
Βρέθηκα πρὶν ἀπὸ λίγο διάστημα
γιὰ μιὰ ὑπόθεση στὸν Βόλο. Ὄμορφη πόλη στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Παγασητικοῦ καὶ τοῦ Πηλίου. Ὁλοκληρώνοντας τὴν παραμονή μου εἶπα νὰ πάω
στὸ ΚΤΕΛ μὲ τὰ πόδια – δὲν ἔμενα καὶ
πολὺ μακριά του. Θὰ περνοῦσα γιὰ λίγο καὶ ἀπὸ τὴν παραλία μὲ τὶς ψαρόβαρκες. Περνώντας ὅμως ἔξω ἀπὸ τὸν
ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως κάτι τράβηξε τὴν προσοχή μου: Μιὰ προτροπὴ σ᾿
ἕναν τοῖχο στὴν πλατεία ἀπέναντι ἀπὸ
τὸν Ναό. Στοὺς τοίχους πλέον γράφονται πολλὰ καὶ διάφορα μηνύματα, ἀλλὰ
αὐτὸς εἶχε καὶ «συντροφιά». Ἔγραφε:
«Ἂν δὲν τὸ χρειάζεσαι, ἄφησέ το· ἂν τὸ
χρειάζεσαι, πάρ’ το». Καὶ ἡ «συντροφιά»
του ἦταν μιά - δυὸ τσάντες ἀκουμπισμένες πάνω του μὲ διάφορα πράγματα.
Κάποιος, κάποιοι τὰ ἄφησαν γιὰ νὰ τὰ
πάρει ἕνας συνάνθρωπός μας ποὺ τὰ
χρειάζεται. Καὶ μήπως εἶναι λίγοι αὐτοὶ
ποὺ εἶναι ἀναγκεμένοι σήμερα; σκέφθηκα. Ἄνεργοι, ἀπολυμένοι, μὲ δάνεια στὴν
πλάτη τους, ποὺ τοὺς ξεγέλασαν οἱ τράπεζες, ἄνθρωποι μὲ ἀγωνία γιὰ τὸ αὔριο
καὶ τὰ σπιτικά τους.
Ἀσυναίσθητα καθὼς προχωροῦσα, μὲ
πῆγε ἡ σκέψη μου μερικὲς δεκαετίες πίσω. Πῶς ἤμασταν; πῶς ξεκινήσαμε;
πῶς ἦταν ὁ κόσμος;... Οἱ ἄνθρωποι ἦταν
τότε εἰρηνικοί, χαρούμενοι, ξέγνοια στοι,
κι ἂς εἶχαν λιγότερα πράγματα, ἦταν πονετικοί. Ἔπειτα ὅλα ἄλλαξαν. Θυμᾶμαι
καὶ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου πόσοι
ἔτρεχαν νὰ προλάβουν νὰ πάρουν δάνεια γιὰ ἐξοχικά, δάνεια γιὰ ταξίδια καὶ
ἐκδρομές, καταναλωτικὲς κάρτες γιὰ νὰ
ἀγοράζουν ὅ,τι τοὺς γυάλιζε στὸ μάτι (2-
3 ντουλάπες γιὰ τὰ ἐπιπλέον ροῦχα, 2-3
σκυλιὰ νὰ τοὺς φυλᾶνε...).
Παράδεισος θὰ γίνουμε, μᾶς ἔλεγαν οἱ
κυβερνήσεις καὶ τὰ μέσα ἐνημερώσεως
μὲ τὶς σχετικὲς διαφημίσεις. Ὅλα γιὰ σᾶς
μὲ εὐκολίες πληρωμῆς, συμπλήρωναν
οἱ τράπεζες, κλείνοντας τὸ μάτι οἱ μὲν
στοὺς δέ. Ἔτσι γίναμε ἄνθρωποι καταναλωτές. Γέμισαν μὲ πράγματα τὰ σπίτια μας καὶ γεμίσαμε μὲ ἔγνοιες.
Ὅμως πόσο θὰ κρατοῦσε αὐτό; Δὲν
τὸ καταλαβαίναμε ὅτι μᾶς ὁδηγοῦσε σὲ
ἐπικίνδυνα κατατόπια;
Ἐδῶ καὶ 9-10 χρόνια ἀρχίσαμε νὰ τὸ
καταλαβαίνουμε, καὶ πρῶτοι οἱ γνωστοί
μας ποὺ ξεγελάσθηκαν. Στὴν ἀρχὴ ἦταν
σκεφτικοί, πιὸ ἀνήσυχοι κατόπιν, τώρα
φοβισμένοι· σὰν ἄρρωστοι.
Χάσαμε τὸν ὕπνο μας, λένε. Στὶς κουβέντες τους ἐδῶ κι ἐκεῖ ἄκουγες καὶ νέες ἐκφράσεις: «Κόκκινα δάνεια», «ἀπατεῶνες», «ξεπούλημα»...
Τότε ἀγόραζαν τὰ περιττά· τώρα, γιὰ
νὰ τὰ βγάλουν πέρα, δίνουν καὶ τὰ ἀναγκαῖα.
Θυμήθηκα λοιπόν, μ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶδα
γραμμένο στὸν τοῖχο, πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια. Πόσοι ἔχουν μαζέψει πράγματα ποὺ δὲν τοὺς εἶναι ἀπαραίτητα! Δὲν
εἶχαν κάποιο μέτρο στὴν ἀπόκτησή τους. Πόσοι τώρα στεροῦνται! Ἔρχονται ὅμως μερικοὶ ἄνθρωποι καὶ
ἀφήνουν διάφορα εἴδη, ὥστε κάποιοι ἄλλοι, ποὺ προφανῶς τὰ χρειάζονται καὶ δυσκολεύονται νὰ τὰ ἀγοράσουν, νὰ τὰ παίρνουν. «Ὅσο πιὸ πολλὰ ἔχεις ποὺ
δὲν σοῦ εἶναι ἀπαραίτητα, τόσο πιὸ πολλὲς ἔγνοιες
θὰ σοῦ δημιουργοῦν», ἔλεγε σοφὰ ὁ ἅγιος Παΐσιος.
«Τίποτε ἄλλο δὲν χαρακτηρίζει τὴ φιλοσοφημένη(χριστιανική) ζωὴ ὅσο ἡ ἁπλότητα, ἡ λιτότητα καὶ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν
ἀπουσία κάθε ἀνάγκης», ὑπενθύμιζε ὁ ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος. Ἡ λιτότητα ἀκόμη καὶ στὴν τροφή, τὸ
λένε καὶ οἱ γιατροὶ κάθε τόσο, εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας
καὶ τῆς εὐχαριστήσεως, ἐπειδὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία ἱκανοποιεῖ χωρὶς νὰ προξενεῖ κορεσμὸ καὶ διάφορες διαταραχές.
Τὸ λένε παραδόξως καὶ κάποιοι πολιτικοί μας, ὅτι
χρειάζεται λιτότητα γιὰ νὰ πᾶμε μπροστά.
Δυστυχῶς ὅμως ἡ διαπίστωση αὐτὴ γιὰ τὴν ἀξία τῆς
ὀλιγάρκειας στοὺς πιὸ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς ἦρθε πολὺ
ἀργά. Ἔστω ὅμως καὶ τώρα. Ἂς εἶναι. Ἀναδύεται ἀπ᾿
τὴν ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα τώρα μαζί της ἡ συμπόνια καὶ
ἡ ἀλληλοβοήθεια.
Αὐτὰ τὰ δύο, ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια, μᾶς
κράτησαν ζωντανούς, ὄρθιους. Αὐτὰ καὶ τώρα ἀπὸ καταναλωτὲς μποροῦν νὰ μᾶς κάνουν ξανὰ ἀνθρώπους
συνετούς, ζητώντας δὲ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ
δοῦμε θαύματα στὴ ζωή μας καὶ στὴν Πατρίδα μας.ΟΣΩΤΗΡ2208
22 Νοεμβρίου, 2022
ΕΝΑΣ ΤΟΙΧΟΣ ΜΙΛΑΕΙ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου