Σὲ μιὰ περίοδο οἰκονομικῆς στενότητας, ποὺ γιὰ κάποιους εἶναι ἀφόρητη καὶ βασανιστική, σὲ μιὰ ἐποχὴ
κα τὰ τὴν ὁποία ὄχι ἁπλῶς ἡ λιτότητα μᾶς
περιορίζει, ἀλλὰ ἡ πτωχεία μᾶς ταλαιπωρεῖ, φαίνεται παράδοξο νὰ μιλοῦμε γιὰ
πλοῦτο.
Ἀλλὰ δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν πλοῦτο
τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ἀβέβαιος καὶ
ἐπισφαλής, ρευστός, μικρὸς καὶ φθηνὸς
πλοῦτος, πλοῦτος πτωχός. Αὐτὸς σήμερα ἔχει μιὰ ὁρισμένη ἱκανοποιητικὴ ἀξία,
ποὺ ὅμως αὔριο μειώνεται ἀπροσδόκητα. Τώρα βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ ἑνὸς
καὶ κατόπιν στὰ χέρια τοῦ ἄλλου, στὸ τέλος δὲ στὰ χέρια κανενός. Κανεὶς
δὲν μπορεῖ νὰ πάρει τίποτε μαζί του, ὅταν κλείσει τὰ μάτια του καὶ
ταξιδέψει γιὰ τὸν
ἄλλο κόσμο.
Δὲν μιλοῦμε
γιὰ τέτοιο
πλοῦτο.
Μιλοῦμε
γιὰ τὸν
πλοῦτο τοῦ
Χριστοῦ,
ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν ὀνομάζει ἀνεξιχνίαστο. Σὲ μένα,
λέγει, τὸν τελευταῖο χριστιανό – μιλάει μὲ
βαθιὰ ταπείνωση γιὰ τὸν ἑαυτό του – δόθηκε αὐτὴ ἡ μεγάλη χάρη, νὰ εὐαγγελίζομαι μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν «τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ», τὸν
ἀνώτερο ἀπὸ κάθε κατανόηση πλοῦτο
τῶν εὐλογιῶν καὶ ἀγαθῶν ποὺ μᾶς ἔφερε ὁ Χριστός (Ἐφ. γ΄ 8).
Πλοῦτος ἀνεξιχνίαστος, πλοῦτος δηλαδὴ ἀνεξερεύνητος, ἀπεριόριστος, ἀκατάληπτος, ποὺ δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ συλλάβεις τὴν ἔκταση καὶ τὸ εἶδος του. Ποιὸς εἶναι ὁ πλοῦτος αὐτός; Εἶναι ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ, ὁ πλοῦτος τοῦ ἐλέους Του, ἡ ἀπέραντη εὐσπλαχνία Του, ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ συγχωρητικότητά Του, ἡ σοφία καὶ ἡ ἀλήθεια Του, ἡ ζωὴ ποὺ χαρίζει σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶναι ἡ ἄπειρη καὶ ἀνερμήνευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβει αὐτά; Ποιὸς μπορεῖ νὰ μετρήσει τὸ ἄμετρο μέγεθος τῆς θείας ἀγάπης καὶ νὰ ἐξιχνιάσει τοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐκδηλώνεται καὶ προσφέρει τὰ ἀτίμητα δῶρα της στοὺς ἀνθρώπους; Ποιὸς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι τὴν κατανόησε, τὴ μέτρησε, εἶδε ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις της στὸν κόσμο καὶ ἔφθασε μέχρι τὰ ἔσχατα βάθη της; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐξαντλήσει τὸν πλοῦτο αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια ἀνθρώπων κατέφυγαν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ πῆραν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν: τὴ λύση τῶν προβλημάτων τους, τὴ θαυμα στὴ διάσωση ἀπὸ φοβεροὺς κινδύνους, τὴ θεραπεία ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, τὴν αἰώνια λύτρωση καὶ σωτηρία. Καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαντλεῖται οὔτε κἂν μειώνεται. Ὁ ἥλιος δισεκατομμύρια χρόνια λάμπει στὸν οὐρανὸ καὶ φωτίζει τὴ γῆ μας, τὴ θερμαίνει καὶ τὴ ζωογονεῖ. Σὲ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους δίνει τὸ φῶς καὶ κρατᾶ τὴ ζωὴ ἐπάνω στὴ γῆ, χωρὶς οἱ ἀκτίνες του νὰ χάνουν κάτι ἀπὸ τὴ λάμψη τους καὶ τὴ ζωογόνα θερμότητά τους. Ὅμως ὁ ἥλιος σταδιακὰ ἐξαντλεῖται, τὰ καύσιμά του μειώνονται, καὶ κάποτε – ἔστω σὲ πολὺ μεγάλο βάθος χρόνου – θὰ ἐξαντληθεῖ τελείως, θὰ συρρικνωθεῖ καὶ θὰ σβήσει. Ὁ ἥλιος ὅμως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ σβήσει πότε! Θὰ λάμπει πάντοτε καὶ θὰ λάμπει ὁλοένα περισσότερο ὅσο ὁ χρόνος θὰ περνᾶ, διότι νέες ἐκδηλώσεις της θὰ φανερώνονται στὸν κόσμο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι θὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ζωογόνες ἀκτίνες της, χωρὶς αὐτὲς νὰ ἐξασθενοῦν, χωρὶς ποτὲ νὰ μειώνονται. Ὅσοι ἄνθρωποι καὶ ἂν ζητήσουν νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο, Ἐκεῖνος θὰ τοὺς γνωρίζει ὅλους «κατ’ ὄνομα», τὸν καθένα χωριστὰ σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄλλος. Ὅσοι ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ζητοῦν ἄφεση, Αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ κουρασθεῖ νὰ δίνει. Καὶ ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πέρασαν, περνοῦν καὶ θὰ περάσουν ἀπὸ τὴ γῆ, θελήσουν νὰ συμμετάσχουν στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του, γιὰ ὅλους θὰ ὑπάρχει θέση καὶ θὰ μένει ἀκόμη τόπος γιὰ ἄλλους, «καὶ ἔτι τόπος ἐστί» (Λουκ. ιδ΄ 22). Ὁ πλοῦτος τοῦ Χριστοῦ! Φάνηκε τόσο καθαρὰ ὅταν μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἄνδρες καὶ ἐπιπλέον τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Ἔκοβε καὶ μοίραζε, ἔδινε, ἔδινε σ’ ὅλους, χωρὶς νὰ Τὸν ἀπασχολεῖ πόσοι εἶναι ἀκόμη αὐτοὶ ποὺ δὲν πῆραν καὶ χωρὶς νὰ ἀνησυχεῖ μήπως στὸ τέλος κάποιοι δὲν πάρουν. Καὶ στὸ τέλος περίσσεψαν πολὺ περισσότερα ἀγαθὰ ἀπ’ ὅσα ὑπῆρχαν στὴν ἀρχή! Δώδεκα κοφίνια γεμάτα! Ποιὸς ἄλλος μπορεῖ ἔτσι ἁπλόχερα καὶ ἀνεξάντλητα νὰ δίνει; Ποιὸς ἄλλος μπορεῖ ὄχι μόνο νὰ τρέφει τὰ σώματα, ἀλλὰ νὰ χορταίνει τὶς ἀνήσυχες καὶ ἀπαιτητικὲς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς βαθύτατους καὶ ἀσίγαστους πόθους τους γιὰ φῶς, γιὰ χαρά, γιὰ εἰρήνη, γιὰ ἀλήθεια, γιὰ ζωή; Μόνο Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἡ ἀναφαίρετη χαρά, ἡ ἀδιατάρακτη εἰρήνη, ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἡ αἰώνια ζωή. Ὅσοι σὲ κάποιο βαθμὸ ζοῦν τὸ μεγαλεῖο τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπερβαίνουν «πάντα νοῦν» καὶ εἶναι ἀνεξιχνίαστες, θεωροῦν πὼς ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἀνθρώπινα, τὰ γήινα, τὰ ἐφήμερα, εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ πωλοῦν, γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὸν πολύτιμο μαργαρίτη, τὸν δωρεοδότη Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Γιὰ τὸν Χριστό, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω», ὅλα τὰ στερήθηκα καὶ τὰ θεωρῶ τιποτένια καὶ ἄχρηστα, προκειμένου νὰ κερδίσω τὸν Χριστό (Φιλιπ. γ΄ 8). Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μέγας πλοῦτος τῶν πιστῶν, καὶ ὅποιος ἔχει τὸν Χριστό, ἔχει τὸ πᾶν.OΣΩΤΗΡ2070
Πλοῦτος ἀνεξιχνίαστος, πλοῦτος δηλαδὴ ἀνεξερεύνητος, ἀπεριόριστος, ἀκατάληπτος, ποὺ δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ συλλάβεις τὴν ἔκταση καὶ τὸ εἶδος του. Ποιὸς εἶναι ὁ πλοῦτος αὐτός; Εἶναι ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ, ὁ πλοῦτος τοῦ ἐλέους Του, ἡ ἀπέραντη εὐσπλαχνία Του, ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ συγχωρητικότητά Του, ἡ σοφία καὶ ἡ ἀλήθεια Του, ἡ ζωὴ ποὺ χαρίζει σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶναι ἡ ἄπειρη καὶ ἀνερμήνευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβει αὐτά; Ποιὸς μπορεῖ νὰ μετρήσει τὸ ἄμετρο μέγεθος τῆς θείας ἀγάπης καὶ νὰ ἐξιχνιάσει τοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐκδηλώνεται καὶ προσφέρει τὰ ἀτίμητα δῶρα της στοὺς ἀνθρώπους; Ποιὸς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι τὴν κατανόησε, τὴ μέτρησε, εἶδε ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις της στὸν κόσμο καὶ ἔφθασε μέχρι τὰ ἔσχατα βάθη της; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐξαντλήσει τὸν πλοῦτο αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια ἀνθρώπων κατέφυγαν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ πῆραν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν: τὴ λύση τῶν προβλημάτων τους, τὴ θαυμα στὴ διάσωση ἀπὸ φοβεροὺς κινδύνους, τὴ θεραπεία ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, τὴν αἰώνια λύτρωση καὶ σωτηρία. Καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαντλεῖται οὔτε κἂν μειώνεται. Ὁ ἥλιος δισεκατομμύρια χρόνια λάμπει στὸν οὐρανὸ καὶ φωτίζει τὴ γῆ μας, τὴ θερμαίνει καὶ τὴ ζωογονεῖ. Σὲ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους δίνει τὸ φῶς καὶ κρατᾶ τὴ ζωὴ ἐπάνω στὴ γῆ, χωρὶς οἱ ἀκτίνες του νὰ χάνουν κάτι ἀπὸ τὴ λάμψη τους καὶ τὴ ζωογόνα θερμότητά τους. Ὅμως ὁ ἥλιος σταδιακὰ ἐξαντλεῖται, τὰ καύσιμά του μειώνονται, καὶ κάποτε – ἔστω σὲ πολὺ μεγάλο βάθος χρόνου – θὰ ἐξαντληθεῖ τελείως, θὰ συρρικνωθεῖ καὶ θὰ σβήσει. Ὁ ἥλιος ὅμως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ σβήσει πότε! Θὰ λάμπει πάντοτε καὶ θὰ λάμπει ὁλοένα περισσότερο ὅσο ὁ χρόνος θὰ περνᾶ, διότι νέες ἐκδηλώσεις της θὰ φανερώνονται στὸν κόσμο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι θὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ζωογόνες ἀκτίνες της, χωρὶς αὐτὲς νὰ ἐξασθενοῦν, χωρὶς ποτὲ νὰ μειώνονται. Ὅσοι ἄνθρωποι καὶ ἂν ζητήσουν νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο, Ἐκεῖνος θὰ τοὺς γνωρίζει ὅλους «κατ’ ὄνομα», τὸν καθένα χωριστὰ σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄλλος. Ὅσοι ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ζητοῦν ἄφεση, Αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ κουρασθεῖ νὰ δίνει. Καὶ ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πέρασαν, περνοῦν καὶ θὰ περάσουν ἀπὸ τὴ γῆ, θελήσουν νὰ συμμετάσχουν στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του, γιὰ ὅλους θὰ ὑπάρχει θέση καὶ θὰ μένει ἀκόμη τόπος γιὰ ἄλλους, «καὶ ἔτι τόπος ἐστί» (Λουκ. ιδ΄ 22). Ὁ πλοῦτος τοῦ Χριστοῦ! Φάνηκε τόσο καθαρὰ ὅταν μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἄνδρες καὶ ἐπιπλέον τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Ἔκοβε καὶ μοίραζε, ἔδινε, ἔδινε σ’ ὅλους, χωρὶς νὰ Τὸν ἀπασχολεῖ πόσοι εἶναι ἀκόμη αὐτοὶ ποὺ δὲν πῆραν καὶ χωρὶς νὰ ἀνησυχεῖ μήπως στὸ τέλος κάποιοι δὲν πάρουν. Καὶ στὸ τέλος περίσσεψαν πολὺ περισσότερα ἀγαθὰ ἀπ’ ὅσα ὑπῆρχαν στὴν ἀρχή! Δώδεκα κοφίνια γεμάτα! Ποιὸς ἄλλος μπορεῖ ἔτσι ἁπλόχερα καὶ ἀνεξάντλητα νὰ δίνει; Ποιὸς ἄλλος μπορεῖ ὄχι μόνο νὰ τρέφει τὰ σώματα, ἀλλὰ νὰ χορταίνει τὶς ἀνήσυχες καὶ ἀπαιτητικὲς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς βαθύτατους καὶ ἀσίγαστους πόθους τους γιὰ φῶς, γιὰ χαρά, γιὰ εἰρήνη, γιὰ ἀλήθεια, γιὰ ζωή; Μόνο Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἡ ἀναφαίρετη χαρά, ἡ ἀδιατάρακτη εἰρήνη, ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἡ αἰώνια ζωή. Ὅσοι σὲ κάποιο βαθμὸ ζοῦν τὸ μεγαλεῖο τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπερβαίνουν «πάντα νοῦν» καὶ εἶναι ἀνεξιχνίαστες, θεωροῦν πὼς ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἀνθρώπινα, τὰ γήινα, τὰ ἐφήμερα, εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ πωλοῦν, γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὸν πολύτιμο μαργαρίτη, τὸν δωρεοδότη Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Γιὰ τὸν Χριστό, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω», ὅλα τὰ στερήθηκα καὶ τὰ θεωρῶ τιποτένια καὶ ἄχρηστα, προκειμένου νὰ κερδίσω τὸν Χριστό (Φιλιπ. γ΄ 8). Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μέγας πλοῦτος τῶν πιστῶν, καὶ ὅποιος ἔχει τὸν Χριστό, ἔχει τὸ πᾶν.OΣΩΤΗΡ2070
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου