07 Ιανουαρίου, 2026

Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 17o

 Οι διαφορές στην προσέγγιση του ανθρώπου μεταξύ Εκκλησίας και επιστημών ψυχικής υγείας είναι το κύριο αίτιο διαφοροποίησης της συνολικής προσέγγισης και των ανθρώπων που υπηρετούν τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία παρέχει πνευματική καθοδήγηση, θεραπεία και υποστήριξη μέσα από τα μυστήρια που περιλαμβάνει ενώ οι επιστήμονες ψυχικής υγείας παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάνοντας χρήση επιστημονικών εργαλείων και τεχνικών για την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών. Και τα δύο μέρη ενδιαφέρονται  για την θεραπεία του ανθρώπινου ψυχικού πόνου και σίγουρα θα μπορούσαν σε κάποιες περιπτώσεις να συνεργαστούν και να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Οι πνευματικοί ποιμένες μπορούν να παραπέμψουν τους ασθενείς ψυχιατρικά ανθρώπους που ζητούν πνευματικές συμβουλές σε ψυχιάτρους προκειμένου να λάβουν βοηθητικά φαρμακευτική αγωγή αλλά και οι επιστήμονες ψυχικής υγείας θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις μεθόδους θεραπείας που ακολουθούν με παραπομπή σε πνευματικούς όταν οι ασθενείς είναι δεκτικοί, ώστε να ανακουφίσουν τους ασθενείς με την πνευματική τους ανάταση. Αυτή η αμοιβαία παραπομπή και συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και επιστημόνων ψυχικής υγείας φαίνεται πως κερδίζει συνεχώς έδαφος καθώς αποτυπώνεται και σε βιβλία κλασσικής ψυχιατρικής, όπως σε αυτό του Greenblatt. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ο ρόλος του κληρικού προσφέρει μια αξιόλογη ευκαιρία για πρώιμη παρέμβαση στους ενορίτες που αντιμετωπίζουν κάποια κρίσιμη κατάσταση, και εκφράζει την βεβαιότητα ότι η τακτική συνδιαλλαγή των ψυχιάτρων με τους εφημέριους θα αυξήσει την ποιότητα των αμοιβαίων παραπομπών100. Αρκετοί είναι βέβαια οι ψυχίατροι που δεν συμμερίζονται την παραπάνω άποψη και εκφράζουν επιφυλάξεις για την συνεργασία με την εκκλησία λόγω της πεποίθησής τους ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που πάσχουν ψυχικά ερμηνεύουν την πάθησή τους μέσω θρησκευτικών δοξασιών ή προλήψεων και επομένως θεωρούν ότι η συνεργασία μπορεί να έχει αρνητική   έκβαση για τον ασθενή101. Παρόλα αυτά οι έρευνες δεν αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με εργασία των Sheehan & Kroll (1990) η μελέτη ενός δείγματος πληθυσμού ασθενών νοσηλευόμενων για ψυχικές παθήσεις έδειξε ότι δήλωσαν πίστη στον Θεό σε ποσοστό 95% και η συντριπτική πλειοψηφία του 81% απέδωσαν τη νόσο τους σε γενικούς παράγοντες υγείας, ενώ μόνο το 23% θεώρησε ότι η νόσος τους αποδίδεται σε ηθικές αξίας και όχι απαραίτητα θρησκευτικού χαρακτήρα102. Ομοίως φαίνεται να μην επαληθεύονται παλαιότερες αντιλήψεις που ήθελαν την θρησκευτικότητα να συμπεριλαμβάνεται στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Νεότερες βιβλιογραφικές αναφορές επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο, συμπεριλαμβάνοντας τη θρησκευτική πίστη στις πεποιθήσεις οι οποίες στηρίζουν και ανακουφίζουν τα άτομα που βρίσκονται σε δύσκολες περιόδους της ζωής τους103. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση που έχουν οι επιστήμονες ψυχικής υγείας με τους πνευματικούς ποιμένες μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Σε περιπτώσεις ψυχιατρικών παθήσεων η θεραπεία του νου μέσω της χάριτος όπως την προσεγγίζει η εκκλησία μπορεί να υποβοηθηθεί και να αποκατασταθεί ταχύτερα με την συνδρομή ψυχιατρικής αποκατάστασης μέσω της θεραπείας. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η προσευχή δεν αντικαθίστανται αλλά μπορούν να συμπληρωθούν μέσω της συζήτησης και της συμβουλευτικής από έναν ψυχολόγο θεραπευτή. Παράλληλα το εκκλησιαστικό σώμα μπορεί να υποστηρίξει τον ασθενή σε αντιστοιχία με την υποστήριξη που μπορεί να λάβει μέσω μια ομάδας.   Πολλά είναι τα κοινά σημεία μεταξύ της ορθόδοξης παράδοσης και της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Τα πιο βασικά από αυτά είναι η κατάφαση της επιθυμίας, του συναισθήματος και του σώματος, η έμφαση στις σχέσεις αγάπης στη λύση του ναρκισσισμού, η υπέρβαση του μίσους και της εχθρότητας, η μετουσίωση του πάθους και η έμφαση στον έρωτα και την ελευθερία. Η ψυχανάλυση εισαγάγει από την πλευρά της επιστήμης τον θεσμό του γέροντα της χριστιανικής παράδοσης στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή104. Στόχος της θεραπείας είναι η διάνοιξη του υποκειμένου στον ανοικτό ψυχικό χώρο της ελευθερίας των προσώπων. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μεταξύ άλλων μια πατρική λειτουργία, είτε αυτή εκφράζεται από τον Γέροντα, είτε από τον θεραπευτή, μια πατρική λειτουργία ανάλογη εκείνης του πατέρα της παραβολής του Ασώτου. Απαιτείται σεβασμός στην ελευθερία του θεραπευόμενου και επίσης αντοχή στην κριτική και τις επιθέσεις του θεραπευόμενου. Από την πλευρά του υποκειμένου αυτό σημαίνει να αναβιώσει, να αναστήσει το νεκρό αντικείμενο. Σ΄ αυτό το σημείο η ψυχανάλυση συναντά κατά έναν τρόπο την πιο βαθιά, ουσιαστική χριστιανική, οντολογική, θρησκευτική προβληματική που θέτει το θέμα της ανάστασης του ανθρώπου105.

-45-


04 Ιανουαρίου, 2026

Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 16o

 Περαιτέρω  πρωτοβουλίες λαμβάνονται επίσης από την Εκκλησία για δράσεις που αφορούν σε ευάλωτες ομάδες όπως άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ). Παράδειγμα τέτοιας δράσης αποτελούν οι Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης «Μαρία Κόκκορη»95 που αποτελούν ένα σύγχρονο πλαίσιο ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης με παροχή ολοκληρωμένων ποιοτικών υπηρεσιών εξειδικευμένης επιστημονικής υποστήριξης σε άτομα με νοητική υστέρηση και σύνδρομο Down. Αντίστοιχα λειτουργούν δομές που στεγάζουν και περιθάλπουν ηλικιωμένους με χρόνια προβλήματα (όπως το Οικοτροφείο Νόσου Alzheimer και Συναφών Παθήσεων «Αγία Ερμιόνη») ή ξενώνες που φιλοξενούν πρόσφυγες ή μετανάστες (όπως ο Ξενώνας Ασυνόδευτων Προσφύγων «Εστία»). Λειτουργούν ακόμα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης (ΚΔΑΠ) και διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα (πρόγραμμα Δεύτερη Πατρίδα για την εκπαίδευση των μεταναστών) και γενικότερα πολλές διαφορετικές πρωτοβουλίες για ευάλωτες ομάδες και στήριξη ανθρώπων που το έχουν ανάγκη. Η Εκκλησία, ακριβώς λόγω του ποιμαντικού χαρακτήρα της και αφουγκραζόμενη την ανάγκη για ολιστική προσέγγιση καίριων κοινωνικών προβλημάτων μου μαστίζουν στην εποχή μας, συνεργάζεται με κρατικούς επιστημονικούς φορείς ή φορείς της πολιτείας προκειμένου να ανοίξει δίαυλο διακονίας του ανθρώπου όχι μόνο από πνευματικής πλευράς αλλά και σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ψυχολογική ή ψυχιατρική στήριξη του ανθρώπου. Σκοπός της είναι ο πνευματικός να λειτουργεί   συμπληρωματικά και σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά με τη απαιτούμενη ιατρική  βοήθεια που χρήζει ο ασθενής. Είναι λοιπόν αφενός πολύ σημαντική η συνεργασία με ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς ή ιατρούς αλλά εξίσου σημαντικό είναι οι ιερείς και κυρίως εκείνοι που επιτελούν το ιερό έργο του πνευματικού, να λαμβάνουν συχνά σχετική επιμόρφωση προκειμένου να μπορούν αφενός να αξιολογήσουν καλύτερα την κατάσταση και να προτείνουν συνδυαστικά την παρακολούθηση από ιατρό, αφετέρου να χειριστούν την κατάσταση με την δέουσα σημασία. Η συνεργασία της Εκκλησίας με επιστημονικούς και άλλους φορείς δεν σταματάει ποτέ. Γίνονται συχνά διοργανώσεις επιστημονικών συνεδρίων με ποικίλη θεματολογία σε θέματα ψυχολογίας και ποιμαντικής ή χειρισμού και διαχείρισης προβλημάτων και κρίσεων ενώ η Εκκλησία επιδιώκει συναντήσεις με επιστημονικές ομάδες/πανεπιστήμια για την ενίσχυση της ποιότητας των παρεμβάσεών της. 

3.4. Η σχέση Εκκλησίας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας 

 Η σχέση της ορθόδοξης εκκλησίας με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, έχει πολλά περιθώρια εξέλιξης προς όφελος του ανθρώπου. Πρακτικά η συνεργασία μεταξύ τους μπορεί να δώσει τα βέλτιστα αποτελέσματα εφόσον τα όρια μεταξύ τους είναι διακριτά και υπάρχει και αλληλοσεβασμός μεταξύ των δύο πεδίων. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος προσέγγισης τόσο της μεθοδολογίας η οποία χρησιμοποιείται, όσο και της τελικής αποστολή που έχει η κάθε πλευρά. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η ρίζα «ψυχ-» από τις σύγχρονες επιστήμες του ανθρώπου, όπως η ψυχολογία, η ψυχανάλυση, η ψυχοθεραπεία κ.ο.κ. διαφοροποιείται εντελώς από την έννοια της ψυχής όπως αυτή προσεγγίζεται από την ορθόδοξη θεολογία. Οι επιστήμες αυτές δεν έχουν πρακτικά ως αντικείμενο μελέτης την ψυχή του ανθρώπου και μάλιστα γίνεται προσπάθεια να αναπτυχθεί νέα ορολογία χωρίς το συνθετικό «ψυχ-» αλλά αντιμετωπίζεται μεγάλη δυσκολία στην καθιέρωση νέων περιεκτικών όρων κοινής αποδοχής. Επίσης, η επιστήμη της Ψυχιατρικής, που αποτελεί κλάδο της Ιατρικής πρέπει να έχει σαφή διαχωρισμό από τις διάφορες θεωρίες ψυχολογικών και θεραπευτικών σχολών και μεθόδων καθώς δεν πρέπει να συγχέεται για  κανένα λόγο το έργο των ψυχιάτρων με αυτόν των ψυχολόγων, ψυχαναλυτών, ψυχοθεραπευτών κ.ο.κ.. 96 Για την ορθόδοξη θεολογία οι επιστήμες του ανθρώπου (sciences humaines) στηρίζονται κατά βάση στην μελέτη του πεπτωκότος ανθρώπου και αγνοούν τις ανθρωπολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις που βασίζονται στην αγιοπνευματική εμπειρία του θεουμένου ανθρώπου όπως αυτές διασώζονται στην πατερική και ασκητική γραμματεία της ορθόδοξης ανατολικής παράδοσης97. Η ψυχολογία από την άλλη πλευρά, αγνοεί το νόημα της προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Θεωρεί ότι ο πεπτωκός άνθρωπος υπάρχει ως το μοναδικό ανθρωπολογικό δεδομένο και οι ανθρωπολογικές συνέπειες της ενσάρκωσης του Θεού- Λόγου βρίσκονται εκτός του πεδίου των ενδιαφερόντων της. 

Από τα παραπάνω, εύκολα κατανοεί κανείς ότι η ανθρωπολογία της ορθόδοξης θεολογίας διαφέρει από αυτή των σύγχρονων επιστημών του ανθρώπου και ως εκ τούτου απαιτείται μεγάλη προσοχή κατά τον διάλογο με αυτές τις επιστήμες ώστε να μην υιοθετούνται ανθρωπολογικές αντιλήψεις ασύμβατες με την ορθόδοξη παράδοση.98 Οι επιστήμες του ψυχισμού σπεύδουν να σπουδάσουν τα προβλήματα που έφερε η πτώση στην ανθρώπινη φύση και να προσφέρουν τις λύσεις τους. Ωστόσο, περιορίζονται υποχρεωτικά στην φθορά της φύσης όπως αυτή εκδηλώνεται στις ψυχιατρικές παθήσεις, στις διαταραχές του χαρακτήρα ή στις επίκτητες προβληματικές συμπεριφορές, και  αφήνουν την φθορά της προαιρέσεως για την πνευματική ζωή που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της εκκλησίας. Με άλλα λόγια, οι ψυχολογικές επιστήμες ασχολούνται κυρίως με τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο παρά την θέλησή του, ενώ η Θεολογία και η Ποιμαντική στηρίζονται κυρίως στην ελευθερία που έχει ο άνθρωπος προκειμένου να διορθώσουν της συνέπειες της αμέλειας ή της κακής χρήσης της99.

-43-