Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιμωνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιμωνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Νοεμβρίου, 2024

Η ΣΙΜΩΝΙΑΚΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΘΕΙΟΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´  

Η σιμωνιακή χειροτονία είναι ένα από τα βαρύτερα παραπτώματα που μπορεί να διαπράξει ένας κληρικός. Η προέλευση του όρου σιμωνία, όπως διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη, οφείλεται στην προσπάθεια του Σίμωνος του μάγου να αγοράσει το Άγιο Πνεύμα από τον απόστολο Πέτρο δίδοντας χρήματα, ώστε να αποκτήσει και αυτός τα χαρίσματα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας. (Πράξ. 8, 9-24). Για να αποκτήσει και αυτός αυτά τα χαρίσματα, δε δίστασε να βαπτισθεί, χωρίς να έχει ο ίδιος επίγνωση των προϋποθέσεων που απαιτεί το συγκεκριμένο μυστήριο, την αληθινή μετάνοια αλλά και την απόλυτη πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και του αναστασίμου μηνύματός του. Ο όρος σιμωνία δεν υπάρχει ούτε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης αλλά ούτε στους θείους και ιερούς κανόνες της Εκκλησίας, αλλά καθιερώθηκε αποκλειστικά από την εκκλησιαστική πράξη αφού όπως η Α. Κονταλή γράφει: «Είναι εκείνη που οδηγεί κατ᾽ αρχάς στην πεποίθηση της διάπραξης του αδικήματος της σιμωνίας, εφόσον πρόκειται για εμπορία ή καπηλεία της Θείας Χάρης»149 . 

Διαβάζοντας κάποιος την ιστορία της αρχέγονης Εκκλησίας βλέπει πως δεν δέχτηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο την διδασκαλία του Ευαγγελίου, αφού ορισμένοι προσπάθησαν να αναμίξουν τη διδασκαλία των αποστόλων με ξένα στοιχεία, άλλα  προερχόμενα από τον ιουδαϊσμό και άλλα προερχόμενα από τον ειδωλολατρικό κόσμο. Συνήθως βρίσκουμε πολλά σημεία τριβής στην προσπάθεια κάποιων ιουδαιοχριστιανών να αποδεχτούν την αυθεντία της Καινής Διαθήκης, και να μην πιστεύουν πια στο Μωσαϊκό νόμο από τη μία, και κάποιων εθνικών από την άλλη πλευρά που δεν δέχονταν ως ορθή τη χριστιανική διδασκαλία για τη δημιουργία του κόσμου, ενώ για την αιτία του κακού εισήγαγαν την διαρχική αντίληψη, χωρίς να λείψουν και αυτοί που ήθελαν να αναμίξουν και τις δύο αυτές πλευρές. Όλες αυτές οι αιρετικές κινήσεις και διδασκαλίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση της Εκκλησίας να οριοθετήσει τα ζητήματα της πίστεως από πολύ νωρίς. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ο προπάτορας όλων αυτών, που εισήγαγαν δικές τους διδασκαλίες και διαιρούσαν το σώμα της Εκκλησίας, ήταν ο Σίμων ο μάγος από τη Γκίττα της Σαμάρειας, γνωστός από τη διήγηση του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων150 .

Εκτός από την Καινή Διαθήκη πληροφορίες για το Σίμωνα το μάγο αντλούμε από τους Πατέρες της Εκκλησίας αλλά και από τα απόκρυφα κείμενα. 

Ο Ιουστίνος αναφέρει για την γενέτειρά του (Απολ. Α´: P.G. 6, 3-68), ο Ειρηναίος, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ιππόλυτος, ο Ευσέβιος, τα ψευδο-Κλημέντεια και από τα απόκρυφα κείμενα οι Πράξεις Πέτρου. Ο Ειρηναίος τον παρουσιάζει ως πηγή όλων των αιρέσεων, ενώ στον Ιουστίνο βρίσκονται ψήγματα από τις διδασκαλίες των γνωστικών, που τις συναντούμε μέχρι τον 4ο αιώνα. Το αποδιδόμενο έργο «Απόφασις μεγάλη» προέρχεται μάλλον από τους οπαδούς του, οι οποίοι σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο υπήρχαν μέχρι τον 4ο αιώνα (Εκκλ. Ιστ. ΙΙ, 3), ενώ στις απόκρυφες Πράξεις του Πέτρου και των ΨευδοΚλημεντείων γίνεται αναφορά για τη συνάντησή του με τον απόστολο Πέτρο και στο περιστατικό με το οποίο ο Σίμων ίπτατο στον αέρα μετά από λογομαχία με τον απόστολο, που τελικά κατέληξε στην πτώση του μετά από προσευχή του αποστόλου στον αληθινό Θεό. Οι πρωτογενείς πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας είναι οι εξής: 

α) Πράξεις των Αποστόλων (8, 9-24). 

β) Ιουστίνου Φιλοσόφου και μάρτυρος, «Απολογία υπέρ Χριστιανών», Ι 26, 56, «Απολογία» ΙΙ 15, «Προς Τρύφωνα Ιουδαίων Διάλογος», 120. 

γ) Ειρηναίος Λυώνος, «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», Ι, xxiii, 1-4. 

δ) Κλήμης Αλεξανδρεύς, «Στρωματείς» ii 11, vii 17. 

ε) Τερτυλλιανός, «Περί Ενστάσεως κατά των Αιρετικών» 46, «Περί Ψυχής», 34, 36. 

στ) Ιππόλυτος, Φιλοσοφούμενα, vi 7-20 

ζ) Ωριγένης, Κατά Κέλσου, i 57, v 62, vi 11.

η) Φιλάστριος, Περί Αιρετικών. 

θ) Επιφάνιος Κύπρου, Κατά Αιρέσεων ii, 1-6. 

ι) Ιερώνυμος, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, IV xxiv 5. 

ια) Θεοδώρητος, Αιρετικής κακομυθίας επιτομή, I.

 ιβ) Ψευδοκλημέντιες. 

ιγ) Constitutiones Sanctorum Apostolorum VI, vii, viii, xvi151 . 

Η πράξη του Σίμωνος του μάγου, δυστυχώς, ενέπνευσε στην πορεία κάποιους μιμητές κληρικούς οι οποίοι δεν δίστασαν να μεταδώσουν ή να αποκτήσουν τη Θεία Χάρη παίρνοντας ή δίνοντας κάποιο σημαντικό χρηματικό ποσό. Τα μέλη της Εκκλησίας που δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν παρόμοια μέσα πρέπει να αποκόπτονται οριστικά από την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, αφού οι σιμωνιακές χειροτονίες είναι μια πληγή για την Εκκλησία, επειδή ο ανθρώπινος παράγοντας εμφανίζεται να διαχειρίζεται αυθαίρετα και κατά το δοκούν το μυστήριο της ιεροσύνης, βγάζοντας στο περιθώριο δυστυχώς τους άξιους, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για κάθε ανάξιο152 . 

Η σιμωνία αντιμετωπίζεται πάντα από την Εκκλησία ως σοβαρότατο αμάρτημα και επιτιμάται από τους θείους και ιερούς κανόνες, αφού οι σιμωνιακώς χειροτονούντες και χειροτονούμενοι επιτιμώνται από τους κανόνες κθ´ και λ´ των Αγίων Αποστόλων με καθαίρεση και αφορισμό. Ο Αριστηνός τονίζει πως με αυτές τις ποινές γίνεται αντιληπτό από όλους η σοβαρότητα του αμαρτήματος, που προκαλεί μεγάλο σκανδαλισμό στα μέλη της Εκκλησίας153 .

-90-

  μάγο αντλούμε από τους Πατέρες της Εκκλησίας αλλά και από τα απόκρυφα κείμενα. Ο Ιουστίνος αναφέρει για

21 Οκτωβρίου, 2024

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟ Α΄

 Ο Ι. Βαλασόπουλος, ως υπουργός της κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, μερικούς μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία της κυβέρνησης Δ. Βούλγαρη στις 9 Φεβρουαρίου 1874, είχε μια έντονη φιλοεκκλησιαστική δραστηριότητα. Εξαπέλυσε υπηρεσιακή εγκύκλιο στους δημοδιδασκάλους (24 Μαΐου 1874) αλλά και μια άλλη προς τους νομάρχας και επάρχους (17 Ιουνίου 1874) με θέμα τον εκκλησιασμό των μαθητών των σχολείων της χώρας, τονίζοντας τη σπουδαία σημασία του εκκλησιασμού, αφού ως παράδειγμα ανέφερε τη θρησκευτικότητα της προηγούμενης γενιάς, που ήταν αποτέλεσμα του τακτικού εκκλησιασμού. Φυσικά παρόμοιες εγκύκλιοι είχαν υπάρξει στο παρελθόν από πολιτικά πρόσωπα του 19ου αιώνα, ως μέλη κυβερνήσεων που υποστηρίζονταν από τμήματα του λαού, τα οποία είχαν αυξημένη ευαισθησία σε ζητήματα που αφορούσαν στη θρησκευτική αγωγή των νεαρών μαθητών. Την εξαπόλυση των δύο εγκυκλίων του αρμοδίου υπουργού για την πιστή εφαρμογή του σχολικού εκκλησιασμού ακολούθησε η κατάθεση στη Βουλή ενός νομοσχεδίου για την ανάθεση της διδασκαλίας στα δημοτικά σχολεία του κράτους στους ιερείς. Για αυτό το λόγο κατέθεσε στη Βουλή στις 17 Νοεμβρίου 1874 το σχετικό νομοσχέδιο «Περί εφημερίων και δημοδιδασκάλων». Μέσα από αυτό φαίνεται καθαρά η διάθεση του υπουργού να λυθεί οριστικά το ζήτημα της μισθοδοσίας του ιερού κλήρου της Ελλαδικής Εκκλησίας, ενώ θα βελτιωνόταν σημαντικά το θέαμα της άσχημης κατάστασης των δημοτικών σχολείων, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του πως θα περιόριζε έτσι  σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανάμειξη των δημοδιδασκάλων στα πολιτικά πράγματα του τόπου, αφού ο κλήρος θα ελεγχόταν πολύ εύκολα μέσω των ιεραρχών, που θα τους απαγόρευαν αυστηρά κάθε πολιτική ανάμειξη. Μέσα σε αυτό εισηγείτο τον διπλασιασμό  του φόρου των μονών, καθώς και την εισαγωγή του κρατικού μονοπωλίου του κεριού, ενώ τα έσοδα από την πώλησή του, θα πήγαιναν αποκλειστικά για τις ανάγκες της δημοτικής εκπαίδευσης. Η διαπαιδαγώγηση αυτή σύμφωνα με τον υπουργό ήταν απαραίτητο να γίνεται από τους ιερείς, αφού με αυτόν τον τρόπο θα εξασφάλιζε καλύτερα την ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών, αφού θεωρούσε, ότι η ανάπτυξη των γραμμάτων των ευρωπαϊκών λαών στις επιστήμες οφείλετο κατά το μεγαλύτερο μέρος του στη συμβολή του ιερατείου. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο βρήκε αντίθετα τα μέλη του εν Αθήναις Διδασκαλικού Συλλόγου, όμως οι αντιδράσεις αυτές δεν απέτρεψαν τον Ι. Βαλασόπουλο να το καταθέσει στη Βουλή με ημ. 17 Νοεμβρίου 1874, χωρίς να συζητηθεί ποτέ, αφού κατηγορήθηκε για την ανάμειξή του στο γνωστό σκάνδαλο μαζί με τον υπουργό Β. Νικολόπουλο, που ανάγκασαν σε παραίτηση την όγδοη και τελευταία κυβέρνηση του Δ. Βούλγαρη στις 27 Απριλίου 187542 . 

Ο Βασίλειος Νικολόπουλος (1817-1887), δικαστικός και πολιτικός, είχε καταγωγή από την Καρύταινα. Ήταν ο πρώτος που έλαβε διδακτορικό δίπλωμα από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έγινε δικαστικός φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του εφέτη, ενώ διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης. Από το 1856 εισήλθε στον πολιτικό στίβο. Σύναψε γάμο το έτος 1860 με την κόρη του πολιτικού Δημητρίου Βούλγαρη, ο οποίος προσπάθησε με πλείστους τρόπους να τον προωθήσει βάζοντας τον υπουργό το έτος 1862 των Εκκλησιαστικών, αφού ειδικά για εκείνη την περίπτωση διχοτομήθηκε το υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως προς χάριν του. Έγινε υπουργός τέσσερις φορές. Στην τελευταία φορά συνέβησαν τα «Στηλιτικά», ενώ το έτος 1875 ξέσπασε το τεραστίων διαστάσεων για την εποχή πολιτικο-εκκλησιαστικό σκάνδαλο,γνωστό ως «Σιμωνιακά». Προφυλακίστηκε στη και συνέχεια καταδικάστηκε, από το ειδικό δικαστήριο σε φυλάκιση δέκα μηνών. Ήταν η πρώτη φορά που έγινε παραπομή ενός υπουργού σε ειδικό δικαστήριο και καταδικάστηκε. 

Αργότερα (δώδεκα χρόνια ύστερα από την καταδίκη του) το 1887, οι Αρκάδες τον έστειλαν με την ψήφο τους ξανά στη Βουλή. Λίγους όμως μήνες μετά την εκλογή του απεβίωσε43 . 

H αποκάλυψη αυτού του σκανδάλου και η στάση της διοικούσας Εκκλησίας απέναντι στους σιμωνιακούς αρχιερείς, μαζί με τις συνοδικές δικαστικές παλινωδίες που ακολούθησαν προκάλεσαν τη δυναμική αντίδραση του Απ. Μακράκη αλλά και του περιβάλλοντός του. Ο αρχιμ. Ιερόθεος Μητρόπουλος θεώρησε υπεύθυνο τον μητροπ. Αθηνών Προκόπιο για την υποτονική στάση του ώστε έπαυσε το μνημόσυνό του, ως συναυτουργού του κανονικού εγκλήματος, όπως και οι υπόλοιποι ακόλουθοι της σχολής του Απ. Μακράκη, οι οποίοι μόλις έμαθαν πως η απόφαση του δικαστηρίου στάλθηκε από το αρμόδιο υπουργείο στην Ιερα Συνοδο για να «ενεργήση περαιτέρω ό,τι οι κανόνες της Εκκλησίας  διακελεύονται». 

Η Ι.Σ. όμως αποφάσισε στη συνεδρία αυτής με ημ. 19 Απριλίου 1876 «ότι δεν θεωρεί την πράξιν σιμωνίαν» και αποφάσισε να επιβάλλει σε αυτούς «τριετή αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μετά στερήσεως πάντων των δικαιωμάτων» και όπως «εκλέξωσι τόπον διαμονής εκτός των επαρχιών αυτών και εκτός των Αθηνών»44

Στη συγκεκριμένη περίοδο χρέη βασιλικού επιτρόπου στην Ι.Σ. είχε αναλάβει ο έγκριτος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Νικόλαος Δαμαλάς, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1842 με καταγωγή από τη νήσο Χίο. Σπούδασε τα ιερά γράμματα σε Αθήνα, Γερμανία και Αγγλία, αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Ερλάγγης της Γερμανίας. Στην Ελλάδα επέστρεψε στις 13 Ιανουαρίου 1868 όπου διορίσθηκε το ίδιο έτος έκτακτος καθηγητής ως τον Αύγουστο του 1872, οπότε έγινε τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε το μάθημα της Εισαγωγής και Ερμηνείας Καινής Διαθήκης, ενώ διετέλεσε το έτος 1876 βασιλικός επίτροπος την κρίσιμη εκείνη περίοδο του σκανδάλου, αρνούμενος να υπογράψει τα πρακτικά της Ι.Σ. και με αυτόν τον τρόπο να νομιμοποιήσει την απαράδεκτη στάση της. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1892 . 

Η αντίδραση αυτή του βασιλικού επιτρόπου αντικατόπτριζε τα αισθήματα κλήρου και λαού, για την απαράδεκτη επιείκεια που έδειξαν οι συνοδικοί ιεράρχες σε ένα τέτοιου μεγέθους σκάνδαλο, επιβάλλοντας τέτοιες ποινές στους αποδεδειγμένα σιμωνιακούς αρχιερείς. Η κοινή γνώμη θεώρησε ως υπεύθυνο συγκαλύψεως όλης αυτής της παρανομίας τον μητροπ. Αθηνών Προκόπιο Α´. 

Ο λαϊκός ιεροκήρυκας Απ. Μακράκης και η ομάδα του, εξαπέλυσαν σφοδροτάτη επίθεση κατά της χαλαρής αντίδρασης των υπολοίπων ιεραρχών, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο είχαν ουσιαστικό σκοπό τη συγκάλυψη της υπόθεσης αυτής. Έτσι στις 18 Νοεμβρίου 1877 η Ι.Σ. μη μπορώντας να πράξει αλλιώς αναγκάστηκε να ανοίξει ξανά την υπόθεση με επαναληπτική συνοδική συνεδρίαση, προκειμένου να κριθούν ξανά, αφού με αυτόν τον τρόπο δέχθηκε επί της ουσίας τις αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου κατά των εμπλεκομένων υπουργών για την υπόθεση  της δωροδοκίας από τους σιμωνιακούς αρχιερείς, χωρίς όμως αυτοί να καθαιρεθούν46 . 

Η απόφαση υπ᾽ αρ. 18 του ειδικού δικαστηρίου διαβιβάσθηκε από το αρμόδιο υπουργείο στην Ι.Σ. για να «ενεργήση περαιτέρω ό,τι οι κανόνες της Εκκλησίας διακελεύονται». Η Ι.Σ. αποφάσισε πως δεν υπάρχει σιμωνία στη συνεδρία με ημ. 19 Απριλίου 1876 και τους επέβαλε αργία τριών ετών και στέρηση όλων των δικαιωμάτων τους, και όπως «εκλέξωσι τόπον διαμονής εκτός των επαρχιών αυτών και εκτός των Αθηνών». Μετά από οκτώ μήνες το υπουργείο απαίτησε να ανοίξει ξανά την υπόθεση. Κατά τη συνεδρίαση με ημ. 4 Δεκεμβρίου μειοψηφούντος του Φωκίδος Δαυΐδ αποφάσισε  πως δεν μπορεί να επανέλθει «εις το δεδικασμένον». Στη συνεδρίαση της Ι.Σ. με ημ. 19 Οκτωβρίου 1877 αναγκάσθηκε μειοψηφούντος του μητροπ. Προκοπίου να επανέλθει επί του θέματος αφού με έγγραφο με ημ. 11 Οκτωβρίου 1877 το υπουργείο ενημέρωνε την Ι.Σ. πως στις 17 Σεπτεμβρίου 1877 το υπουργικό συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση της Ι.Σ. με ημ. 19 Απριλίου 1876. Ο Φωκίδος Δαυΐδ σύμφωνα με οδηγίες συμβούλευσε τους εμπλεκόμενους ιεράρχες να παραιτηθούν άμεσα από το θρόνο, πράγμα που έγινε στη συνεδρίαση της Ι.Σ. όπου διαβάστηκαν οι παραιτήσεις αυτών «οικεία βουλή και προαιρέσει […] προς κατάπαυσιν των από τινος υφισταμένων μεταξύ Εκκλησίας και πολιτείας σκανδάλων». Οι παραιτήσεις των τριών αρχιεπισκόπων έγιναν δεκτές με Β.Δ. με ημ. 2 Ιανουαρίου 1878. Τότε οι οπαδοί του Απ. Μακράκη εναντιώθηκαν στον μητροπ. Αθηνών για την τροπή της υποθέσεως αφού τον θεωρούσαν ως συνυπεύθυνο. Οι κληρικοί που ήταν δίπλα στον Απ. Μακράκη, Ιερόθεος Μητρόπουλος, Ευσέβιος Ματθόπουλος, Ηλίας Βλαχόπουλος, Γερβάσιος Κωνσταντινίδης, Θεόκλητος Ιωαννίδης, Νήφων Δημόπουλος κ.ά. υπέβαλαν μήνυση κατά του μητροπ. Αθηνών Προκοπίου Α´ επειδή «καταγινώσκουσιν αυτού κατεγνωσμένην παρά των Αποστολικών και Συνοδικών κανόνων αίρεσιν σιμωνίας». Η Ι.Σ. απέρριψε αυτήν την καταγγελία, επειδή δεν ευσταθούσε47 .

-29-

14 Οκτωβρίου, 2024

Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΕΡΙ ΣΙΜΩΝΙΑΣ ΤΟΥ 1853

 Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα θα εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους το έτος 1866, ξεκινώντας τα δημόσια κηρύγματα ο λαϊκός ιεροκήρυκας Απόστολος Μακράκης, ο οποίος μπήκε σύντομα στο στόχαστρο των αστυνομικών αρχών που διέλυσαν μία από τις πρώτες του δημόσιες ομιλίες με το αιτιολογικό ότι καθύβριζε τον βασιλέα Γεώργιο Α΄ και τον πρωθυπουργό της χώρας. Όπως η Ε. Γαζή γράφει: «Η διδασκαλία και οι δραστηριότητες αυτού του θεολόγου δεν σφράγισαν μόνο τον ενδοεκκλησιαστικό και εξω-εκκλησιαστικό βίο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα· συναντήθηκαν με ποικίλες κοινωνικές πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις, επηρεάζοντας τες»9 . 

Ο λαϊκός ιεροκήρυκας Μακράκης ασκούσε έντονη κριτική στην Εκκλησία της Ελλάδος δίνοντας άμεση προτεραιότητα στην κάθαρση όχι μόνο από τους εσωτερικούς της εχθρούς όπως ήταν οι "σιμωνιακοί" αλλά και αντιμετώπιση όλων των εξωτερικών εχθρών που υπήρχαν10 . 

Η Εκκλησία της Ελλάδος από το έτος 1853 προς καταστολή του φαινομένου της σιμωνίας αποφάσισε την έκδοση εγκυκλίου, όπως έκανε και τον επόμενο χρόνο, αναφέροντας το συγκεκριμένο φαινόμενο ως το στυγερότερο έγκλημα σύμφωνα με την  Αγία Γραφή και τους θείους και ιερούς κανόνες της Εκκλησίας τονίζοντας πως οι κληρικοί δεν πρέπει να καταφεύγουν σε τέτοια μέσα. Για είκοσι περίπου χρόνια η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ασχολήθηκε ξανά με αυτό το θέμα που όπως φαίνεται προϋπήρχε. 

Τον Απρίλιο του έτους 1875 στην εξουσία ανέρχεται ο Χαρίλαος Τρικούπης ο οποίος διέταξε να γίνουν ανακρίσεις από τις οποίες προέκυψε, πώς δύο υπουργοί της κυβερνήσεως Δημ. Βούλγαρη δωροδοκήθηκαν από μεσίτες για την υπογραφή των σχετικών διαταγμάτων υπό των νεοεκλεγέντων αρχιεπισκόπων Κεφαλληνίας Σπυρίδωνος Κομποθέκρα, Μεσσηνίας Στεφάνου Αργυριάδη και Πατρών και Ηλείας Αβερκίου Λαμπίρη, και Αργολίδας Καλλινίκου Τερζόπουλου. Με απόφαση της Βουλής στη ΜΗ΄ συνεδρίασή της με ημ. 22 Νοεμβρίου 1875 παρέπεμψε όλους τους εμπλεκόμενους ιεράρχες, πρώην υπουργούς και μεσίτες σύμφωνα με το άρθ. 80 του συντάγματος ενώπιον ειδικού δικαστηρίου. Η δίκη αυτή έγινε τους πρώτους μήνες του έτους 1876 και κράτησε σχεδόν τρεις μήνες. Όλοι οι εμπλεκόμενοι καταδικάστηκαν. Η ταραχή που έφερε αυτό το σκάνδαλο στους κόλπους της Εκκλησίας ήταν μεγάλη. Η υπόθεση αυτή συνεχίστηκε στην Ι.Σ. που δεν αντιλαμβάνονταν τις συνέπειες αυτού του πολιτικο-εκκλησιαστικού σκανδάλου11 . Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, αναζητώντας το πλαίσιο όχι μόνο των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας τον 19ο αιώνα, αλλά και το επίπεδο των σχέσεων των πολιτικών προσώπων και των εκκλησιαστικών ανδρών, όλων εκείνων δηλαδή που κατείχαν ανώτερες διοικητικές θέσεις στις δομές εξουσίας του νεοσύστατου κράτους, και  διαμόρφωναν όχι μόνο τις εξελίξεις που αφορούσαν το ίδιο το κράτος, αλλά και την πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκείνη την περίοδο υπάρχει διάχυτη η αντίληψη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ότι οι δομές εξουσίας επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τρόπο απρεπή, αφού οι προσωπικές φιλοδοξίες εκκλησιαστικών προσώπων, καλοπροαίρετες τις περισσότερες φορές, γίνονταν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης από αυτούς που είχαν την πολιτική εξουσία, αναγκάζοντάς τους να δίνουν τεράστια χρηματικά ποσά για να εξαγοράσουν τις αρχιεπισκοπικές έδρες που έμεναν κενές, δίνοντας την εντύπωση πως ολόκληρη η κοινωνία ήταν διεφθαρμένη. Ο εναγκαλισμός κρατικής και θρησκευτικής εξουσίας φαίνεται και από τα εγκόλπια που φορούσαν οι αρχιερείς από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Τα εγκόλπια (Διατάγματα) τα έδινε ο βασιλιάς Όθωνας και για αυτό το λόγο είχαν στην κορυφή τους το στέμμα. Αυτός ο εναγκαλισμός οδήγησε σε απανωτές αυθαιρεσίες των πολιτικών ανδρών της εποχής που καταλάβαιναν ότι οι εκκλησιαστικοί ταγοί ήταν εντελώς ανίσχυροι να επιβάλουν τις δικές τους επιλογές, ακόμη και για θέματα που αφορούσαν καθαρά τα εσωτερικά ζητήματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ελλάδα. Έτσι, δημιουργήθηκε η αντίληψη και εμπεδώθηκε από πολλούς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πως οι ανώτερες διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία, για να αποκτηθούν έπρεπε να καταθέσουν οι ενδιαφερόμενοι πολλά χρήματα. Στην κρίσιμη αυτή δεκαετία του 1870, το κράτος έχει να αντιμετωπίσει τη διαπάλη των μεγάλων κρατών που προσπαθούσαν από την ίδρυση του νέου κρατιδίου να οδηγήσουν την Ελλάδα σε μία πορεία σύμφωνα το καθένα με τα δικά του συμφέροντα. Σε  αυτό τον αγώνα μεταξύ της Βρετανίας και της Ρωσίας η Ελλάδα θα κληθεί να αποφασίσει ποια θα ήταν η πορεία της, σε μία περίοδο που τα πολιτικά σκάνδαλα στο εσωτερικό της χώρας επισκιάζουν τις ραγδαίες εξελίξεις στη βαλκανική Χερσόνησο, και αποπροσανατολίζουν με την αμέριστη βοήθεια του Τύπου την κοινή γνώμη, βοηθώντας τους πολιτικούς να διαχειριστούν ήσυχα τις εξελίξεις σύμφωνα με τις επιθυμίες των ξένων κρατών που προωθούσαν τα δικά τους συμφέροντα μέσω πολλές φορές των φορέων της χώρας.

-10-