Οταν τὴν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς ὁ ἁγιοπνευματοκίνητος πρεσβύτης Συμεὼν πῆρε ἀπὸ τὴν ἁγία ἀγκαλιὰ τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου τὸ θεῖο Βρέφος καὶ
τὸ βάστασε στὰ τρεμάμενα γεροντικὰ χέρια του, εἶπε συγκινημένος καὶ δὺο προφητεῖες: μία γιὰ ἐκεῖνον ποὺ κρατοῦσε
στὰ χέρια του καὶ μία γιὰ τὴν παναγία
Μητέρα Του.
Γιὰ τὸ Βρέφος εἶπε ὅτι Αὐτὸς θὰ εἶναι
στοὺς αἰῶνες «σημεῖον ἀντιλεγόμενον».
Ἄλλοι θὰ Τὸν πιστεύουν καὶ θὰ ἀκολουθοῦν τὰ προστάγματά Του
καὶ θὰ ὑψώνονται μαζί Του,
καὶ ἄλλοι θὰ ἀπιστοῦν, θὰ
Τὸν ἀρνοῦνται, θὰ Τὸν πολεμοῦν καὶ θὰ συντρίβονται τελικά.
Καὶ στρέφοντας
τὸ βλέμμα του
πρὸς τὴ Μητέρα Του, ἀτενίζοντας προφητικὰ τὸ μέλλον
της, εἶπε τὴν δεύτερη προφητεία
του. Θὰ διαπεράσει, τῆς εἶπε,
τὴν καρδιά σου ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ σου μεγάλο καὶ ὀδυνηρὸ δίκοπο
σπαθί. «Σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. β΄ 34-35).
Σιωπηλὴ ὅπως πάντοτε ἡ Παναγία
ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ σεβάσμιου γέροντα καὶ ἐπέστρεψαν μὲ τὸν ἅγιο προστάτη της, τὸν εὐλογημένο Ἰωσήφ, στὴ Ναζαρέτ. Κάθε τι ὅμως ποὺ εἶχε σχέση μὲ
τὸν Υἱό της, εἴτε λόγος ἦταν αὐτὸ εἴτε
περιστατικό, τὸ «διετήρει... ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς», γράφει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς
Λουκᾶς (Λουκ. β΄ 51). Δὲν τὸ λησμονοῦσε ποτέ. Τὸ σκεφτόταν, τὸ συζητοῦσε μὲ τὸν
ἑαυτό της, τὸ ἔφερνε καὶ
τὸ ξαναέφερνε στὴ μνήμη τῆς καρδιᾶς της.
Ὅταν λοιπὸν ὁ μονάκριβος καὶ ἀγαπημένος Υἱός της
ἔγινε τριάντα ἐτῶν
καὶ ἄρχισε τὸ κήρυγμα καὶ τὸ σωτήριο γενικὰ ἔργο
Του στὴ Γαλιλαία
καὶ στὴν Ἰουδαία,
πῆραν νὰ ζωηρεύουν κάθε μέρα καὶ περισσότερο στὴ
μνήμη της τὰ λόγια ποὺ τῆς εἶχε πεῖ τότε
ὁ πρεσβύτης Συμεών.
Ὅταν δηλαδὴ μάθαινε ὅτι τὰ πλήθη
τοῦ λαοῦ κρέμονταν ἀπὸ τὰ πανάγια χείλη τοῦ Υἱοῦ της, σκιρτοῦσε ἡ καρδιά της
ἀπὸ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Ὅταν ἔβλεπε
ὅτι χάριζε φῶς σὲ τυφλούς, θεράπευε παραλύτους, ἀνάσταινε νεκρούς, δόξαζε κι
αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν ἄδολο λαὸ τὸν Θεὸ γιὰ
τὰ ἐκπληκτικὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε
ὁ Υἱός της καὶ τὰ ὁποῖα παρακινοῦσαν
τὸν κόσμο νὰ Τὸν ἀκολουθεῖ καὶ νὰ Τὸν
θαυμάζει. Πόσο εὐφραινόταν τότε ἡ ἁγνὴ
καρδιά της!
Ὅμως ὧρες - ὧρες ἔνιωθε καὶ σουβλεροὺς πόνους στὴν καρδιά της. Τότε ἦταν
ποὺ θυμόταν αὐτὸ ποὺ τῆς εἶπε γιὰ τὴν
«ρομφαία» ὁ γέροντας Συμεών.
Καὶ πῶς
νὰ μὴν πονάει; Ὅλος ὁ κόσμος νὰ τιμάει
καὶ νὰ παραδέχεται τὸν Υἱό της ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ θρησκευτικοὶ
ἡγέτες νὰ Τὸν ἀπορρίπτουν! Νὰ τὸν θεωροῦν συνεργάτη τοῦ Βεελζεβούλ! Ὁ
Υἱός μου καὶ Θεὸς συνεργάτης τοῦ Σατανᾶ! Καὶ νὰ τὸ λένε αὐτὸ οἱ Γραμματεῖς,
οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Νομοδιδάσκαλοι, ὄχι ὅποιοι κι ὅποιοι, ἀλλὰ οἱ θρησκευτικοί μας ἄρχοντες! Ὤ! Τί εἶναι αὐτὰ
ποὺ ἀκούω γιὰ τὸν Υἱό μου καὶ Υἱὸ τοῦ
Θεοῦ, ποὺ ἐγὼ γνωρίζω πῶς Τὸν ἐγέννησα!
Γιατί αὐτὴ ἡ ἀπαξίωση ἀπὸ τοὺς
θρησκευτικούς μας ἡγέτες, τοὺς ἀρχισυναγώγους καὶ τοὺς ἄλλους;
Εἶναι λογικὸ καὶ φυσικὸ νὰ περνοῦσαν
μέσα ἀπὸ τὴν ἁγία διάνοιά της αὐτὰ τὰ
ἐρωτηματικὰ καὶ νὰ κεντοῦσαν τὴν εὐαίσθητη λεπτὴ καρδιά της σὰν κεντήματα
ρομφαίας· διότι ἦταν ἡ Μητέρα Του, καὶ
ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἦταν ὁ Υἱός της.
Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ ρομφαία δὲν τὴν κεντοῦσε ἁπλῶς, ἀλλ’ ἄρχισε νὰ τὴ σφάζει
καὶ νὰ κάνει τὴν καρδιά της νὰ ματώνει
ἦταν ὅταν ἄκουσε τὸν χιλιοευεργετημένο
ἀπὸ τὸν Υἱό της λαὸ τῶν Ἰουδαίων νὰ φωνάζει μὲ μανία πρὸς τὸν ἄρχοντα τῶν Ρωμαίων «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»
(Ἰω. ιθ΄ 15)! Ὅταν εἶδε τὸν Υἱό της νὰ σηκώνει τὸν σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου, νὰ βαδίζει τὸν δρόμο πρὸς τὸ Γολγοθᾶ ἀκού-
γοντας τὶς ὕβρεις καὶ τὶς χυδαιολογίες τοῦ
ὄχλου· ὅταν Τὸν εἶδε ἐξαντλημένο νὰ λυγίζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ πελώριου
σταυροῦ καὶ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συνεχίσει
τὴν πορεία πρὸς τὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ·
ὅταν Τὸν ἀτένιζε τελικὰ κρεμασμένο ἐν
μέσῳ δύο ληστῶν στὸ σταυρὸ σὰν τὸν
χειρότερο κακοῦργο καὶ ἄκουγε τοὺς
ἀρχιερεῖς νὰ Τὸν βρίζουν, νὰ Τὸν περιγελοῦν, νὰ καγχάζουν εἰς βάρος Του. Ὤ· τί
πόνος πλημμύριζε τότε τὴ μητρικὴ καρδιά
της! Μάτωνε ἡ καρδιά της τὴν ὥρα ἐκείνη. Ἡ ρομφαία ἡ δίκοπη ἔσχιζε τὰ σωθικά
της. Ὁ υἱός μου πεθαίνει ὡς κακοῦργος!
Ὁ ἀθῶος καὶ ἀναμάρτητος ὡς ἔνοχος καὶ
ἁμαρτωλός! «Τέκνον γλυκύτατον, πῶς
ἀδίκως θνῄσκεις, πῶς τῷ ξύλῳ κρέμασαι;...». Καὶ ποῦ εἶναι οἱ φίλοι σου; Ποῦ
εἶναι οἱ μαθητές σου; Ποῦ εἶναι ὁ Πέτρος,
ὁ Θωμᾶς, ὁ Ἰάκωβος, οἱ ἄλλοι; Ἔμεινες
μόνος! Ὤ, Υἱέ μου! Υἱέ μου! Θρηνῶ καὶ
ὀδύρομαι καὶ τὰ μητρικὰ σπλάχνα μου
σχίζονται, πληγώνονται, πονῶ καὶ ὑποφέρω μαζί σου.
Δὲν ἔμενε ἀπαθὴς ἐμπρὸς στὸ Πάθος
τοῦ Υἱοῦ της ἡ Ὑπεραγία Μητέρα Του.
Πόνεσε, καὶ μάλιστα πολύ. Σὰν ἄλλη ρομφαία διεπέρασε τὴν ὕπαρξή της ὁ πόνος.
Κι ἀπὸ τότε νιώθει καθένα ποὺ πονᾶ
καὶ ὑποφέρει, γιατὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τί
σημαίνει πόνος καὶ μάλιστα μητρικός.
Καὶ ὅποιον προστρέχει στὴ Χάρη της
καὶ ζητάει μὲ πίστη τὴν βοήθειά της, τὸν
συμπονεῖ καὶ σπεύδει νὰ τὸν βοηθήσει.
Σπεύδει νὰ τὸν ἀνακουφίσει στὴν ἔξαψη
τοῦ πόνου του καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξει τελικὰ ἀπὸ κάθε πόνο.
Εὐτυχεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸ πιστεύουν αὐτὸ καὶ καταφεύγουν σ’ Ἐκείνην ποὺ εἶναι «ἀβοηθήτων
δύναμις καὶ ἐλπὶς ἀπηλπισμένων». Ο ΣΩΤΗΡ2060
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου