείξεις, να τις κάνουμε, αλλά πάντοτε με αγάπη, με ταπείνωση και με αγαθό πνεύμα. Προσοχή, γιατί πολλές φορές ελέγχουμε για να εξουθενώσουμε. Αυτό δεν είναι κατά Θεόν. «Α, τον έπιασα τώρα, θα δεις πώς θα τον κάνω, ή θα δεις πώς θα την κάνω!». Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό έτσι! Όχι μ’ αυτό τον τρόπο, όχι! Μας απορρίπτει ο άλλος.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/12/blog-post_7.html