07 Ιανουαρίου, 2020

Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

    Aφοῦ ἡ Παρθένος ἀνύμνησε καὶ δόξασε
τὸ μεγαλεῖο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφοῦ σκίρ-
τησε ἀπὸ χαρά, διότι ὁ Θεὸς τὴν ἔσωσε
μαζὶ μὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, πρόσθε-
σε: «Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν
τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α΄ 48). Δοξάζει
ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο, διότι ἔριξε εὐμενὲς
βλέμμα στὴ μικρότητα καὶ ἀσημότητα ἐμοῦ,
ἡ ὁποία εἶμαι δούλη Του.
Ἐξ ἀφορμῆς τῶν λόγων αὐτῶν τῆς μόνης
ἀγαθῆς ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης πα-
ρατηρεῖ ὅτι ἡ ἀειπάρθενος Κόρη ἦταν προι-
κισμένη μὲ τὴν ταπείνωση ποὺ διακρίνεται
ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀσημαντότητος, τὴ μεί-
ωση καὶ μικρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσε-
ως, «συγκρινομένη πρὸς τὸ ὕψος καὶ τὴν
ὑπεροχὴν τῆς θείας φύσεως καὶ μεγαλειότη-
τος». Κυρίως ὅμως μὲ τὴν ταπείνωση ποὺ
προέρχεται ἀπὸ τὴ θέλησή μας, τὴν ἑκού-
σια, κατὰ τὸ «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός
εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ [11]
29)1.
Ἡ Παναγία μας δὲν εἶχε τὴν ταπείνωση
ποὺ ἐκφράζεται μὲ ταπεινολογίες καὶ ἐξω-
τερικὰ σχήματα. Ἡ Παρθένος ἦταν στολι-
σμένη μὲ τὴν ταπείνωση ἐκείνη ποὺ ὁρίζει
ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφοντας
πρὸς τὴ μοναχὴ Ξένη· δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τα-
πείνωση τὴν ὁποία «κτίζει αὐτὸ τό (Ἅγιον)
Πνεῦμα» καὶ τὴν ἐγκαινιάζει μέσα μας, ἀφοῦ
καθαρίσει τὸν νοῦ καὶ τὸ ἐσωτερικό μας.
Τέτοια ταπείνωση εἶχε ἡ Θεοτόκος στὰ
βάθη τῆς πάναγνης ψυχῆς της. Ταπείνωση
ποὺ ἦταν χάρισμα καὶ δωρεὰ τοῦ Παρακλή-
του Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό
της ἀνάξιο μιᾶς τόσο μεγάλης δωρεᾶς τοῦ
Θεοῦ. Ἢ καὶ συγκρίνει τὴν εὐτέλεια τῆς φύσε-
ώς της «πρὸς τὸ ὕψος τῆς θείας» φύσεως2.
Ἡ πάνσεμνος Κόρη μὲ τὸν λόγο της «ἐπέ-
βλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐ­
τοῦ», ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε: Ποιὰ εἶμαι ἐγώ,
ὥστε νὰ θεωροῦμαι ἱκανὴ γιὰ ἕνα τόσο με-­
γάλο ἔργο; «Αὐτός», ὁ Κύριος, «ἐπέβλεψεν,
οὐκ ἐγὼ προσεδόκησα»· ἐγὼ δὲν περίμενα
τέτοιο πράγμα, διότι «ταπεινὴ ἤμην καὶ ἀ-­
περριμμένη, καὶ νῦν (καὶ τώρα) ἀπὸ γῆς εἰς
οὐρανὸν μεταβαίνω καὶ εἰς ἄρρητον οἰκονο-
μίαν ἕλκομαι» (ὁδηγοῦμαι)3.
Μὲ τὴ στάση της αὐτὴ ἡ Παρθένος, ποὺ
γνώριζε ἀσφαλῶς τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, σὲ
ποιὸν θὰ ρίξω εὐμενὲς τὸ βλέμμα μου παρὰ
μόνο στὸν ταπεινὸ καὶ εἰρηνικὸ καὶ ὑπομο-
νητικὸ καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ πολὺ φόβο ἐπι-
μελεῖται τὴν ἐφαρμογὴ τῶν λόγων μου (Ἡσ.
ξς΄ [66] 2), ἐπιγράφει ὅλα τὰ κατορθώμα-
τα καὶ τὶς ἀρετές της ὄχι στὸν ἑαυτό της καὶ
στὴν ἱκανότητά της ἀλλὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ
δική Του δύναμη.
Ὤ! ἡ ταπείνωση τῆς Θεοτόκου· δὲν ἦταν
μονάχα ριζωμένη στὰ βάθη τῆς ἁγνῆς καρ-
διᾶς της· ταυτόχρονα τὴν πλημμύριζε κυρι-
ολεκτικά, καθὼς ἀνέβλυζε σὰν ἀπὸ πηγή.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀρετή της ἔλαμπε στὰ λόγια,
στὸ ἦθος, σ’ ὅλα τὰ φερσίματά της! Κυρι-
ευόμαστε ἀπὸ ἀπορία, ἔκσταση, θάμβος
ὅταν σκεφθοῦμε τὸ μεγαλεῖο τῆς βαθύτατης
ταπεινώσεώς της. Κυοφοροῦσε στὴν παρ-­
θενικὴ κοιλία της «τὸν τὰ πάντα φέροντα
Θεὸν Λόγον». Ἦταν «Μήτηρ ἀληθὴς τοῦ
Θεοῦ καὶ βασίλισσα πάντων τῶν κτισμάτων
ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων»· ὡστόσο ὀνομάζει
τὸν ἑαυτό της «δούλην τοῦ Θεοῦ»! Ἀφενὸς
μέν, «διότι κατὰ τὴν φύσιν καὶ δημιουργί-
αν ἦτον δούλη Θεοῦ, κατὰ τὸ ψαλμικὸν ‘‘τὰ
σύμπαντα δοῦλα σά’’ (Ψαλ. ριη΄ [118] 91)».
Καὶ ἀφετέρου, γιὰ τὴ βαθύτατη ταπείνω-
σή της. Διότι ὅσο ἦταν «μεγάλη καὶ ὑψηλή,
τόσον περισσότερον ἐταπείνωνε τὸν ἑαυ-
τόν της», ὥστε ἀπὸ τὴν ταπείνωση αὐτὴ
νὰ λάβει περισσότερη χάρη ἀπὸ τὸν Θεό,
ὅπως λέγει ὁ σοφὸς Σειράχ: «Ὅσῳ μέγας εἶ,
τοσούτῳ ταπείνου σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυ-
ρίου εὑρήσεις χάριν» (Σοφ.Σειρ. γ΄ 18). Ὁ
ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος διδάσκει ὅτι ἀληθινὰ
ταπεινόφρων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐνῶ «ἔχει ἐν
τῷ κρυπτῷ τι (κάτι) ἄξιον ὑπερηφανίας» δὲν
ὑπερηφανεύεται, ἀλλὰ θεωρεῖ μὲ τὴ διάνοιά
του τὸ χάρισμα αὐτὸ «ὡς χοῦν», ὡς χῶμα4.
Γι’ αὐτὸ ὁρισμένοι παρατηροῦν ὅτι ἡ Παρ-
θένος Μαρία λόγῳ τῆς βαθύτατης ταπει-
νώσεώς της δὲν φανέρωσε στὸν μνηστήρα
της Ἰωσὴφ τὸν Εὐαγγελισμὸ ποὺ δέχθηκε
ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, παρ’ ὅλον ὅτι
ἔβλεπε πὼς ὁ Ἰωσὴφ βρισκόταν σὲ μεγάλη
ἀπορία γιὰ τὴν προφανὴ ἐγκυμοσύνη της.
Δὲν τὸν φανέρωσε γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι
καυχᾶται καὶ ἀλαζονεύεται γιὰ τὴ μοναδι-
κή, τὴν ἀνέλπιστη καὶ ἄφραστη δωρεὰ τοῦ
Θεοῦ. Σιωποῦσε ἡ Παρθένος καὶ ἄφησε
νὰ πληροφορήσει τὸν Ἰωσὴφ ὁ Θεός. Σιω-
ποῦσε, προτιμώντας νὰ θεωρηθεῖ ἀπὸ τὸν
μνηστήρα της κλεψίγαμος, παρὰ νὰ θεωρη-
θεῖ ὑπερήφανη5!
Ἡ εὐλογημένη Θεοτόκος γνώριζε, χάρη
στὴν κατὰ Θεὸν σοφία της, ἐκεῖνο ποὺ θὰ
ἔγραφε ἀργότερα ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ,
ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: Ὁ ταπεινὸς
ἄνθρωπος, ἔγραψε ὁ Ὅσιος, οὐδέποτε πέ-
φτει. Διότι ἀπὸ ποῦ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκε-
ται κάτω ἀπὸ ὅλους! Ταπεινώνει πολὺ τὸν
ἄνθρωπο ἡ ὑψηλοφροσύνη, ἐνῶ ἡ ταπεινο-
φροσύνη γίνεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὕψωση
καὶ τιμιότητα καὶ ἀξίωμα6.
Ἂς παραδειγματισθοῦμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν
ταπείνωση τῆς Θεοτόκου! Παρ’ ὅλον ὅτι «εἶ-­
χε συναγμένον εἰς τὸν ἑαυτόν της τὸ πλή-
ρωμα ὅλων ὁμοῦ τῶν χαρίτων, ὅσας ἔλα-
βον ὅλα τὰ κατὰ μέρος κτίσματα τοῦ Θεοῦ
ἐπίγεια καὶ οὐράνια», ἐντούτοις ταπεινωνό-
ταν καὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό της κατώτερο
ὅλων! Ὅσοι ἑπομένως ὑψηλοφρονοῦν γιὰ
ὁποιονδήποτε λόγο, ἂς μάθουν, γράφει ὁ
ὅσιος Νικόδημος, «ὅτι ἐὰν δὲν φθάσουν εἰς
τὴν πόλιν τῆς ταπεινώσεως» καὶ ἂν ἀκόμη
ἡσυχάσουν ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἂν ἀκόμη λά-
βουν χαρίσματα, δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστεύ-
ονται τοὺς ἑαυτούς τους. Διότι ὁ διάβολος
καραδοκεῖ νὰ τοὺς ρίξει σὲ κάποιο ὀλίσθη-
μα, ὅπως διδάσκει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος:
Πρὶν εἰσέλθεις στὴν πόλη τῆς ταπεινώσεως,
ἐὰν δεῖς ὅτι ἀναπαύθηκες ἀπὸ τὴν ἐνόχληση
τῶν παθῶν, μὴ δώσεις ἐμπιστοσύνη στὸν
ἑαυτό σου, διότι ὁ ἐχθρὸς σοῦ ἔστησε πα-
γίδα γιὰ νὰ σὲ ἐξαπατήσει. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ
τὴ μικρὴ ἐκείνη ἀνάπαυση νὰ περιμένεις με-
γαλύτερη ἐνόχληση καὶ ταραχὴ τῶν παθῶν7.
Ἂς ἀγωνισθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, μᾶς προ-
τρέπει ὁ ὅσιος Μακάριος, καὶ ἂς κοπιάζου-
με νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ταπεινοφροσύ-
νη, ἀκόμη κι ἂν δὲν θέλει ἡ καρδιά, δεόμε-
νοι καὶ παρακαλώντας συνέχεια τὸν Θεὸ
μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα καὶ ἀγάπη νὰ στείλει
τὸ Ἅγιον Πνεῦμα Του στὶς καρδιές μας8.
Αὐτὸ θὰ μᾶς διδάξει ὄχι μόνο πῶς νὰ προσ-­
ευχόμαστε (βλ. Ρωμ. η΄ 26), ἀλλὰ καὶ τὴν
ἀληθινὴ καὶ θεάρεστη ταπεινοφροσύνη.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστός, παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος, ἄρχισε τοὺς Μακαρισμούς
Του ἀπὸ τὴν ἀρετὴ αὐτή (Ματθ. ε΄ 3). Διότι
ὅπως ἀκριβῶς, προκειμένου νὰ οἰκοδομή-
σουμε πολὺ μεγάλη οἰκοδομή, τοποθετοῦμε
πρῶτα τὸν θεμέλιο λίθο καὶ τὴ βάση, ἔτσι καὶ
ὁ Χριστὸς τοποθέτησε πρώτη τὴν ταπεινο-
φροσύνη. Διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ
σωθοῦμε χωρὶς αὐτήν9.
1. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Κῆπος Χαρίτων,
σελ. 203.
2. ΕΥΘ. ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ
Λουκᾶν, κεφ. 1, 48, PG 129, 873Α.
3. ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ, Εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Ὁμ. 8,
ΒΕΠΕΣ 15, 25 [32­36].
4. ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ, Λόγ. 20, Περὶ τοῦ πόσην
τιμὴν κέκτηται ἡ ταπεινοφροσύνη, εἰς τὰ Εὑρεθέντα
Ἀσκητικά, ἐπιμ. ἱερομ. Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη, ἐκδ. Χ.
Σπανός, Ἀθῆναι, σελ. 79.
5. Βλ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ὅ.π., σελ.
205.
6. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑiΓΥΠΤΙΟΥ, Ὁμ. 19, 8, PG
34, 648D.
7. ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ, Λόγ. 24, Περὶ σημείων
καὶ ἐνεργημάτων τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὅ.π., σελ.
105.
8. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑiΓΥΠΤΙΟΥ, ὅ.π., PG 34,
648D­649A.
9. iΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ἰωάννην Ὁμ. 33,
PG 59, 192. ΟΣΩΤΗΡ2058

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου