23 Φεβρουαρίου, 2026

Η ῾Αγία Μαρία ἡ Βιθυνὴ*

Επὶ τῇ μνήμῃ τῶν ῾Αγίων Εὐγενίου καὶ τῆς θυγατέρας του Μαρίας: 12 Φεβρ

῾Ο Βίος τοῦ Εὐγενίου καὶ τῆς θυγατέρας του Μαρίας.— ῾Αγίου Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ (ΣΤʹ αἰὼν)

ΗΤΑΝ κάποιος ἄνθρωπος στὴ Βιθυνία, ποὺ λεγόταν Εὐγένιος. Αὐτὸς εἶχε γυναίκα, ἡ ὁποία γέννησε μιὰ μοναχοκόρη καὶ τὴν ὀνόμασε Μαρία. ᾿Επειδὴ ὅμως πέθανε ἡ μητέρα της, τὴν ἀνέθρεψε ὁ πατέρας της μὲ πολὺ συστηματικὴ διδασκαλία καὶ ἁγία ζωή. Κι ὅταν μεγάλωσε ἡ νέα, τῆς εἶπε ὁ πατέρας της:

«Παιδί μου, νά, ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου τ᾿ ἀφήνω στὰ χέρια σου, κι ἐγὼ σηκώνομαι καὶ φεύγω στὸ μοναστήρι νὰ σώσω τὴν ψυχή μου».

Καὶ ἡ κόρη ἀπάντησε καὶ εἶπε: «Πατέρα, σὺ θέλεις νὰ σώσεις τὴν ψυχή σου, καὶ τὴ δική μου νὰ τὴν ἀφήσεις νὰ χαθεῖ; Δὲν ξέρεις ὅτι λέει ὁ Κύριος· ῾Ο βοσκὸς ὁ καλὸς τὴ ζωή του θυσιάζει γιὰ τὰ πρόβατάτου, καὶ πάλι λέγει· Αὐτὸς ποὺ σώζει ψυχὴ θὰ εἶναι ὅπως αὐτὸς ποὺ τὴ δημιούργησε»;

Αὐτὰ ἀφοῦ ἄκουσε ὁ πατέρας της τῆς λέει, ἐπειδὴ τὴν ἔβλεπε νὰ

ὀδύρεται καὶ νὰ κλαίει: «Παιδί μου, τί μπορῶ νὰ σοῦ κάνω, ἀφοῦ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μπῶ σὲ μοναστήρι καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν μαζί μου νὰ εἶσαι; Γιατὶ ὁ διάβολος ἐνοχλεῖ μὲ σᾶς τὶς γυναῖκες καὶ ταράζει τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ».

Κι αὐτὴ εἶπε· «῎Οχι, πατέρα, δὲν θὰ μπῶ στὸ μοναστήρι ὅπως σὺ νο-

μίζεις, ἀλλὰ ἀφοῦ κόψω τὰ μαλλιά μου καὶ ντυθῶ ἀνδρικά,

ἔτσι θὰ ἔλθω μαζί σου».

* * *

ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ἀφοῦ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔκοψε τὰ μαλλιά της τὴν ἔντυσε ἀνδρικά, τὴν ὀνόμασε Μαρίνο καὶ τῆς παρήγγειλε λέγοντας:«Πρόσεχε, παιδί μου, πῶς νὰ φυλάγεις τὸν ἑαυτό σου, γιατὶ πρόκειται νὰ περνᾶς ἀνάμεσα ἀπὸ φωτιά· φύλαξε λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου ἁγνὸ χάριν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουμε τὴν ὑπόσχεσή μας». Κι ἀφοῦ τὴν πῆρε μπῆκε σὲ κοινόβιο καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα προόδευε ἡ κόρη σὲ κάθε ἀρετὴ καὶ σὲ πολλὴ ἄσκηση. ῞Ολοι λοιπὸν οἱ ἀδελφοὶ τὴ θεωροῦσαν ὅτι εἶναι εὐνοῦχος, ἐπειδὴ δὲν εἶχε γένεια καὶ εἶχε λεπτὴ φωνή, ἐνῶ ἄλλοι ὑπέθεταν ὅτι αὐτὸ συνέβαινε ἀπὸ πολλὴ ἐγκράτεια, γιατὶ ἔτρωγε κάθε δύο μέρες. Συνέβη νὰ πεθάνει ὁ πατέρας της καὶ πρόσθεσε στὴν ἄσκηση καὶ τὴν ὑπακοή, ὥστε καὶ χάρισμα νὰ πάρει ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐναντίον τῶν δαιμόνων· σ᾿ ὁποιονδήποτε δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους ἀκουμποῦσε τὰ χέρια της εὐθὺς ἀμέσως θεραπευόταν. 

Τὸ κοινόβιο εἶχε μαζί μ᾿ αὐτὴν σαράντα πνευματικοὺς ἄνδρες καὶ κάθε μήνα τέσσερις ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς ἔστελναν ἔξω γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐπειδὴ εἶχαν αὐτοὶ καὶ ἄλλων ἀναχωρητῶν τὴ φροντίδα. Στὰ μέσα τοῦ δρόμου ὑπῆρχε πανδοχεῖο καὶ ἐπειδὴ ἦταν μακρὺς ὁ δρόμος πηγαινοερχόμενοι οἱ ἀδελφοὶ ἐκεῖ ἀναπαύονταν. Αὐτοὺς τοὺς περιποιόταν ὁ ξενοδόχος καὶ τοὺς φιλοξενοῦσε μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα.

ΚΑΠΟΙΑ μέρα λοιπὸν ὁ ἡγούμενος κάλεσε κοντά του τὸν ἀββᾶ Μαρίνο καὶ τοῦ λέγει:«᾿Αδελφέ, γνωρίζω καλὰ ὅλη σου τὴ ζωὴ καὶ τὴ μεγάλη σου ὑπακοή, ὅτι δηλαδὴ εἶσαι τέλειος σὲ ὅλα. ᾿Αποφάσισε λοιπὸν νὰ βγεῖς στὴ διακονία τοῦ μοναστηριοῦ, ἐπειδὴ οἱ ἀδελφοὶ λυποῦνται ποὺ δὲν βγαίνεις. ᾿Εὰν τὸ κάνεις αὐτό, μεγαλύτερο μισθὸ θὰ ἀποκομίσεις ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Θεό». Καὶ ὁ Μαρίνος ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ λέει:«Δῶσε τὴν εὐχή σου, πάτερ, καὶ ὅπου κι ἄν μὲ διατάξεις,ἐγὼ πηγαίνω». Κι ὅταν λοιπὸν κάποια μέρα βγῆκε ὁ ἀββᾶς Μαρίνος μὲ τοὺς ἄλλους τρεῖς ἀδελφοὺς γιὰ δουλειὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ σταμάτησαν νὰ ξεκουρασθοῦν στὸ πανδοχεῖο, συνέβη κάποιος στρατιώτης νὰ διαφθείρει τὴν κόρη τοῦ πανδοχέα, ὥστε αὐτὴ νὰ συλλάβει. Εἶπε σ᾿ αὐτὴν ὁ στρατιώτης ὅτι: «῎Αν γίνει γνωστὸ στὸν πατέρα σου, πὲς ὅτι· ῾Ο νεώτερος, ὁ μοναχὸς τοῦ κοινοβίου, ὁ ὄμορφος, ὁ λεγόμενος Μαρίνος, ἐκεῖνος κοιμήθηκε μαζί μου». Κι ἀφοῦ τῆς ἔδωσε τὴν πληρωμὴ γιὰ τὴν ἀτίμωση, πῆρε τὸ δρόμο καὶ ἔφυγε. ᾿Επειδὴ ὅμως ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες τὸ ἀντιλήφθηκε ὁ πατέρας της, ζήτησε νὰ μάθει λέγοντας: «᾿Απὸ ποῦ σοῦ ἔγινε αὐτό;». Καὶ αὐτὴ ἔρριξε τὸ φταίξιμο πάνω στὸν Μαρίνο.

Ο ΠΑΝΔΟΧΕΑΣ λοιπὸν ἀφοῦ τὴν πῆρε, φθάνει στὸ μοναστήρι κρά-ζοντας καὶ λέγοντας: «Ποῦ εἶναι ὁ πλάνος ἐκεῖνος, ποὺ τὸν λένε χριστιανό;».Καὶ μόλις τὸν συνάντησε ὁ ἀποκρισάριος τοῦ εἶπε: 

«Τί φωνάζεις ἀδελφέ;».

Κι αὐτὸς ἀπάντησε:«Φωνάζω, γιατὶ κακιὰ ἡ ὥρα ποὺ σᾶς συνάντησα καὶ νὰ  μὴν μοῦ συμβεῖ ποτὲ πιὰ νὰ δῶ μοναχοὺς καὶ ὅσα ἔχουν σχέση μ᾿ αὐτούς».

Τὰ ἴδια ὅμως ἔλεγε καὶ στὸν ἡγούμενο, ὅτι: «Τὸ κορίτσι μου, πάτερ, τὸ ὁποῖο εἶχα μονάκριβο καὶ ποὺ σ᾿ αὐτὸ περίμενα ὅτι μποροῦν ν᾿ ἀναπαυθοῦν τὰ γηρατιά μου, νὰ τὶ μοῦ τὸ ᾿κανε ὁ Μαρίνος, ποὺ τὸν λέτε χριστιανό».

Κι ὁ ἡγούμενος τοῦ λέει:«᾿Αδελφέ, τί νὰ σοῦ κάνω, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν εἶναι ἐδῶ;

῞Οταν ὅμως ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία, δὲν μοῦ μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τὸν διώξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι».Κι ἀφοῦ ἔφτασε ὁ ἀββᾶς Μαρίνος μὲ τοὺς ἄλλους τρεῖς ἀδελφούς, λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ ἡγούμενος: «Αὐτὴ εἶναι ἡ διαγωγή σου καὶ ἡ ἄσκηση, ὅτι δηλαδὴ ἐνῶ κατέλυσες στὸ πανδοχεῖο διέφθειρες τὴν κόρη τοῦ πανδοχέα καὶ ἦρθε ἐκεῖνος ἐδῶ καὶ μᾶς ἔκανε θέατρο μπροστὰ στοὺς   λαϊκούς;». Αὐτὰ ἀφοῦ ἄκουσε ὁ Μαρίνος πέφτει κάτω λέγοντας: 

«Συγχώρεσέ με, πάτερ, γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, γιατὶ ὡς  ἄνθρωπος πλανήθηκα».

῾Ο ἡγούμενος ὀργίστηκε καὶ τὸν ἔβγαλε ἀμέσως ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ βγῆκε ἔξω καὶ καθόταν στὸ ὕπαιθρο ὑπομένοντας τὸ  κρύο μὲ γενναιότητα καὶ τὴ ζέστη. Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἔμπαιναν καὶ  ἔβγαιναν τὸν ρωτοῦσαν· «Γιατί κάθεσαι ἐδῶ;».Καὶ τοὺς ἔλεγε· «Γιατὶ ἐπόρνευσα καὶ γι᾿ αὐτὸ μ᾿ ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι».

Κι ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ τοκετοῦ τῆς θυγατέρας τοῦ πανδοχέα, γέννησε ἡ κόρη του ἀγόρι καὶ ἀφοῦ τὸ πῆρε στὰ χέρια του ὁ πανδοχέας φθάνει στὸ μοναστήρι. Βρῆκε τὸν Μαρίνο νὰ κάθεται ἔξω ἀπὸ τὸν  πυλώνα, τοῦ ᾿ριξε στὰ πόδια του τὸ παιδὶ καὶ λέει· «Νὰ τὸ παιδὶ τῆς  ἁμαρτίας σου. Πάρτο».

Καὶ ἀμέσως ἔφυγε. Κι ἀφοῦ λοιπὸν πῆρε ὁ Μαρίνος τὸ παιδὶ λυπόταν γι᾿ αὐτὸ λέγοντας:

«Καλὰ ἐγὼ τὶς ἁμαρτίες μου πληρώνω, ἀλλὰ γιατί καὶ αὐτὸ τὸ ἀξιολύπητο παιδὶ μαζί μου νὰ πεθαίνει;».

῎Αρχισε λοιπὸν νὰ ζητάει καὶ νὰ παίρνει γάλα ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ  νὰ τὸ ἀνατρέφει σὰν πατέρας. Καὶ δὲν τοῦ ᾿φτανε ὁ περισπασμὸς τὸν  ὁποῖο εἶχε, ἀλλὰ τὸ παιδὶ κλαίγοντας καὶ θρηνώντας τοῦ χαλοῦσε καὶ  τὰ ροῦχα του. Μετὰ τρία χρόνια, ἐπειδὴ εἶδαν οἱ ἀδελφοὶ τὴν τόσο μεγάλη θλίψη καὶ τὴν ὑπομονή του, ἀφοῦ παρουσιάστηκαν στὸν ἡγούμενο λένε:

«᾿Αρκετὰ τιμωρήθηκε, ἀφοῦ μπροστὰ σὲ ὅλους ὁμολογεῖ  τὸ σφάλμα του».

Καὶ ἐπειδή, ὁ ἡγούμενος μὲ κανένα τρόπο δὲν πειθόταν νὰ τὸν δεχθεῖ, τοῦ λένε οἱ ἀδελφοί:

«᾿Εὰν δὲν τὸν δεχθεῖς κι ἐμεῖς φεύγουμε ἀπὸ τὸ μοναστήρι· πῶς ἆραγε μποροῦμε νὰ ζητοῦμε συγγνώμη γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας τὶς καθημερινές, τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς κάθεται  τρία χρόνια στὸ ὕπαιθρο;».

ΤΟΤΕ τὸν δέχτηκε ὁ ἡγούμενος λέγοντας:«Νά, σὲ δέχομαι ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης τῶν ἀδελφῶν, παρόλο ποὺ εἶσαι ὁ τελευταῖος ἀπ᾿ ὅλους».

Κι αὐτὸς ἔβαλε μετάνοια λέγοντας: «Μοῦ εἶναι πολὺ, πάτερ, νὰ μπῶ κάτω ἀπὸ τὴ στέγη σας».

Καὶ ὁ ἡγούμενος τὸν ἔβαλε στὶς πιὸ ἐξευτελιστικὲς ἐργασίες τοῦ  μοναστηριοῦ καὶ τὶς ἔκανε αὐτὲς μὲ προθυμία ζώντας μὲ πολὺ κούραση, ἐνῶ εἶχε καὶ τὸ παιδὶ πίσω του νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ ζητάει  φαγητὸ καὶ ὅσα χρειάζονται τὰ νήπια νὰ τρῶν. ᾿Αφοῦ λοιπὸν μεγάλωσε τὸ παιδὶ καὶ ἀνατράφηκε μὲ πολλὴ ἀρετὴ ἀξιώθηκε νὰ πάρει καὶ τὸ  μοναχικὸ σχῆμα.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ρώτησε ὁ ἡγούμενος τοὺς ἀδελφούς:«Ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφὸς Μαρίνος; Γιατὶ μέχρι σήμερα πέρασαν τρεῖς μέρες καὶ δὲν τὸν εἶδα στὶς ἀκολουθίες ἀφοῦ πάντοτε πρὶν ἀπ᾿ ὅλους ἐρχόταν σ᾿ αὐτὲς - μπῆτε στὸ κελλί του μήπως ἀπὸ κάποια ἀρρώστια βρίσκεται πεσμένος».

᾿Αφοῦ σηκώθηκαν λοιπὸν καὶ πῆγαν, τὸν βρῆκαν νὰ ἔχει πεθάνει καὶ ἀνακοίνωσαν στὸν ἡγούμενος ὅτι ὁ ἀββᾶς Μαρίνος πέθανε καὶ αὐτὸς  εἶπε: «῏Αραγε πῶς ἔφυγε ἡ ἄθλια ψυχή του; Ποιά ἀπολογία μπόρεσε νὰ δώσει;».

Καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν κηδέψουν. Καὶ μόλις πῆγαν νὰ τὸν πλύνουν  ἀνακάλυψαν ὅτι ἦταν γυναίκα καὶ ὅλοι ἀνέκραξαν τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Καὶ ὁ ἡγούμενος ρωτοῦσε νὰ μάθει: «Τί ἔχετε πάθει;».

Κι αὐτοὶ εἶπαν· «῾Ο ἀδελφὸς Μαρίνος εἶναι γυναίκα».

Τότε ἀφοῦ μπῆκε μέσα, πέφτει κάτω μὲ τὸ πρόσωπο στὸ ἔδαφος  κλαίοντας καὶ λέγοντας:

«᾿Εδῶ θὰ πεθάνω μπροστὰ στὰ ἅγια του πόδια, ἕωςὅτου ἀκούσω συγχώρηση».

Καὶ ἦλθε φωνὴ σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔλεγε: «᾿Εὰν αὐτὸ τὸ ἤξερες καὶ τὸ ἔκανες, δὲν θὰ σοῦ συγχωριόταν ἡ ἁμαρτία· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἔκανες χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζεις, θὰ σοῦ συγχωρεθεῖ».

ΑΦΟΥ σηκώθηκε εἰδοποιεῖ τὸν πανδοχέα κι ὅταν ἐκεῖνος μπῆκε τοῦ λέει:

«Νά, ὁ Μαρίνος πέθανε».

Κι αὐτὸς λέει:

«῾Ο Θεὸς νὰ τὸν συγχωρήσει, γιατὶ ρήμαξε τὸ σπίτι μου».

Λέει σ᾿ αὐτὸν ὁ ἡγούμενος:

«Μετανόησε,ἀδελφέ, γιατὶ ἁμάρτησες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μένα μὲ παρέσυρες μὲ τὰ λόγια σου, γιατὶ ὁ Μαρίνος εἶναι γυναίκα».

Καὶ ἀφοῦ τὸ κατάλαβε ὁ πανδοχέας τἄχασε καὶ δόξασε τὸν Θεό. Καὶ νὰ σὲ λίγη ὥρα φθάνει ἡ θυγατέρα του γεμάτη τύψεις καὶ λέγει τὴν  ἀλήθεια ὅτι: «῾Ο στρατιώτης μὲ ἀτίμασε καὶ μὲ μόλυνε» καὶ ἀμέσως  θεραπεύθηκε.

Καὶ ἀφοῦ πῆραν οἱ ἀδελφοὶ τὸ λείψανο τῆς ὁσίας Μαρίας, τὸ ἄλειψαν μὲ μύρα καὶ τὸ τοποθέτησαν σὲ τόπο ἱερὸ προσφέροντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ταφή, ἀνυμνώντας τὸν Χριστὸ τὸν σωτήρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, αὐτὸν ποὺ πάντοτε δοξάζει ὅσους τὸν δοξάζουν. Σ᾿ αὐτὸν ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.

_(*) Δημητρίου Γ. Τσάμη, Μητερικόν, Τόμος Αʹ, ἐκδόσεις ᾿Αδελφότητος «῾Η ῾Αγία Μακρί-

να», Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 314-319.

Γερόντισσα Ξένη τῆς Αἰγίνης (1867-1923)


Εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Αἴγινα. Πρόκειται γιὰ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνα μὲ δέκα νέες ποὺ τὸν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ξεχώριζε ἡ Χρυσάνθη Στρογγυλοῦ, μία τυφλὴ Κρητικοπούλα.
Γεννήθηκε τὸ 1867 στὰ Χανιὰ τῆς Κρήτης, ὅταν ἔβραζε ἡ κρητικὴ ἐπανάσταση γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Σὲ ἡλικία ἐννέα μηνῶν ἔχασε τὸ φῶς της ἀπὸ μηνιγγίτιδα. Οἱ γονεῖς τῆς Νικόλαος καὶ Μαρία, εὐσεβεῖς ἄνθρωποι τὴν φώτισαν μὲ τὸ χριστιανικὸ φῶς. Ἔτσι ὅταν ἡ τυφλὴ Χρυσάνθη ᾖρθε στὴν Ἀθήνα, φιλοξενήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς οἰκογένειες καὶ χάρη στὴν πνευματική της καλλιέργεια ἀγαπήθηκε ἀπ᾿ ὅλους. Πήγαινε τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, στοὺς Ταξιάρχες, στὸ Πολύγωνο. Φοροῦσε καλογερικά. Ἐκεῖ τὴ συναντοῦσε ἡ Αἰκατερίνα Ματθοπούλου, εὐσεβὴς καὶ εὔπορη. Ἦταν νύφη τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθοπούλου. Ἐκεῖ σύχναζε ἡ εὐσεβὴς κόρη ὅπου καὶ ἐγνώρισε τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸν σπίτι τῆς κ. Ματθοπούλου μετὰ ἀπὸ ἕνα μνημόσυνο. Ἀπὸ τότε ἡ κ. Χρυσάνθη μὲ μιὰ ὁμάδα καλῶν κοριτσιῶν εἶχαν γιὰ πνευματικὸ τοὺς πατέρα τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Οἱ πνευματικὲς συναντήσεις αὐτὲς γίνονταν στὸ σπίτι τῆς νύφης τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθόπουλου. Τὶς ἀφοσιωμένες αὐτὲς καρδιὲς τὶς πυρπολοῦσε ὁ πόθος τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ Θεό. 
Τὸ 1904 ὁ Σεβ. Νεκτάριος διάλεξε ἕνα μέρος στὴ θέση Ξάντος στὴν Αἴγινα ὅπου ὑπῆρχε ἄλλοτε ἡ Μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἐκεῖ ἀποφάσισαν νὰ μείνουν ὁ Ἅγιος με τὶς 10 νέες.
Μὲ τὴν πνευματικὴ διαύγεια ποὺ διέκρινε τὸν Ἅγιο, ὅρισε γιὰ ἡγουμένη τὴν τυφλὴ Χρυσάνθη ποὺ μετονομάστηκε Ξένη μοναχή.
Ὑπάρχουν προφορικὲς μαρτυρίες πιστῶν Αἰγινητῶν, ὅπου καταδεικνύεται ὁ θαυμαστὸς βίος, τὸ προφητικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα τῆς γερόντισσας, ὅπως καὶ ἡ ἐκ μέρους τῶν συμμοναζουσῶν της βαθιὰ ἐμπιστοσύνη καὶ ἀφοσίωση ὡς πρὸς τὴν ὁσία. Οἱ ἐνθυμήσεις ποὺ ἔχουν διασωθεῖ εἶναι ἀπολύτως χαρακτηριστικές, παραθέτουμε ἐνδεικτικὰ ὁρισμένες ἀπὸ αὐτές:
«Ἦταν ἡ πρώτη ἡγουμένη τοῦ Μοναστηρίου» ἔλεγε ἡ Εὐαγγελία Μπέση. «Ἁγία γυναῖκα. Ἦταν προικισμένη μὲ πολλὲς ἀρετές. Ἐφάρμοζε κατὰ γράμμα τὶς συμβουλὲς τοῦ Σεβασμιότατου καὶ βοηθοῦσε καὶ τὶς ἀδελφὲς νὰ τὶς ἐφαρμόσουν καὶ αὐτές. Τὴν σέβονταν ὅλες. Εἶχε καὶ θαυμάσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἦταν θρησκευτικὴ ποιήτρια. Ἔγραφε ὕμνους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους. Ὑπέροχη ψυχή. Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ».
Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ Σωτηρίου Οἰκονόμου, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ριζάρειο Σχολή, διηγεῖται μὲ ἔμφαση: «Ἁγία ψυχή! Μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἀνακήρυξαν καὶ αὐτὴν ἁγία».
Ἡ Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου ἀφηγήθηκε προσωπική της ἐμπειρία: «Ἦταν Ἅγιος ἄνθρωπος! Χαριτωμένος. Εἶχε καὶ χάρισμα προορατικό. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἐξομολογητήριο, ἦταν παλιὰ πορτίτσα μισή - μισὴ πάνω μισὴ κάτω. 
- Καλημέρα Γερόντισσα, τῆς ἔλεγα. 
-Καλῶς τὴν Πετρούλα, ἀποκρινόταν καλοσυνάτα. Ὅποιος καὶ ἂν τὴν πλησίαζε, δίχως φυσικὰ νὰ βλέπει, οὔτε μία ἀκτῖνα φῶς, ἐπικοινωνοῦσε μαζί του σὰν νὰ ἔβλεπε κανονικά. Λέτε καὶ δὲν ἦταν τυφλή. Εἶχε χάρισμα...».
Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἀνιψιᾶς της, Μαρίας Στρογγυλοῦ: «Ὅταν προσευχόταν, νόμιζες πῶς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ! Ὅτι βρισκόταν στὸν οὐρανό!»
Ἡ Αἰγηνίτισσα μοναχὴ Νεκταρία ἔλεγε γι᾿ αὐτή: «Ἦταν ἁγία γυναῖκα! Εὐωδιάζουν τὰ ὀστᾶ της! Πολλὰ βράδια στὸ ἀπόδειπνο -ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος- ἔβλεπε ἕνα Γεροντάκι μὲ τὸ σκουφάκι του τὸ μαῦρο καὶ περιφερόταν γύρω-γύρω, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ἀλλὰ τὰ πάντα «ἔβλεπε». Ὅταν ἔμπαινε στὸ Ναὸ ἔλεγε: 
-Γιατί παιδιά μου ἔχουν σκόνη οἱ Εἰκόνες αὐτές; Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: 
-Γιατί Ζηνοβία φορᾷς τόσο κοντὸ φουστανάκι, ἀφοῦ θὰ γίνεις μοναχή;»
Τὸν Ἅγιο τὸν ξενύχτησαν πολλοὶ στὸ Μοναστήρι. Ἡ Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω καὶ παρηγοροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔκλαιγε. Τὸ ἀπόγευμα πρὶν κοιμηθῇ ὁ Δεσπότης, οἱ καλόγριες πῆραν τηλεγράφημα ποὺ ἔλεγε ὅτι πάει καλύτερα στὸ Ἀρεταίειο. Χάρηκαν. Ἡ Ξένη ὅμως δὲν χάρηκε. Τὸν εἶχε δεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς εἶπε: -Ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετίσω. Ἀναχωρῶ! 
Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα μάθαμε τὰ μαντάτα. Ὁ Δεσπότης κοιμήθηκε.
Στὶς ἑκατὸν τριάντα ἕξι σῳζόμενες ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, οἱ ἑκατὸν δέκα περίπου ἀποστέλλονται πρὸς τὴν «ὁσιωτάτην ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴν ὁσίαν Ξένην». Ἡ ὁσία παρὰ τὴν ἀσθενικήν της κράση ἐβίαζε τόσον ἐαυτὴν προσευχομένη καὶ νηστεύουσα, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τῆς ὑπενθυμίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτῃ τὴν ὑγεία της σὲ κίνδυνο. Ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε «νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ κομβοσκοίνια». Ἐκείνη, βεβαίως, πειθαρχοῦσε, διότι ἦτο ἄνθρωπος ὑπακοῆς, ἐγνώριζε, ἐξ ἄλλου, καλῶς τί θὰ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος ὅταν ὁποιαδήποτε μοναχὴ παρήκουε τὶς νουθεσίες του: «Φυλάξατε τὰς συνθήκας τοῦ ἁγίου σχήματος καὶ τοὺς νόμους Του».
Ἡ ἴδια εἶχε μεγάλη εὐαισθησία καὶ φόβο Θεοῦ προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ποτὲ δὲν μεταλάμβανε ἂν δὲν ἔπαιρνε τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση. Ἀρκεῖ νὰ μνημονευθεῖ ὅτι ὅταν τῆς ἔδιναν καινούργιο ράσο δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ φοράῃ καινούργιο, γι᾿ αὐτὸ ἔκοβε ὁρισμένα τεμάχια καὶ τοποθετοῦσε στὴν θέση τοῦ μπαλώματα, ὥστε νὰ φαίνεται παλαιό. Εἶχε διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος διὰ τὴν πνευματική της σοφία καὶ σύνεση, τῆς ἔγραφε νὰ γνωρίσῃ τὶς ἀδελφὲς «ὅτι ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ ἐξαγορεύονται τοὺς λογισμούς των εἰς αὐτήν», ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε: «ἐπιθυμῶ οὐδεμία τῶν ἀδελφῶν πλήν σου νὰ διατάσσῃ».
Ἀσκούμενη καὶ ἁγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη ἔμπειρος εἰς τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔγραφε γιὰ μία ἀδερφή: «Ὑπομιμνήσκω αὐτὴ τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Πρῶτον: Αὐταπάρνησις. Ταύτη ἕπεται ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ὑποταγή. Δεύτερον: Ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσις καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς ταύταις. Καὶ τρίτον: Προσοχὴ καὶ διάκρισις» καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς παραγγέλει: «Περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ πολιτεύματος ὅρων νὰ τὴν διδάξεις σύ». 
Ἡ θεία Ἡγουμένη Ξένη - ἔχουσα ὑπόψη της τὸ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» – ἐβίαζε τὸν ἐαυτόν της (ὅπως τὴν καθοδηγοῦσε ὁ ἅγιος) μετὰ συνέσεως ἐν πᾶσι», «ὥστε ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἔβαινον κάθ᾿ ἑκάστην τελειούμεναι». Ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου πατέρα της. Ἀγωνιζόταν νὰ δουλεύει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχει τὸ νοῦ της στὸ Θεό, καὶ αὐτὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐμπνεύσει καὶ στὶς ψυχὲς τῶν μοναζουσῶν τῆς ἀδελφότητος, συνιστώντας σὲ αὐτὲς τὴν προσευχή, καὶ τὴν προσοχή. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦν τὶς παρακινοῦσε κάθε μέρα νὰ γράφουν στὴν παλάμη τοὺς προσοχὴ καὶ προσευχή. Ἐπαναπαυόμενος ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν ἁγιότητά της, τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σταυρώσει μὲ ἅγιο λείψανο μία ἀδερφή. Στὴ σκέψη της καὶ στὴ γνώμη της, ὁ ἅγιος ἔδινε πολὺ σημασία, γι᾿ αὐτὸ τῆς ἀνέθεσε ἐν λευκῷ καὶ κατὰ τὴν κρίση της τὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κελλί του τὸ ἔκτισε τελικὰ ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴν γνώμη της νὰ κτισθεῖ.
Αὐτὰ εἶναι στὴν πνευματικὴ σφαῖρα συντελούμενα θαύματα, μιὰ ἀγράμματος, στερούμενη καὶ τοῦ φυσικοῦ φωτὸς τῶν ματιῶν, κατορθώνει νὰ διοικεῖ μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ νὰ προάγει αὐτὴ πνευματικῶς.
Ἡ μοναχὴ Ξένη «εἶχε μία πηγαία ποιητικὴ φλέβα, μιὰ εὐαίσθητη ψυχὴ ποὺ τὴν λέπτυναν ἀκόμη περισσότερο ὁ πόνος καὶ ἡ πίστη. Αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράζει σὲ στίχους τὰ συναισθήματα ποὺ τὴν πλημμύριζαν, τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ δέος μπροστὰ στὴν φοβερὴ Δευτέρα Παρουσία, τὸ φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ τὸν κρυμμένο πόνο, γιὰ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ τὴν ἔζωνε. Οἱ στίχοι ποὺ ἡ τύφλωσή της τῆς ἐμπνέει τρέμουν ἀπὸ στεναγμό, ἀλλὰ δονοῦνται ἀπὸ ἁπαλὴ πίστη καὶ ἁπαλύνουν μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἡ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ δώσει».
Ἐξομολόγηση τῆς τυφλῆς
Ἄνθρωποι, λυπηθεῖτε με γιὰ τὴν κατάστασή μου,
καὶ δεηθεῖτε τοῦ Θεοῦ νὰ σώσει τὴν ψυχή μου.
Πιστεύσατε μὲ ἀδελφοί, ἀλήθεια τὸ λέγω,
Σὲ μένα ἐπερίσσευσε τὸ ὄνομα τῶν ἔργων.
Ἂν θέλετε νὰ μάθετε ποία ἡ ἀρετή μου,
Λέγω, γυμνὴ παντὸς καλοῦ ὑπάρχει ἡ ψυχή μου.
Ἐστερημένη ἀρετῶν καὶ κατακεκριμένη,
καὶ πάσης ἀγαθότητος ἐγκαταλελειμένη.
Ἔχω πτωχείαν ἄπειρον, πληγᾶς καὶ ἀσθενείας
Καὶ κινδυνεύω νὰ χαθῶ εἰς βάθος ἀπωλείας.
Ἔχω δεινὴν ἀμέλειαν, μεγάλην ὀκνηρίαν,
Θυμὸν ὑπερηφάνειαν, σκληρότητα, κακία.
Εἶμαι ψυχρὰ στὴν ἀρετήν, θερμὴ εἰς τὴν κακία,
Ἑτοίμη εἰς τοὺς γέλωτας καὶ τὴν πολυλογία.
Ἀντὶ τῆς κατανύξεως ἔχω ἀναισθησία,
Ἀντὶ νὰ κλαίω πάντοτε γελῶ ἡ τρισαθλία.
Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι τί, καὶ ὅλα τὰ καλύπτει.
Ὡς πότε θὰ ἐξαπατῶ τὸν κόσμο ἡ ἀθλία,
Μὲ τὰς ψευδεῖς μου ἀρετὰς καὶ τὴν ὑποκρισία;
Ὅταν ὁ κόσμος μὲ ἐπαινεῖ, χαίρω καὶ καμαρώνω
Καὶ ὅταν μὲ ἐλέγχουσι, λυποῦμαι καὶ θυμώνω.
Ὅσοι μὲ ἐγνωρίσατε πρέπει νὰ λυπεῖσθε,
καὶ δάκρυα νὰ χύνετε, ὅταν θὰ μὲ ἐνθυμεῖσθε.
Παρακαλεῖτε τὸν Θεὸν νὰ μὲ διαφωτίσει
Καὶ δι᾿ εὐχῶν σας ἀδελφοί, ἐλπίζω νὰ μὲ σώσῃ,
Καὶ ἐκ τῆς δεινῆς κακίας μου νὰ μὲ ἐλευθερώσει.

Αὐτὴ εἶναι ἡ τυφλὴ Ἡγουμένη ποιήτρια Ξένη. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση, διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ Θεὸς τῆς χάρισε καὶ ποιητικὸ τάλαντο. Δὲν εἶναι βέβαια κάποια ξακουστὴ ποιήτρια. Τὰ ἁπλὰ ποιήματά της ὅμως δροσερὰ ἀγριολούλουδα, κομμένα ἀπὸ τὸν καλλιεργημένο ἀγρὸ τῆς ποιητικῆς της φύσης, συνθέτουν μία ὡραία ἀνθοδέσμη, ποὺ θὰ διατηρεῖ αἰώνια τὴν εὐωδία της, ἀφοῦ ἀναφέρονται στὸν αἰώνιο καὶ Ἀμάραντο Ρόδο, τὴν Παναγία Μητέρα του.
Μᾶς θυμίζουν τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Ἀντώνιος στὸν τυφλὸ Θεολόγο τῆς Ἀλεξάνδρειας Δίδυμο: «Μὴν σὲ ταράσσει ποὺ δὲν ἔχεις τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μῦγες καὶ τὰ κουνούπια. Χαῖρε διότι ἔχεις ὀφθαλμούς, μὲ τοὺς ὁποίους καὶ οἱ ἄγγελοι βλέπουν, μὲ τοὺς ὁποίους βλέπουμε τὸ Θεὸ καὶ τὸ δικό του φῶς.»
Μερικὰ ποιητικὰ θησαυρίσματα σὰν τῆς τυφλῆς αὐτῆς κόρης, μποροῦν νὰ δώσουν μία ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερες σκέψεις καὶ ἀναζητήσεις. Εἶναι ἕνας μακρινὸς ἀπόηχος τοῦ Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ τοῦ Καισαρίου Δαπόντε. Μιὰ ζωντανὴ συνέχεια τοῦ θρησκευτικοῦ δημοτικοῦ στίχου. Καὶ εἶναι πολὺ συγκινητικὸ ὅτι καὶ στὴ ἐποχή μας ἔχουμε τέτοια λουλούδια ἀπὸ τὴν μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τέτοια γυναικεῖα ἀναστήματα, πλάι στὸν ἅγιο τοῦ αἰῶνα μας.
Κοιμήθηκε τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1923.