Οι διαφορές στην προσέγγιση του ανθρώπου μεταξύ Εκκλησίας και επιστημών ψυχικής υγείας είναι το κύριο αίτιο διαφοροποίησης της συνολικής προσέγγισης και των ανθρώπων που υπηρετούν τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία παρέχει πνευματική καθοδήγηση, θεραπεία και υποστήριξη μέσα από τα μυστήρια που περιλαμβάνει ενώ οι επιστήμονες ψυχικής υγείας παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάνοντας χρήση επιστημονικών εργαλείων και τεχνικών για την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών. Και τα δύο μέρη ενδιαφέρονται για την θεραπεία του ανθρώπινου ψυχικού πόνου και σίγουρα θα μπορούσαν σε κάποιες περιπτώσεις να συνεργαστούν και να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Οι πνευματικοί ποιμένες μπορούν να παραπέμψουν τους ασθενείς ψυχιατρικά ανθρώπους που ζητούν πνευματικές συμβουλές σε ψυχιάτρους προκειμένου να λάβουν βοηθητικά φαρμακευτική αγωγή αλλά και οι επιστήμονες ψυχικής υγείας θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις μεθόδους θεραπείας που ακολουθούν με παραπομπή σε πνευματικούς όταν οι ασθενείς είναι δεκτικοί, ώστε να ανακουφίσουν τους ασθενείς με την πνευματική τους ανάταση. Αυτή η αμοιβαία παραπομπή και συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και επιστημόνων ψυχικής υγείας φαίνεται πως κερδίζει συνεχώς έδαφος καθώς αποτυπώνεται και σε βιβλία κλασσικής ψυχιατρικής, όπως σε αυτό του Greenblatt. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ο ρόλος του κληρικού προσφέρει μια αξιόλογη ευκαιρία για πρώιμη παρέμβαση στους ενορίτες που αντιμετωπίζουν κάποια κρίσιμη κατάσταση, και εκφράζει την βεβαιότητα ότι η τακτική συνδιαλλαγή των ψυχιάτρων με τους εφημέριους θα αυξήσει την ποιότητα των αμοιβαίων παραπομπών100. Αρκετοί είναι βέβαια οι ψυχίατροι που δεν συμμερίζονται την παραπάνω άποψη και εκφράζουν επιφυλάξεις για την συνεργασία με την εκκλησία λόγω της πεποίθησής τους ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που πάσχουν ψυχικά ερμηνεύουν την πάθησή τους μέσω θρησκευτικών δοξασιών ή προλήψεων και επομένως θεωρούν ότι η συνεργασία μπορεί να έχει αρνητική έκβαση για τον ασθενή101. Παρόλα αυτά οι έρευνες δεν αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με εργασία των Sheehan & Kroll (1990) η μελέτη ενός δείγματος πληθυσμού ασθενών νοσηλευόμενων για ψυχικές παθήσεις έδειξε ότι δήλωσαν πίστη στον Θεό σε ποσοστό 95% και η συντριπτική πλειοψηφία του 81% απέδωσαν τη νόσο τους σε γενικούς παράγοντες υγείας, ενώ μόνο το 23% θεώρησε ότι η νόσος τους αποδίδεται σε ηθικές αξίας και όχι απαραίτητα θρησκευτικού χαρακτήρα102. Ομοίως φαίνεται να μην επαληθεύονται παλαιότερες αντιλήψεις που ήθελαν την θρησκευτικότητα να συμπεριλαμβάνεται στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Νεότερες βιβλιογραφικές αναφορές επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο, συμπεριλαμβάνοντας τη θρησκευτική πίστη στις πεποιθήσεις οι οποίες στηρίζουν και ανακουφίζουν τα άτομα που βρίσκονται σε δύσκολες περιόδους της ζωής τους103. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση που έχουν οι επιστήμονες ψυχικής υγείας με τους πνευματικούς ποιμένες μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Σε περιπτώσεις ψυχιατρικών παθήσεων η θεραπεία του νου μέσω της χάριτος όπως την προσεγγίζει η εκκλησία μπορεί να υποβοηθηθεί και να αποκατασταθεί ταχύτερα με την συνδρομή ψυχιατρικής αποκατάστασης μέσω της θεραπείας. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η προσευχή δεν αντικαθίστανται αλλά μπορούν να συμπληρωθούν μέσω της συζήτησης και της συμβουλευτικής από έναν ψυχολόγο θεραπευτή. Παράλληλα το εκκλησιαστικό σώμα μπορεί να υποστηρίξει τον ασθενή σε αντιστοιχία με την υποστήριξη που μπορεί να λάβει μέσω μια ομάδας. Πολλά είναι τα κοινά σημεία μεταξύ της ορθόδοξης παράδοσης και της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Τα πιο βασικά από αυτά είναι η κατάφαση της επιθυμίας, του συναισθήματος και του σώματος, η έμφαση στις σχέσεις αγάπης στη λύση του ναρκισσισμού, η υπέρβαση του μίσους και της εχθρότητας, η μετουσίωση του πάθους και η έμφαση στον έρωτα και την ελευθερία. Η ψυχανάλυση εισαγάγει από την πλευρά της επιστήμης τον θεσμό του γέροντα της χριστιανικής παράδοσης στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή104. Στόχος της θεραπείας είναι η διάνοιξη του υποκειμένου στον ανοικτό ψυχικό χώρο της ελευθερίας των προσώπων. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μεταξύ άλλων μια πατρική λειτουργία, είτε αυτή εκφράζεται από τον Γέροντα, είτε από τον θεραπευτή, μια πατρική λειτουργία ανάλογη εκείνης του πατέρα της παραβολής του Ασώτου. Απαιτείται σεβασμός στην ελευθερία του θεραπευόμενου και επίσης αντοχή στην κριτική και τις επιθέσεις του θεραπευόμενου. Από την πλευρά του υποκειμένου αυτό σημαίνει να αναβιώσει, να αναστήσει το νεκρό αντικείμενο. Σ΄ αυτό το σημείο η ψυχανάλυση συναντά κατά έναν τρόπο την πιο βαθιά, ουσιαστική χριστιανική, οντολογική, θρησκευτική προβληματική που θέτει το θέμα της ανάστασης του ανθρώπου105.
-45-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου