Οι σαμουράι (ιαπωνικά: 侍), όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται στην ιαπωνική ιστορία, ήταν μια τάξη άφοβων και βίαιων πολεμιστών, που ουσιαστικά κυριάρχησε στην Ιαπωνία για περισσότερα από 600 χρόνια, από τα μέσα του 12ου αιώνα.
| Οι Σαμουράι επεκράτησαν στην φεουδαλιστική Ιαπωνία από τον 12ο μέχρι τον 19ο αιώνα, η πραγματικά απόλυτη κυριαρχία τους, το ζενίθ, ήρθε το 1615. |
| Ο τίτλος Σέι-ι-Τάι-σόγκουν σημαίνει «Ο Μεγάλος Στρατηγός που υποτάσσει τους βαρβάρους». |
| Χάρα Κίρι σημαίνει στην κυριολεξία «κόψιμο στομάχου». |
| Ορισμένοι Samurai ήσαν συγγενείς των γαιοκτημόνων, ενώ άλλοι είχαν προσληφθεί ως μισθοφόροι. |
| Απέκτησαν παγκόσμια φήμη για τις ικανότητές τους στο χειρισμό των όπλων, ιδιαίτερα στο ξίφος, |
| Ιστορίες για θαρραλέες και αφοσιωμένες σαμουράι γυναίκες αφθονούν στο επικό έργο Χάικε Μονογκατάρι. |
| Οι σαμουράι απέκτησαν δύναμη μέσα από αυτές τις συνεχόμενες μάχες ανάμεσα στις τρεις κύριες φυλές: την πατριά Μιναμότο, την πατριά Φουτζιβάρα και την πατριά Τάιρα. |
| ο όρος σαμουράι αναφερόταν κυρίως στους ιππότες-ευγενείς, ενώ ο όρος μπούσι αναφερόταν στους πολεμιστές. |
| Οι σόγκουν ανέπτυξαν έναν κώδικα βασισμένο στις αρχές του Κομφουκιανισμού και του Ζεν Βουδισμού, που έγινε γνωστός ως Μπουσίντο, ή ο Δρόμος του Πολεμιστή. |
| Η ουσία του κώδικα μπουσίντο ήταν η πλήρης υπακοή στο φεουδάρχη άρχοντα, |
| Ιδιαίτερη κατηγορία των σαμουράι ήταν οι χαταμότο, η ανώτατη τάξη πολεμιστών, προσωπική φρουρά του σόγκουν. |
| Το ετος 1100 οι Samurai απεκτησαν στρατιωτική και πολιτική εξουσία στο μεγαλύτερο τμήμα της Ιαπωνίας. |
| Η ιαπωνικη κοινωνία διαιρείτο σε 4 ουσιαστικά τάξεις: των Σαμουράι, στην κορυφή της πυραμίδας, των αγροτών, των χειροτεχνών και των εμπόρων. |
| Η μετάβαση από μία κοινωνική τάξη σε άλλη, ήταν αδύνατη. |
| H εκπαίδευση τού Σαμουράι ξεκινούσε από τη γέννησή του σχεδόν, για τη συγκεκριμένη θέση την οποία προοριζόταν να κατέχει. |
| Στην ηλικία των 5 ετών, τους εδίδοντο τα σπαθιά τους (τα οποία δεν έπρεπε ποτέ έκτοτε να αποχωριστούν) και η πανοπλία τους. |
| Στην ηλικία μεταξύ των 10 και 12 ετών, έπρεπε να αφιερώνουν μέχρι και 12 ώρες την ημέρα σε θέματα από καθαρώς ακαδημαϊκά, μέχρι τη μουσική παιδεία και τη σωματική εξάσκηση. |
| Στα 13 ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν. |
| Προσθήκη λεζάντας |
| Στα τέλη του 16ου αιώνα οι σαμουράι άρχισαν να φορούν δύο ξίφη. |
| Το ένα ήταν μακρύ (ντάιτο-κατάνα) και μεγαλύτερο από 60 εκ. Το άλλο ήταν κοντό (σότο-γουαζικάσι), 30-60 εκ. |
| Οι σαμουραι απελάμβαναν να καπνίζουν πίπα (KISERU) η οποία μάλιστα αργότερα εξελίχθηκε και σε όπλο αυτοάμυνας, όπως και η η βεντάλια. |
| Οι ηλικιωμένοι Σαμουράι σχεδόν πάντα άφηναν γενειάδα, ενώ οι νεώτεροι προτιμούσαν να είναι ξυρισμένοι. |
| Το ζεστό και υγρό κλίμα τής χώρας δημιουργούσε προβλήματα κυρίως στις πανοπλίες, οι οποίες γέμιζαν παράσιτα. Για τον λόγο αυτό οι Σαμουράι τις κρεμούσαν και τις «κάπνιζαν» πάνω από φωτιές. |
Η λέξη σαμουράι προέρχεται από το ιαπωνικό ρήμα σαμoρό ή σαμπουρό και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τους προσωπικούς υπηρέτες των πλούσιων και πανίσχυρων γαιοκτημόνων του 8ου αιώνα στην Ιαπωνία.
ΑπάντησηΔιαγραφή