27 Ιανουαρίου, 2026

ΠΑΠΑ–ΑΝΔΡΕΑΣ & ΔΙΑΚΟ–ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ

 ΠΑΠΑ–ΑΝΔΡΕΑΣ & ΔΙΑΚΟ–ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ: Μια αδιατάρακτη φιλία από την Αθωνική Έρημο 

Στον μοναχικό στίβο·  πείρα Κοινοβίου και Ερήμου.       
Ο παπα–Ανδρέας (Ευαγγελάτος: 1904–1987), τον Σεπτέμβριο του 1934, ήρθε κι έμεινε αρχικά σαν δόκιμος μοναχός στο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου Αγίου Όρους, όταν Ηγούμενος τότε στην Μονή ήταν ο Σεραφείμ (Πανταζάτος: 1886–1960). Αυτός, βλέποντας την ωριμότητα αυτού του δοκίμου, την ευλάβεια, την πρόθυμη υπακοή και τον αγωνιστικό του ζήλο, μετά από τέσσερις μήνες (16/1/1935) τον έκανε ρασοφόρο και, μέρες αργότερα, μεγαλόσχημο (25/1/1935). Μετά από ένα μήνα διάκο και, σε έξι μήνες μετά (28/7/1935), τον χειροτόνησαν ιερέα.      Ενώ ο παπα–Ανδρέας αγωνιζόταν και αναλωνόταν στα διακονήματα, ταυτόχρονα, ένιωθε μία εσωτερική έλξη προς την ησυχία. Τότε στην έρημο ασκούνταν ο π.Γεράσιμος Μενάγιας (1881–1957) που ήταν Κεφαλλονίτης και ερχόταν και στον Άγιο Παύλο. Ο παπα–Ανδρέας, γνωρίστηκε με τον Μενάγια και επεθύμησε να ζήσει μαζί του στην έρημο του Αγίου Βασιλείου. Παρακάλεσε πολύ τον Ηγούμενο Σεραφείμ, ο οποίος, του έδωσε τελικά ευλογία. Το 1938, πήγε στην έρημο κι έζησε δυόμισι χρόνια με τον ασκητή π.Γεράσιμο Μενάγια. Εκεί, γνώρισε και άλλους ασκητές, μεταξύ των οποίων, τον περιβόητο Γερω–Ιωσήφ τον «Ησυχαστή» και «Σπηλαιώτη» (1898–1959). Αυτόν, τον είχε σε ιδιαίτερη ευλάβεια. Από τότε τον θεωρούσε άγιο και τον υπερασπιζόταν όταν άκουγε άλλους αγιορείτες να τον κατηγορούν.      Γνώρισε πολλούς άλλους μεγάλους ασκητές, ωφελήθηκε πολύ από το παράδειγμά τους και ο ίδιος αγωνιζόταν πολύ. Είχε επικοινωνία με το Μοναστήρι του όλο αυτό το διάστημα και μετά από δυόμισι χρόνια πάλι επέστρεψε στην μετάνοιά του. 

«Πολλούς αγίους γνώρισα, αλλά και έναν άγιο Διάκο!…»       Γυρίζοντας, είπε στον Ηγούμενο τον Σεραφείμ: «Εκεί στην έρημο που ήμουν, πολλούς αγίους γνώρισα, αλλά και έναν άγιο διάκο. Αν τον καταφέρουμε και τον φέρουμε εδώ για Πνευματικό, θα μας βοηθήσει πολύ!». Ο Ηγούμενος, συμφώνησε: «Βεβαίως! Αφού το λες εσύ, θα το κάνουμε!». Πήγαν και τον παρακάλεσαν. Ο διάκος, ήταν όντως κατάφορτος με την Χάρη του Πνεύματος. Και, αυτός, δεν ήταν άλλος από τον Ρώσσο π.Σωφρόνιο Σαχάρωφ (1896–1993). Όμως, αυτός, ήθελε ησυχία. Πάντως, θεώρησε ότι ήταν από την θεία πρόνοια αυτή η πρόταση, ενθυμούμενος αυτό που του είχε πει κάποτε ο Γέροντάς του, ο Άγιος Σιλουανός: «Όταν σου ζητήσουν βοήθεια, να μην αρνηθείς. Ως Πνευματικός, να είσαι διακριτικός και να μην κάνεις υπερβολές». Έτσι, θέλοντας και μη, θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί αυτή η προφητική πρόρρηση του Οσίου Γέροντός του.      Έτσι, της Υπαπαντής, το 1941, τον χειροτόνησαν ιερέα. Κατόπιν, έμεινε άλλον έναν χρόνο στα Καρούλια και μετά ήρθε κι έμεινε στην Αγία Τριάδα. Το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, του έδινε κουμπάνια, αυτός έδινε τις εικόνες που έκανε και εξομολογούσε τους Πατέρες. Βοήθησε πολύ και έσωσε το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου από πολλούς κινδύνους, τότε, στα δύστυχα χρόνια της Κατοχής από τους Γερμανούς. Και, όλο αυτό, χάρη στην διορατικότητα του φίλου του, του παπα–Ανδρέα.      Ο παπα–Ανδρέας, το θεωρούσε πραγματικά ευτύχημα για τον εαυτό του που γνώρισε τον π.Σωφρόνιο Σαχάρωφ τον Ρώσσο, με τον οποίον, συνδέθηκε πνευματικά. Κατανόησε, όσο κανείς άλλος, τον πνευματικό του πλούτο, την θεία Χάρη που είχε έκδηλη αυτός ο πιστός μαθητής του Αγίου Σιλουανού. Τον είχε σε μεγάλη ευλάβεια και επεδίωκε με κάθε τρόπο την επικοινωνία μαζί του. 
«Αν αγαπάς τον Θεό, άσε με!...»      
 Κατά το έτος 1939, κάποια μέρα μετά το μεσημέρι, είχαν βγει ο παπα–Ανδρέας και ο διακο–Σωφρόνιος να μαζέψουν σαλιγκάρια. Ξαφνικά, βλέπουν μία σκιά ανθρώπου σε απόσταση και παρατήρησαν ότι είναι σχεδόν γυμνός. Κατάλαβαν ότι αυτός πρέπει να είναι ένας από τους «γυμνούς» Ασκητές του Όρους και έτρεξαν κι οι δυο τους να τον προλάβουν. Αυτός, όμως, όταν τους αντιλήφθηκε, έτρεξε να κρυφθεί.      
Ο διακο–Σωφρόνιος, ελλείψει σωματικών αντοχών, γρήγορα κουράστηκε. Κι ο παπα–Ανδρέας που ήταν νεώτερος, τον ρώτησε:     
 –Να τρέξω να τον προλάβω;      
–Αν μπορείς, τρέξε! του είπε.      
Έτρεξε και, όταν έφτασε στα δύο μέτρα, τον φώναξε:      
–Στάσου, άνθρωπέ μου, να μ’ ευλογήσεις! Αν δεν είσαι δαίμων, δώσ’ μου την ευχή σου!      Μάλιστα, τον έφτασε και τον έπιασε από το χέρι.      
–Αν αγαπάς τον Θεό, άσε με! του είπε ο άγνωστος Ασκητής.      
–Επειδή αγαπώ τον Θεό, γι’ αυτό έτρεξα να σε προλάβω! του είπε ο παπα–Ανδρέας.      
Είδε να φορά στην μέση ο Ασκητής ένα τσουβάλι τρίχινο φθαρμένο και, τίποτε άλλο! Ούτε παπούτσια ούτε κάλτσες, κι ας ήταν και Μάρτιος μήνας!       Του λέει:      
–Πώς είσαι έτσι; Να σου φέρω ρούχα;      
–Δεν θέλω.      
–Θες παξιμάδι ή τίποτα άλλο;      
–Να σου φέρω κάτι; Έτσι, για «ευλογία»;      
–Φέρε μου λίγο αλάτι.      
–Πού να σου το φέρω;      
–Άστο σ’ εκείνη την πέτρα.      
Την άλλη μέρα, ο παπα–Ανδρέας κι ο διακο–Σωφρόνιος, πήγαν το αλάτι, το άφησαν πάνω στην πέτρα και παραφύλαγαν να δουν τον ερχομό και το πέρασμα αυτού του «τσουβαλοσκέπαστου» Ασκητού. Μα, το αλάτι έμεινε εκεί. Και ο Ασκητής δεν ξαναφάνηκε!... 

(Σ)το μακάριο τέλος· «Ήμουν εκεί!».        
Το έτος 1987, την ημέρα της Υπαπαντής που πανηγύριζε το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, εκοιμήθη ο παπα–Ανδρέας, ο πάγκαλος Προηγούμενος αυτής της Μονής και πιστός φίλος του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ. Μετά την καθιερωμένη πολύωρη Αγρυπνία της Εορτής, ακολούθησε κατανυκτικά και η κηδεία του. Ειδοποίησαν τηλεφωνικά τον φίλο και συνασκητή του, τον Γέροντα Σωφρόνιο από το Έσσεξ της Αγγλίας και, αυτός, απάντησε τα εξής:     «Το ξέρω· ήμουν εκεί!»… 

[(1) «Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», μέρος 1ο, κεφ. ιζ΄, σελ. 199–203, 215, Α΄ έκδοση, Άγιον Όρος, 2011. (2) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος», τόμ. β΄, σελ. 575–577 και 635–637, / τόμ. γ΄, σελ. 1191–1194, Α΄ έκδοση, «Μυγδονία», Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2011.] 

https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/blog-post_27.html

Ιερομόναχος Παρθένιος Καρουλιώτης (1881 – 11 Ιανουαρίου 1959)

 Ένας ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ στα ΦΡΙΚΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ του ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ - Το πριγκιπόπουλο που για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλιώτης…


Του κατά κόσμον Παύλου Ιβανιώφ του Αλεξάνδρου και της Βάσιας η πατρίδα ήταν η Μόσχα, στην οποία γεννήθηκε το 1881. Η κατα­γωγή του ήταν από πριγκιπική οικογένεια της Ρωσίας, την τσαρική δυ­ναστεία των Ρωμανώφ. Λέγεται πως η κτηματική του περιουσία ήταν σε έκταση όση της Μακεδονίας μας. Μόλις 18 ετών ήλθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Προς τούτο πήγε στο Χιλανδαρινό Κελλί του Αγίου Νικολάου – Μπουραζέρη, παρά τις Καρυές, που το κατοικούσαν πολλοί Ρώσοι. Στο Κελλί αυτό εκάρη μοναχός το 1906 και ασκήθηκε στην υπακοή, στην ταπείνωση και στην εξουθένωση της κοινοβιακής ζωής. Αργό­τερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Λόγω της μορφώσεώς του τον έθεσαν στη γραμματεία του Κελλιού, που τότε ανοικοδομείτο και είχε μεγάλη αλληλογραφία.
Μία ημέρα, μεταξύ των επιστολών που έλαβε ήταν και μίας γυναί­κας, που έγραφε πως πληροφορήθηκε για την ανοικοδόμηση ναού και έστειλε προς τούτο λίγα χρήματα, γιατί ήταν φτωχή. Μάλιστα, όπως έγραφε, και αυτά τα λίγα χρήματα τα εξοικονόμησε, κόβοντας τις κο­τσίδες των μαλλιών της και πουλώντας τες στις αρχόντισσες, που τα φορούσαν, κατά τη μόδα της εποχής, στις δεξιώσεις … Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε και τον έκανε ν’ αναχωρήσει για τα φρικτά Καρούλια.
Λίγο προ του τέλους του έλεγε σ’ ένα μοναχό πως συγκλονίσθηκε από εκείνη την επιστολή. Μία γυναίκα έκοψε και πούλησε τα μαλλιά της κι έστειλε από το υστέρημά της τον όβολό της κι εκείνος να κάθεται στην πολυθρόνα, να πίνει τσάι, να τρώει καλά και να έχει όλες τις ανέσεις; Έτσι, αποφάσισε να πάει στα Καρούλια, να υποφέρει κάτι για την αγάπη του Εσταυρωμένου Χριστού, για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής του. Στο Μπουραζέρη, έλεγε, λόγω της οικογενειακής καταγωγής του, ποτέ δεν θα τον έβαζαν σε βαρύ διακόνημα.
Περί το 1920 πήγε και κατοίκησε στην Καλύβη του Αγίου Ιννοκεντίου στα Καρούλια. Ο διακαής πόθος της ησυχίας τον οδήγησε εκεί. Έδειξε τέλεια αυταπάρνηση και μεγάλη αγάπη προς όλους τους συνασκητές του, τους οποίους έβλεπε ως επίγειους, αγίους αγγέλους του Θεού. Βοηθούσε όλους όσους μπορούσε. Δεν άφηνε κανένα να εισέλθει στο κελλί του, για να μη δει που κοιμόταν. Είχε χαμαικοιτία μέσα στο σπήλαιο. Για στρώμα είχε ένα τρίχινο σάισμα και για προσκέφαλο ένα κούτσουρο. Δεν μαγείρευε και αρκείτο συνήθως σε ξηρά τροφή. Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά για να ζεσταθεί. Το κουρελιασμένο ζωστικό του δεν μύριζε άσχημα, μα μάλλον ευωδίαζε. Λέγεται από πολλούς, που τον γνώρισαν, πως τον κοσμούσε το προορατικό χάρισμα. Το κομποσχοίνι ήταν πάντοτε στο χέρι του και η ευχή του Ιησού στο στόμα του. Πολλοί πολλές φορές τον κάλεσαν στον κόσμο, αλλά ποτέ δεν άφησε τα Καρούλια.
Είχε μία βιβλική μορφή, που τον έκανε σεβάσμιο. Μόνη η όψη του φανέρωνε την ευγενική καταγωγή του. Τον έβλεπες και σου προκαλούσε δέος, σεβασμό και αγάπη. Ήταν σεβαστός και αγαπητός από όλους. Κατά τον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο: «Άκρως φιλέρημος και ρέκτης της νήψεως και της νοεράς προσευχής, εκ προοιμίων της εκεί εγκαταστάσεώς του γνωστοποίησε την απροθυμία του για επισκέψεις και συντυχίες και την … ευγνωμοσύνη του για ’κείνους που θα σέβον­ταν τούτη την παράκλησι και θέλησί του. Τροφή του πνευματική η χά­ρις του Θεού, βρώσις του σωματική το παξιμάδι, που του προμήθευαν συνασκηταί, και πόσις του το λιγοστό βρόχινο νεράκι της ακατασκεύαστης στερνούλας». Μας έλεγε ο μοναχός Δανιήλ, της αδελφότητος των Δανιηλαίων, ότι έβαζε στο λίγο χώμα, που εκεί είχε κάτι πατατούλες και δεν τις έτρωγε. Τις έδινε κι αυτές ευλογία σε άλλους με χαρά. Η ασκητική ζωή του συγκινούσε τους πάντες. Το πριγκιπόπουλο για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλιώτης, Καρουλιώτης …
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11.1.1959, για ν’ απολαμβάνει αιώνια, στην ατελεύτητη Ουράνια Βασιλεία τη θεσπέσια θέα του Θεού. Την εκδημία του την είχε προαισθανθεί και την προείπε.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α΄ Αθήναι 1979, σσ. 141- 142. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 135-136. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 97-98. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2004, σ. 621.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 621-624
pemptousia
konstantinoupolipothoumeno
https://www.facebook.com/