27 Μαρτίου, 2024

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Λαμπρινή Βέτσιου 2/3

Ἀπό τό σπί­τι της ἔβγαι­νε τή νύ­χτα κρυ­φά νά μήν τήν βλέ­πουν καί πή­γαι­νε σέ φτω­χά σπί­τια, ἄφη­νε ἔξω ἀπό τήν πόρ­τα ὅ,τι εἶ­χε καί ἔφευ­γε.

Στόν φούρ­να­ρη εἶ­χε δώσ­ει πα­ραγ­γε­λία νά ἐφο­διά­ζη μέ ψω­μί μιά φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια, χω­ρίς νά μά­θη κα­νείς τί­πο­τε. Τό εἶ­πε στήν κό­ρη της μό­νο πρίν κοι­μη­θῆ καί τῆς ἄφη­σε πα­ρα­κα­τα­θή­κη νά συ­νε­χί­ση τήν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἡ Λα­μπρι­νή συμ­βού­λευε: «Με­γά­λη εὐ­λο­γία ἔχει ὁ ἄν­θρω­πος πού κά­νει ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ὅταν κά­νε­τε ἐλε­η­μο­σύ­νη δέν θά δί­νε­τε αὐ­τό πού εἶ­ναι γιά πέ­τα­μα ἀλ­λά θά δί­νε­τε γιά τόν ξέ­νο καί τόν φτω­χό τό κα­λύ­τε­ρο. Οἱ γο­νεῖς νά μή στε­νο­χω­ροῦ­νται πού δέν ἔχουν ν᾿ ἀφή­σουν πε­ρι­ου­σία στά παι­διά τους, ἀλλά νά φρο­ντί­ζουν γιά τήν κα­τά Θε­όν πρό­ο­δό τους καί τά ὑπό­λοι­πα θά τά τα­κτο­ποι­ή­σει ὁ Θε­ός».

Ἐπι­σκε­πτό­ταν ἀρ­ρώ­στους χω­ρίς φό­βο νά κολ­λή­ση κά­τι. Δέν φο­βό­ταν τόν θά­να­το. Ἀντί­θε­τα θε­ω­ροῦ­σε πώς θά τήν ἔφερ­νε πιό κο­ντά στόν Θεό.

Κά­πο­τε πῆ­γε νά προ­σκυ­νή­ση τόν ἅγιο Σπυ­ρί­δω­να στήν Κέρ­κυ­ρα μέ ἕνα παι­δά­κι πού τό εἶ­χε βα­φτί­σει, χω­ρίς νά ἔχη μα­ζί της χρή­μα­τα. Ὅμως μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ πῆ­γαν καί γύ­ρι­σαν χω­ρίς νά τούς ζη­τή­σουν χρή­μα­τα οὔ­τε στό λε­ω­φο­ρεῖο οὔ­τε στό κα­ρά­βι.

Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή ἀγα­ποῦ­σε τόν Χρι­στό, ἀγω­νι­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό μο­να­χή, προ­σευ­χό­ταν συ­νέ­χεια καί με­τέ­δι­δε τήν θεία Χά­ρι. Πολ­λοί πή­γαι­ναν νά τήν δοῦν, νά τήν συμ­βου­λευ­θοῦν καί νά ζη­τή­σουν τήν προ­σευ­χή της. Ὁλό­κλη­ρα λε­ω­φο­ρεῖα στα­μα­τοῦ­σαν στό φτω­χι­κό της. Δε­χό­ταν ὅλους τούς ἀν­θρώ­πους ἀδια­μαρ­τύ­ρη­τα, πολ­λές φο­ρές χω­ρίς οὔ­τε μιά δια­κο­πή στήν διάρ­κεια τῆς ἡμέ­ρας.

Οἱ ἐπι­σκέ­ψεις στό σπί­τι της ἦταν κα­θη­με­ρι­νές. Δέν ὑπῆρ­χε ὡρά­ριο. Ὁ κα­θέ­νας ἐρ­χό­ταν ὅπο­τε ἤθε­λε καί ἔφευ­γε ὅταν ἤθε­λε. Δε­χό­ταν τούς πά­ντες ἀγόγ­γυ­στα. Ὅταν ἦταν μό­νη της διά­βα­ζε ἤ προ­σευ­χό­ταν. Γιά νά ξε­μου­διά­ση ἔβγαι­νε καί ἔκα­νε πε­ρί­πα­το, ὄχι στό χω­ριό, ἀλ­λά στόν κῆ­πο μέ τίς πορ­το­κα­λιές καί ἔλε­γε τήν εὐ­χή.

Ὁ λό­γος της ἦταν πά­ντα γιά τήν ὑπο­μο­νή. Ἔλε­γε: «Ἐμεῖς οἱ χρι­στια­νοί θά πε­ρά­σου­με ἐδῶ με­γά­λες δο­κι­μα­σί­ες, ἀκό­μα καί μέ­σα στήν ἴδια τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Θά πρέ­πει νά δεί­χνου­με ὑπο­μο­νή, ἀγά­πη, καί νά κά­νου­με ἐλε­η­μο­σύ­νες». Σέ ὅσους εἶ­χαν οἰ­κο­γε­νει­α­κά προ­βλή­μα­τα τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά μή δια­λύ­σουν τήν οἰ­κο­γέ­νειά τους. «Ὁ πει­ρα­σμός σᾶς βά­ζει», ἔλε­γε.

Σέ νέ­ους πού τήν ἐπι­σκέ­πτο­νταν συμ­βού­λευε: «Ἀπο­φά­σι­σες νά πα­ντρευ­τῆς; Θά κά­νεις ὑπο­μο­νή καί ὄχι μία, ἀλ­λά πολ­λές. Νά ἐκ­κλη­σιά­ζε­στε τα­κτι­κά, νά ἐξο­μο­λο­γῆ­σθε, νά κοι­νω­νᾶ­τε καί νά προ­σεύ­χε­σθε. Ὅταν κά­νε­τε αὐ­τά, θά πᾶ­τε κο­ντά στόν Χρι­στό νά χαί­ρε­στε γιά πά­ντα».

Ἄν καί δέν εἶ­χε σπου­δά­σει, ὅμως διά­βα­ζε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά βι­βλία, τά κα­τα­νο­οῦ­σε καί τά ἐξη­γοῦ­σε. Ἄν­θρω­ποι ἐγ­γράμ­μα­τοι –ἀκό­μη καί κα­θη­γη­τές Πα­νε­πι­στη­μί­ου– πή­γαι­ναν νά ἀκού­σουν τήν για­γιά Λαμ­πρι­νή˙ τήν εἶ­χαν σέ ἰδιαί­τε­ρη εὐ­λά­βεια για­τί ἡ ζωή της ἦταν τε­λεί­ως δο­σμέ­νη στόν Χρι­στό, ἀλ­λά καί για­τί ἔβλε­παν νά ἐνερ­γῆ ἡ θεία Χά­ρι μέ­σῳ αὐ­τῆς θαυ­μα­στά ἔργα. Ἡρ­πά­ζε­το πολ­λές φο­ρές ὁ νοῦς της καί ἔβλε­πε τά ἀθέ­α­τα μυ­στή­ρια τοῦ μέλ­λο­ντος αἰ­ῶ­νος, ἡ προ­σευ­χή της εἰ­σα­κού­ε­το, γνώ­ρι­ζε τά κρύ­φια τῶν ἀν­θρώ­πων καί προ­έ­βλε­πε γε­γο­νό­τα τοῦ μέλ­λο­ντος.

Δι­η­γή­θη­κε ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή: «Ἡ κό­ρη μου Στα­θού­λα εἶ­χε πε­ρά­σει τά δε­κα­ο­χτώ της καί ἦ­ταν και­ρός γιά παν­τρειά. Ἄρ­χι­σαν τά προ­ξε­νειά ἀλ­λά δέν μ᾿ ἀ­νέ­παυ­αν οἱ γαμ­προί. Ἦ­ταν εὐ­κα­τά­στα­τοι, κα­λοί ἄν­θρω­ποι ἀλ­λά μέ σε­σα­λευ­μέ­νη κα­θα­ρό­τη­τα. Ἐκεῖ­να τά χρό­νια δέν εἶ­χε τό­σο λό­γο ἡ νύ­φη γιά τήν ἐ­πι­λο­γή τοῦ γαμ­προῦ καί ἐ­πει­δή εἶ­χα­ τήν μέ­ρι­μνα τοῦ γαμ­προῦ ἤ­θε­λα πρῶ­τα ἀπ᾿ ὅ­λα νά εἶ­ναι κα­θα­ρός, ἁ­γνός. Ἡ Στα­θού­λα δέν εἶ­χε κλί­ση γιά κα­λο­γε­ρι­κή, ὅ­πως ἐ­γώ, καί ἔ­πρε­πε νά βρε­θῆ γαμ­πρός.

»Μιά μέ­ρα τό βρά­δυ πού πῆ­γα στό κρεβ­βά­τι νά κοι­μη­θῶ, πῆ­ρα ὡς συ­νή­θως νά δι­α­βά­σω ἕ­να βι­βλί­ο καί ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη για­τί δέν βρι­σκό­ταν ὁ γαμ­πρός. Ὁ ἄν­δρας μου κοι­μό­ταν χω­ρι­στά γιά νά μήν τόν ἐ­νο­χλῶ. Μό­λις εἶ­χε πά­ρει ὁ ὕ­πνος τόν ἄν­δρα μου, ἄ­νοι­ξε τό πα­ρά­θυ­ρο μό­νο του καί μπῆ­κε ὁ φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λός μου. Πῆ­ρε­ τό πνεῦ­μα μου. Στό κρεβ­βά­τι μου ἔ­μει­νε τό σῶ­μα μου μι­σο­πε­θα­μέ­νο. Βα­δί­ζα­με–βα­δί­ζα­με χω­ρίς νά ξέ­ρω ποῦ πᾶ­με. Φθά­σα­με στήν Πρέ­βε­ζα. Μοῦ λέ­ει: “Μήν στα­μα­τᾶς κα­θό­λου. Θέ­λου­με νά πᾶ­με στήν Λευ­κά­δα”. Ἐ­γώ δέν ἤ­ξε­ρα ποῦ εἶ­ναι ἡ Λευ­κά­δα.

»Φθά­σα­με στό νη­σί, πή­γα­με σ᾿ ἕ­να σπί­τι στήν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μοῦ λέ­γει ὁ Ἄγ­γε­λος: “Κά­θη­σε ἐ­δῶ καί ἐ­γώ θ᾿ ἀ­νοί­ξω τήν πόρ­τα. Νά κοι­τᾶς μέ­σα”. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ καί εἶ­δα ἕ­να νέ­ο ὄρ­θιο, μέ κου­στού­μι, μέ τήν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη. Γύ­ρι­σε τό­τε νά κλεί­ση τήν πόρ­τα, για­τί τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἄ­νοι­ξε μό­νη της καί τόν εἶ­δα καί ἀ­πό μπρο­στά. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἦ­ταν πνεῦ­μα καί ἐ­γώ ἄ­ϋ­λη καί δέν μᾶς ἔ­βλε­πε.

–Σοῦ ἀ­ρέ­σει γιά γαμ­πρός στήν κό­ρη σου;

–Κα­λός εἶ­ναι ἀλ­λά εἴ­μα­στε μα­κρυ­ά.

–Ἄγ­γε­λος εἶ­ναι καί αὐ­τός ὅ­πως καί ἐ­γώ.

–Ἄγ­γε­λο θά πά­ρει ἡ κό­ρη μου; Ἄν­θρω­πος εἶ­ναι, πῶς θά πά­ρει Ἄγ­γε­λο, ἐ­νῶ ἐν­νο­οῦ­σε τήν κα­θα­ρό­τη­τά του.

–Ἀ­πό τώ­ρα δέν θά κά­νεις ἄλ­λο συ­νοι­κέ­σιο γιά τήν κό­ρη σου ὅ,τι καί νά σοῦ λέ­νε οἱ ἄλ­λοι. Θά πε­ρι­μέ­νεις λί­γα χρό­νια, λό­γῳ κά­ποι­ων δυ­σκο­λι­ῶν ἀλ­λά θά σοῦ τόν φέ­ρω τόν γαμ­πρό μό­νο του καί θά βρεῖ τήν κό­ρη σου.

»Ξε­κι­νή­σα­με τήν ἐπι­στρο­φή μέ τόν ἴδιο τρό­πο. Πέ­ρα­σαν τρία χρό­νια καί πῆ­γε ἡ κό­ρη μου μέ τόν γυιό μου σ᾿ ἕνα ζα­χα­ρο­πλα­στεῖο. Ἐκεῖ ἦ­ταν ὁ γα­μπρός. Μό­λις τήν εἶ­δε ἦρ­θε καί τήν ζή­τη­σε σέ γά­μο. Κα­τά­λα­βα ὅτι ἦταν αὐ­τός πού ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός. Τόν δε­χτή­κα­με καί δό­ξα­σα τόν Θε­ό γιά τήν με­γα­λω­σύ­νη Του».

Ἄ­λλη φο­ρά, ὅπως δι­η­γή­θη­κε, ἡ Πα­να­γία τῆς ἔδει­ξε τήν κό­λα­ση καί τόν πα­ρά­δει­σο:

«Τό 1982 ἤμουν στήν σπη­λιά τῆς ἁγί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς στοῦ Χα­νό­που­λου. Προ­σευ­χό­μουν μέ­σα στήν σπη­λιά μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες καί σκέ­φτη­κα: “Ἄχ, σπη­λιά, ποῦ νά σ᾿ εὕ­ρι­σκα, νά ᾿ναι δι­κή μου αὐ­τή ἡ σπη­λιά”.

–Ὄ­χι, ὄ­χι, μοῦ εἶ­πε μιά φω­νή. Ἡ σπη­λιά ἡ δι­κή σου εἶ­ναι τῆς Παρ­θέ­νος (τῆς Πα­να­γί­ας δη­λα­δή).

–Ποῦ εἶ­ναι αὐ­τή ἡ σπη­λιά;

–Θά σοῦ τήν βρῶ ἐ­γώ, ἀλ­λά με­τά ἀ­πό και­ρό.

»Πέ­ρα­σαν πέν­τε χρό­νια γιά νἄρ­θη ὁ και­ρός. Ἐγώ στό διά­στη­μα αὐ­τό ἔψα­χνα. Ἄκου­γα γιά σπη­λιά καί ἔπαιρ­να καμ­μιά γυ­ναῖ­κα γιά πα­ρέα καί πή­γαι­να. Τό βρά­δυ πού γύ­ρι­ζα στό σπί­τι καί ἔκα­να προ­σευ­χή ἄ­κου­γα φω­νή: “Ὄχι αὐ­τοῦ, παι­δί μου. Ἄδι­κα κου­ρά­στη­κες”.

»Μιά μέ­ρα μέ κά­λε­σε ἡ ξα­δέλ­φη μου στήν Ἄρ­τα γιά δου­λειά. Ἐκεῖ μί­λη­σε γιά μιά σπη­λιά πού θά πή­γαι­νε τήν ἄλ­λη μέ­ρα μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες. Ἀπο­φά­σι­σα νά πάω. Ξε­κι­νή­σα­με τό πρωΐ στίς πέν­τε μέ τά πό­δια.

»Μό­λις φθά­σα­με ἡ σπη­λιά δέν φαι­νό­ταν ἐ­ξω­τε­ρι­κά πα­ρά μό­νο δυ­ό τρύ­πες πού χω­ροῦ­σες σφη­νω­τά. Κον­τά στήν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς εἶ­χε καί Ἐκ­κλη­σά­κι. Εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου λαμ­πά­δες καί κε­ριά. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα: “Εἶ­ναι ἄρα­γε αὐ­τή ἡ σπη­λιά;”. Καί ἄ­κου­σα φω­νή: “Ἐδῶ μέ­σα εἶ­μαι. Κρά­τη­σε μιά λαμ­πά­δα γιά νά μπῆς στήν σπη­λιά”.

»Γιά νά ξε­φύ­γω τίς γυ­ναῖ­κες εἶ­πα ὅ­τι εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νη καί θά κα­θή­σω λί­γο νά ξε­κου­ρα­στῶ. Μό­λις αὐ­τές μπῆ­καν στό Ἐκ­κλη­σά­κι, ἄ­να­ψα τήν λαμ­πά­δα καί μπῆ­κα μέ­σα στήν σπη­λιά. Ἦ­ταν με­γά­λη ἡ σπη­λιά. Μέ­σα εἶ­δα τήν Πα­να­γί­α κα­θα­ρά, ἔ­σκυ­ψα καί τήν προ­σκύ­νη­σα. Τό­τε ξέ­χα­σα τά πάν­τα, ἤ­θε­λα νά μεί­νω γιά πάν­τα ἐ­κεῖ σ᾿ ὅ­λη μου τήν ζω­ή. Προ­σκυ­νοῦ­σα συ­νέ­χεια τήν Πα­να­γί­α καί μοῦ εἶ­πε:

»Φθά­νει. Θά δεῖς πολ­λά ἐ­δῶ μέ­σα, θά δεῖς τόν ἄλ­λο κό­σμο. Αὐ­τά πού θά δεῖς ἐ­σύ, νά τά ὁ­μο­λο­γή­σης σέ πρό­σω­πα πού τά ἀ­γα­πᾶ­νε αὐ­τά. Ἅ­μα βλέ­πης ἀ­δι­α­φο­ρί­α, δέν θά λές τί­πο­τε. Καί στίς γυ­ναῖ­κες ἔ­ξω ἀ­δι­α­φο­ρί­α θά δεί­ξεις ἅ­μα βγῆς. Ἄν σέ ρω­τή­σουν θά πεῖς πῆ­γα νά προ­σευ­χη­θῶ μέ­σα στήν σπη­λιά. Μέ πῆ­ρε ὕ­στε­ρα ἡ Πα­να­γί­α σ᾿ ἕ­ναν κάμ­πο με­γά­λο ὅ­σο εἶ­ναι ἡ Ἄρ­τα. Ἔ­φθα­σα σέ δυ­ό δρό­μους καί ρώ­τη­σα ποι­όν νά δι­α­λέ­ξω. “Ὅ­ποι­ον θέ­λεις ἐ­σύ”, εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α. Ἐ­γώ πῆ­ρα τόν ἕνα δρό­μο.

»Κα­θώς προ­χω­ροῦ­σα ἔ­βλε­πα γλέν­τια, γά­μους, ἀν­δρό­γυ­να ἀ­γα­πη­μέ­να, παι­διά καί ἔ­λε­γα “τί ὡ­ραῖ­ος κό­σμος εἶ­ναι ἐ­δῶ!” “Ἄχ”, ἔ­κα­νε ἡ Πα­να­γί­α. “Ἔ­τσι γε­λι­έ­ται ὁ λα­ός στόν κά­τω κό­σμο, τόν πο­νη­ρό”. Ἅ­μα ἄ­κου­σα αὐ­τό δέν ἤ­θε­λα νά προ­χω­ρή­σω ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α εἶ­πε: “Θά προ­χω­ρή­σου­με καί μή φο­βᾶ­σαι”. Ἔ­τσι πῆ­ρα θάρ­ρος καί προ­χώ­ρη­σα.

»Συ­να­ντή­σα­με ἕ­να πο­τά­μι πύ­ρι­νο πού τά κύ­μα­τά του ἔ­πε­φταν σέ τρεῖς ἀν­θρώ­πους δι­κούς μου καί φώ­να­ζαν. Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε: “Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Αὐ­τά ἐρ­γά­σθη­καν στήν γῆ, αὐ­τά ἀ­πο­λαμ­βά­νουν. Σέ ἄ­κου­γαν ὅ­ταν τούς ἔ­λε­γες κά­τι ἐσύ; Ἐ­γώ τούς κά­νω τό κα­λό κά­θε χρό­νο καί τούς βγά­ζω ἀ­πό κεῖ ἀπό τήν Ἀ­νά­στα­ση μέ­χρι τήν Πεν­τη­κο­στή”.

»Πιό πέ­ρα εἶ­δα ἕ­να πο­τά­μι μέ πίσ­σα πού κό­χλα­ζε. Καί ᾿κεῖ ἔμ­παι­ναν καί ἔ­βγαι­ναν κε­κοι­μη­μέ­νοι. Ὅ­μως τά ροῦ­χα τους ἦ­ταν κα­θα­ρά, δέν λε­ρώ­νο­νταν, παρ᾿ ὅ­τι κυ­λι­ό­νταν μέ­σα στίς πίσ­σες. Ἀλ­λά τί τό θές; Καί­γον­ται μέ­σα στήν πίσ­σα. Δέν ἀν­τέ­χουν τό κά­ψι­μο.

»Ἔ­πει­τα βρέ­θη­κα σ᾿ ἕ­να με­γά­λο βα­ρέ­λι καί μέ φώ­να­ξε μέ τ᾿ ὄ­νο­μά μου μιά ψυ­χή ἀ­πό μέ­σα πού βα­σα­νι­ζό­ταν. Προ­σπα­θοῦ­σε νά βγῆ καί μέ ­πα­ρα­κά­λε­σε νά βρέ­ξω τό δα­χτυ­λά­κι μου νά δρο­σι­στῆ λί­γο τό στό­μα του. Τόν γνώ­ρι­σα ­ἀ­πό τήν φω­νή καί τοῦ εἶ­πα:

–Αὐ­τοῦ μέ­σα εἶ­σαι, ὠ­ρέ; Αὐ­τά ἐρ­γά­στη­κες στήν ζω­ή; Δέν θυ­μᾶ­σαι ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πό τήν Πα­ρη­γο­ρή­τρια στήν Ἄρ­τα, ἐ­σύ γύ­ρι­ζες ἀ­πό τήν λα­ϊ­κή καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α μου καί μέ κο­ρό­ϊ­δευ­ες για­τί πι­στεύ­ω σ᾿ αὐ­τά, στήν κό­λα­ση καί στόν πα­ρά­δει­σο, καί ἔ­λε­γες ὅ­τι ἅ­μα πε­θά­νη ὁ ἄν­θρω­πος, πά­ει ὅ­πως­ τό πρό­βα­το, χά­νε­ται; Καί ἄλ­λα πολ­λά σοῦ ἔ­λε­γα γιά τήν κό­λα­ση καί τόν πα­ρά­δει­σο, δέν τά θυ­μᾶ­σαι;

–Τά θυ­μᾶ­μαι ἀλ­λά τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Φώ­να­ξε ὅσο μπο­ρεῖς, ὅσο ζῆς νά ἔρ­θη κα­νείς κο­ντά σου, νά ἀπο­φύ­γη αὐ­τήν ἐδῶ τήν κό­λα­ση.

–Τί νά κά­νη κο­ντά μου ἀφοῦ καί ᾿γώ δέν ξέ­ρω. Ἐσύ πό­σες φο­ρές μέ κό­λα­ζες ὅταν σέ συ­να­ντοῦ­σα;

–Ὄχι, ἐσύ δέν ἔφα­γες, δέν ἄλ­λα­ξες, δέν ντύ­θη­κες, δέν γλέ­ντη­σες, ἀγω­νί­στη­κες καί ξέ­ρεις.

»Ἐγώ με­τά ἀπ᾿ αὐ­τά, τόν πό­νε­σε ἡ ψυ­χή μου. Ἤμουν εὐ­αί­σθη­τη στόν πό­νο τῶν ἄλ­λων καί, ἄν ἄκου­γα ὅτι κά­ποιος πει­νά­ει, δέν ἔ­τρω­γα καί ἐγώ καί ἄν μπο­ροῦ­σα τοῦ πή­γαι­να φα­γη­τό. Τώ­ρα ὅ­μως σκε­φτό­μουν νά τοῦ δώ­σω λί­γο νε­ρό μέ τό δά­χτυ­λό μου ἤ ὄ­χι; Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε ὅ­τι, ἄν δώ­σω, θά μέ κά­ψει τήν μι­σή πλευ­ρά τοῦ χε­ριοῦ μέ­χρι πά­νω στόν ὦ­μο. Μό­λις τἄ­κου­σα αὐ­τό κον­το­στά­θη­κα, ὅ­μως τόν λυ­πό­μουν τόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ μέ­σα. Πα­ρα­κά­λε­σα τό­τε τήν Πα­να­γί­α νά τό βρέ­ξω καί νά τό δώ­σω λί­γο. “Τί νά σοῦ πῶ; Θά κα­εῖ τό χέ­ρι σου. Ἀ­φοῦ τό θέ­λεις τό­σο πο­λύ, βάλ­το λί­γο, ὅ­μως καί ἐ­γώ θἆ­μαι στό πλευ­ρό σου”. “Ναί τό θέ­λω˙ ψυ­χή εἶ­ναι κι αὐ­τή. Μπο­ρεῖ καί ἐ­γώ νά πά­θω τά ἴ­δια”. “Μή γέ­νοι­το”, μοῦ εἶ­πε.

»Τὄ­βα­λα τό­τε καί κά­η­κε τό χέ­ρι μου. Μέ πο­νοῦ­σε, τό φυ­σοῦ­σα, ἀλ­λά τί­πο­τε. Ἀ­πό τό­τε τό δά­χτυ­λο δέν τό δου­λεύ­ω εἶ­ναι σκλη­ρό. Καί νά τό κό­ψης δέν τό νι­ώ­θω.

»”Αὐ­τά πού εἶ­δες ἐ­δῶ δέν πρέ­πει νά σέ ἀ­να­λώ­σουν σέ στε­νο­χώ­ρια ἀλ­λά νά βά­λης ὅ­λη τήν δύ­να­μή σου νά τά πῆς σέ ἄλ­λους ζῶν­τες καί νά βο­η­θή­σης ψυ­χές πού πο­θοῦν τόν οὐ­ρα­νό”.

»Φεύ­γον­τας εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α: “Εὐ­λο­γη­μέ­νοι νά εἶ­στε μέ­χρι τήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α πού θἄρ­θει ὁ Υἱ­ός μου” καί φύ­γα­με.

»Με­τά πή­γα­με στόν κα­λό τόν κό­σμο. Ἐ­κεῖ χαι­ρό­σουν νά βρί­σκε­σαι. Γνώ­ρι­σα πολ­λούς ἀπ᾿ αὐ­τούς. Συ­νάν­τη­σα πολ­λά ζευ­γά­ρια πού ἔ­ζη­σαν ἀ­γα­πη­μέ­να. Ἤ­θε­λε νά μοῦ δεί­ξη καί ἄλ­λους ἀλ­λά τῆς εἶ­πα “ὄ­χι νέ­ους, για­τί στε­νο­χω­ρι­έ­μαι νά πε­θαί­νουν νέ­οι”. Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε “ὄ­χι νέ­ους, γέ­ρους, δι­ό­τι οἱ κα­λοί ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν γέ­ροι. Τούς ἄλ­λους τούς παίρ­νου­με νέ­ους γιά νά γλυ­τώ­σουν ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες πού θά πέ­σουν”.

»Συ­ναν­τή­σα­με ἕ­να ζευ­γά­ρι ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων. Μοῦ εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α: “Τώ­ρα ἔρ­χε­ται καί ὁ γυι­ός τους, τα­ξι­δεύ­ει”. Μό­λις εἶ­χε πε­θά­νει καί ἀ­νέ­βαι­νε ἡ ψυ­χή του. Ση­κώ­θη­κε τό­τε ὁ γέ­ρος καί προ­σευ­χή­θη­κε στόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο πού δέ­σπο­ζε πιό πέ­ρα καί εἶ­πε: “Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θε­έ μου, πού πῆ­ρες τόν γυι­ό μου σέ ὥ­ρι­μη ἡ­λι­κί­α καί τόν φέρ­νεις ἐ­δῶ”. Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σε καί ἡ γριά. “Ἀ­μήν”, ἀ­κού­στη­κε ἀ­πό τόν Σταυ­ρό.

»Ὁ γέ­ρος καί ἡ γριά ξα­να­κά­θη­σαν στίς πο­λυ­θρό­νες τους πού ἦ­ταν χρυ­σα­φέ­νι­ες, ὅ­λες ἦ­ταν χρυ­σα­φέ­νι­ες. Μπρο­στά τους σ᾿ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι εἶ­χε ὁ κα­θέ­νας τους μιά πι­α­τέ­λα πού ἔ­τρω­γαν. Ἐ­γώ σκέ­φτη­κα “τί τρῶ­νε;” Καί μοῦ ἀ­πήν­τη­σαν: “Ἐ­κεῖ­νο πού μᾶς φέρ­νε­τε ἐ­σεῖς στήν προ­σκο­μι­δή τρῶ­με”. Ἡ τρο­φή τους ἦ­ταν ἕ­να σάν τό ἀν­τί­δω­ρο καί κρα­σί. Τά κρεβ­βά­τια τους ἦ­ταν ὁ­λό­χρυ­σα, ὡ­ραι­ό­τα­τα.

»Γιά τίς παρ­θέ­νες ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος ξε­χω­ρι­στός τό­πος, τό παρ­θε­νι­κό σπί­τι. Ἐ­κεῖ εἶ­δα καί γνω­στές μου, ἀλ­λά δέν μοῦ μί­λη­σαν.

»Ὕ­στε­ρα ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε: “Θά φύ­γου­με τώ­ρα καί θά πε­ρά­σου­με νά δοῦ­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού ἦρ­θε ἐ­δῶ με­τά ἀ­πό πο­λυ­χρό­νιο ἀ­σθέ­νεια. Αὐ­τός ἦ­ταν πο­λύ ἁ­μαρ­τω­λός, ἀλ­λά ξε­πλύ­θη­κε ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νειά του. Ὑ­πέ­μει­νε ἀ­γόγ­γυ­στα τήν ἀρ­ρώ­στεια του. Τό κρεβ­βά­τι του βέ­βαι­α δέν ἦ­ταν ὅ­μοι­ο μέ τῶν ἄλ­λων, ἀλ­λά κο­πι­α­σμέ­νο ἀ­πό τούς κό­πους πού ὑ­πέ­μει­νε.

Μοῦ εἶ­πε τό­τε αὐ­τός: “Ναί, ἔ­τσι εἶ­ναι ὅ­πως τά λέ­ει ἡ μάν­να μας (Πα­να­γί­α). Ἔ­λυ­ω­σα στό κρεβ­βά­τι μου, ἔ­χυ­σα ὅ­λο τό αἷ­μα μου σ᾿ αὐ­τό τό κρεβ­βά­τι. Αὐ­τά­ πού πέ­ρα­σα μό­νο τό κρεβ­βά­τι αὐ­τό τά γνω­ρί­ζει καί ἡ μη­τέ­ρα μου πού μέ φύ­λα­γε καί στε­κό­ταν στό προ­σκέ­φα­λό μου.

»Ὕστε­ρα ἡ Πα­να­γία συ­νέ­χι­σε: “Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νἄρ­θουν ἐ­δῶ. Ἄς πο­νέ­σουν λί­γο στήν γῆ. Στήν γῆ ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί πει­ρα­σμοί. Μό­νο τήν ψυ­χή σας νά φυ­λά­ξε­τε ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες. Ὅ­ποι­ος θυ­σια­στῆ γιά τόν Υἱό μου θά ἀ­πο­λαύ­σει ὅ­λα αὐ­τά τά ἀγα­θά. Ὅ­σοι θά ἐρ­γα­σθοῦν γιά μέ­να κά­τω στήν γῆ θά ᾿ρθοῦν στόν πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τά τά ἀ­γα­θά, χα­ρά σ᾿ ὅ­ποι­ον τ᾿ ἀπο­λαύ­σει. Ὅ­μως τώ­ρα λί­γοι ἔρ­χον­ται. Χά­λα­σε ὁ κό­σμος”».

Ἡ Λα­μπρι­νή ἄλ­λη φο­ρά προ­εῖ­δε τόν θά­να­το τῆς ἀνε­ψιᾶς της: «Εἶ­χα πά­ρει προ­ει­δο­ποί­η­ση (πλη­ρο­φο­ρία) ὅτι τήν Τε­τάρ­τη θά κοι­μη­θεῖ ἡ ἀνε­ψιά μου Κασ­σια­νή. Αὐ­τή μέ ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τό προ­η­γού­με­νο Σάβ­βα­το τό ἀπό­γευ­μα καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι συμ­φώ­νη­σε μέ τόν πα­πᾶ νά κά­νου­με Λει­τουρ­γί­α τήν ἐρ­χο­μέ­νη Τε­τάρ­τη˙ μέ κά­λε­σε καί μέ­να νά βο­η­θή­σω. Εἶ­χα εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Δε­σπό­τη νά ψέλ­νω στό ἀ­να­λό­γιο ὅ­ταν ὑ­πῆρ­χε ἀνάγ­κη. Τῆς λέ­ω: “Ὄ­χι τήν Τε­τάρ­τη ἀλ­λά τήν Δευ­τέ­ρα”. Αὐ­τή ἐ­πέ­με­νε τήν Τε­τάρ­τη, δι­ό­τι δε­σμεύ­τη­κε στόν πα­πᾶ καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀλ­λά­ξη. Γιά νά τήν δι­ευ­κο­λύ­νω πῆ­γα τό­τε ἐ­γώ καί τό ἄλ­λα­ξα. Ἔ­γι­νε ἡ Λει­τουρ­γί­α, εἴ­χα­με ἑ­τοι­μα­στῆ καί κοι­νω­νή­σα­με. Ἡ Κασ­σια­νή ἔ­δει­χνε ὑ­γι­έ­στα­τη. Μέ εὐ­χα­ρί­στη­σε πού βο­ή­θη­σα καί ἐ­γώ στήν θεί­α Λει­τουρ­γία καί ἀπο­χαι­ρε­τι­στή­κα­με.

»Τήν Τε­τάρ­τη τά χα­ρά­μα­τα τήν Κασ­σια­νή τήν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο ὁ ἀ­δελ­φός της Νῖ­κος νά πά­η στήν κλι­νι­κή δι­ό­τι θά γεν­νοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα του Ὄλ­γα καί ἤ­θε­λε νά ἔ­χη κά­ποι­ον δί­πλα του. Πῆ­γε ἡ Κασ­σια­νή ἀλ­λά ἀ­μέ­σως με­τά τήν γέν­να ἔ­πα­θε πνευ­μο­νι­κό οἴ­δη­μα καί ἐ­κοι­μή­θη ὕστε­ρα ἀ­πό λί­γο. Γι᾿ αὐ­τό σᾶς λέ­ω, δέν ξέ­ρο­με πό­τε θά πε­θά­νου­με».

https://enromiosini.gr/biografies/23askites-mesa-ston-kosmo-3/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου