22 Απριλίου, 2026

ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΚΥΛΙΝΑ

 

     Η αγία Ακυλίνα καταγόταν από το χωριό Ζαγκλιβέρι της επαρχίας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Κάποια μέρα, την εποχή που η αγία ήταν ακόμη βρέφος, ο πατέρας της φιλονίκησε με Τούρκο γείτονά του και τον φόνευσε. Προκειμένου να αποφύγει τον θάνατο, στον οποίον τον καταδίκασε ο πασάς της Θεσσαλονίκης, έγινε μουσουλμάνος υποσχόμενος να τουρκέψει και την κόρη του, όταν μεγαλώσει. Αλλά η ευσεβής μητέρα της, θαυμάζοντας τα κατορθώματα των μαρτύρων, ανέτρεφε την θυγατέρα της με την Πίστη του Χριστού.

     Όταν η Ακυλίνα έφθασε σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, ο πατέρας της, πιεζόμενος από τους Τούρκους, της ζήτησε να αλλαξοπιστήσει. Η Ακυλίνα τον επέπληξε με γενναιότητα για την αποστασία του και του είπε πως ήταν έτοιμη να υπομείνει ακόμη και τον θάνατο χάριν της αγάπης του Χριστού. Μπροστά στην αμετάθετη γνώμη της, ο ταλαίπωρος πατέρας φοβήθηκε για τον εαυτό του και την παρέδωσε στους Τούρκους να την κάνουν ό,τι θέλουν. Καθώς η Ακυλίνα αποχαιρετούσε την μητέρα της, της υποσχέθηκε ότι θα φανεί αντάξια της διδασκαλίας της.

     Οι Τούρκοι την οδήγησαν δεμένη στον κριτή. Μετά την άρνησή της να εγκαταλείψει την Πίστη στον αληθινό Θεό, της αφαίρεσαν όλα τα ρούχα εκτός από ένα πουκάμισο, την έδεσαν σε ένα στύλο και την ράβδισαν σκληρά. Από τους πολλούς ραβδισμούς το ένδυμά της ξεσχίσθηκε και έμεινε τελείως γυμνή. Επειδή οι άθεοι έβλεπαν ότι τίποτε δεν πετύχαιναν, χρησιμοποίησαν κολακείες και υποσχέσεις. Αλλά η παρθενομάρτυς, και τις τρεις φορές που την εξέτασαν, εξύβρισε με παρρησία την θρησκεία τους. Ερεθισμένοι οι Τούρκοι συνέχισαν να την ραβδίζουν άσπλαχνα, ώσπου οι σάρκες της έπεσαν στην γη που έγινε κατακόκκινη από το αίμα της.

     Σχεδόν νεκρή, την φόρτωσαν σε έναν χριστιανό, για να την μεταφέρει στο πατρικό της σπίτι. Μόλις η μητέρα της την είδε, την εναγκαλίσθηκε και την ρώτησε: «Τι έκανες, παιδί μου;». Η Ακυλίνα μετά βίας άνοιξε τα μάτια της και αποκρίθηκε: «Και τι άλλο μπορούσα να κάνω, μητέρα μου, εκτός από εκείνο που μου παρήγγειλες; Ιδού, κατά την εντολή σου, φύλαξα την ομολογία της Πίστεώς μου!». Και με τα μεγαλειώδη λόγια αυτά, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του ζώντος Θεού στις 27 Σεπτεμβρίου του 1764.

     Το άγιο λείψανό της ευθύς ανέδωσε τόση ευωδία, ώστε διαχύθηκε σε όλους τους δρόμους, από τους οποίους περνούσαν για τον ενταφιασμό. Την νύκτα, επάνω στον τάφο της, έλαμπε ουράνιο φως σαν λαμπρότατο άστρο.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

κυλίναν τὴν θείαν ἀνευφημήσωμεν, οἷα θεόφρονα κόρην καὶ Ἀθληφόρον Χριστοῦ· τῇ ἀγάπῃ γὰρ αὐτοῦ πίστει ἠνδρίσατο, καὶ καθεῖλε τὸν ἐχθρόν, δι’ ἀγώνων ἱερῶν, καὶ δόξης τυχοῦσα θείας, Χριστῷ τῷ Λόγῳ πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

παλῷ ἐν σώματι, τὸν πολυμήχανον ὄφιν, τῇ λαμπρᾷ ἀθλήσει σου, καταβαλοῦσα παρθένε, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νυμφίῳ· ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Ἀκυλίνα, ὑπὲρ τῶν πίστει ἀνευφημούντων σε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Πατρὸς παριδοῦσα τὸ ἀσεβές, τῆς μητρὸς τοὺς λόγους, ἐγεώργησας μυστικῶς· σὺ γὰρ Ἀκυλίνα, ἀθλήσασα νομίμως, τῶν ἀνομούντων ᾔσχυνας τὰ βουλεύματα.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2022/09/blog-post_27.html


Ένας άγνωστος σπηλαιώτης (+1855)

Στις σημειώσεις του π. Ντενάσια ευρίσκονται τα εξής στοιχεία από την διήγηση του π. Νήφωνος της Ρουμανικής Σκήτης.
Αυτός ο δούλος του Θεού έμενε σε σπηλιά, που ήταν γειτονική με αυτή του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου. Πόσο έζησε εκεί και πως ονομάζεται δεν είναι γνωστό. Η ζωή του κυλούσε σε παντελή πτωχεία. Δεν κατείχε απολύτως τίποτε. Περπατούσε χωρίς υποδήματα και χωρίς σκούφο, ήταν δε σκεπασμένος με φθαρμένα άχρηστα ρούχα.
Κάποτε δύο μοναχοί της Μολδαβικής Σκήτης διήρχοντο από αυτό το ευλογημένο μέρος. Έχασαν το δρόμο τους και βρέθηκαν στο σπήλαιο του ερημίτου, όπως μας ιστορεί ο π. Νήφων. Ο ασκητής κρατόύσε στα χέρια του ένα μικρό Ψαλτήρι, το οποίο διάβαζε διαρκώς χωρίς διακοπή, ενώ ταυτοχρόνως είχε κατακτήσει και την καρδιακή ευχή. Κατά την συζήτηση με τους μοναχούς, εξομολογούμενος ο όσιος ερημίτης εξέφραζε τον φόβο του μήπως κριθή από τον Θεό για το πάθος της ιδιοκτησίας, εφ'όσον κατέχοντας το Ψαλτήρι δεν είχε απελευθερωθεί από ο,τιδήποτε γήινο. Έτσι παρέδωσε το μοναδικό κτήμα στους συνομιλητάς του, παρακάλώντας θερμά να το πάρουν μαζί τους.
Προβλέποντας τον θάνατο του, πήγε στον σπηλαιώτη π. Νήφωνα ο οποίος τότε ζούσε κοντά στο σπήλαιο του οσίου Αθανασίου στην Βίγλα και τον παρεκάλεσε να τελέση τη Θεία Λειτουργία και να τον κοινωνήση, λέγοντας: "πλησιάζει, το τέλος μου!"
Ο π. Νήφων συμφώνησε και ξεκίνησαν μαζί για την Θεία Λειτουργία που θα γινόταν στον ναό της Σκήτης του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Κατά την διάρκεια του κοινωνικού, ο όσιος ερημίτης ασπάσθηκε με σεβασμό τις ιερές εικόνες, χύνοντας συνεχώς δάκρυα δοξολογίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό. Κοινώνησε και μετά την απόλυση ο π. Νήφων του πρότεινε να καθήση μαζί του στην τράπεζα αλλά αυτός αρνήθηκε. Ευχαρίστησε για την εξυπηρέτηση και ανεχώρησε παρακαλώντας να τον μνημονεύη στις άγιες ευχές του.
Δεν πρόλαβε να φθάση στη σπηλιά του. Εκοιμήθη καθ'οδόν κατά το έτος 1855 και ήταν ηλικίας σαράντα έως σαράντα πέντε περίπου ετών.

(Απόσπασμα από το Βιβλίο "Αγιορείτες Πατέρες (2)", Ιερομονάχου Αντωνίου. Εκδόσεις Ίνδικτος
https://athonika.blogspot.com/2010/08/1855.html