28 Μαρτίου, 2024

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Λαμπρινή Βέτσιου 3/3

 Κά­πο­τε συ­νέ­βη τό ἑξῆς, ὅπως τό δι­η­γή­θη­κε: «Ἦταν ἡ τρι­α­κο­στή μέ­ρα ἀπό τήν κοί­μη­ση ἑνός γνω­στοῦ μου ἑ­πτά­χρο­νου κο­ρι­τσιοῦ. Τό βρα­δά­κι, ὡς συ­νή­θως, πῆ­ρα νά δι­α­βά­σω ἕ­να­ πνευ­μα­τι­κό βι­βλί­ο καί κα­θό­μουν στό κρεβ­βά­τι, ἐ­νῶ δί­πλα μου ὁ ἄν­δρας μου εἶ­χε ἤ­δη κοι­μη­θῆ. Τό­τε ἀπ᾿ τό πα­ρά­θυ­ρο μπῆ­κε ἕ­νας Ἄγ­γε­λος καί ἔ­φε­ρε τό γνω­στό μου κο­ρι­τσά­κι νυμ­φο­στο­λι­σμέ­νο. Τό ρώ­τη­σα τί ἤ­θε­λε ξα­νά στόν ἁ­μαρ­τω­λό αὐ­τόν κό­σμο καί μοῦ ἀ­πά­ντη­σε: “Ἦρ­θα γιά σέ­να. Δέν μπό­ρε­σα νά βρῶ ἄν­θρω­πο νά πῶ τό πα­ρά­πο­νό μου. Οἱ γο­νεῖς μου μέ ζό­ρι­ζαν νά τρώ­ω γιά νά γί­νω κα­λά, ἐ­νῶ δέν μοῦ ἔ­λει­πε τό φα­γη­τό. Ὁ Θε­ός ἤ­θε­λε νά μέ πά­ρη. Τώ­ρα ὅ­μως πού πέ­θα­να ἔ­πρε­πε νά πά­ω στόν πα­ρά­δει­σο, ἀλ­λά ἔ­χω ἐμ­πό­δια. Ἕ­να ὀ­φεί­λε­ται στούς γο­νεῖς μου καί ἕ­να σέ μέ­να. Τώ­ρα πού πέ­θα­να, ἀ­κό­μη δέν σα­ράν­τη­σα καί ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­μει­νε ἔγκυος. Αὐ­τό δέν ἔ­πρε­πε νά γί­νη. Ἀ­κό­μη στόν δρό­μο εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου, δέν πέ­ρα­σα ὅ­λα τά τε­λώ­νια. Ξέ­ρω ὅ­τι μέ ἔ­κλα­ψαν πο­λύ, ἀλ­λά δέν ἔ­πρε­πε νά γί­νη. Νο­μί­ζουν ὅ­τι τρό­πον τι­νά θά μέ ἀ­να­στή­σουν, ἀλ­λά πές τους ὅ­τι ἀ­γο­ρά­κι θά κά­νουν, ὄ­χι κο­ρί­τσι, ὅ­πως νο­μί­ζουν. Αὐ­τή τους ἡ πρά­ξη δυ­σκο­λεύ­ει τήν ψυ­χή μου. Ὅ­σο γιά μέ­να, τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά πού πῆ­γα στό σχο­λεῖ­ο πρίν πε­θά­νω, δέν εἶ­χα μο­λύ­βι καί πλά­κα γιά νά γρά­ψω. Μιά συμ­μα­θή­τριά μου ὅ­μως μοῦ ἔ­δω­σε και­νούρ­για πλά­κα καί μο­λύ­βι, τά ὁ­ποῖ­α δέν ἐ­πέ­στρε­ψα. Πές στήν μάν­να μου νά ἀ­γο­ρά­ση και­νούρ­για καί νά τά ἐ­πι­στρέ­ψη. Γιά τό με­γά­λο κα­λό πού θά κά­νεις στήν ψυ­χή μου θά σέ πά­ρω τώ­ρα μα­ζί μου νά δῆς τόν θά­λα­μο πού ἔ­χει ἕ­τοι­μο ὁ Κύ­ριος γιά μᾶς τίς παρ­θέ­νες. Ἐ­μεῖς νυμ­φευ­θή­κα­με τόν Χρι­στό”.

»Βγή­κα­με ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο καί ἀ­νε­βαί­να­με. Μᾶς συ­νώ­δευ­ε καί ὁ Ἄγ­γε­λος κρα­τώ­ντας ἀ­πό τό χέ­ρι τήν κό­ρη. Φθά­σα­με στόν Πα­ρά­δει­σο καί τόν βλέ­πα­με. Ἦ­ταν σπί­τια πολ­λά ἀλ­λά πο­λύ ὡ­ραῖ­α. Φθά­σα­με στό παρ­θε­νι­κό σπί­τι, ἀλ­λά δέν μ᾿ ἄ­φη­σε νά μπῶ μέ­σα. Αὐ­τή μπῆ­κε καί μοῦ εἶ­πε: “Ἐ­σύ εἶ­σαι ἀ­κό­μα στήν γῆ δέν μπο­ρεῖς νά μπῆς ἐ­δῶ”. Εἶ­δα ὅ­μως ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τίς παρ­θέ­νες, ἄλ­λες μι­κρές στήν ἡ­λι­κί­α καί ἄλ­λες με­γά­λες. Φο­ροῦ­σαν ροῦ­χα πού ἔ­λαμ­παν. Μοῦ εἶ­παν: “Ἐ­μεῖς ἐ­δῶ δέν ἔ­χο­με πο­τέ χει­μῶ­να, πο­τέ νύ­χτα, πο­τέ βρο­χή. Εἴ­μα­στε πάν­τα στό ἄν­θος”. Με­τά σή­μα­νε ἕ­να σή­μαν­τρο καί ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα γιά προ­σευ­χή καί ἔ­πρε­πε νά φύ­γου­με. Ἤ­θε­λα νά μεί­νω καί ἐ­γώ νά μά­θω πῶς προ­σεύ­χον­ται, καί μοῦ εἶ­πε: “Ἐ­σεῖς ἔ­χε­τε τούς πα­πά­δες, τούς Πνευ­μα­τι­κούς καί σᾶς τά λέ­νε ὅ­λα”.

»Ὁ Ἄγ­γε­λος μέ γύ­ρι­σε πί­σω χω­ρίς νά μοῦ μι­λή­ση. Ἔ­βλε­πα τό σῶ­μα μου νά βρί­σκε­ται στό κρεβ­βά­τι δί­πλα στόν ἄν­δρα μου, ἀ­νέ­πνε­ε λί­γο, ἴ­σα–ἴ­σα πού ζοῦ­σε. Μπῆ­κα ξα­νά στό σῶ­μα μου, ἄ­φη­σα τό βι­βλί­ο στό τρα­πέ­ζι καί κοι­μή­θη­κα. Τό πρωΐ θά πη­γαί­να­με στό χω­ρά­φι γιά νά δου­λέ­ψω στό βαμ­πά­κι ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σα νά πά­ω. Γιά τρεῖς μέ­ρες αἰ­σθα­νό­μουν πο­λύ κου­ρα­σμέ­νη καί ἤ­μουν χλω­μή.

»Ὅ­ταν εἶ­χα ρω­τή­σει τό κο­ρι­τσά­κι: “Κα­λά, γιά μιά πλά­κα καί ἕ­να μο­λύ­βι ἔ­χεις τό­σες δυ­σκο­λί­ες; Μέ μᾶς πού ἔ­χο­με κά­νει τό­σα τί θά γί­νει;”. Μοῦ ἀπά­ντη­σε: “Αὐ­τή ἡ πλά­κα καί τό μο­λύ­βι εἶ­ναι σάν βά­ρος ἑ­κα­τό κι­λῶν κα­θώς μέ δυ­σκο­λεύ­ει καί ἡ ἁ­μαρ­τί­α τῶν γο­νέ­ων μου”.

»Γι᾿ αὐ­τό δέν πρέ­πει τί­πο­τα νά χρω­στᾶ­με δα­νει­κό σέ τού­τη τήν ζω­ή, ἄν θέ­λου­με νά ἀ­πο­λαύ­σου­με τά ἀ­γα­θά τοῦ πα­ρα­δεί­σου».

Στήν θεία Λει­τουρ­γία καί ὅταν κοι­νω­νοῦ­σε εἶ­χε ἐμπει­ρί­ες καί κά­ποιες ἀπό αὐ­τές τίς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὡς ἑξῆς:

«Ὅλα αὐ­τά πού προ­σφέ­ρου­με στήν Προ­σκο­μι­δή κρα­σιά, κε­ριά καί τά ὀ­νό­μα­τα τά παίρ­νουν Ἄγ­γε­λοι καί τά πα­αί­νουν ἀπά­νω.

»Μιά φο­ρά εἶ­χα πά­ει στήν ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη. Εἶ­χαν μνή­μη (ἑορ­τή ἁγί­ου) ἐ­κεῖ καί ἔ­δω­κα τό χαρ­τά­κι μου μέ τά ὀ­νό­μα­τα. Τό πρωΐ ὕ­στε­ρα πού εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἡ Λει­τουρ­γί­α, εἶ­δα κα­τά γῆς τό χαρ­τά­κι στό Ἱ­ε­ρό μπρο­στά. Στε­νο­χω­ρή­θη­κα καί εἶ­πα: “Ἄχ, Θε­έ μου, ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ἦρ­θα ἐ­δῶ καί δέν δι­α­βά­στη­καν τά ὀ­νό­μα­τά μου”.

»Τή νύ­χτα στόν ὕ­πνο μου ἦρ­θε μί­α νέ­α ὡ­ραί­α (ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη) καί μοῦ εἶ­πε: “Φο­βή­θη­κες, παι­δί μου, μή­πως δέν δι­α­βά­στη­καν τά ὀ­νό­μα­τα; Τά δι­ά­βα­σα ἐ­γώ, ἄς μήν τά δι­ά­βα­σε ὁ πα­πᾶς”.

»Στά χέ­ρια της κρα­τοῦ­σε ἕ­να χαρ­τί. Μοῦ τό ἔ­δει­ξε. Εἶ­δα ὅ­τι ἦ­ταν τό χαρ­τί πού εἶ­χα γρά­ψει τά ὀνό­μα­τα καί τό εἶ­χα δώ­σει στόν πα­πᾶ γιά νά τά μνη­μο­νεύ­ση στήν Προ­σκο­μι­δή».

«Ὅταν ξεκινάη τό πρωΐ ἡ Λει­τουρ­γία μας, ἐκεῖ ὅλα εἶναι πολύ ὡ­ραῖ­α. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται ἡ ὥ­ρα τῆς με­τα­δό­σε­ως τό­τε εἶ­ναι ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α γε­μά­τη ἀ­πό τά ἀγ­γε­λι­κά πνεύ­μα­τα. Τώ­ρα τά βλέ­πω ἔ­τσι σάν ἀ­στρα­πή. Περ­νᾶ­νε Ἄγ­γε­λοι μέ τά φτε­ρά τους, ὄμορ­φα τά πρό­σω­πά τους, ὅ­πως εἴ­μα­στε οἱ ἄν­θρω­ποι. Αὐ­τοί εἶ­ναι ψη­λά καί μεῖς χα­μη­λά. Φω­νά­ζει ὁ πα­πᾶς ἀ­πό δῶ, ὁ ψάλ­της ἀ­πό κεῖ, βγαί­νουν ὅ­λοι ἐκεῖ καί κου­λου­ριά­ζουν (κυ­κλώ­νουν) τόν πα­πᾶ γύ­ρω–γύ­ρω.

»Με­τά βγαί­νει ἡ με­τά­δο­ση, βλέ­πεις στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη ἀ­κέ­ραι­ος ὁ Χρι­στός, βλέ­πεις πού λέ­ει ὁ πα­πᾶς “Με­τά φό­βου…”. Αὐ­τός λέ­ει: “Ἐ­δῶ ἐ­γώ εἶ­μαι” καί δεί­χνει τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο, ὅ­τι δη­λα­δή εἶ­ναι μέ­σα.

»Παίρ­νο­με τό­τε πραγ­μα­τι­κά κρέ­ας ἀ­πό τό Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Μέ­σα στό Ἅγιο Πο­τή­ριο εἶ­ναι ἀλή­θεια Αὐ­τός. Γί­νε­ται ὅλος τό­σο δά παι­δά­κι μι­κρό–μι­κρό μέ κε­φα­λά­κι, χε­ρά­κια, πο­δα­ρά­κια, ἀ­κέ­ραι­ος Χρι­στός, ἄν­θρω­πος δη­λα­δή, καί τό δί­νει σ᾿ ἐ­μέ­να, τό δί­νει σ᾿ ἐ­σέ­να καί στόν ἄλ­λον, μέ τό κου­τα­λά­κι (Ἁ­γί­α λα­βί­δα). Τό κου­τα­λά­κι μέ­σα ἔ­χει ἕ­να ἀν­θρω­πά­κι.

»Πῶς νά τό πά­ρης αὐ­τό τό πρᾶγ­μα; Καί τό παίρ­νο­με κά­τι ἁ­μαρ­τω­λοί, κα­κο­μα­γα­ρι­σμέ­νοι, κα­τα­πο­νη­ρε­μέ­νοι, κα­κός κό­σμος, φο­νιά­δες, σκο­τώ­νουν τόν ἄλ­λον καί τόν θά­βουν.

»Ὅ­ταν πη­γαί­νης νά με­τα­λά­βης, θά πη­γαί­νεις μέ τό κε­φά­λι σκυ­φτό καί θά σκέ­φτε­σαι. Ποι­όν θά βρεῖς μπρο­στά σου. Ποι­όν θά ἰ­δεῖς τώ­ρα ἐ­σύ. Μήν κοι­τᾶς τόν ἕ­ναν καί τόν ἄλ­λον καί τί κά­νει αὐ­τός καί ἐκεῖ­νος.

»Θά τη­ρά­ξεις μό­νο τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο. Ποι­ός εἶ­ναι στό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο. Ἐκεῖ ε­ἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός πού στό δεί­χνει, αὐ­τοῦ δέν εἶ­ναι ὁ πα­πᾶς, αὐ­τό τό τό­σο δά πραγ­μα­τά­κι τό δί­νει ὁ Χρι­στός, Αὐ­τός πα­ρα­τη­ρά­ει ποι­ός εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά τό πά­ρη. Ὅποι­ος δέν εἶ­ναι ἄ­ξιος σ᾿ αὐ­τόν δέν τό δί­νει. Νο­μί­ζεις πώς παίρ­νουν ὅλη με­τά­δο­ση ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα; Δέν παίρ­νουν. Παίρ­νει ἐ­κεῖ­νος πού εἶ­ναι ἑ­τοι­μα­σμέ­νος. Καί κεί­νη τήν ὥ­ρα πού πᾶς νά με­τα­λά­βης πρέ­πει νά δῆς τόν Χρι­στό. Δέν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά τόν δῆς πραγ­μα­τι­κά, ἀλ­λά βάλ­τον μέ τόν νοῦ σου. Με­τά ἔρ­χε­ται τό “Δι᾿ εὐ­χῶν” καί βλέ­πεις φεύ­γουν ὅ­λοι πρίν τό “Δι᾿ εὐ­χῶν” ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Κά­τσε λί­γο νά πά­ρης τήν εὐ­χή. Με­τά δέν κά­νει νά γυ­ρί­σης (ἐ­πι­σκε­φθῆς) σπί­τι ξέ­νο, για­τί θά χά­σεις τήν εὐ­χή. Δέν εἶ­ναι κα­λά νά βγῆς ἔ­ξω, νά πᾶς, ξέ­ρω ᾿γώ, στήν ἀ­γο­ρά, καί ἄν εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­νάγ­κη πές σέ κά­ποι­ον πού πά­ει στήν ἀ­γο­ρά νά σέ ψω­νί­ση. Καί ἄν βγῆς, σκύ­ψε τό κε­φα­λά­κι σου, κά­νε τήν δου­λειά σου καί γύ­ρι­σε στό σπίτι».

»Γιά νά κοι­νω­νή­σου­με πρέ­πει νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με καμ­μιά βδο­μά­δα ἀπό νη­στεί­α καί ἀπό ἄλ­λα πράγ­μα­τα».

Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή εἶ­χε παρ­ρη­σία στήν προ­σευ­χή της. Οἱ ἄν­θρω­ποι στίς δυ­σκο­λί­ες τῆς ζη­τοῦ­σαν νά προ­σεύ­χε­ται καί με­τά ἔβλε­παν τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τα.

Κά­ποιος ξά­δελ­φός της ἦταν ἑτοι­μο­θά­να­τος καί δέν πα­ρά­δι­νε (πέ­θαι­νε). Βα­σα­νι­ζό­ταν για­τί ἐνῶ φαι­νό­ταν ὅτι πέ­θαι­νε με­τά πά­λι ἀνα­σται­νό­ταν. Πῆ­γε ἡ γυ­ναῖ­κα του καί πα­ρε­κά­λε­σε τήν για­γιά νά πάη στόν ἀσθε­νῆ νά κά­νη προ­σευ­χή. Δί­στα­ζε για­τί θε­ω­ροῦ­σε ὅτι θά τόν πε­θά­νει αὐ­τή. Πῆ­γε τε­λι­κά, συ­ζή­τη­σε μα­ζί του, ἦταν κα­λός ἀλ­λά ἔπι­νε. Τοῦ εἶ­πε νά ἐξο­μο­λο­γη­θῆ καί με­τά ἐνῶ προ­σευ­χό­ταν ἡ για­γιά, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του ἥσυ­χα.

Τό ἐγ­γο­νά­κι της, πέ­ντε χρό­νων, ἦταν ἄρ­ρω­στο. Τό εἶ­χαν πά­ει στήν Ρωσ­σία καί ἑτοι­μά­ζο­νταν νά πᾶ­νε καί δεύτερη φο­ρά νά τό ξα­να­χει­ρουρ­γή­σουν. Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή δέν ἤθε­λε νά πᾶ­νε για­τί ἤξε­ρε ὅτι καί νά ζή­ση, δέν θά γι­νό­ταν κα­λά. Τό τε­λευ­ταῖο βρά­δυ πῆ­γε στό κελ­λί της καί ξέ­σπα­σε σέ προ­σευ­χή μέ δά­κρυα πα­ρα­κα­λώ­ντας τόν Θεό: «Νά τό πά­ρης στόν θρό­νο Σου στούς οὐ­ρα­νούς ἀντί γιά τήν Ρωσ­σία. Αὐ­τό εἶ­ναι ἄγ­γε­λος. Καί ἐκεῖ νά μέ ἀξιώ­σης καί μέ­να, Θεέ μου, νά ση­κω­θῆ τό ἐγ­γο­νά­κι μου ἀπό τόν θρό­νο νά μέ πά­ρη καί μέ­να».

Ἄκου­σε τό «ναί» στήν προ­σευ­χή της καί με­τά εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Χρι­στό. Μέ­χρι τίς τρεῖς με­τά τά με­σά­νυ­χτα τε­λεί­ω­σε τό παι­δί. Ἔκλαι­γε ἀπό χα­ρά καί πῆ­ρε τό ἀλεύ­ρι νά ζυ­μώ­ση πρό­σφο­ρο.

Ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή κα­τά τήν διάρ­κεια τῆς ζω­ῆς της δέν ξέ­χα­σε τόν μο­να­χι­κό της πό­θο. Ἔτσι με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ συ­ζύ­γου της παίρ­νει τήν ἀπό­φα­ση νά πραγ­μα­το­ποι­ή­ση τό ὄνει­ρό της. Σέ ἡλι­κία 70 ἐτῶν πε­ρί­που πη­γαί­νει σέ μο­να­στή­ρι τῆς πε­ριο­χῆς, ὅπου σύμ­φω­να μέ τόν κα­νό­να πού τῆς ἔβα­λε ὁ Γέ­ρο­ντας, θά ἔμε­νε 50 μέ­ρες γιά τό Πά­σχα, 40 γιά τά Χρι­στού­γεν­να καί 15 γιά τόν Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο. Ἡ ἴδια με­τά ζή­τη­σε νά μεί­νη μό­νι­μα στό μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά ἐν τῷ με­τα­ξύ ὁ Γέ­ρο­ντας ἐκοι­μή­θη καί οἱ μο­να­χές ἐξέ­φρα­σαν ἀντίρ­ρη­ση γιά τήν πα­ρα­μο­νή της. Πά­λι ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή μέ ὑπακοή–ὑπομονή δέ­χθη­κε αὐ­τή τους τήν ἀπό­φα­ση καί εἰ­ρη­νι­κά ἐπέ­στρε­ψε στό σπί­τι της, ὅπου συ­νέ­χι­σε τούς ἀγῶ­νες της καί προ­ε­τοι­μά­ζε­το πλέ­ον γιά τήν κοί­μη­σή της.

Μαρτυρίες γιά τήν Λαμπρινή

Ὁ κ. Ἀν­δρέ­ας Νι­κο­λά­ου ἀπό τά Κο­λο­μό­δια Ἄρ­της ση­μει­ώ­νει: «Οἱ γο­νεῖς μου καί κυ­ρί­ως ἡ για­γιά μου ἀπό πο­λύ μι­κρό μοῦ μι­λοῦ­σαν γιά τήν για­γιά Λα­μπρι­νή καί τά χα­ρί­σμα­τά της. Εἰ­δι­κά ἡ για­γιά μου τήν ἀκο­λου­θοῦ­σε πα­ντοῦ σέ ὅποιες Ἐκ­κλη­σί­ες πή­γαι­νε καί περ­πα­τοῦ­σαν ὧρες μέ­χρι νά φθά­σουν. Δέν ἔδι­να καί με­γά­λη ση­μα­σία σ᾿ αὐ­τά πού ἄκου­γα, γιά τίς ἀτέ­λειω­τες ὧρες προ­σευ­χῆς, γιά τίς ἐλά­χι­στες ὧρες ὕπνου (δύο ὧρες τό εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο), γιά τά χα­ρί­σμα­τά της. Τήν σε­βό­μου­να σάν γρι­ού­λα πού ἦταν, ἀλ­λά ὅσο με­γά­λω­να δια­πί­στω­να ὅτι ὑπο­βάλ­λε­ται μέ χα­ρά σέ με­γά­λες καί σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες (νη­στεῖ­ες καί ἀγρυ­πνί­ες). Πα­ρα­τη­ροῦ­σα κά­θε φο­ρά πού με­τα­λάμ­βα­νε στήν Ἐκ­κλη­σία τό πρό­σω­πό της νά λά­μπη. Ὅταν μέ συ­να­ντοῦ­σε με­τά τήν θεία Λει­τουρ­γία, μέ χά­ϊ­δευε στορ­γι­κά στό κε­φά­λι καί ἔνιω­θα τό­τε νά μήν πα­τάω στήν γῆ. Αὐ­τό μέ ἔκα­νε νά ἐπι­ζη­τῶ πιό συ­χνά νά εἶ­μαι μα­ζί της.

»Κά­ποιο κα­λο­καί­ρι πού εἶ­χα τε­λειώ­σει τήν πρώ­τη τά­ξη δη­μο­τι­κοῦ, ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες πῆ­γαν καί ἄνοι­ξαν τήν Ἐκ­κλη­σία τῶν Τα­ξιαρ­χῶν στό χω­ριό Λου­τρό­το­πος Ἄρ­της. Μα­ζί τους πῆ­γα καί ἐγώ μέ τήν μη­τέ­ρα μου καί κοι­μη­θή­κα­με τό βρά­δυ μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σία. Ἦταν νύ­χτα καί ἡ για­γιά κά­τι ἔψελ­νε ἀπό ἕνα βι­βλίο. Ἐγώ ση­κώ­θη­κα καί γύ­ρι­ζα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σία πού φω­τι­ζό­ταν ἀπό λί­γα κε­ρά­κια ἀναμ­μέ­να. Ὕστε­ρα ἄνοι­ξα τήν πόρ­τα τοῦ Ἱε­ροῦ, μπῆ­κα μέ­σα, προ­χώ­ρη­σα δυό–τρία βή­μα­τα πρός τήν Ἁγία Τρά­πε­ζα καί ἀμέ­σως στα­μά­τη­σα. Ἄκου­σα βή­μα­τα ἀν­θρώ­που νά μέ πλη­σιά­ζουν. Πα­ρα­τή­ρη­σα δυό–τρεῖς σκι­ές γύ­ρω ἀπό τήν Ἁγία Τρά­πε­ζα νά ἔρ­χω­νται πρός τό μέ­ρος μου καί νά μέ πε­ρι­κυ­κλώ­νουν. Φο­βή­θη­κα καί ἀμέ­σως βγῆ­κα ἔξω ἀπό τό Ἱε­ρό. Βλέ­πο­ντάς με ἡ μη­τέ­ρα μου πού μέ ἔψα­χνε μέ μάλ­ω­σε. Τό­τε τῆς λέ­γει ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή: «Μή μαλ­ώ­νης τό παι­δί. Αὐ­τό εἶ­ναι παι­δί μι­κρό καί ἀνα­μάρ­τη­το. Νά ἤξε­ρες τί ἀγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις τό ἔχουν πε­ρι­κυ­κλώ­σει!» καί κα­τά­λα­βα τότε ὅτι καί ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή εἶ­δε τά ἴδια μέ μέ­να καί ἄς ἦταν ἐκτός τοῦ Ἱε­ροῦ. Δια­πί­στω­σα ἔκτο­τε ὅτι ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή δέν εἶ­ναι σάν τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.

»Ὅταν ἀρ­γό­τε­ρα ἐνη­λι­κιώ­θη­κα καί ἡ για­γιά εἶ­χε πε­ρά­σει τά ὀγ­δό­ντα της χρό­νια, κά­ποια φο­ρά τήν βρῆ­κα στήν βρύ­ση τῆς αὐ­λῆς καί πρίν τήν χαι­ρε­τήσω πα­ρα­τή­ρη­σα ὅτι, ὅπως ἦταν σκυμ­μέ­νη, ἡ κα­μπού­ρα της εἶ­χε με­γα­λώ­σει. Δέν πρό­λα­βα νά κά­νω ἕνα βῆ­μα καί τό­τε ἡ για­γιά λές καί διά­βα­σε τήν σκέ­ψη μου, ση­κώ­νει τό κε­φά­λι της καί μοῦ εἶ­πε: “Εἶ­δες, παι­δά­κι μου, πῶς ἔγι­να ἀπό τό πο­λύ διά­βα­σμα, ὅλη τήν ἡμέ­ρα σκυμ­μέ­νη πά­νω στά βι­βλία μέ πολ­λή προ­σευ­χή καί με­τά­νοια στόν Κύ­ριο, μή­πως μπο­ρέ­σω καί πά­ρω μιά μι­κρή θέ­ση στόν οἶ­κο τοῦ Κυ­ρί­ου”.

»Τήν διέ­κρι­νε με­γά­λη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἔλε­γε: “Ἐγώ δέν εἶ­μαι τί­πο­τε. Μιά φτω­χή καί ἀγράμ­μα­τη ἀγρό­τισ­σα”. Καί ἐνῶ ἦταν ὀλι­γο­γράμ­μα­τη, συ­ζη­τοῦ­σε μέ πολ­λή ἄνε­ση μέ μορ­φω­μέ­νους ἀν­θρώ­πους. Μι­λοῦ­σε γιά δέ­κα λε­πτά καί ἔλε­γε πράγ­μα­τα πού ἄλ­λοι δέν μπο­ροῦ­σαν νά τά ποῦν σέ ὧρες. Ὁ κα­θη­γη­τής μας ὁ θε­ο­λό­γος γιά μι­σή ὥρα προ­σπα­θοῦ­σε νά μᾶς ἐξη­γή­ση τί εἶ­ναι θαῦ­μα καί στό τέ­λος δέν κα­τα­λά­βα­με πολ­λά πράγ­μα­τα. Ἡ για­γιά ὅταν τήν ρώ­τη­σα ἀπά­ντη­σε: “Εἶ­ναι πο­λύ ἁπλό. Ὅ,τι εἶ­ναι ἀδύ­να­το γιά τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι δυ­να­τό γιά τόν Θεό”.

»Κά­πο­τε ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔδει­χνε τίς Ἐκ­κλη­σί­ες στήν κα­τε­χό­με­νη Κύπ­ρο, πού οἱ Τοῦρ­κοι τίς ἔχουν με­τα­τρέ­ψει σέ σταύ­λους καί ἀπο­θῆ­κες. Ρώ­τη­σα τήν για­γιά τί λέ­ει ὁ Κύ­ρι­ος γι᾿ αὐ­τό. Ἔδει­ξε νά στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἀπά­ντη­σε: “Ἀπό τό­τε πού οἱ Τοῦρ­κοι με­τέ­τρε­ψαν τήν Ἁγιά Σο­φιά σέ τζα­μί, ἡ Πα­να­γία ἔφυ­γε ἀπό μέ­σα καί στέ­κε­ται ἔξω δί­πλα στήν πόρ­τα καί κλαί­ει. Κλαί­ει συ­νέ­χεια για­τί τῆς πῆ­ραν τό σπί­τι. Ἄν μπο­ροῦ­σες νά δῆς τήν Πα­να­γία πῶς κλαί­ει, θά ἔκα­νες πολ­λές μέ­ρες νά κοι­μη­θῆς”. Ἀφοῦ συλ­λο­γί­στη­κε γιά λί­γο μοῦ εἶπε, “νά δῆς σέ λί­γο και­ρό τί θά πά­θει ἡ Τουρ­κία”. Πράγ­μα­τι σέ λί­γους μῆ­νες ἔγι­ναν οἱ γνω­στοί σει­σμοί.

»Τήν ρώ­τη­σα ἄν ὑπάρ­χουν καί ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι στήν Ἑλ­λά­δα μέ τό ἴδιο χά­ρι­σμα. Ἀφοῦ κοί­τα­ξε λί­γο στόν οὐ­ρα­νό μοῦ ἀπά­ντη­σε: “Ναί, ὑπάρ­χουν, για­τί ἡ θρη­σκεία μας εἶ­ναι ζω­ντα­νή. Ὑπάρ­χει κά­ποιος ἀπ᾿ ὅλους μας πού ὁ Κύ­ριος τόν ἔχει πο­λύ ψη­λά. Κά­θε­ται κο­ντά στά σύ­νο­ρα μέ τήν Ἀλ­βα­νία. Ἔχω πά­ει πέ­ντε–ἕξι φο­ρές καί τήν προ­η­γού­με­νη ἑβδο­μά­δα ἐκεῖ ἤμου­να”. Καί ἐνῶ ἔλε­γε αὐ­τά ἔλα­μπε ὁλό­κλη­ρη ἀπό χα­ρά.

»Μι­λοῦ­σε γιά πράγ­μα­τα πού θά γί­νουν στό μέλ­λον. Εἶ­πε: “Θά δεῖς πράγ­μα­τα πού δέν μπο­ρεῖς νά φα­ντα­στῆς. Θά δεῖς με­γά­λα κύ­μα­τα ἴσα μέ ἕνα δι­ώ­ρο­φο σπί­τι νά κα­τα­στρέ­φουν πό­λεις καί χω­ριά, καί λί­γοι θά σω­θοῦν”. Πράγ­μα­τι δυό μῆ­νες με­τά τόν θά­να­τό της εἴ­χα­με τό γνω­στό τσου­νά­μι μέ χι­λιά­δες νε­κρούς. “Θά δεῖς παι­διά νά πη­γαί­νουν ἐκ­δρο­μή μέ τό σχο­λεῖο καί νά βγαί­νη ὁ σα­τα­νᾶς μέ τό δρε­πά­νι καί νά τούς παί­ρ­νη τά κε­φά­λια”. Πράγ­μα­τι συ­νέ­βη τό γνω­στό ἀτύ­χη­μα μέ τά παι­διά ἀπό τήν Μα­κε­δο­νί­α μέ τό­σα θύ­μα­τα. Ἔ­λε­γε προ­φη­τεῖ­ες στήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 πού σή­με­ρα βγα­ί­νουν ἀ­λη­θι­νές: «Τά αὐ­το­κί­νη­τά σας θά τ᾿ ἀ­ρά­ξε­τε για­τί θά εἶ­ναι ἀ­κρι­βά τά κα­ύ­σι­μα». «O­ἱ γυ­ναῖ­κες σπά­νια θά γεννοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά». «Ὁ κό­σμος θά παν­τρε­ύ­ε­ται μέ ἕ­να ἁ­πλό συμ­φω­νη­τι­κό». Μοῦ ἔ­λε­γε: “Δέν κά­νει νά σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρα για­τί ἁ­μαρ­τά­νω. Γιά ὅ,τι σοῦ λέ­ω μοῦ δί­νει ἄ­δεια ὁ Κύ­ριος”».

«Στίς 7 Σε­πτεμ­βρί­ου 2002 τήν ἐπι­σκέ­φτη­κα καί ἔδει­ξε νά μέ πε­ρι­μέ­νη. Μοῦ εἶ­πε: “Σέ λί­γες μέ­ρες ἐγώ θά φύ­γω ἀπό τήν ζωή. Δέν ξέ­ρεις μέ πό­ση χα­ρά πε­ρι­μέ­νω αὐ­τήν τήν στιγ­μή”. Μοῦ ἔδω­σε κά­ποιες συμ­βου­λές, ὅπως νά νη­στεύω Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή, νά μήν δου­λεύω στίς ἀρ­γίες, νά πη­γαί­νω ὅσο μπο­ρῶ σέ ἀγρυ­πνί­ες καί ἄλ­λα πολ­λά. Ὕστε­ρα μοῦ εἶ­πε: “Ὅταν μέ χρει­ά­ζε­σαι νά ἔρ­χε­σαι στόν τά­φο μου. Ἐκεῖ θά εἶ­ναι πλέ­ον τό σπί­τι μου. Θά ζη­τᾶς τήν βο­ή­θειά μου γιά νά με­σι­τεύω στόν Κύ­ριο. Ἀρ­κεῖ αὐ­τά πού θά μοῦ ζη­τᾶς νά εἶ­ναι σύμ­φω­να μέ τά λό­για τοῦ Κυ­ρί­ου”».

*

Ἡ κυ­ρία Βα­σι­λι­κή Τζουρ­μα­νᾶ ἀπό τό Κομ­μέ­νο Ἄρ­της μαρ­τυ­ρεῖ: «Ἄκου­σα σέ μιά Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἄρ­τας γιά πρώ­τη φο­ρά νά συ­ζη­τοῦν γιά τήν Λα­μπρι­νή καί τά πνευ­μα­τι­κά της χα­ρί­σμα­τα καί ἔνιω­σα με­γά­λη ἐπι­θυ­μία νά τήν γνω­ρί­σω. Μέ μιά συγ­γέ­νισ­σά μου πού τήν ἤξε­ρε πή­γα­με στό φτω­χι­κό σπι­τά­κι της. Ἀπό τό­τε γιά σα­ρά­ντα πε­ρί­που χρό­νια μέ­χρι πού ἔφυ­γε ἀπό τήν ζωή τήν ἀκο­λου­θοῦ­σα σχε­δόν πά­ντο­τε σέ προ­σκυ­νή­μα­τα, σέ ἀγρυ­πνί­ες, σέ λει­τουρ­γί­ες πού ἔκα­νε σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί κοι­μώ­μα­σταν μέ­σα σ᾿ αὐ­τές τίς νύ­χτες.

»Ἡ θειά Λα­μπρι­νή προ­σευ­χό­ταν καί διά­βα­ζε πολ­λές ὧρες καί κοι­μό­ταν ἐλά­χι­στα. Κά­πο­τε ζή­τη­σα τήν βο­ή­θειά της. Ὁ ἄν­δρας μου χαρ­τό­παι­ζε καί πα­ρα­με­λοῦ­σε τό σπί­τι. Εἴ­χα­με φθά­σει σέ ἀδι­έ­ξο­δο. “Μή φο­βᾶ­σαι”, μοῦ εἶ­πε, “ὅλα θά τά τα­κτο­ποι­ή­σει ὁ Κύ­ρι­ος Ἰη­σοῦς Χρι­στός, ἀρ­κεῖ νά δεί­ξης πί­στη στόν Κύ­ριο”. Μοῦ ζή­τη­σε γιά σα­ρά­ντα μέ­ρες νά ξυ­πνῶ στίς 3 με­τά τά με­σά­νυ­χτα καί νά προ­σεύ­χω­μαι κά­νο­ντας καί 40 με­τά­νοι­ες. Μοῦ εἶ­χε δώ­σει νά δια­βά­ζω κά­ποιες προ­σευ­χές καί μοῦ εἶ­πε ὅτι καί αὐ­τή θά προ­σεύ­χε­ται γιά νά μᾶς βο­η­θή­ση ὁ Κύ­ρι­ος.

»Πράγ­μα­τι ἔκα­να ὅπως μοῦ εἶ­πε ἡ θειά Λα­μπρι­νή κρυ­φά ἀπό τόν ἄν­δρα μου καί με­τά τίς σα­ρά­ντα μέ­ρες ξα­φνι­κά ὅλα ἄλ­λα­ξαν. Ὁ ἄν­δρας μου δέν ξα­νά­παι­ξε χαρ­τιά, ἀσχο­λοῦ­νταν μέ τά κτή­μα­τα καί τήν οἰ­κο­γέ­νεια καί τά οἰ­κο­νο­μι­κά μας βελ­τι­ώ­θη­καν.

»Κά­πο­τε μέ τήν θειά Λα­μπρι­νή καί ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες κοι­μη­θή­κα­με σέ μιά Ἐκ­κλη­σία. Ἀφοῦ τε­λεί­ω­σε τίς προ­σευ­χές της ξά­πλω­σε νά κοι­μη­θῆ. Ἐμέ­να δέν μέ ἔπαιρ­νε ὁ ὕπνος. Ἀκούω τήν θειά Λα­μπρι­νή ἐνῶ κοι­μό­ταν ἔβγα­ζε κά­τι ἀνα­στε­ναγ­μούς, σάν νά δού­λευε καί ἦταν πο­λύ κου­ρα­σμέ­νη. Αὐ­τό κρά­τη­σε γιά λί­γο. Ση­κώ­θη­κα καί ἔπια­σα τά χέ­ρια της καί τά πό­δια της. Ἦταν σάν νά ἔπια­να ἕναν πε­θα­μέ­νο. Κα­τά­λα­βα ὅτι πά­λι ἡ θειά Λα­μπρι­νή ἔφυ­γε πνευ­μα­τι­κά ἀπό τό σῶ­μα της. Τίς πρω­ϊ­νές ὧρες τήν ἄκου­σα πά­λι σάν νά ἀγκο­μα­χοῦ­σε. “Τώ­ρα θά ἐπέ­στρε­ψε”, σκέ­φθη­κα. Μό­λις ξύ­πνη­σε τήν ρω­τάω: “Τό βρά­δυ ἔφυ­γες; Ποῦ πῆ­γες;”. Μοῦ ἔδω­σε τήν ἑξῆς ἀπά­ντη­ση: “Πῆ­ρα τήν (τά­δε, μιά γυ­ναῖ­κα πού ἦταν στήν πα­ρέα μας) καί τήν πα­ρου­σί­α­σα στόν Κύ­ριο”.

»Κά­ποια φο­ρά ἀντι­με­τώ­πι­σα ἕνα με­γά­λο πρό­βλη­μα. Ἔμει­να γιά ἕξι μῆ­νες στό κρεβ­βά­τι μέ δυ­να­τούς πό­νους στήν μέ­ση μου. Δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί πή­γαι­να ἀπό για­τρό σέ για­τρό, ἀλ­λά ἡ κα­τά­στα­σή μου χει­ρο­τέ­ρευε. Μιά μέ­ρα ἡ θειά Λα­μπρι­νή μέ ἐπι­σκέ­φθη­κε στό σπί­τι μου. “Μήν ἀνη­συ­χῆς”, μοῦ εἶ­πε, “σέ λί­γο και­ρό θά εἶ­σαι τε­λεί­ως κα­λά”. Τήν ἴδια μέ­ρα μέ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­ποια γνω­στή μου ὅτι ἡ θειά Λα­μπρι­νή πρίν ἔρ­θει στό σπί­τι μου πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σία τοῦ χω­ριοῦ μου, καί γο­να­τι­στή γιά πολ­λή ὥρα προ­σευ­χό­ταν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Πα­να­γί­ας, πού εἶ­ναι ἀφι­ε­ρω­μέ­νη ἡ Ἐκ­κλη­σία. Σέ λί­γες μέ­ρες μέ τήν βο­ή­θεια κά­ποιου για­τροῦ περ­πα­τοῦ­σα κα­νο­νι­κά. Ἀπό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γιά 18 χρό­νια δέν εἶ­χα τήν πα­ρα­μι­κρή ἐνό­χλη­ση.

»Καί με­τά τήν κοί­μη­σή της σέ δύ­σκο­λες στιγ­μές τῆς ζω­ῆς μου τήν ἐπι­κα­λοῦ­μαι καί πά­ντα μέ βο­η­θᾶ. Εἶ­χα ἕνα κα­λο­καί­ρι πο­νο­κε­φά­λους καί ζα­λά­δες πού ἴσως ὠφεί­λο­νταν στούς καύ­σω­νες. Ξά­πλω­σα νά κοι­μη­θῶ, ἀφοῦ πρῶ­τα ζή­τη­σα τήν βο­ή­θειά της. Ἦρ­θε στόν ὕπνο μου, στά­θη­κε ἀπό πά­νω μου καί μέ σκέ­πα­σε μ᾿ ἕνα σε­ντό­νι. Τό πρωΐ πού ση­κώ­θη­κα ἤμουν ὑγι­έ­στα­τη».

*

Ἡ κυ­ρί­α Μα­ρί­α Δρα­γα­τά­κη ἀ­πό τήν Ἄρ­τα ἀ­να­φέ­ρει: «Ἔ­μα­θα πολ­λά κον­τά στήν για­γιά Λαμ­πρι­νή πη­γαί­νον­τας μα­ζί της στίς ἀ­μέ­τρη­τες ὁ­λο­νυ­χτί­ες καί στά προ­σκυ­νή­μα­τα πού ὠρ­γά­νω­νε ἡ ἴ­δια. Μέ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε “παι­δί μου” καί ἡ λέ­ξη αὐ­τή ἄγ­γι­ζε πραγ­μα­τι­κά τήν ψυ­χή μου. Εἶ­χε ὑ­πο­μο­νή καί ἄ­κου­γε τά προ­βλή­μα­τά μου καί πάν­τα εὕ­ρι­σκε λύ­σεις. Ἡ ζω­ή της ἦ­ταν ἁ­γί­α καί ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νή. Τί νά πρω­το­θυ­μη­θῶ; Τήν βο­ή­θειά της πρός τήν μη­τέ­ρα μου; Τίς προ­βλέ­ψεις καί τήν προ­σευ­χή πού ἔ­κα­νε γιά τά παι­διά μου; Ἤ τό με­γά­λο κα­λό πού ἔ­κα­νε σέ μέ­να; Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό ἕ­να βα­ρύ χει­ρουρ­γεῖ­ο ἔ­χα­σα τόν ὕ­πνο μου, νι­ώ­θον­τας ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καί χα­μέ­νη, πῆ­γα με­σά­νυ­χτα στό σπί­τι της, ζη­τών­τας βο­ή­θεια καί τήν βρῆ­κα στά γό­να­τα νά προ­σεύ­χε­ται λου­σμέ­νη στόν ἱ­δρῶ­τα καί γύ­ρω της ἀ­ναμ­μέ­να καν­τή­λια καί κε­ριά. Μοῦ εἶ­πε: “Παι­δί μου, τί ἔ­πα­θες ἀ­πό­ψε;”. Σταυ­ρώ­νον­τάς με ἀ­πό τό­τε ἠ­ρέ­μη­σα. Νά εἶ­ναι κα­λά ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή καί νά πρε­σβεύη γιά ὅλους μας».

*

Ὁ Ἀ. Γ. ἀνα­φέ­ρει: «Γνώ­ρι­ζα τήν για­γιά Λα­μπρι­νή ἀπό μι­κρός, για­τί ἐρ­χό­ταν στό σπί­τι μας καί ἔβλε­πε τήν κα­τά­κοι­τη για­γιά μου, ἀλ­λά τήν θε­ω­ροῦ­σα μιά ἀγράμ­μα­τη για­γιά. Ἄκου­σα ἄλ­λους νά μι­λοῦν μέ εὐ­λά­βεια γι᾿ αὐ­τήν καί ὅταν γύ­ρι­σα ἀπό τό πρῶ­το προ­σκύ­νη­μά μου στό Ἅγιον Ὄρος τό 2002, πῆ­γα νά τήν δῶ καί νά τῆς δώ­σω μιά εὐ­λο­γία. Μπαί­νο­ντας στό κελ­λά­κι της ἔνιω­σα σάν νά βρί­σκω­μαι μπρο­στά σ᾿ ἕνα γί­γα­ντα. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τό­τε, χω­ρίς νά ξέ­ρω πῶς, ὅτι αὐ­τή ἡ γυ­ναῖ­κα ἦταν πο­λύ ψη­λά πνευ­μα­τι­κά, τό­σο πού δέν μπο­ροῦ­σα νά τήν ἀτε­νί­σω, ἄν καί σω­μα­τι­κά ἦταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη.

»Ἡ συ­ζή­τη­ση μαζί της ἦταν μιά πνευ­μα­τι­κή παν­δαι­σία. Τό­τε κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε τό θέ­μα τῶν ταυ­το­τή­των πού μέ ἀπα­σχο­λοῦ­σε ἔντο­να. Ἡ πρώ­τη κου­βέ­ντα πού μοῦ εἶ­πε, χω­ρίς νά ἀνα­φέ­ρω κά­τι σχε­τι­κό, ἦταν: “Δέν πρέ­πει νά πά­ρου­με τίς ταυ­τό­τη­τες μέ τό χά­ραγ­μα”. Στίς ἑπό­με­νες ἐπι­σκέ­ψεις μου μέ­χρι τήν κοί­μη­σή της δια­πί­στω­σα ὅτι εἶ­χε τό προ­ο­ρα­τι­κό καί δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα. Μοῦ ἀνέ­φε­ρε γε­γο­νό­τα ἄγνω­στα σύμ­φω­να μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή, ἄλ­λο­τε γε­γο­νό­τα πού ἀφο­ροῦ­σαν τό μέλ­λον μου καί ἔγι­ναν, καί ἄλ­λα γιά γε­νι­κώ­τε­ρα θέ­μα­τα. Ὁρι­σμέ­νες δέ φο­ρές ἐνῶ εἶ­χα στό νοῦ μου νά θέ­σω μιά ἐρώ­τη­ση ἤ μοῦ γεν­νιό­ταν μιά ἀπο­ρία σέ συ­ζή­τη­ση πα­ρου­σίᾳ καί ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, αὐ­τή στα­μα­τοῦ­σε τήν συ­ζή­τη­ση, ἀπα­ντοῦ­σε στήν ἐρώ­τη­ση πού σκε­φτό­μουν καί συ­νέ­χι­ζε τήν συ­ζή­τη­ση.

»Τόν Μά­ϊο τοῦ 2002 πού τήν εἶ­δα μοῦ εἶ­πε ὅτι σέ λί­γους μῆ­νες θά φύ­γει. Ἀλ­λά ὅταν μέ εἶ­δε πώς στε­νο­χω­ρή­θη­κα πο­λύ, εἶ­πε: “Ἔ, ἔτσι τό λέω, μῆνες– χρόνια”. Ἀλ­λά ἐκοι­μή­θη πράγ­μα­τι σέ λί­γους μῆ­νες, τόν Ὀκτώ­βριο τοῦ 2002 καί ἐπορεύθη ἡ ψυχή της στόν Κύριο πού τόσο πόθησε ἀπό μικρή».

* * *

Τήν τε­λευ­ταία Κυ­ρια­κή πού πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σία κοι­νώ­νη­σε καί διά­βα­σε τήν Εὐ­χα­ρι­στία στό σπί­τι της. Τήν Δευ­τέ­ρα ἅπλω­σε ὅλα τά βι­βλία στό κρεβ­βά­τι της, διά­βα­ζε ἀπό τό κα­θέ­να λί­γο, τό σταύ­ρω­νε, τό ἀσπα­ζό­ταν καί τό ἄφη­νε στήν ἄκρη. Τρό­πον τινά τά ἀπο­χαι­ρε­τοῦ­σε, για­τί τό­σα χρό­νια αὐ­τά ἦταν ἡ κα­λύ­τε­ρη συ­ντρο­φιά της. Τήν Τρί­τη τό ἀπό­γευ­μα κά­λε­σε τήν κό­ρη της νά κά­νουν Πα­ρά­κλη­ση. Τε­λει­ώ­νο­ντας εἶ­πε: “Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Πα­να­γία μου, πού μοῦ ἔδω­σες νά κά­νω κι αὐ­τή τήν Πα­ρά­κλη­ση. Για­τί μέ­χρι τήν Πέμ­πτη ἔχω πολ­λές προ­σευ­χές νά κά­νω ἀκό­μη”. Στήν ἐρώ­τη­ση τῆς κό­ρης της τί θά κά­νει τήν Πέμ­πτη, ἀπά­ντη­σε: “Θά πάω γιά ἐκεῖ πού ἐρ­γά­στη­κα, ἄν ἐρ­γά­στη­κα κα­λά”. Τήν Τε­τάρ­τη τό πρωΐ ζή­τη­σε νά δῆ τά ἐγ­γό­νια της. “Αὔ­ριο θά φύ­γω”, εἶ­πε. Τό βρά­δυ εἶ­πε σέ μιά ἀνι­ψιά της: “Τώ­ρα ἐγώ θά φύ­γω. Νά πᾶς νά τό πῆς ἐσύ στήν Στα­θού­λα, νά μήν τῆς κα­κο­φα­νῆ. Πα­ρα­κα­λοῦ­σα τόν Θεό νά μέ ἀφή­ση νά ζή­σω, μέ­χρι νά ὡρι­μά­ση ἡ Στα­θού­λα καί νά κα­τα­λά­βη τί εἶ­ναι ἡ ἄλ­λη ζωή”.

Κά­ποια στιγ­μή ἀνα­ση­κώ­θη­κε στό κρεβ­βά­τι, ἄνοι­ξε τά χέ­ρια της καί εἶ­πε στούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους: “Ἐλᾶ­τε τώ­ρα, ὅλοι μα­ζί, νά πᾶ­με στά Ἱε­ρο­σό­λυ­μα”. Τούς ἀγκά­λια­σε ὅλους, με­τά σταύ­ρωσε τό στῆ­θος της, τό προ­σκέ­φα­λο καί ξά­πλω­σε.

Τό­τε ἡ Στα­θού­λα ἔβγα­λε τούς ἄλ­λους ἔξω καί μα­ζί μέ τόν σύ­ζυ­γό της ἄνα­ψαν κε­ρά­κι καί διά­βα­σαν τίς προ­σευ­χές ὅπως ἀκρι­βῶς τῆς εἶ­χε ἀφή­σει ἐντο­λή νά κά­νη ἡ μη­τέ­ρα της Λα­μπρι­νή. Ὅταν τε­λεί­ω­σαν τίς προ­σευ­χές ἄκου­σαν ἕνα ἐλα­φρύ σσσσς καί ἡ Λα­μπρι­νή Βέ­τσιου ξε­ψύ­χη­σε σάν που­λά­κι, στίς 17 Ὀκτω­βρί­ου 2002, ἡμέ­ρα Πέμ­πτη.

Στόν τά­φο της περ­νοῦν καί προ­σκυ­νοῦν πολ­λοί ἄν­θρω­ποι. Προ­σεύ­χο­νται καί ἀν­τλοῦν δύ­να­μη. Κά­ποια πού ὅσο ζοῦ­σε ἡ Λα­μπρι­νή τήν συμ­βου­λευ­ό­ταν, ἦταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, για­τί ὁ σύ­ζυ­γός της θά ἔκα­νε σο­βα­ρή ἐγ­χεί­ρη­ση καρ­διᾶς. Ἀφοῦ προ­σκύ­νη­σαν τόν τά­φο της καί προ­σευ­χή­θη­καν, εἶ­δε στόν ὕπνο της τήν για­γιά Λα­μπρι­νή πού τῆς εἶ­πε: “Μήν στε­νο­χω­ριέ­σαι. Ὁ ἄν­δρας σου θά γί­νει καλά. Μό­νο πρίν πᾶς στό Νο­σο­κο­μεῖο, θά φτιά­ξεις πρό­σφο­ρο καί θά τό πᾶς στήν Ἐκ­κλη­σία. Πράγ­μα­τι ἔκα­νε τό πρό­σφο­ρο καί ὅλα πῆ­γαν κα­λά.

Αὐ­τή ἦταν ἡ Λα­μπρι­νή Βέ­τσιου. Ἀσκή­τρια μέ με­γά­λες νη­στεῖ­ες, μέ κα­θη­με­ρι­νές ἀγρυ­πνί­ες, μέ συ­νε­χῆ με­λέ­τη καί προ­σευ­χή. Ἀγα­ποῦ­σε τόν Χρι­στό, μι­λοῦ­σε συ­νέ­χεια γι᾿ Αὐ­τόν καί ὅλα τά κύτ­τα­ρα τοῦ σώ­μα­τός της ἀνέ­δι­ναν Χρι­στόν. Βο­η­θοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους μέ τήν χά­ρι πού εἶ­χε. Εἶ­δε ἀπ᾿ αὐ­τήν τήν ζωή τόν Πα­ρά­δει­σο καί τήν κό­λα­ση. Ἐνῶ προ­σευ­χό­ταν ἐρ­χό­ταν ἐνί­ο­τε ὁ Χρι­στός, ἡ Πα­να­γία καί Ἅγι­οι καί συ­νω­μι­λοῦ­σαν. Ἤξε­ρε τά μελ­λού­με­να καί ἔλε­γε ὅτι μᾶς πε­ρι­μέ­νουν πο­λύ δύ­σκο­λα χρό­νια. Λυ­πό­ταν τά μι­κρά παι­διά καί ἔλε­γε: “Ἄν ἤξε­ραν τί θά πε­ρά­σουν!”. Ἀλ­λά ἀμέ­σως συμ­πλή­ρωνε: “Ἔχει ὁ Θε­ός. Θά οἰ­κο­νο­μή­σει γιά τούς Χρι­στια­νούς”. Πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἔλε­γε, δέν τήν ἄφη­νε νά πῆ ὁ Χρι­στός.

Αἰ­ω­νία της ἡ μνή­μη. Ἀμήν.

[1]Ματθ. ιθ΄, 29.

https://enromiosini.gr/biografies/23askites-mesa-ston-kosmo-3/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου