Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Μια γιαγιά καλόγρια

Από laconialive.gr
-11 Ιουλίου 2019
«… κόσμου ούσι του ματαίου εκτός»

Ο Εσπερινός, σ’ εκείνο το παλαιό μοναστήρι που βρεθήκαμε (καλοκαίρι 2010), είχε αρχίσει και γινόταν σύννεφο. Κι εμείς, αρπαγμένοι εκούσια στην αγκαλιά του, είχαμε αρχίσει να πετάμε κοντά στα «Ουράνια Δώματα». Οι ψαλμωδίες, οι εκφωνήσεις, το θυμίαμα, οι ασκητικές μορφές και τα μεγάλα μάτια των Αγίων γύρωθεν, η προσευχή, το σταυροκόπημα, οι γονυκλισίες… όλα… όλα ήταν εκεί, για να στήσουν τη Σκάλα του Ιακώβ ορθή, ν’ ανέβουν οι πεσμένοι άνθρωποι… όσοι τουλάχιστον ήθελαν, μπορούσαν και πάσχιζαν.


Εκεί ήταν και η Γερόντισσα. Πόσα χρόνια είχαν διαβεί από μπροστά της; Πόσοι καιροί, πόσοι χειμώνες και πόσες άνοιξες; Κοντούλα, αδύνατη, κυρτωμένη από τα χρόνια, σεβάσμια! Μέσα από τα ράσα και τη μαντίλα της αφοσίωσης ξεπρόβαλλε ένα αγλαό πρόσωπο, γεμάτο έγνοια για την Προσευχή αλλά και για να γίνονται όλα μέσα στο ναό καθώς έπρεπε, δυο μάτια γεμάτα φως λες κι είχαν πάρει λάμψη απ’ τα αγιοκέρια που σιγόκαιγαν στο μανουάλι, απ’ τη φλόγα που ανάδευε στα καντήλια, λες κι ο αγιογράφος που κάποτε αποτύπωσε με τον χρωστήρα του τα μάτια των Αγίων ζωγράφισε και τα μάτια της Γερόντισσας. Και δεν ήταν μόνο τα πρόσωπο και τα μάτια. Ήταν και δυο χέρια άσαρκα, κουρασμένα, ταλαιπωρημένα απ’ την αρθρίτιδα, γεμάτα όμως από δύναμη και θέληση για διακονία. Τη μια την έβλεπες τη Γερόντισσα στο μανουάλι να φροντίζει τα κεριά. Την άλλη με τη λαμπάδα στο χέρι να παραστέκει τον Ιερέα, ίδιος στρατιώτης της πίστης έτοιμος να πολεμήσει τον Κακό.

Μετά, να σφουγγίζει με τρυφερότητα την εικόνα της Παναγίας. Κατόπι να κρατά το θυμιατό. Πότε εδώ… πότε εκεί… πότε παραπέρα… πότε πίσω… πότε μπροστά! Τυλιγμένη μέσα στο θυμίαμα, η Γερόντισσα, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και είχε κάνει φτερά αγγελικά και κάθε φορά, με την προσταγή του Κυρίου, βρισκόταν πρόθυμη κοντά στο θέλημά Του. Κι όταν δεν υπήρχε διακόνημα απαιτητό, «κούρνιαζε» η Γερόντισσα σε μια κόγχη της εξώθυρας και μετρούσε τις προσευχές της με το κομποσχοίνι, όρθια, τελείως ακίνητη, εξαϋλωμένη, αφοσιωμένη «ψυχή τε και σώματι» στη μυστική συνομιλία της με τον Πατέρα. Νέα παιδιά, άντρες δυνατοί και ώριμοι, γυναίκες επίσης, νικημένοι όλοι απ’ την ορθοστασία, αναζητούσαν μια στάλα ξεκούραση στις λιγοστές καρέκλες και στα στασίδια, ακουμπούσαν τις πλάτες τους στις κολόνες και στους τοίχους, άλλαζαν διαρκώς πόδι ξεκούρασης, μα εκείνη η γριούλα η Μοναχή, η Γερόντισσα, που κόντευε, ίσως, έναν αιώνα ζωής, η αδύνατη, η καμπουριασμένη από τα χρόνια, με τα δάχτυλα τα παραμορφωμένα απ’ την αρθρίτιδα και με τα πόδια τα αδύναμα, στεκόταν εκεί στη μισοσκότεινη γωνιά της, όρθια, στητή, ακίνητη, με τα μάτια καρφωμένα πότε στη γη και πότε στον ουρανό, με το κομποσχοίνι μόνο να γυρίζει αργά και υπομονετικά μέσα στα δάχτυλά της και τα χείλη της να αργοσαλεύουν στις κρυφές προσευχές.

«Τοῖς ἐρημικοῖς, ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὖσι τοῦ ματαίου ἐκτός…»

Μια βελανιδιά αιωνόβια είχε γίνει η γιαγιά καλόγρια, με τεράστια και γερά κλωνάρια και ύψος δυσθεώρητο, που οι ρίζες της χώνονταν βαθιά και στέρια μες στη γη και η κορφή της έφτανε ως τους εφτά ουρανούς. Ένας Ανταίος της Εκκλησίας, που πατώντας στέρεα και σίγουρα πάνω στα γερά και ακλόνητα θεμέλια της αγνής και άδολης Πίστης αντλούσε δύναμη θαυμαστή και Θεία για να υπερβαίνει τα γήινα και να γίνεται Πνεύμα Θεού Ζώντος. Οι «Αθλητές» ήταν πολλοί σ’ εκείνον τον κατανυκτικό Εσπερινό, όμως ΟΛΟΙ είχαν «νικηθεί» από μια αδύνατη και αδύναμη κατά το σώμα αλλά ισχυρή και κραταιά κατά το Πνεύμα, την Πίστη και την Ψυχή γιαγιούλα. Οι γύρω της άνθρωποι έστρεφαν κάθε τόσο το βλέμμα τους πάνω της με θαυμασμό, αμηχανία και (ίσως) κάποιες ενοχές. Πώς δεν κατέρρεε η γιαγιούλα; Πώς άντεχε στην ορθοστασία; Από πού έπαιρνε δύναμη; Γιατί αυτοί είχαν όλοι «παραδοθεί» και η γιαγιούλα η Μοναχή συνέχιζε απτόητη να «αθλείται»; Κάποια στιγμή, μια ευσεβής κι ευγενική κυρία δεν άντεξε: σηκώθηκε απ’ τη θέση της και, αγγίζοντας ελαφρά τη Γερόντισσα, της πρόσφερε το κάθισμά της. Γύρισε εκείνη το κεφάλι, την κοίταξε στοργικά και… απλά «δάγκωσε» ελαφρά το κάτω χείλι της, σαν να ’λεγε: «Δεν μπορεί να γίνει αυτό, κόρη μου». Κι εκεί τελείωσαν όλα. Για να επιβεβαιωθεί το ρηθέν: «Ουκ έδωκαν ύπνον τοις οφθαλμοίς αυτών, ουδέ τοις κροτάφοις ανάπαυσιν».

Σαν τέλειωσε ο Εσπερινός η γιαγιούλα η Μοναχή χάθηκε απ’ τη γωνιά της σαν να αναλήφθηκε στα Ουράνια. Ώσπου να βγει το εκκλησίασμα στον περίβολο της Μονής, βρέθηκε η γιαγιούλα η Καλόγρια πίσω από ένα τραπεζάκι καλοστρωμένο, μ’ ένα δίσκο γεμάτο λουκουμάκια και μια γυάλινη κανάτα με κρύο νερό, καλώντας τους ευλαβείς προσκυνητές:

– Ελάτε να πάρετε ένα λουκουμάκι. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο. Είναι φτωχό το μοναστηράκι μας!

Όταν μέσα στο δειλινό που έβαφε κόκκινα τα σύννεφα πάνω στις κορυφογραμμές απομακρυνόμαστε από το Μοναστήρι (Ιερά Μονή Καλτεζών Αρκαδίας), μας φάνηκε πως πάνω απ’ το Καθολικό, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα γαλαζόλευκο σύννεφο, βρισκόταν η Παναγία μας με τη μορφή της Γερόντισσας και κρατούσε στην αγκαλιά Της, μαζί με τον μικρό Χριστό, τις αμαρτίες μας, τις ελπίδες, τις προσευχές, τις συγγνώμες, τις ενοχές μας, τα πάθη, τους πόνους μας… ό,τι, εν ενί λόγω, είχε αποθέσει κάθε άνθρωπος μπροστά στην εικόνα Της με την προσευχή και το μυστικό άδειασμα της καρδιάς του. Κάθε προσκυνητής, σ’ εκείνο το παλιό ιστορικό μοναστήρι, είχε βιώσει μιαν αλήθεια που συνήθως εμείς οι «του κόσμου τούτου» λησμονάμε: Ότι τις ώρες που εμείς πασχίζουμε στην καθημερινότητά μας για τις «βιοτικές μέριμνες», ξεχνώντας ολότελα πως εκτός από σάρκα είμαστε και ψυχή, εκείνες τις ίδιες στιγμές, μέσα στα μοναστήρια, κάποιοι μαυροφορεμένοι «στρατιώτες» της Πίστης (οι Μοναχοί και οι Μοναχές) πασχίζουν, με νηστεία, εγκράτεια, άσκηση, προσευχή, μετάνοια και αφοσίωση να μας σώσουν από την «απώλεια» και να κρατήσουν τον δρόμο προς τα «Άνω» ανοιχτό, ξεριζώνοντας τα ζιζάνια που πάνε να τον κάνουν αδιάβατο, με χέρια γυμνά και πληγωμένα από τις μάχες.

Η καρδιά μας δεν μπορεί παρά να τους πει μόνο ένα μεγάλο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ»!

«Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3, 20).

Βαγγέλης Μητράκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου