Πολλά είναι βέβαια και τα εμπόδια στην συνεργασία. Προφανώς ο πνευματικός δεν είναι θεραπευτής και ο θεραπευτής δεν είναι πνευματικός. Οι επιστήμονες ψυχικής υγείας είναι πλήρως εξοικειωμένοι ώστε να ρωτήσουν και να μάθουν για τον θεραπευόμενο θέματα που αφορούν την συναισθηματική, σωματική, ψυχική, σεξουαλική, οικονομική, οικογενειακή, επαγγελματική, νομική και κοινωνική του ζωή, συχνά όμως μένουν σιωπηλοί απέναντι σε θέματα που άπτονται στην πνευματικότητα και την θρησκευτικότητα του ατόμου. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ έρευνες έχουν αποδείξει την προστατευτική δράση της θρησκευτικότητας απέναντι στην αυτοκτονία, οι ερευνητικές εκτιμήσεις του αυτοκτονικού κινδύνου συνήθως δεν περιλαμβάνουν την θρησκευτικότητα106. Αυτό συμβαίνει γιατί συνήθως υπάρχουν άλυτες συγκρούσεις του ίδιου του ειδικού γύρω από την θρησκευτικότητά του. Άνθρωποι με μικρότερη θρησκευτικότητα ελκύονται από επαγγέλματα ψυχικής υγείας επειδή τα βλέπουν ως εναλλακτική λύση στην πάλη τους για νόημα και σκοπό της ζωής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αρχικά, στο προεπιστημονικό στάδιο τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Η ενασχόληση με την ψυχολογία προέκυψε ακριβώς ως αντίδραση και αντίσταση στα καταπιεστικά σχήματα σκέψεως που είχε επιβάλλει η ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Δεν ήταν σύμπτωση ότι πριν πολλά χρόνια η πλειονότητα των ψυχολόγων ήταν άθεοι. Αυτό έχει αλλάξει και γίνονται σταδιακά βήματα βελτίωσης αν σκεφτεί κανείς ότι το 1972 θρήσκευε μόλις το 1,1% των Αμερικανών ψυχολόγων. Έρευνα στις ΗΠΑ βρήκε ότι το 33% των ψυχιάτρων και κλινικών ψυχολόγων θεωρούν την θρησκευτική πίστη ως την σημαντικότερη επίδραση στη ζωή τους σε αντίθεση με το 72% του γενικού πληθυσμού, ενώ το 73% φαίνεται να πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού έναντι του 96% στον γενικό πληθυσμό107. Πάντως, ακόμα και σήμερα πολύ δύσκολα θα μπορέσει ένας πνευματικός να συνεργαστεί με ψυχιάτρους δεδομένου ότι οι τελευταίοι σε γενικές γραμμές αγνοούν ή περιφρονούν το ενδεχόμενο της ικανότητας ενός πνευματικού να συνεργαστεί επί ψυχιατρικού επιπέδου. Σπανιότερα δε βρίσκονται ψυχίατροι που εναρμονίζουν την επιστήμη τους με την ορθόδοξη πίστη και πνευματικότητα. Και φυσικά, λίγοι είναι και οι πνευματικοί που ποιμένουν μετ επιστήμης, δηλαδή που διαθέτουν συγκροτημένη άποψη για την πνευματική και ψυχολογική κατάσταση του πιστού ώστε να μπορούν να έρθουν σε διάλογο με τον ειδικό. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι οι κληρικοί δέχονται τον λόγο του πιστού όπως είναι χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να αποκρύπτει ψυχολογικη 38 δυσκολία, ενώ οι ειδικοί τείνουν να θεωρούν κάθε αναφορά σε θρησκευτικά θέματα παθολογική108. Με όσα είπαμε παραπάνω καταδεικνύεται περισσότερο από επιτακτική η ανάγκη για συνάντηση των κληρικών με τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη ο άνθρωπος είναι η εμπαθητική κατανόηση, δηλαδή η ικανότητα να νιώσει κανείς όπως ο άλλος, αλλά χωρίς αυτό να τον καταβάλλει. Με τον τρόπο αυτό συγκεντρώνει κανείς ψυχολογικά δεδομένα για τον άλλο, και αντιλαμβάνεται την εσωτερική του εμπειρία ακόμα κι αν δεν είναι ανοικτή σε ευθεία παρατήρηση. Ως διαδικασία δίνει έμφαση στην μοναδικότητα του προσώπου και της εμπειρίας του. Το αρχέτυπό της βρίσκεται στο παράδειγμα του Χριστού. Η εμπαθητική κατανόηση έχει τις ρίζες της στην ικανότητα να ανεχθούμε την αβεβαιότητα, την αμφιβολία και το διφορούμενο. Η ενσάρκωση υποδεικνύει τις δυνατότητες αλλά και τα όριά της: έγινε όμοιος με εμάς σε όλα πλην της αμαρτίας. Στην πραγματικότητα, ζητάμε από τους κληρικούς και τους ειδικούς ψυχικής υγείας να μάθουν να ακούν και αυτά που δεν λέγονται. Πρέπει να υπάρχει πραγματικό και ειλικρινές ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και να εγκαθιστά θεραπευτική συμμαχία μαζί του. Οφείλει ακόμα να έχει σαφή αντίληψη για την πολυπλοκότητα και την ιδιαιτερότητα του ασθενούς και να αντιλαμβάνεται σαφώς τα όρια της θεραπευτικής σχέσης ώστε να μην αποκλίνει από αυτά. Ακόμα, πρέπει να μπορεί να παρατηρεί και τις δικές του αντιδράσεις και να προσπαθεί να τις εξηγεί με εποικοδομητική αυτοκριτική και να βελτιώνεται με αυτογνωσία και ειλικρίνεια. Για τους κληρικούς αλλά και τους επιστήμονες ψυχικής υγείας, έχει σημασία η ποιότητα και η εκπαίδευση τους προκειμένου να μπορούν να παρέχουν βοήθεια στον άνθρωπο109. Προς επίρρωση όσων θέσαμε παραπάνω, θα παραθέσουμε σύντομα το άκρως επιτυχημένο παράδειγμα συνεργασίας των επιστημόνων ψυχικής υγείας με την Εκκλησία που συνέβη στην περίπτωση του Οικοτροφείου Λιβαδειάς. Πρόκειται για μια μονάδα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης χρόνιων ψυχωτικών ασθενών που λειτουργεί ως ενδιάμεσο σπίτι μεταξύ της ψυχιατρικής νοσηλείας και της αυτόνομης διαβίωσης στην κοινωνία. Το Οικοτροφείο Λιβαδειάς αποτέλεσε την πρώτη επίσημη συνεργασία της ελληνικής πολιτείας και της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας στον χώρο της ψυχικής υγείας. Η ιερά μητρόπολη παραχώρησε το οίκημα στο οποίο στεγάστηκε το οικοτροφείο, το οποίο στελεχώθηκε μεταξύ άλλων από ψυχίατρο ο οποίος εκτός της ιατρικής του ιδιότητας ήταν επίσης θεολόγος και κληρικός, και δέχθηκε και τους ενοίκους του οι οποίοι προέρχονταν από βαρύ ιδρυματισμό στο ψυχιατρείο της Λέρου. Με πολύ προσπάθεια οργανώθηκαν οι κεντρικοί θεραπευτικοί άξονες του προγράμματος που περιελάμβαναν δραστηριότητες, συγκεντρώσεις, εξόδους για ψυχαγωγία και συμμετοχή σε τοπικές εκδηλώσεις, άξονες που λειτούργησαν με επιστημονικές προδιαγραφές αλλά και πολλή ανθρωπιά και υπομονή. Η συμμετοχή και η υποστήριξη της Εκκλησίας στη δράση αυτή κρίθηκε άκρως καθοριστική για την επιτυχία του προγράμματος καθώς στηρίχθηκε από την τοπική κοινότητα και τους τοπικούς εφημέριους κληρικούς. Η εξελικτική πορεία των τροφίμων κρίθηκε επιτυχημένη με τους περισσότερους να έχουν πλήρως ενταχθεί στην ζωή της πόλης. Η επιτυχία του Οικοτροφείου Λιβαδειάς επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά πως τα αποτελέσματα της αρμονικής συνεργασίας πίστης και επιστήμης μπορούν να ξεπεράσουν κάθε φορά και τις αναμενόμενες προσδοκίες110.
-48-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου