25 Ιανουαρίου, 2026

ΓΕΡΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Η «ΑΓΙΑ ΨΥΧΗ» (†1870)

 Ο πατήρ Θεόφιλος, κατά κόσμον Θεοδώρητος, γεννήθηκε το 1777. Ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού, αφιέρωνε όμως πολύ χρόνο στο να εξυπηρετεί τους χριστιανούς, όταν προέκυπταν διαφορές με τους Τούρκους στο δικαστήριο, επειδή γνώριζε τέλεια την τουρκική γλώσσα.       Βλέποντας την ματαιότητα όλων των επιγείων, αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Εισήλθε στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, περίπου το 1800. Κατόπιν, πήγε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου έζησε για έξι χρόνια. Αργότερα, τον καιρό της Ελληνικής Επαναστάσεως, έμενε στην Νέα Σκήτη.       Από όλους τους συνασκητές του, έλαβε ένα αγαθό και τιμητικό παρατσούκλι που τον συνόδευε ισόβια και αχώριστα: «Αγία Ψυχή». Τον τίτλο αυτόν, του τον έδωσαν όσοι έμεναν τότε στην Νέα Σκήτη για την εξαιρετική καλωσύνη του και για την ολοκληρωτική αγάπη του προς όλους. Γνωρίζοντας καλά τα τουρκικά, υπερασπίσθηκε με επιτυχία πολλούς μοναχούς, ελευθερώνοντας άλλον από τον θάνατο και άλλον από κάποια δυστυχία. Συχνά, μάλιστα, κινδύνευσε να συλληφθεί ο ίδιος αντί των αδελφών του, για τους οποίους παρακαλούσε να σωθούν. Βλέποντας την μαρτυρική του διάθεση, πολλοί Τούρκοι έλεγαν:       

–Γιατί ο μοναχός αυτός υπερασπίζεται τους ενόχους, που αξίζουν την τιμωρία;       

Και τον προέτρεπαν να απομακρυνθεί από το Άγιον Όρος, αλλά ο, πραγματικά φιλάδελφος, Γέροντας, ήταν έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για τον πλησίον. Στην Θεσσαλονίκη, επίσης, υπερασπιζόταν τους Αγιορείτες και ελευθέρωσε πολλούς από την φυλακή. Επίσης, έσωσε και αρκετά χριστιανόπουλα από τον τουρκικό εξισλαμισμό, ένα από τα οποία έγινε αργότερα Ηγούμενος της Μονής Κουτλουμουσίου.       Από τα μαστιγώματα των Τούρκων είχε μείνει ανάπηρος· το χέρι του ήταν σπασμένο, η σπονδυλική στήλη κυρτωμένη και όλο το σώμα του καταπληγωμένο.

      Την εποχή της Επανάστασης, από τους ελάχιστους κατοίκους που είχαν μείνει στην Νέα Σκήτη έλειπαν τα πάντα και ιδιαιτέρως το ψωμί· οι Πατέρες, τρέφονταν με κάστανα και χόρτα. Μια φορά, ήρθε κάποιος υπάλληλος του Πασά της Θεσσαλονίκης και η «Αγία Ψυχή» του είπε:       
–Να ενημερώσεις τον πασά ότι εμείς πεθαίνουμε από την πείνα, αλλά και οι στρατιώτες σας δεν έχουν τί να φάνε· ας στείλει σιτάρι!       
Κι από τότε ο πασάς άρχισε να στέλνει ψωμί!
      Όλοι φοβούνταν τους Τούρκους και την αγριότητά τους, αλλά η «Αγία Ψυχή» είχε ιδιαίτερο θάρρος και υπερασπιζόταν άφοβα τους πάντες. Πολλές φορές οι Τούρκοι έπραξαν κατά την επιθυμία του, αλλά μερικές φορές τον ξυλοκόπησαν άγρια. Όταν ο Πασάς πληροφορήθηκε ότι στο Άγιον Όρος έμεναν πολλά αγόρια, διέταξε να τα συγκεντρώσουν όλα. Συνέλαβαν τότε περίπου τριακοσίους δοκίμους και λαϊκούς, τους οποίους εξισλάμισαν στην Θεσσαλονίκη. Η «Αγία Ψυχή» ήταν εκεί, τους είδε πριν τελεσθεί ο εξισλαμισμός και είπε στον πασά:      
 –Γιατί συγκέντρωσες τα αγόρια;       
Κι αυτός του είπε:       
–Ο προφήτης μας ο Μωάμεθ, διέταξε αν βρούμε κανένα χριστιανόπουλο να το πείσουμε με ωραία λόγια να δεχθεί την πίστη μας· κι αν συλληφθεί, τότε να το εξισλαμίσουμε με την βία. Να, πως ο προφήτης μας μερίμνησε για την εξάπλωση της πίστης μας!       
Ο πατήρ Θεόφιλος, αντέδρασε ακαριαία:       
–Ο προφήτης σας, σας οδηγεί κατευθείαν στην κόλαση κι εσείς τον υπακούετε!       
Ένας Τούρκος θέλησε να τον φονεύσει επί τόπου, αλλά, την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε.
      Κάποτε, στο Άγιον Όρος, ο Μπιλέ–Πασάς ρώτησε ενώπιον όλων την «Αγία Ψυχή»:       
–Πώς βλέπετε τον προφήτη μας, τον Μωάμεθ;       
–Εμείς δεν έχουμε τίποτα μαζί του· αυτό, αφορά εσάς! είπε εκείνος.       
–Και, τί πιστεύετε για τον Χριστό;       
–Πιστεύουμε ό,τι ακριβώς Αυτός είναι: ο αληθινός Θεός, ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και την γη, τους αγγέλους και τους ανθρώπους, την θάλασσα και όλη την κτίση.       
Και ο Μπιλέ–Πασάς, παραδέχθηκε στον εκατόνταρχο της συνοδείας του:       
–Συζήτησα και με πολλούς Έλληνες, αλλά από κανέναν δεν άκουσα τέτοια λόγια! Αυτός πρέπει να είναι ξεχωριστός άνθρωπος!...
      Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι με την φυγή των Τούρκων από τον Άθωνα, όλοι αυτοί, τους οποίους η «Αγία Ψυχή» είχε πριν βοηθήσει, θα προσπαθούσαν να του το ανταποδώσουν το συντομότερο. Έτσι, θα εξασφάλιζε τα προς το ζην μέχρι το τέλος της ζωής του. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε! Όταν τον ρώτησαν «γιατί ζει με τέτοια φτώχεια;», αυτός είπε ότι, «σχεδόν πουθενά δεν πηγαίνει, επομένως λίγοι πια τον γνωρίζουν και τον βοηθούν».       Εξαιτίας κάποιων ενδοαγιορειτικών προστριβών όσο αφορά τους φόρους που επιβάλλονταν και λόγω της γενναίας αντίδρασης που επέδειξε η «Αγία Ψυχή» σε αυτό το άδικο καθεστώς, του αφαίρεσαν την Καλύβη που είχε στην Νέα Σκήτη και αυτός έμεινε χωρίς να έχει απολύτως τίποτε! Ήρθε όμως φώτιση από τον Κύριο στον Γέροντα Μελέτιο του Κελλιού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και τον δέχθηκε στην κατοικία του, κρατώντας τον, μάλιστα, σαν Γέροντα! Η «Αγία Ψυχή», ένιωθε γι’ αυτό βαθειά ευγνωμοσύνη, μέχρι που αναχώρησε για την αιωνιότητα, το έτος 1870.
[Πηγή: Ιερομονάχου Αντωνίου: «Βίοι Αθωνιτών του Ιθ΄ αιώνος», τόμος β΄, κεφ. 17ο, σελ. 248–252, Α΄ έκδοσις, Ιερού Μετοχίου «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου», Ορμύλια 1995.]

https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/1870.html




24 Ιανουαρίου, 2026

Η ΑΓΙΑ ΕΝΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

      «Θυμάμαι μίαν επίσκεψή μου στο Σερβικό Μοναστήρι του Χιλανδαρίου. Ήρθε μαζί μου και ο πατήρ Νικόλαος, ο αρχοντάρης της Σκήτης της Θηβαΐδος. Βαδίζαμε την νύχτα μέσα από το πράσινο δάσος. Η πορεία ήταν ευχάριστη και η συνομιλία εξίσου ευχάριστη. Μιλούσαμε για την αγάπη προς τον πλησίον, και ο πατήρ Νικόλαος, μου διηγήθηκε το εξής αξιοσημείωτο γεγονός:      ‘‘Στα νότια μέρη της Ρωσίας, κοντά στο Ροστώβ, υπήρχε ένας συνεταιρισμός από είκοσι ανθρώπους. Ένας από αυτούς, που τον έλεγαν Ανδρέα, ήταν άνθρωπος κακότροπος με πολύ κακή διαγωγή, έτσι που η συμβίωση μαζί του ήταν δύσκολη. Ένας άλλος, ο νεότερος από όλους, ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αγαπούσε τον Θεό και τηρούσε τις εντολές του Κυρίου. Ονομαζόταν Νικόλαος. Αφού ο Ανδρέας προκάλεσε πολλά κακά και ζημιές στους συντρόφους του, άρχισαν να σκέφτονται στον συνεταιρισμό να τον σκοτώσουν· όμως, ο νεαρός Νικόλαος, δεν συμφωνούσε και προσπαθούσε να τους πείσει να μην κάνουν με κανένα τρόπο αυτό το έγκλημα. Οι συνέταιροι του Νικολάου, όμως, δεν τον άκουσαν και, τελικά, σκότωσαν τον Ανδρέα. Το έγκλημα, μαθεύτηκε. Η υπόθεση, έφτασε στην αστυνομία. Τότε, ο Νικόλαος, βλέποντας την συμφορά τους, τους είπε: ‘Όλοι σας, έχετε γυναίκες και παιδιά και μόνον εγώ είμαι ανύπαντρος. Πέστε ότι τον σκότωσα εγώ, και εγώ θα πω ότι είμαι ο φονιάς. Για μένα, δεν είναι δύσκολο να πάω στα κάτεργα. Κι εκεί, θα πάω μόνος μου. Ενώ, εάν δικάσουν εσάς, θα υποφέρει πολύς κόσμος!’. Στην αρχή, οι συνέταιροι δεν απαντούσαν. Γιατί ντρέπονταν τον Νικόλαο που πριν τους είχε αποτρέψει να σκοτώσουν. Ύστερα, όμως, ο Νικόλαος τους έπεισε και συμφώνησαν, όλοι, να πουν ότι αυτός είναι που έκανε τον φόνο.      Έφτασαν λοιπόν στο μέρος εκείνο οι πρόκριτοι, ο εισαγγελέας, οι ανακριτές, οι χωροφύλακες. Άρχισε η ανάκριση: ‘Ποιός έκανε τον φόνο;’ – ‘Εγώ!’, λέει ο Νικόλαος. Ρωτούν τους άλλους και εκείνοι λένε επίσης ότι ‘ο Νικόλαος έκανε τον φόνο’. Το πρόσωπο του Νικολάου ήταν πράο, ο χαρακτήρας του ταπεινός, μιλούσε ήρεμα και χαμηλόφωνα. Οι ανακριτές, τους εξέτασαν για πολύ. Δεν πίστευαν ότι ένας τέτοιος πράος και ταπεινός άνθρωπος είναι φονιάς. Η εκδίκαση, όμως, συνεχίστηκε σύμφωνα με τον νόμο. Στην δίκη, όλοι απορούσαν πώς ένας τόσο καλός και μειλίχιος άνθρωπος έκανε φόνο και κανένας από τους δικαστές δεν ήθελε να το πιστέψει, παρότι ο Νικόλαος έλεγε ότι αυτός έκανε τον φόνο. Και, για πολύν καιρό, οι δικαστές δεν μπορούσαν να βγάλουν απόφαση. Το χέρι τους, δεν μπορούσε να υπογράψει την καταδίκη. Εξέταζαν και επανεξέταζαν και αυτόν και τους άλλους, για να διευκρινίσουν το μυστήριο αυτής της υπόθεσης και εξόρκιζαν τον Νικόλαο να τους πει την αλήθεια. Στο τέλος, ο Νικόλαος, ο αθώος υπόδικος, είπε ότι αν δεν καταδικάσουν τον πραγματικό φονιά, θα ομολογήσει την αλήθεια. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχε γίνει φανερό ότι το θύμα, ο Ανδρέας, ήταν δύστροπος άνθρωπος· έτσι, και ο εισαγγελέας και οι δικαστές, συμφώνησαν να βάλουν στο αρχείο την υπόθεση, αν ανακαλύψουν την αλήθεια. Και τότε, όχι ο Νικόλαος, αλλά όλοι οι άλλοι, διηγήθηκαν πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα και πως ανέλαβε ο Νικόλαος την ενοχή για να τους σώσει από την καταδίκη. Σταμάτησαν, λοιπόν, οριστικά την δίκη και είπαν ότι το έγκλημα του Νικολάου δεν αποδείχθηκε. Και, ένας από τους προκρίτους, είπε: ‘Ο Ανδρέας, ήταν κακός άνθρωπος και έπαθε όπως του άξιζε, αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι καλοί και ας ζήσουν ειρηνικά!’…’’.      Και από αυτό το γεγονός, φαίνεται η δύναμη της αγάπης για τον πλησίον. Η Χάρη του Θεού ήταν στην καρδιά του νεαρού Νικολάου, αντανακλούσε στο πρόσωπό του και επηρέαζε όλους τους άλλους». 

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938) 
[Πηγή· Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», β΄ μέρος, κεφ. ιθ΄, σελ. 560–562, 10η έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003.] 

https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/blog-post_25.html