03 Μαΐου, 2026

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ

 

     Ο Ονήσιμος, φρυγικής καταγωγής, ήταν δούλος του Φιλήμονος, εύπορου πλην όμως ένθερμου χριστιανού από τις Κολοσσές, πολύ γνωστού για την ακλόνητη πίστη του και για τη διάπυρη αγάπη του προς τον πλησίον. Έχοντας διαπράξει μια κλοπή του κυρίου του, ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά και βρήκε καταφύγιο στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον Απόστολο Παύλο, κακουχούμενο δέσμιο τότε υπέρ του Ιησού Χριστού.

     Ελκυόμενος στην Πίστη του Χριστού από τη μορφή του Αποστόλου και επηρεασμένος βαθύτατα από τον αποστολικό του λόγο, ο Ονήσιμος αναγνώρισε το σφάλμα του, μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό, βαπτίσθηκε, και δεν άργησε να δείξει με τη διαγωγή του τους ωραίους καρπούς των αγίων αρετών του. Ο δε Απόστολος Παύλος επιθυμούσε να κρατήσει κοντά του τον Ονήσιμο, διακριτικά φερόμενος όμως, δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο δίχως τη συγκατάθεση του Φιλήμονα και να λυπήσει έτσι τον μαθητή του.

     Με την ευκαιρία της αναχώρησης του αποστόλου Τυχικού [8 Δεκ.] από τη Ρώμη για τις Κολοσσές και τη Λαοδίκεια, έστειλε μαζί του λοιπόν προς τον Φιλήμονα τον πρώην φυγά και δούλο του, με μια Επιστολή στην οποία τον προέτρεπε να τον συγχωρήσει και να τον απελευθερώσει. Είναι η γνωστή «Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλήμονα», που μας παραδόθηκε μεταξύ των δεκατεσσάρων Επιστολών του Αποστόλου Παύλου. Η Επιστολή αυτή, εκτός από τον βασικό παραλήπτη, τον Φιλήμονα, απευθύνεται και προς την Απφία, που ήταν, φαίνεται, σύζυγος του Φιλήμονα, καθώς και προς τον στρατιώτη Άρχιππο, γιο πιθανώς του Φιλήμονα, ο οποίος είχε κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα, μετέπειτα, στην Εκκλησία των Κολασσέων. Τη συστατική αυτή Επιστολή ο Απόστολος Παύλος την έγραψε την ίδια περίοδο που έγραψε και την προς Κολασσαείς επιστολή.

     Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη Επιστολή, ο ιερός Απόστολος παρακαλεί πολύ πατρικά τον Φιλήμονα να δεχθεί, όπως προαναφέρθη, ευνοϊκά τον Ονήσιμο, γράφοντας τα εξής (στιχ. 8-21):

     «Προτιμώ περισσότερο στ’ όνομα της αγάπης να σε παρακαλέσω για τον Ονήσιμο, το παιδί μου, που το γέννησα στη νέα Πίστη εδώ μέσα στη φυλακή. Αυτόν, που κάποτε ήταν άχρηστος για σένα και τώρα είναι χρήσιμος σ’ εμένα, σου τον στέλνω πίσω. Δέξου τον, λοιπόν, αυτόν που είναι τα ίδια μου τα σπλάχνα! Ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, ώστε να με διακονεί αντί για σένα, τώρα που εγώ βρίσκομαι στη φυλακή επειδή κηρύττω το Ευαγγέλιο. Χωρίς τη συγκατάθεσή σου όμως δε θέλησα να κάνω τίποτε, γιατί δε θέλω να σε αναγκάσω να κάνεις αυτό το καλό· προτιμώ να το πράξεις εσύ με τη θέλησή σου. Και ίσως γι’ αυτό απομακρύνθηκε από σένα ο Ονήσιμος προσωρινά, για τον λάβεις πίσω από μένα για πάντα. Όχι, πια, ως δούλο, αλλά ως κάτι πολύ παραπάνω από δούλο: ως αγαπητό αδελφό. Σ’ εμένα πάντως είναι πολύ αγαπητός, πολύ περισσότερο θα είναι και σ’ εσένα και ως άνθρωπος και ως χριστιανός. Αν, λοιπόν, με θεωρείς φίλο σου, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ εκεί μπροστά σου. Κι αν σε ζημίωσε ή σου χρωστάει κάτι, χρέωσέ το σ’ εμένα. Εγώ, ο Παύλος, το γράφω αυτό τώρα με το ίδιο μου το χέρι, εγώ θα στο ξεπληρώσω! Ανακούφισε την καρδιά μου στ’ όνομα του Χριστού! Έχω εμπιστοσύνη ότι θα με υπακούσεις και, μάλιστα, είμαι βέβαιος ότι θα κάνεις ακόμη πολύ περισσότερα από όσα σου γράφω…».

     Ο καλός Φιλήμων έστερξε μετά χαράς στο αίτημα του Αποστόλου, δέχθηκε τον Ονήσιμο όχι ως δούλο πια, αλλά ως αδελφό εν Κυρίω, και τον έστειλε ελεύθερο πίσω στον Απόστολο Παύλο για να τον κάνει γνήσιο υπηρέτη του ιερού Ευαγγελίου.

     Μετά το μαρτύριο του «Αποστόλου των Εθνών», ο Ονήσιμος κήρυξε με ζήλο το μήνυμα της Σωτηρίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Τέρτυλο, έπαρχο της Ρώμης, ο οποίος έτρεφε γι’ αυτόν ιδιαίτερο μίσος, επειδή ο Ονήσιμος είχε μεταστρέψει στην αληθινή Πίστη τη γυναίκα του αδελφού του. Όταν ο Τέρτυλος τον ρώτησε για ποιο λόγο είχε εγκαταλείψει τον κύριό του, εκείνος απάντησε: «Είμαι τώρα δούλος του μόνου αληθινού Κυρίου, του Ιησού Χριστού!». 

—«Και ποιος κατέβαλε τα χρήματα για να σε απελευθερώσει;». 

—«Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος· Αυτός με εξαγόρασε με το ίδιο Του το αίμα!», απάντησε με παρρησία ο Ονήσιμος, και καθώς εξακολουθούσε να στηλιτεύει με περιφρόνηση τα είδωλα, ο έπαρχος τον παρέδωσε στα βασανιστήρια.

     Ο Ονήσιμος, όχι μόνο δεν αισθανόταν πόνο, αλλά έδειχνε να αντλεί πρωτόγνωρη ευχαρίστηση και χαρά από τις δοκιμασίες του. Μετά από δεκαοκτώ ημέρες φυλάκισης και βασανιστηρίων, ο τύραννος, βλέποντας ότι ο άγιος με την καρτερία του κινούσε τη συμπάθεια πλήθους ειδωλολατρών, τον εξόρισε στους Ποτιόλους, κοντά στη Νεάπολη (σημ.: Ποτσιόλι). Παρά την απαγόρευση των αρχών, ο Ονήσιμος σύντομα άρχισε να κηρύσσει το Ευαγγέλιο και κατόρθωσε να προσελκύσει στην Πίστη πολλούς. Ο Τέρτυλος, μαθαίνοντας τα νέα, διέταξε να τον συλλάβουν εκ νέου και να τον οδηγήσουν στη Ρώμη με αλυσίδες δεμένες στα πόδια. Καθώς ο Ονήσιμος αρνιόταν να θυσιάσει και απαντούσε με τόλμη στις ερωτήσεις του δικαστή, τον ξάπλωσαν ανάσκελα, με τα μέλη τεντωμένα, και για πολλή ώρα τον μαστίγωναν. Όσο περισσότερο ξεσκίζονταν οι σάρκες και έτρεχε το αίμα του, τόσο η ψυχή του έπαιρνε περισσότερη δύναμη από την προσδοκία των αιώνιων αγαθών. Τέλος, ο τύραννος διαπιστώνοντας ότι δεν επρόκειτο να πετύχει τίποτε, διέταξε να του συντρίψουν τα μέλη με ραβδιά και επέστρεψε στο πραιτώριο πριν λάβει τέλος η εκτέλεση.

     Ο άγιος απόστολος του Χριστού εξέπνευσε από τα κτυπήματα, και τα τίμια λείψανά του τα συνέλεξε μια ευσεβής γυναίκα της πόλεως. Ας σημειωθεί ότι ο άγιος Ονήσιμος μνημονεύεται επίσης και στις 22 Νοεμβρίου, μαζί με τους αγίους Φιλήμονα, Άρχιππο και Απφία «μαθητῶν γεγονότων Παύλου τοῦ Ἀποστόλου», καθώς και στην ιερή Σύναξη των αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων στις 4 Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ταῖς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεὶς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος· καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπον τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοῖς πίστει ἐκβοῶσί σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

ς ἀκτὶς ἐξέλαμψας τῇ οἰκουμένῃ, ταῖς βολαῖς λαμπόμενος, ἡλίου μάκαρ παμφαοῦς, Παύλου τοῦ κόσμου φωτίσαντος· διό σε πάντες, τιμῶμεν Ὀνήσιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Παύλῳ τῷ θεόπτῃ μαθητευθείς, ὤφθης ἀληθείας, θεηγόρος μυσταγωγός· ὑπὲρ ἧς προθύμως, Ὀνήσιμε ἀθλήσας, ὀνήσιμον πηγάζεις, χάριν τοῖς χρήζουσι.


  Ιερομονάχου Μακαρίου  Σιμωνοπετρίτου

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/02/blog-post_15.html

02 Μαΐου, 2026

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

 

     Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 σε ένα χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη και δούλευε μαθητευόμενος στην υπηρεσία ενός χριστιανού ζωγράφου στο παλάτι του σουλτάνου Μαχμούτ. Παρά την ευσεβή παιδεία του και την εκ νεότητος εντρύφησή του στις Γραφές και την προσευχή, τα πλανερά θέλγητρα των κοσμικών απολαύσεων και της τρυφής τον έκαναν να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπασθεί το Ισλάμ. Μετά από τρία χρόνια σαρκικού και επιπόλαιου βίου στην αυλή, μια τρομερή επιδημία που έσπειρε τον θάνατο σε ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης μέχρι και του σουλτανικού περιβάλλοντος, τον έκανε να συναισθανθεί τη ματαιότητα των απολαύσεων του κόσμου τούτου. Ερχόμενος στον εαυτό του, έφυγε κρυφά από το παλάτι μεταμφιεσμένος και, αφού συγκαταλέχθηκε με την Εκκλησία διά του χρίσματος του αγίου Μύρου, πήρε το πλοίο για τη Χίο, όπου πέρασε λίγο καιρό υπό την καθοδήγηση ενός πνευματικού γέροντα.

     Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων και η ανάγνωση των άθλων των Νεομαρτύρων, όπως του αγίου Πολυδώρου [4 Σεπτ.], τον οδήγησαν στη σθεναρή απόφαση να σφραγίσει τη μετάνοιά του χύνοντας κι ο ίδιος το αίμα του για τον Κύριο. Αφού υπερνίκησε με μεγάλους αγώνες τον πειρασμό να εγκαταλείψει την αγία απόφασή του, μετέβη στη Μυτιλήνη μαζί με έναν αδελφό, ο οποίος διαπνεόταν από θεοσεβή ζήλο και είχε ήδη χρηματίσει βοηθός του αγίου Πολυδώρου. Φόρεσε επί σκοπού τη μουσουλμανική ενδυμασία και την Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, παρουσιάσθηκε στον δικαστή και ομολόγησε φλογερά την εις Χριστόν μεταστροφή του, ποδοπατώντας το πράσινο σαρίκι που είχε πετάξει καταγής.

     Έκπληκτος, αρχικά, ο δικαστής, παίρνοντάς τον για τρελό, τον έριξε στη φυλακή, αλυσοδεμένο, αφήνοντας ελεύθερους τους δεσμοφύλακες να τον μαστιγώνουν ή να τον προπηλακίζουν όπως και όσο ήθελαν. Την άλλη μέρα, αφού παρουσιάσθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, οδηγήθηκε πάλι στη φυλακή και δέχθηκε τριακόσιους ραβδισμούς στα πόδια. Έπειτα άφησαν την πόρτα ανοιχτή για να μπορεί ο οποιοσδήποτε να έρχεται ελεύθερα να τον χτυπά. Κι έβλεπε τότε κανείς μέχρι και δεκαπέντε μουσουλμάνους να ξυλοκοπούν με λύσσα τον άγιο μάρτυρα, ο οποίος υπέμενε τα χτυπήματα αγόγγυστα, λέγοντας μόνο με πνιγμένη φωνή: «Είμαι χριστιανός!». Εν συνεχεία, στερέωσαν στους κροτάφους του δύο τούβλα που έσφιγγαν τόσο δυνατά με ένα σχοινί, ώστε τα μάτια του έβγαιναν από τις κόγχες τους. Καθώς ο άγιος επικαλούνταν με δυνατές κραυγές την άνωθεν βοήθεια, τον χτύπησαν στο στόμα με μπαστούνια, σπάζοντας τα δόντια του και αφήνοντάς τον ημιθανή.

     Ένας νέος χριστιανός, ο Γεώργιος, ο οποίος είχε διαβάσει άπληστα τους άθλους των αρχαίων μαρτύρων, προκάλεσε εκούσια τη φυλάκισή του για να μπορεί να παρακολουθεί από κοντά τους αγώνες του αγίου Θεοδώρου. Την ώρα που οι Τούρκοι ανέκριναν τον άγιο και τον υπέβαλλαν σε διάφορα μαρτύρια, ο Γεώργιος παρέμενε στο πλευρό του, ασπαζόμενος τα πόδια του και ενθαρρύνοντάς τον με τη φωνή του.

     Βγήκε, τέλος, η απόφαση για τη θανατική πνοή και οι δήμιοι ανέσπασαν βιαίως τον άγιο από τα δεσμά του και τον οδήγησαν χτυπώντας τον στον τόπο της θανάτωσης. Αφού ομολόγησε για μια τελευταία φορά τον Χριστό, τον κρέμασαν στην αγχόνη, αλλά το σχοινί έσπασε και ο Θεόδωρος έπεσε στη γη, πληγώνοντας τα γόνατά του. Τον ξανακρέμασαν και, τέλος, έλαβε έτσι τον πολυπόθητο στέφανο του μαρτυρίου την 17 Φεβ 1795. Επί τρεις ημέρες οι χριστιανοί έτρεχαν από όλα τα μέρη για να κόψουν ένα κομματάκι από το ένδυμά του και να το βουτήξουν στο τίμιο αίμα του που δεν σταματούσε να τρέχει από τις πληγές του, ενώ πραγματοποιούνταν πλήθος ιάσεις. Εν συνεχεία, ο άγιος Θεόδωρος κηδεύτηκε με ευλάβεια και έκτοτε τιμάται δικαίως ως ένας από τους μεγάλους προστάτες αγίους της Μυτιλήνης.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῷ Θεῷ ὥσπερ δῶρον φερωνύμως Θεόδωρε, δι’ ἀθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον· καὶ ἄμωμον θῦμα καὶ δεκτή, παμμάκαρ ἐγένου προσφορά· ὅθεν πόθῳ συνελθόντες, τοὺς σοὺς ἀγῶνας ἐν ὕμνοις γεραίρομεν, καὶ δόξαν προσάγομεν Θεῷ, τῷ θαυμαστῶς σε ἐνισχύσαντι, κατ’ ἐχθρῶν ὁρωμένων καὶ ἀοράτων πολύαθλε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

καινή σου ἄθλησις, ὡς ἑωσφόρος, φαεινὸς ἀνέτειλε, καὶ συνεκίνησεν ἡμᾶς, Χριστὸν δοξάσαι Θεόδωρε, τὸν σὲ ἐν ἄθλοις, στερρὸν ἀναδείξαντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φύλαττε σοὺς δούλους διὰ παντός, Θεόδωρε Μάρτυς, τοὺς τιμῶντάς σε εὐλαβῶς, καὶ πίστει καὶ πόθῳ, τελοῦντας σου τὴν μνήμην, ἀπὸ παντοίας βλάβης, καὶ περιστάσεως.


 Ιερομονάχου  Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:  «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),σελ. 187–189.Διασκευή εκ του Γαλλικού:Ξενοφών Κομνηνός.Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Ιούνιος 2014.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/02/blog-post_17.html