04 Μαρτίου, 2024

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – κ΄. Κέτη Πατέρα 1ο Μερος

 Βιογραφικά

Ο Μι­χα­ήλ Πα­τέ­ρας καί ἡ σύ­ζυ­γός του Ἑ­λέ­νη, κά­τοι­κοι Κο­νί­τσης, τό ἔ­τος 1921 ἀ­πέ­κτη­σαν τό τε­λευ­ταῖ­ο τους παι­δί πού στήν βά­πτι­ση ὠ­νο­μά­σθη­κε Μα­ρί­να–Ἐρ­ρι­κέ­τη. Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν πι­στοί, θε­ο­φο­βού­με­νοι καί ἀρ­κε­τά εὐ­κα­τά­στα­τοι, μέ σπί­τια, κτή­μα­τα πολ­λά καί χρή­μα­τα ἀ­πό τό ἐμ­πό­ριο πού ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας της.

Ἡ μι­κρή Μα­ρί­να–Ἐρ­ρι­κέ­τη, πού ὅ­λοι τήν φώ­να­ζαν Κέ­τη, με­γά­λω­σε μέ ἄ­νε­ση καί τε­λεί­ω­σε τό Γυ­μνά­σιο. Δι­δά­χθη­κε ἀ­πό μι­κρή τήν πα­τρο­πα­ρά­δο­τη εὐ­λά­βεια, ἀλ­λά καί ἡ ἴ­δια εἶ­χε ἔμ­φυ­τη ἀ­γά­πη πρός τήν Ἐκ­κλη­σί­α.  «Ἀ­πό μι­κρή πού ἔ­νι­ω­σα τόν κό­σμο», ἀ­νέ­φε­ρε ἡ ἴ­δια, «ἀ­γά­πη­σα πο­λύ τήν θεί­α Λει­τουρ­γία καί τίς ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Ὅ­ταν ἦταν στό Δη­μο­τι­κό, μιά μέ­ρα ἀ­πό μό­νη της ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο, πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α στήν ἑ­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου καί κοι­νώ­νη­σε. Ὅταν ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ δά­σκα­λος τήν ρώ­τη­σε ποῦ ἦ­ταν καί τήν ἔ­δει­ρε.

Ὅ­ταν με­τά τήν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ ἀλ­βα­νι­κοῦ Με­τώ­που ἦρ­θαν οἱ Ἰ­τα­λοί στήν Κό­νι­τσα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Κο­νι­τσι­ῶ­τες κρύ­φτη­καν στά βου­νά. Ἡ Κέ­τη πα­ρέ­μει­νε κον­τά στούς φι­λά­σθε­νους γο­νεῖς της καί στήν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη για­γιά της. Αἰχ­μα­λω­τί­σθη­καν ἀπό τούς Ἰτα­λούς καί με­τα­φέρ­θη­καν στό Μπά­ρι τῆς Ἰτα­λί­ας. Ἡ Κέ­τη πῆ­ρε μα­ζί της σ᾿ ἕ­να κα­λα­θά­κι Με­γά­λο Ἁ­για­σμό, τήν Σύ­νο­ψη καί εἰ­κό­νες. Μέ­σα στό πλοῖ­ο τους πού ἔ­φθα­σε ἀ­σφα­λές στήν Ἰ­τα­λί­α, ἐ­νῶ πολ­λά εἶ­χαν τορ­πι­λιθῆ, ἡ Κέ­τη πα­ρα­κι­νοῦ­σε τούς συ­ναιχ­μα­λώ­τους νά προ­σεύ­χων­ται. Οἱ ἄλ­λοι τήν κο­ρό­ϊ­δευ­αν καί τήν εἰ­ρω­νεύ­ον­ταν ἀλ­λά με­τά ζη­τοῦ­σαν νά προ­σεύ­χε­ται γι᾿ αὐ­τούς. Μαζί τους ἦ­ταν μιά ἑ­τοι­μό­γεν­νη, ἀ­νή­συ­χη γιά τόν ἐ­πι­κεί­με­νο το­κε­τό της. Ἡ Κέ­τη τήν συμ­πό­νε­σε καί γιά νά τήν βο­η­θή­ση, ἔ­βα­λε μιά εἰ­κό­να σ᾿ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, πῆ­ρε ἕ­να κύ­πελ­λο, μιά φουρ­κέ­τα ἀ­πό τά μαλ­λιά της τήν ἔ­κα­νε κα­ντη­λή­θρα, ἔ­στρι­ψε λί­γο βαμ­βά­κι, τό ἔ­κα­νε φυ­τί­λι, ἄ­να­ψε κα­ντή­λι κά­νο­ντας με­τά­νοι­ες καί προ­σευ­χή­θη­κε. Ἡ γυ­ναῖ­κα γέν­νη­σε ἀλ­λά δέν εἶ­χε γά­λα. Ἡ Κέ­τη ἔ­δω­σε στό βρέ­φος ἁ­για­σμό, μέ τήν με­σο­λά­βη­σή της δέ τούς ἔ­δω­σαν τρο­φή καί τό παι­δί ἔ­ζη­σε. Ἕ­νας Ἰ­τα­λός Ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός βλέ­πον­τας τό κα­ντή­λι ρώ­τη­σε: «Ποι­ός τό ἔ­κα­νε αὐ­τό;». «Ἐ­γώ», ἀ­πάν­τη­σε μέ θάρ­ρος ἡ Κέ­τη. Τῆς εἶ­πε νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση καί τήν ὡ­δή­γη­σε σέ μιά ἀ­πο­θή­κη. Εἶχε δο­χεῖ­α μέ λά­δι. «Ὅ­ταν χρει­ά­ζε­σαι λά­δι νἄρ­χε­σαι νά παίρ­νης ἀ­πό δῶ», τῆς εἶ­πε. Ἡ Κέ­τη ἦ­ταν νέ­α 22 ἐ­τῶν καί φο­βό­ταν γιά τήν ἠ­θι­κή της ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα. Ἔ­λε­γε: «Ἄν ὑ­πο­ψι­α­ζό­μουν κά­τι θά ἔ­πε­φτα νά πνι­γῶ στήν θά­λασ­σα».

Ἦ­ταν Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή καί τούς ἔ­δι­ναν ἀρ­τύ­σι­μα φα­γη­τά, ἀλ­λά ἡ Κέ­τη δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε πα­ρά μό­νο ψω­μί. Νή­στευ­ε γιά νά κοι­νω­νή­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ. Οἱ ἄλ­λοι τήν εἰ­ρω­νεύ­ον­ταν. «Πῶς θά κοι­νω­νή­σεις τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ;» καί αὐ­τή μέ βε­βαι­ό­τη­τα τούς ἔ­λε­γε ὅ­τι μέ­χρι τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ θά γυ­ρί­σου­με στήν Ἑλ­λά­δα. Καί ὄν­τως ἔ­γι­νε ἀνταλ­λα­γή αἰχ­μα­λώ­των πρίν ἀπό τόν Εὐ­αγ­γε­λι­σμό καί ἡ Κέ­τη κοι­νώ­νη­σε τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων.

Ἐπι­στρέ­φο­ντας ἀ­πό τήν ὁ­μη­ρί­α της ἡ Κέ­τη ἐρ­γα­ζό­ταν στό Πρε­βαν­τό­ριο Κο­νί­τσης ἐ­θε­λον­τι­κά. Φι­λο­ξε­νοῦ­σαν τό­τε 200–250 παι­διά κα­το­χι­κά. Ἡ ἐν­τε­ταλ­μέ­νη τῆς βα­σί­λισ­σας Φρει­δε­ρί­κης, Ἀ­μα­λί­α Λυ­κου­ρέ­ζου, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν Δή­μαρ­χο Κο­νί­τσης κο­ρί­τσια ἀ­πό κα­λές οἰ­κο­γέ­νει­ες γιά νά βο­η­θή­σουν. Ἀ­πό τίς πρῶ­τες ἦταν καί ἡ Κέ­τη. Ζή­τη­σε ἀ­πό τήν ὑ­πεύ­θυ­νη ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐρ­γα­σί­α ἀρ­κεῖ τήν Κυ­ρια­κή νά εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη νά πά­η στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Τῆς ἔ­φε­ραν ἀντίρ­ρη­ση ἀλ­λά δέν ὑ­πά­κου­σε.

Ξη­με­ρώ­νον­τας Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1947 οἱ συμ­μο­ρί­τες χτύ­πη­σαν τήν κά­τω Κό­νι­τσα καί τήν κα­τέ­λα­βαν. Ὅ­λη τή νύ­χτα γί­νον­ταν ὁ­δο­μα­χί­ες φο­βε­ρές. Στό Πρε­βα­ντό­ριο κα­τέ­βα­σαν τά παι­διά στό ἰ­σό­γειο. Ἡ Κέ­τη τούς εἶ­πε νά γο­να­τί­σουν καί νά ψάλ­λουν συ­νέ­χεια τήν Πα­ρά­κλη­ση. Μέσα στόν κίν­δυ­νο προ­σεύ­χον­ταν καί ὅ­σοι πρίν δέν πί­στευ­αν. Κά­ποια στιγ­μή ἡ Κέ­τη ἄ­κου­σε δύ­ο ἀν­τάρ­τες ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα νά συ­νο­μι­λοῦν. Ὁ ἕ­νας ἤ­θε­λε νά ἀ­νοί­ξουν νά πά­ρουν τά παι­διά, ὁ ἄλ­λος εἶ­πε: «Τί νά τά κά­νου­με μέ­σα στή νύ­χτα μέ τέ­τοι­ο κρύ­ο; Τήν Κό­νι­τσα τήν πή­ρα­με, ἄ­φη­σε νά ξη­με­ρώ­ση».

Τό πρωΐ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς τοῦ 1948 πού ἡ Κό­νι­τσα κα­τα­λή­φθη­κε ἀ­πό τόν Ἐ­θνι­κό Στρα­τό, ἡ Κέ­τη ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βρῆ­κε τούς δύ­ο ἀν­τάρ­τες σκο­τω­μέ­νους. Ὅ­ταν ἡ βα­σί­λισ­σα πα­ρα­ση­μο­φό­ρη­σε τό προ­σω­πι­κό τοῦ Πρε­βαν­το­ρί­ου, ἡ μό­νη πού ἀπέ­φυ­γε καί δέν πῆ­ρε πα­ρά­ση­μο ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.

 Ἀ­κό­ρε­στη λά­τρις τοῦ Κυ­ρί­ου

Ἡ φι­λό­θε­η Κέ­τη δέν ἤ­θε­λε καμ­μιά μέ­ρα τοῦ χρό­νου νά χά­ση Ἑ­σπε­ρι­νό καί θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἡ μό­νι­μη προ­σπά­θειά της ἦ­ταν νά βρῆ σέ ποι­ά Ἐκ­κλη­σί­α γί­νε­ται θεί­α Λει­τουρ­γί­α γιά νά τρέ­ξη νά τήν ἀ­πο­λαύ­ση. Δέν ἐ­φεί­δε­το κό­που καί χρό­νου, θυ­σί­α­ζε τόν ὕ­πνο της, δι­ή­νυ­ε με­γά­λες ἀπο­στά­σεις, ἀρ­κεῖ νά μή χά­ση τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Στήν Κό­νι­τσα ἔ­φευ­γε νύ­χτα ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α της, πή­γαι­νε νά λει­τουρ­γη­θῆ καί τό πρωΐ ἐ­πέ­στρε­φε. Οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις τῶν ὑ­πευ­θύ­νων δέν τήν ἀ­νέ­κο­ψαν. Ἦ­ταν κα­λή στήν δου­λειά της καί ἀ­γα­ποῦ­σε τά παι­διά. Γι᾿ αὐ­τό καί ἀ­νέ­χθη­καν αὐ­τήν τήν θε­ο­φι­λῆ “­ἰ­δι­ο­τρο­πί­α­” της. Μιά νύ­χτα πη­γαί­νον­τας ὡς συ­νή­θως γιά νά βρῆ Λει­τουρ­γί­α, πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πό ναρ­κο­πέ­διο, ἀλ­λά τήν φύ­λα­ξε ὁ Θε­ός. Πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πό τίς νάρ­κες καί δέν ἔ­σκα­σε καμ­μιά.

Τό 1950 πού λει­τούρ­γη­σε ἡ παι­δό­πο­λη στόν Ζη­ρό, προσ­λή­φθη­κε καί ἡ Κέ­τη ὡς νο­σο­κό­μα. Συ­νά­δελ­φός της στήν παι­δό­πο­λη θυ­μᾶ­ται: «Ὅταν τήν πρω­το­εῖ­δα, μέ ἐν­τυ­πω­σί­α­σε ἡ φαι­δρό­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, τό χιοῦ­μορ καί τό γλυ­κό–ἀ­θῶ­ο της χα­μό­γε­λο. Στό πρό­γραμ­μα, κα­τά τήν δι­κή μας κο­σμι­κή ἀν­τί­λη­ψη, δέν ἦ­ταν συ­νε­πής. Ἀ­πό τό ἀ­ναρ­ρω­τή­ριο τήν με­τέ­θε­σαν στήν ἱ­μα­τι­ο­θή­κη ὡς γα­ζώ­τρια, ἐπει­δή ἀ­που­σί­α­ζε ἀρ­κε­τό χρό­νο τίς νύ­χτες.

»Στήν παι­δό­πο­λη ἔ­παιρ­νε τά παι­διά στό ἀ­να­λό­γιο καί τά μά­θαι­νε νά ψέλ­νουν. Πε­ρι­ποι­ό­ταν τήν Ἐκ­κλη­σί­α, φρόν­τι­ζε γιά ἱ­ε­ρέ­α καί ἡ μό­νη ἄ­νε­ση πού ἔ­δι­νε στόν ἑ­αυ­τό της ἦ­ταν πού πή­γαι­νε μέ τό τζίπ νά φέ­ρουν τόν ἱ­ε­ρέ­α τήν Κυ­ρια­κή γιά νά λει­τουρ­γή­ση».

Πρῶ­το μέ­λη­μά της ἦ­ταν νά γνω­ρί­ση τούς ἱε­ρεῖς τῶν γει­το­νι­κῶν χω­ρι­ῶν γιά νά ἐ­ξα­σφα­λί­ση τήν κα­θη­με­ρι­νή της Λει­τουρ­γί­α. Πή­γαι­νε στήν Πα­ντά­νασ­σα. Περ­νοῦ­σε τόν πο­τα­μό Λοῦ­ρο πά­νω σ᾿ ἕ­να μο­νό­ξυ­λο μέ δύ­ο τεν­τω­μέ­να συρ­μα­τό­σχοι­να κά­θε νύ­χτα ὅ­λο τόν χει­μῶ­να καί ἦ­ταν φορ­τω­μέ­νη μέ τσάν­τες τρό­φι­μα γιά τούς φτω­χούς. Πάν­τα εἶ­χε μα­ζί της πρό­σφο­ρο μή­πως δέν ἔ­χει ὁ πα­πᾶς.

Ἄλ­λο­τε εἶ­χε κα­τε­βά­σει ἕ­να πο­τά­μι, δέν ὑ­πῆρ­χε γέ­φυ­ρα καί γιά νά μή χά­ση τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α τήν πέ­ρα­σε στήν πλά­τη του κά­ποιος γέ­ρος βο­σκός. Περ­πα­τοῦ­σε πο­λύ, μᾶλ­λον πε­τοῦ­σε, καί πή­γαι­νε μέ­σα ἀ­πό δύ­σβα­τους τό­πους. Κά­πο­τε περ­νώ­ντας κο­ντά ἀ­πό ἕνα μαντρί, τήν ἀν­τι­λή­φθη­καν τά σκυ­λιά καί ὥρ­μη­σαν νά τήν φᾶ­νε. «Πρό­λα­βα», εἶ­πε, «καί κά­θη­σα κά­τω καί τά σκυ­λιά ἀ­μέ­σως γύ­ρι­σαν πί­σω». Ἄλ­λη φο­ρά συ­νάν­τη­σε νύ­χτα μιά ἀρ­κού­δα, τήν ἔφε­ξε στά μά­τια μέ τό φα­κό πού εἶ­χε μα­ζί της καί τό ζῶ­ο ἄλ­λα­ξε δρό­μο καί ἔ­φυ­γε.

Οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς Κέ­της γιά τήν κα­θη­με­ρι­νή της Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι πολ­λές. Τό­τε δέν εἶχαν τη­λέ­φω­να. Κά­ποι­α μέ­ρα δέν εἰ­δο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό κα­νέ­να γνω­στό της ἱ­ε­ρέ­α γιά Λει­τουρ­γί­α τήν ἑ­πο­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἀ­πό τήν δου­λειά της ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν Φι­λιπ­πιά­δα τό ἀ­πό­γευ­μα μέ τά πό­δια, ἀφοῦ πρῶ­τα ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ τούς πα­πά­δες, με­τά πῆ­γε στό χω­ριό Καμ­πή, ὕ­στε­ρα στήν Παν­τά­νασ­σα, ἐν συ­νε­χεί­ᾳ στόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο, ἀλλά δέν εἶ­χαν Λει­τουρ­γί­α, συ­νά­μα καί νύ­χτω­σε. Φεύ­γει γιά τό Κε­ρά­σο­βο, πάν­τα μέ τά πό­δια. Ἐ­κεῖ βρῆ­κε τόν πα­πᾶ πού θά λει­τουρ­γοῦ­σε τήν ἄλ­λη μέ­ρα, ἀλ­λά δέν ἔ­μει­νε γιατί τοῦ πα­πᾶ τοῦ πο­νοῦ­σε τό δόν­τι˙ ἡ Κέ­τη φο­βή­θη­κε μή­πως δέν μπο­ρέ­ση ἀ­πό τόν πο­νό­δον­το νά λει­τουρ­γή­ση καί ἔ­φυ­γε γιά τήν Βού­λι­στα Πα­να­γί­α. Πη­γαί­νον­τας γιά τήν πά­νω Βού­λι­στα μέ τήν ἀ­δελ­φή τοῦ πα­πᾶ, ἔ­πε­σε σέ ἕ­να λάκ­κο μέ ἀ­σβέ­στη μέ­χρι τά γό­να­τα. Πλύ­θη­κε καί πῆ­γε στήν Λει­τουρ­γί­α. Ἀπό τό ἀ­πό­γευ­μα πού ξε­κί­νη­σε μέ­χρι τό να­ό πού λει­τουρ­γή­θη­κε δι­ή­νυ­σε ἀ­πό­στα­ση τριά­ντα χι­λι­ο­μέ­τρων.

Στήν Κό­νι­τσα πή­γαι­νε τα­κτι­κά γιά νά βλέ­πη τήν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μη­τέ­ρα της πού ἔμε­νε μό­νη. Μιά ἡ­μέ­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­νε­βαί­νο­ντας στήν κα­ρέ­κλα νά ἀ­νά­ψη τά καν­τή­λια, ἔ­πε­σε καί ἔ­σπα­σε τό πό­δι της πά­νω ἀ­πό τό γό­να­το. Πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο καί τό τα­κτο­ποί­η­σαν. Τῆς εἶ­παν νά μεί­νη ξα­πλω­μέ­νη μέ­χρις ὅ­του γι­α­τρευ­θῆ. Ἀλ­λά ἄν ἔ­με­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο ποῦ θά εὕ­ρι­σκε θεί­α Λει­τουρ­γί­α; Γι᾿ αὐ­τό ἔ­φυ­γε κου­τσαί­νον­τας, βρῆ­κε αὐ­το­κί­νη­το καί πῆ­γε στόν ἅγιο Γε­ώρ­γιο Φι­λιπ­πιά­δος στόν γνω­στό της πα­πα–Βα­σί­λη Ζα­λα­κώ­στα, ὅπου ζή­τη­σε νά τήν στρώ­σουν στόν γυ­ναι­κω­νί­τη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­κεῖ κοι­μή­θη­κε εἴ­κο­σι με­ρό­νυ­χτα καί κά­θε μέ­ρα πή­γαι­ναν οἱ ἱ­ε­ρεῖς καί λει­τουρ­γοῦ­σαν.

Κά­ποι­α φο­ρά τό τζίπ τῆς παι­δο­πό­λε­ως θά πή­γαι­νε στήν Κό­νι­τσα καί θά ἔ­φευ­γε πο­λύ πρωΐ. Θέ­λη­σε νά πά­η καί ἡ Κέ­τη νά δῆ τήν μη­τέ­ρα της. Πῶς ὅ­μως νά φύ­γη χω­ρίς νά λει­τουρ­γη­θῆ; Ξε­κί­νη­σε τά με­σά­νυ­χτα μέ τά πό­δια˙ πῆ­γε καί ξύ­πνη­σε τόν ἱε­ρέ­α. Ἐ­κεῖ­νος δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε για­τί τό ρο­λό­ϊ του ἔ­δει­χνε λί­γες ὧ­ρες με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Ἔ­γι­νε ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί ἀ­κό­μη ἦ­ταν νύ­χτα βα­θειά. Στόν ἱ­ε­ρέ­α πού δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἡ Κέ­τη ἀ­πάν­τη­σε: «Τί πεί­ρα­ξε; Θέ­λω πρωΐ–πρωΐ νά φύ­γω γιά τήν Κό­νι­τσα».

Μιά χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα ἔ­κα­νε τέ­τοι­α κα­ται­γί­δα πού ξερ­ρί­ζω­νε δέν­τρα. Οὔ­τε καί αὐ­τό στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Πῆ­γε χω­ρίς δι­σταγ­μό νά λει­τουρ­γη­θῆ, ἀλ­λά ἄρ­γη­σε πο­λύ νά ἐ­πι­στρέ­ψη. Ὅ­λο τό προ­σω­πι­κό πε­ρί­με­ναν ἀ­νή­συ­χοι, φο­βό­ταν μή­πως κά­ποι­ο δέν­δρο ἔ­πε­σε πά­νω της. Ἐμ­φα­νί­σθη­κε χα­ρού­με­νη μέ μα­τω­μέ­να πό­δια, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν νά φα­νοῦν κά­τω ἀ­πό τά μα­κρυ­ά της φο­ρέ­μα­τα. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἡ κα­θυ­στέ­ρη­σή της ὀ­φει­λό­ταν στό ὅ­τι περ­νοῦ­σε πά­νω ἀ­πό τά πε­σμέ­να δέν­δρα πού συ­ναν­τοῦ­σε.

Ἄ­ρα­γε τί νά αἰ­σθα­νό­ταν ἡ Κέ­τη κα­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α; Θά ἦ­ταν κά­τι πο­λύ δυ­να­τό, ὥ­στε νά ξε­περ­νᾶ ὅ­λους τούς κό­πους καί τίς θυ­σί­ες πού ἔ­κα­νε γιά νά λει­τουρ­γη­θῆ. Ἡ ἴ­δια ἔ­κα­νε καί τόν ψάλ­τη, πλή­ρω­νε τούς ἱ­ε­ρεῖς, κου­βα­λοῦ­σε ὅ­ταν χρει­α­ζό­ταν καί τά βι­βλί­α μα­ζί της.

Ἡ Κέ­τη με­ρι­κές φο­ρές πή­γαι­νε σέ μιά ἀ­γρυ­πνί­α καί τό πρω­ΐ πή­γαι­νε πά­λι νά λει­τουρ­γη­θῆ. Ὅ­ταν ὕ­στε­ρα ἐπι­σκε­πτό­ταν γνω­στό της σπί­τι ἤ­θε­λε νά ἀ­κού­ση καί τρί­τη θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Γο­νά­τι­ζε δί­πλα στό ρα­δι­ό­φω­νο καί ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες ὅ­ταν ἦ­ταν ἡ μνή­μη κά­ποι­ου με­γά­λου Ἁ­γί­ου. Δέν τήν πεί­ρα­ζε τό­τε κα­νέ­νας θό­ρυ­βος, δέν ἄ­κου­γε, δέν ἔ­βλε­πε τί­πο­τε. Τό­σο με­γά­λη ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη της γιά τήν λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ!

Ἀλ­λά καί στό κελ­λί της ἤ στά σπί­τια πού ἐ­φι­λο­ξε­νεῖ­το, ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί με­λε­τοῦ­σε. «Πολ­λά βρά­δια πού ἔ­με­νε στό σπί­τι μας», δι­η­γεῖ­ται γνω­στή της, «ἐ­πέ­με­νε νά μέ­νη στήν κου­ζί­να καί νά κοι­μᾶ­ται σ᾿ ἕ­να στε­νό ντι­βά­νι 40 ἑ­κα­το­στῶν. Πό­σο ξά­πλω­νε κα­νείς δέν τό ἔ­μα­θε. Τό φῶς ὅ­λη τή νύ­χτα ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νο. Δι­ά­βα­ζε τόν κα­νό­να τοῦ Ἁ­γί­ου καί Ψαλ­τή­ρι. Με­τά ἀ­πό κά­θε θεί­α Λει­τουρ­γί­α δι­ά­βα­ζε τό Θε­ο­το­κά­ριο καί μοῦ ἔ­λε­γε: “Δέν δι­α­βά­ζεις Θε­ο­το­κά­ριο; Τό­τε τί κά­νεις;”.

Ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη ἡ ἀ­γά­πη της στή λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ πού λί­γες μέ­ρες πρίν κοι­μη­θῆ, ἐ­νῶ δέν μπο­ροῦ­σε νά μι­λή­ση, ψι­θύ­ρι­σε: “Ἐκ­κλη­σί­α, Ἐκ­κλη­σί­α”.

 https://enromiosini.gr/biografies/askites-mesa-ston-kosmo-11/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου