Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

ΚΥΡΙΕ ΜΗ ΧΡΟΝΙΣΕΙΣ !


Φωνὴ ζωηρῆς ἐπικλήσεως πρὸς τὸν Θεό. Φωνὴ καρδιᾶς συντετριμμένης καὶ ταπεινωμένης μέχρι κάτω στὴ γῆ, στὸ χῶμα. Φωνὴ ἱκεσίας θερμῆς, ἀπὸ τὰ τρίσβαθα ψυχῆς ὀδυνωμένης. Ψυχῆς ποὺ ἀπ’ ὅλους καὶ ὅλα
εἰσέπραξε τὴν ἀπόρριψη. Οἱ θλίψεις καὶ
δοκιμασίες τῆς ζωῆς σὰν κύματα ἀλλε-
πάλληλα τὴ βύθισαν στὸ πέλαγος τῆς
ἀπογνώσεως, καὶ ἄλλη πιὰ βοήθεια δὲν
ἔχει νὰ ἀναμένει ἀπὸ πουθενὰ παρὰ
μόνο ἀπὸ Ἐκεῖνον.    Ψυχῆς ποὺ ἀνα-
τείνεται ὁρμητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ
πόθο ἰσχυρὸ καὶ ἀπαντοχὴ τελεία καρ-
φώνει τὸ βλέμμα της ἐπάνω του.   Ψυχῆς
ποὺ βοᾶ, κραυγάζει πρὸς τὸν Θεό!
–Κύριε, μὴν ἀργήσεις...
Σὰν τὴ φωνὴ νεαρῆς κόρης πρὸς τὸν
σύζυγο ποὺ ξενιτεύεται, σὰν τὴ φωνὴ
παιδιῶν πρὸς τὸν πατέρα ποὺ μπαρ-
κάρει, σὰν τὴ φωνὴ ἀσθενοῦς πρὸς τὸ
γιατρὸ ποὺ φεύγει ἀπὸ κοντά του, ἔτσι
ἡ φωνὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ τῆς Παλαιᾶς Δι-
αθήκης καὶ μαζί της καὶ ὅλες ἀνὰ τοὺς
αἰῶνες οἱ φωνὲς ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀνα-
ζητοῦν: τὸν Πατέρα, τὸν Νυμφίο, τὸν
Ἰατρό. Ἐκεῖνον!   Καὶ τὰ μάτια τους ἐκεῖ,
κολλημένα, ἀκίνητα,  ἀπαρασάλευτα.
Χωρὶς νὰ γυρνοῦν πουθενὰ ἀλλοῦ.
Χωρὶς νὰ δέχονται καμιὰ ἄλλη παρά-
κληση. Χωρὶς νὰ τοὺς ἐνδιαφέρει τίπο-
τε ἄλλο. Μόνον αὐτό, πότε θὰ ξανάρ-
θει ὁ Κύριος. Πότε πάλι θὰ τοὺς ἐπισκε-
φθεῖ. Πότε θά ’ρθεῖ, γιὰ νὰ Τὸν νιώσουν
κοντά τους, νὰ αἰσθανθοῦν τὴν παρου-
σία του δίπλα τους, νὰ παρηγορηθεῖ ἡ
καρδιά τους ἀπὸ τὸ βάρος ποὺ τὴν πιέ-
ζει, νὰ βαλσαμώσουν οἱ πόνοι της...
«Κύριε, μὴ χρονίσῃς» (Ψαλ. ξθ΄ [69]6).

Καὶ ὁ Κύριος ἀκόμα δὲν φαίνεται. Καὶ
ἡ ψυχὴ ἀκόμα πιὸ ἐπίπονα τώρα φω-
νάζει: Ποῦ εἶσαι, Κύριε; Γιατί δὲν μὲ
ἀκοῦς; Γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ μὲ συναντή-
σεις; Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέχω νὰ φωνά-
ζω; Τρέξε, Κύριε, κινδυνεύω νὰ κατα-
ποντισθῶ. Τρέξε, Κύριε, νὰ μὲ βοηθή-
σεις, «εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον»
(στίχ. 2), νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὴ θλί-
ψη μου. Τρέξε, Κύριε, νὰ ἁπαλύνεις
τὸν πόνο μου, νὰ ἀνακουφίσεις τὸ βά-
ρος μου. Μὴν καθυστερήσεις ἄλλο, ἱκε-
τεύω. «Κύριε, μὴ χρονίσῃς»!
❁ ❁ ❁
Ἀλλά, ψυχὴ θεοφιλής, σὺ ποὺ ἀκόμα
Τὸν ἀναζητεῖς, Τοῦ φωνάζεις, μὴν ἀπο-
κάμνεις. Συνέχισε. Λίγο ἀκόμα. Καὶ λίγο
ἀκόμα. «Ἔτι μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχό-
μενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ» (Ἑβρ. ι΄ 37).
Θά ’ρθεῖ ὁ Κύριος στὴ ζωή σου, ὅπως
τὸ θέλησες, ὅπως τὸ πόθησε ἡ καρ-
διά σου. Θά ’ρθεῖ· δὲν θὰ καθυστερή-
σει. Θά ’ρθεῖ καὶ θὰ σοῦ δώσει ὅ,τι Τοῦ
ζήτησες. Ὅ,τι γνωρίζει ὅτι ἔχεις ἀνάγκη.
«Οὐ χρονιεῖ». Δὲν θὰ καθυστερήσει.
Τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος. Τὸ ἀκούσα-
με ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰη-
σοῦ Χριστοῦ νὰ τὸ λέει: «Ὁ δὲ Θεὸς οὐ
μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν
αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέ-
ρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ’
αὐτοῖς; λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδί-
κησιν αὐτῶν ἐν τάχει» (Λουκ. ιη΄ 7-8).
Ὁ Θεὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἀποδώσει τὸ
δίκαιο αἴτημα τῶν ἐκλεκτῶν του, ποὺ
μέρα - νύχτα φωνάζουν πρὸς Αὐτὸν
μὲ τὶς προσευχές τους καὶ Ἐκεῖνος ἀνα-
βάλλει νὰ τοὺς τὸ δώσει; Σᾶς διαβεβαι-
ώνω ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς ἱκανοποιή-
σει. Ἔτσι μᾶς εἶπε ὁ Κύριος.
Τώρα ποὺ βρίσκεσαι στὴ δίνη τοῦ
πειρασμοῦ, τῆς θλίψεως, τῆς δοκιμα-
σίας, σοῦ φαίνεται πὼς καθυστερεῖ ὁ
Θεός. Πὼς φωνάζεις καὶ δὲν σὲ ἀκούει.
Ὅταν ὅμως ἔλθει στὴ ζωή σου καὶ σοῦ
χαρίσει τὸ ἔλεός του καὶ σὲ βγάλει ἀπὸ
τὸ ἀδιέξοδο ὅπου βρίσκεσαι, τότε καὶ
σὺ θὰ ὁμολογήσεις ὅτι «ἐν τάχει» ἐνήρ-
γησε ὁ Κύριος. Τότε ἀποβλέποντας στὸ
παρελθὸν σου θὰ λές, πότε τέλειωσαν
ὅλα αὐτὰ καὶ ἤδη ἀπολαμβάνω τὸν ἥλιο
στὴ ζωή μου; Τότε ὅλα θὰ ἔχουν ξεχα-
στεῖ πιὰ καὶ οὔτε ποὺ θὰ γυρνᾶ τὸ μυα-
λό σου στὰ περασμένα.
Γι’ αὐτὸ τώρα συνέχισε νὰ Τοῦ φω-
νάζεις. Μὲ τὸν ἴδιο αὐτὸ λόγο. «Κύριε,
μὴ χρονίσῃς»! Σήκωσε τὰ χέρια σου,
προσήλωσε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω
στὴν ἁγία μορφή του, ἱκέτευσέ Τον μὲ
ὅλο τὸν πόθο, τὴν ἀπαντοχή, τὸ δόσι-
μο τῆς ψυχῆς σου. Καὶ ἐπιπλέον, πτώ-
χευσε μπροστά του. Γίνε «πτωχὸς καὶ
πένης» (στίχ. 6). Παραδέξου ὅτι ἐπάνω
σου δὲν ὑπάρχει κανένας πλοῦτος, κα-
μιὰ ἱκανότητα, τίποτε ποὺ νὰ σὲ στηρί-
ζει, νὰ σὲ δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό.
Κι ὅταν αὐτὸ σοῦ γίνει ἐσωτερικὸ φρό-
νημα, μόνιμη διάθεση μέσα σου, τότε
θὰ δεῖς τὸν Κύριο νὰ ἔρχεται στὴ ζωή
σου καὶ νὰ σὲ σηκώνει, νὰ σὲ ἀνεβάζει,
νὰ σὲ δοξάζει.
Διότι μόνος Αὐτὸς εἶναι «ταχὺς εἰς βο-
ήθειαν».Ο ΣΩΤΗΡ 2051

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου