28 Απριλίου, 2026

ΦΩΤΙΣΤΕ ΚΑΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 

     Κάθε λόγος ενός αγίου, ενός οσίου, ενός ασκητού, ενός μυστικού θεόλαμπρου ευχέτη, είναι και μία αποκάλυψη για μας, μια ευεργεσία που μας φανερώνεται και μας ενισχύει υπέρλογα με τη χάρη του Θεού.

     Έλεγε χαρακτηριστικά ο Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης ότι το Απόδειπνο είναι σαν μια ομπρέλα χάριτος για το σπίτι από όπου αυτό λέγεται το βράδυ. Πόσο κρατάει ένα Απόδειπνο; 12, 15 με 20 λεπτά. Τι είναι τα 20 λεπτά μπροστά στη χάρη που κατέρχεται στην καρδιά μας και στο σπίτι όπου κατοικούμε και μένουμε; Περνάει η μέρα μας μέσα στη βαττολογία, την κενότητα, την αργολογία, μέσα στις τόσες μικρότητες, κι όμως! Ένα Απόδειπνο δεν μπορούμε να κάνουμε. Δεν μπορούμε ή μήπως δε θέλουμε; Και φυσικά το όλο θέμα δεν είναι περιοριστικά το Απόδειπνο, ένα Απόδειπνο, ως ένα στείρο καθήκον προσευχής. Μάθαμε στα σπιτικά μας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!», για να μάθουμε τώρα, μηχανικά ή στανικά, και το δεκαπεντάλεπτο Απόδειπνο!

     Αχ, γονείς! Γονείς, που σπείρατε παιδιά κατά το σώμα και δεν τα δώσατε ποτέ ή τόσο λίγο τον σπόρο της Χάριτος και της Προσευχής! Σκοπός είναι, τώρα στους χαλεπούς καιρούς όπου μας πλάκωσαν είτε τα εργαστηριακά, τα υβριδικά ή τα δαιμονιακά μικρόβια, εμείς να σταματήσουμε και να «σχολάσουμε» από τα πάντα. Και να γίνουμε άνθρωποι της Προσευχής και της Χάριτος. Τα σπίτια μας, οι καρδιές μας να γίνουν φωτεινά. Να φωτιστούν από τη χάρη και τη δύναμη της αναφοράς μας προς Εκείνον, που είναι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει, γιατί Αυτός είναι η Σωτηρία μας, ο φιλάνθρωπος Σωτήρας μας.

     Λέμε και ισχυριζόμαστε ότι Τον πιστεύουμε και ότι Τον αγαπάμε. Είναι αλήθεια αυτό; Κατά πόσο είναι έμπρακτη αλήθεια η προς Αυτόν αγάπη μας; Αν δεν κάνουμε την πίστη και την αγάπη μας προς Αυτόν Προσευχή και ικεσία, τα πάντα μέσα και έξω μας είναι και θα είναι έωλα, επισφαλή, μάταια, σαθρά και ετοιμόρροπα. Τα πάντα –τώρα, πια!– πρέπει να γίνουν Προσευχή. Τα πάντα μας πρέπει να τα σκεπάσει και να τα συμπεριλάβει η Προσευχή. «Ἐν τῷ Θεῷ ποιήσομεν δύναμιν» (Ψαλμ. 59, 14): «Με τον Θεό μας, και με τη βοήθεια που Αυτός θα μας δώσει, εμείς θα λάβουμε δύναμη και κραταίωση· γιατί Αυτός θα εκμηδενίσει όλους αυτούς που μας συνθλίβουν» (Ελλαδικά, κοινωνικά, οικογενειακά, διαπροσωπικά, προσωπικά).

     Γεμίστε την καρδιά και τα σπιτικά σας, τους χώρους και τους τρόπους της ζωής σας με Προσευχή. Με την Προσευχή της Εκκλησίας, με τις ευχές και τις δεήσεις των Ορθόδοξων Προσευχηταρίων. Δεν έχουμε άλλο χρόνο, εκτός από τον άχρονο χρόνο της Προσευχής. Δεν έχουμε άλλο πόνο, εκτός από τον θεραπευτικό πόνο και τη χαροποιητική συντριβή της Προσευχής.

     Αν δεν έλθει η Προσευχή στην καρδιά μας, στο φρόνημά μας, στην αντίληψή μας, στα νοήματά μας, στην έκφρασή μας, στον τρόπο που πορευόμαστε, σύντομα, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, προβλέπεται να καταποθούμε από την τοξικότητα και την πονηρία του κόσμου, από τον φόβο, τον πανικό, την ανησυχία και την ανασφάλειά του.

     «Μη προτιμάτε τίποτε άλλο εκτός από την αγάπη του Χριστού», μας έλεγε ο Άγιος Πορφύριος. Και αυτή η αγάπη είναι πρωτίστως η Προσευχή. Δηλαδή, η καρδιακή κοινωνία μας με Αυτόν, που είναι για μας και για όλον τον κόσμο, η Αλήθεια και η Ζωή. Αυτά δεν είναι πράγματα θεωρητικά και γλυκόλογα αφηγήματα, αλλά σωτηριώδεις καταστάσεις και αλήθειες, μάλλον η μόνη αλήθεια που μας σώζει εν αγάπη Χριστού.

     Σήμερα, κάθε σπιτικό, κάθε νοικοκυριό, κρύβει καλά κι έναν σταυρό, μια δοκιμασία, μια ασθένεια, μια ανημποριά, μια ταλαιπωρία, έναν πόνο, έναν πειρασμό, ένα τέλμα, ένα δάκρυ, ένα αδιέξοδο. Χαμογελούν οι άνθρωποι και, μόλις κλείσουν την πόρτα του σπιτικού τους, τους ροκανίζει ο πόνος, ο φόβος, η αγωνία, η παραίτηση, η αδημονία, η απελπισία. Για ρωτήστε λίγο τους εαυτούς σας: μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό;

     Το πόσο είναι αλήθεια και πραγματικότητα, αυτό το γνωρίζει η ιερά Πρόθεση, η οποία έχει μετατραπεί, με την παρατεταμένη μνημόνευση των ιερέων, που τόσο κατακρίνουν και λοιδορούν πολλοί σήμερα, μια άλλη μυστική και αθέατη «εντατική»· ίσα για να σωθούν οι άνθρωποι, διά της θείας Χάριτος, και να μην προλάβει να τους αρπάξει ο αιώνιος εχθρός μας. Χαίρεται με όλη του την κακία ο διάβολος να μας βλέπει ισοπεδωμένους από την απελπισία. Χαίρονται αφάνταστα και οι άγγελοι όταν μας βλέπουν να αγωνιζόμαστε, να τιμούμε με τη ζωή μας το βάπτισμά μας, να σπεύδουμε προς την Προσευχή και να επικαλούμαστε τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους Του.

     Όλοι αυτοί, άγιοι και άγγελοι και όλος ο νοερός κόσμος των αγιασμένων προσώπων, όσο και να μην το πιστεύετε, «κρέμονται» κυριολεκτικά από τα χείλη μας, περιμένουν πώς και πώς να τους θυμηθούμε, να τους φωνάξουμε και να τους επικαλεσθούμε. Γιατί το έργο τους είναι αιώνια πρεσβευτικό υπέρ ημών: πρεσβεύουν αδιάκοπα για τη σωτηρία μας, τη σωτηρία και τον λυτρωμό μας από τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα που μας κατατρύχουν και μας ταλαιπωρούν.

     Ζούμε χρόνια εσχατικά, μέσα στα οποία προβλέπεται ότι θα ζήσουμε αναντίρρητα γεγονότα πρωτόγνωρα και ανήκουστα. Είμαστε όμως έτοιμοι γι’ αυτά; Έχουμε μέσα μας τη δύναμη και τη χάρη της Προσευχής; Βασανιζόμαστε από τις διάφορες θεωρίες, που ακούμε από εδώ και από εκεί, και η σύγχυση καταλαμβάνει τα φρένα μας. Ενώ η Προσευχή μάς περιμένει σιωπηλά για να φέρει μέσα μας την ειρήνη, την ισορροπία, την ευστάθεια του βίου μας. Θυμούμαστε τον Κύριο εντελώς θεωρητικά, μα όταν έρθει η ώρα της Προσευχής (και ποια στιγμή και ώρα δεν είναι στιγμή και ώρα Προσευχής;), είμαστε νωθροί, βαριεστημένοι, αμελείς, αδιάφοροι, ασυγκίνητοι, αμέτοχοι. Δεν θα μας σώσει η Προσευχή των άλλων, όταν εμείς δεν ενεργοποιούμαστε προς τη χάρη της. Πώς; Με ένα «Κύριε ελέησον!», με ένα «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με!», με ένα «Άγιε (ή Αγία) του Θεού, πρέσβευε υπέρ εμού (ή υπέρ ημών)!». Κι όπως έλεγε ο Άγιος Παΐσιος: «Όταν τρώω εγώ, αυτό σημαίνει ότι τρως κι εσύ; Πρέπει να φας κι εσύ, όπως τρώω εγώ, για να τραφείς και να μην πεθάνεις από την πείνα».

     Οι Άγιοι μάς δείχνουν έκδηλα τον ανεξιχνίαστο τρόπο του Θεού, αλλά ταυτόχρονα μας δείχνουν και τον προσωπικό τρόπο της δικής μας μετοχής και ευθύνης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/12/blog-post.html

27 Απριλίου, 2026

Γερμανικά κατοχικά δάνεια, δανεικά κι αγύριστα

Γράφει ο “εξ’απορρήτων” Ανδρέας Μαζαράκης

Στην Τράπεζα της Ελλάδος τηρούνταν ειδικοί και λεπτομερείς λογαριασμοί και οι εκπρόσωποι των Αρχών κατοχής, κατά τον ανά τρίμηνο έλεγχο, ποτέ δεν αμφισβήτησαν ότι τα ποσά της πρώτης από τις δύο κατηγορίες αναλήψεων είχαν μορφή δανείου.

Την 6η Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα. Οι λιγοστές στρατιωτικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν τα μακεδονικά οχυρά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα περικυκλώθηκαν και, έπειτα από ηρωική αντίσταση, αναγκάστηκαν να υποκύψουν. Την 24η Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου συνθηκολόγησε με τους εισβολείς. Οι Γερμανοί, μόλις εισήλθαν στην Αθήνα (27 Απριλίου), όρισαν «κυβέρνηση Κουίσλινγκ» κι έτσι άρχισε η κατοχή.

Οι κατακτητές αξίωσαν, βάσει σχετικών διεθνών συνθηκών (της Χάγης), την καταβολή από μέρους της ελληνικής «κυβέρνησης» των εξόδων «κατοχής», δηλαδή των αναγκαίων χρηματικών ποσών για τη συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων που έδρευαν στη χώρα μας, συνολικά 260.000 ανδρών.

Ομως η αξίωση αυτή, σύμφωνα με τις ίδιες συνθήκες, θα έπρεπε να είναι ανάλογη με τις οικονομικές δυνατότητες της κατεχόμενης χώρας. Παρά ταύτα, οι κατακτητές, παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, όριζαν μονομερώς και αυθαίρετα το ύψος των καταβλητέων από την Ελλάδα χρηματικών ποσών.

Συγκεκριμένα, κατά τα τέλη του 1941 και τις αρχές του 1942 αξίωναν να τους καταβάλλονται ημερησίως τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές (της εποχής εκείνης). (Σημ.: η δραχμή τότε είχε υποτιμηθεί. Η ισοτιμία ήταν 60 κατοχικές δραχμές = 1 γερμανικό μάρκο).

Η τότε κατοχική «κυβέρνηση», βλέποντας ότι η συνεχιζόμενη οικονομική αφαίμαξη οδηγούσε τη χώρα σε πλήρη καταστροφή, απείλησε με παραίτηση. Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό, ο οικονομικός εκπρόσωπος της ιταλικής κυβέρνησης στην Ελλάδα, Ντ’ Αγκοστίνο, έκανε μια συμβιβαστική πρόταση: η Ελλάδα θα κατέβαλλε ημερησίως για έξοδα «κατοχής» ενάμισι δισεκατομμύριο δραχμές (βάσει της τότε ισοτιμίας, 25 εκατ. μάρκα).

Κάθε ποσό καταβαλλόμενο πέραν του ορίου αυτού θα θεωρούνταν δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία και την Ιταλία, οι οποίες θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να της επιστρέψουν μεταπολεμικά το σύνολο των αναλαμβανομένων ποσών, και μάλιστα με τιμαριθμική βάση, δηλαδή με γνώμονα την αγοραστική δύναμη των χρημάτων κατά τον χρόνο της ανάληψής τους από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Τα υπό μορφή δανείου καταβαλλόμενα από την Ελλάδα ποσά θα ήταν, σύμφωνα με την πρόταση του Ντ’ Αγκοστίνο, τουλάχιστον ίσα προς εκείνα που η υπόδουλη χώρα υποχρεωνόταν να καταβάλλει ως έξοδα «κατοχής».

Η ελληνική «κυβέρνηση» ζήτησε και πέτυχε ώστε η μεταπολεμική αποπληρωμή του δανείου να γίνει με υπολογισμό σε σταθερό νόμισμα της αξίας των αγαθών που προμηθεύονταν οι γερμανικές και οι ιταλικές Αρχές με την ανάληψη των προαναφερθεισών πιστώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Η παραπάνω ρύθμιση αποτέλεσε το περιεχόμενο συνθήκης, η οποία υπογράφηκε τη 14η Μαρτίου 1942 στη Ρώμη από τη Γερμανία, την Ιταλία και την κατοχική «κυβέρνηση» της Ελλάδας. Σύμφωνα με το 3ο άρθρο της συμφωνίας, «η γερμανική και η ιταλική κυβέρνησις θα εχρεώνοντο εις ατόκους λογαριασμούς διά τα πέραν των εξόδων κατοχής λαμβανόμενα ποσά».

Η Συμφωνία της Ρώμης κοινοποιήθηκε στην κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών από τον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα, Αλτεμπουργκ, την 23η Μαρτίου 1942 με την υπ’ αριθ. 160 ρηματική διακοίνωση, καθώς και από αντιπρόσωπο της Ιταλίας με άλλο ανάλογο έγγραφο.

Εκτοτε οι γερμανικές και οι ιταλικές Αρχές κατοχής, όταν προέβαιναν στην ανάληψη πιστώσεων για την αγορά αγαθών, για να καλύψουν τις ανάγκες των στρατιωτικών τους δυνάμεων, και για την πολεμική τους δράση, έκαναν μνεία της Συμφωνίας της Ρώμης και διαχώριζαν τα ποσά των δανείων από τα έξοδα «κατοχής».

Ακόμα, στην Τράπεζα της Ελλάδος τηρούνταν ειδικοί και λεπτομερείς λογαριασμοί και οι εκπρόσωποι των Αρχών κατοχής, κατά τον ανά τρίμηνο έλεγχο, ποτέ δεν αμφισβήτησαν ότι τα ποσά της πρώτης από τις δύο κατηγορίες αναλήψεων είχαν μορφή δανείου.

Συμπερασματικά, από την 1η Ιανουαρίου του 1942 ως το τέλος της κατοχής τα ποσά που έλαβαν ως δάνειο οι Δυνάμεις του Αξονα ανήλθαν συνολικά σε 183 εκατ. δολάρια, από τα οποία 151 σε χρέωση της Γερμανίας και 32 σε χρέωση της Ιταλίας.

Με υπολογισμό των τόκων από το τέλος του πολέμου και εξής, το συνολικό χρέος της Γερμανίας και της Ιταλίας προς την Ελλάδα το 1966 έφτασε σε 400 εκατ. δολάρια περίπου, από τα οποία 332 όφειλε η Γερμανία (εφημερίδα «Μακεδονία», φύλλα της 18ης Οκτωβρίου 1966 και της 25ης Οκτωβρίου 1966). (Το θέμα ανακινήθηκε τότε με αφορμή την επίσκεψη στην Ελλάδα του υπουργού Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας.)

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου συγκλήθηκε στο Παρίσι διάσκεψη για να καθοριστούν οι γερμανικές και οι ιταλικές επανορθώσεις. Εκεί ο εκπρόσωπος της Ελλάδας, Αθ. Σμπαρούνης, κατέθεσε δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε στα επίσημα πρακτικά της διάσκεψης.

Σε αυτή γνωστοποιούσε στις μεγάλες νικήτριες δυνάμεις ότι η Ελλάδα δεν θα θεωρούσε την καταβολή των γερμανικών και των ιταλικών επανορθώσεων ως μερική ή ολική εξόφληση των κατοχικών δανείων.

https://www.panhellenicpost.com/2026/04/20/%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%b4%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b9/