Μεγάλο πρᾶγμα στὸν ἄνθρωπο, ἡ θεϊκὴ ἀγάπη! Καὶ νὰ τὴν ζεῖ σὰν κάτι τὸ ἀπερίγραπτα ἀναγκαῖο. Νά ’ναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, ὁ παλμὸς καὶ ἡ δύναμή του, ἡ ἔξοδος καὶ ἡ περιπέτειά του, ἡ «παραμυθία» του, ἡ παρηγοριά του, ἡ ἀνάπαυσή του, τὸ βάλσαμό του, τὸ ἀποκούμπι του καὶ ἡ καταφυγή του! Ὑπάρχουν κάποιες παρακλήσεις Χάριτος ποὺ φέρνει ἀθόρυβα τὸ θεϊκὸ χέρι στὴν ζωή μας, ποὺ θὲς ἁπλὰ νὰ μὴ τελειώσουν ποτέ. Κουβαλᾶνε μέσα στὸν γλυκασμό τους πυκνὲς ψεκάδες κρυστάλλινων ἀληθειῶν, τὶς ὁποῖες, γενικά, οἱ ἑκούσια ἄχαρεις, ἀπαράκλητοι, ἀπαραμύθητοι καὶ ἀπαρηγόρητοι ἄνθρωποι, δὲν θέλουν οὔτε νὰ σκεφτοῦν οὔτε καὶ νὰ δεχθοῦν…
Πολλὲς φορὲς ὁ ῥεαλισμός μας, εἶναι ἀνομολόγητα ταυτόσημος μὲ τὸν ὀνειδισμό μας. Εἰδικά, αὐτὸς τοῦ «θρησκευτικοῦ» τύπου ἢ τοῦ «ἠθικοῦ» ἐπιπέδου ἢ τῆς «θεολογικῆς» ἐκδοχῆς. Εἶναι ἐξαιρετικὰ εὔκολο, ἀβίαστο, ἄμοχθο, ἄκοπο καί, ἄκρως «χρηστικὸ» γιὰ τὴν ἐπάρατη αὐτοδικαίωση ποὺ μαστίζει τὴν βρότεια φύση, νὰ ὀνειδίζεις ὅλους τοὺς ἄλλους γύρω σου γιὰ τὴν «ἀλήθεια» τῆς πίστεως, γιὰ τὴν «ἀκρίβεια» τῶν κανόνων, γιὰ τὴν «δόξα» τῶν δογμάτων, γιὰ τὴν «τάξη» τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν «εὐπρέπεια» τοῦ ἤθους, γιὰ τὸ «δίκαιο» τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν «τιμωρία» τῶν ἁμαρτωλῶν στὴν κόλαση, ἐννοεῖται, χωρὶς ἀγάπη Θεοῦ. Εἶναι τὸ μόνο εὔκολο! Καί, ἐπίσης, τὸ μόνο βολικό. Ἀλλά, ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς: Ποιός μπόρεσε ποτὲ νὰ βιώσει καὶ νὰ κατανοήσει ἔστω καὶ μία Χριστο–ευαγγελικὴ ἀλήθεια, δίχως τὸ «Α» καὶ τὸ «Ω» της, ποὺ εἶναι παντοτεινὰ ἡ αἰώνια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ;
Εἶναι διαπιστωμένο εὑρέως, πώς, ἔθος μας καὶ συνήθειά μας, εἰδικὰ σὲ αὐτὴν τὴν βαβελικὴ ἐποχή ποὺ ὅλοι διανύουμε, εἶναι νὰ παιδεύουμε καὶ νὰ παιδευόμαστε, πολὺ συχνὰ μεταξύ μας –σχεδόν, ὅλοι μας!...
Καὶ μιλᾶμε ἢ προβάλλουμε πρὸς στοὺς ἄλλους χάρες καὶ χαρές ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν βιώσαμε ἐσωτερικά. Καί, ἡ χαρά, ἀπὸ βασικὴ κατάσταση γνησιότητας καὶ ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ὁ πιὸ ἄχαρος καὶ στιφὸς ῥόλος στὴν ζωή του. Ἀναγκαζόμαστε νὰ φαινόμαστε συνεχῶς χαρούμενοι στὶς σχέσεις μας, γιὰ νὰ καλύπτουμε τὴν θλίψη ποὺ ἐνδημεῖ ἀδιάκοπα μέσα μας. Τὸ ὑπέρτατο δώρημα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς, δέχεται τὴν μετάλλαξη καὶ ἀλλοτρίωσή της στὴν ἐπιτηδευμένη χαρωπότητα τῆς κουρασμένης εἰκόνας μας.
Ὑποκρισία!... Καὶ ἀνελευθερία!...
Γιατί ἆρα γε;
Καί, μετά, ἔρχεται ἡ ἐνδόμυχη πικρία νὰ συνταιριαστεῖ μὲ τὴν ἀδάμαστη τρέλλα!...
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἄπεφθο καὶ ἀκραιφνὲς θεϊκὸ Μυστήριο φιλανθρωπίας καὶ σωτηρίας, ἔχει τὸ δικό της «τυπικό», τὸν δικό της ἀλάλητο κώδικα, ἔχει τὴν δική της γλυκάδα καὶ ὀμορφιά, τὴν δική της εὐγένεια, ἀρχοντιὰ καὶ προσέγγιση, τὴν δική της σαγήνη, τὴν δική της παραμυθία καὶ παράκληση. Τὴν ὁποία ἐνσταλάζει μὲ ἰδιαίτερα ἐμπνευσμένο καὶ ἐξατομικευμένο τρόπο μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀπορημένου ἀνθρώπου.
Ἡ ἀγάπη, ὄχι τῶν ἄστατων καὶ εὐμετάβλητων ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἄπονη εὐφυΐα, βάναυση ἐξυπνάδα, ἀλάνθαστη καὶ τυραννικὴ λογική, ἀσυμπάθητη κρίση, ἀδυσώπητος ἀφορισμός, δὲν εἶναι σαρωτικὸς μπαλτᾶς, μεθυσμένο τσεκοῦρι καὶ μανιασμένη ῥομφαῖα!...
Ἡ Θεϊκὴ Ἀγάπη, –ἴσως νὰ μὴν τὸ ἔχουμε «διανοηθεῖ» ἀκόμη, πώς– εἶναι,
ἡ πιὸ ποθεινὴ παραμυθία μας!
τὸ πιὸ γλυκὸ «παραμύθι» μας!
Γιατὶ ὅλη της ἡ σωστική, ἡ ὑπερβατικὴ καὶ μεγαλειῶδης ἀλήθεια της, εἶναι καὶ θὰ παραμένει γιὰ ’μᾶς, πραγματικὰ ἀνείπωτη, ἀνεκλάλητη καὶ ἄφραστη!...
«Παραμυθιάζεστε», λοιπόν!...
