[1]
– 20 Δεκεμβρίου 1920:
«Τώρα μου παρουσιάστηκε η πολυπόθητη και ευχάριστη ευκαιρία να περάσω
αρκετό καιρό στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Βρίσκομαι, ήδη, επτά ημέρες εδώ και
παρατηρώ τον ναό της ψυχής μου που παθαίνει πολλές αλλαγές ακόμα και μέσα σ’ ένα ημερονύκτιο! Την ημέρα, συγκεντρώνω τις σκέψεις μου στην αίσθηση της
παρουσίας του Θεού. Κοιτάω την γύρω φύση. Το δάσος, είναι ντυμένο στο θαυμάσιο
χειμωνιάτικό του ένδυμα. Η ψυχή, με πόθο επιθυμεί τον Κτίστη μιας τέτοιας θέας!
Όταν διαβάζω συγγράμματα των Αγίων Πατέρων και, ειδικά του Αγίου Ισαάκ του
Σύρου, η ψυχή μου αισθάνεται μία έλξη και μία ηδύτητα για την μοναξιά. Από την άλλη
πλευρά, η κοινή ακολουθία στο Κυριακό (=ο Ναός της Σκήτης), την θερμαίνει. Αλλά, μετά, έρχεται η
νύχτα!... Ο φόβος, καταβάλλει την ψυχή. Το θρόϊσμα των ξερών φύλλων, το τρίξιμο
των κλαδιών, προκαλεί κάτι σαν ηλεκτροπληξία στο σώμα. Η οποία, με κάνει να τρέμω και
την σκιά μου ακόμη! Δεν μπορώ, πια, να συγκεντρώνω τον νου μου στον Θεό. Ακόμη
κι όταν πλαγιάζω στο κρεβάτι, δεν απαλλάσσομαι απ’ αυτές τις καταστάσεις του
φόβου. Εκεί που αναπαύομαι, ακούω σαν κάποιος να πετάει τούβλα μέσα στο χωλάκι
της καλύβας. Έτσι, ο ύπνος φεύγει. Αλλά, και μέσα σ’ αυτό το συγκλονιστικό φόβο που
προκαλούν τα πονηρά πνεύματα, ζω υπό την σκέπη της δεξιάς του Υψίστου, ο
Οποίος, όλα τα κανονίζει προς το συμφέρον του ανθρώπου και τον βοηθάει να
αποκτήσει αυτογνωσία…».
[2]
– 21 Δεκεμβρίου 1920:
«Το βράδυ, πριν πέσω να κοιμηθώ, όταν στεκόμουν στην προσευχή, οι
καταστάσεις του φόβου άρχισαν πάλι να με ταλαιπωρούν. Μερικοί φόβοι, μου προκάλεσαν
ένα είδος νευρικού άγχους. Γύρω μου, αισθανόμουν ξεκάθαρα την δύναμη του
πονηρού. Τα νεύρα, είχαν τεντώσει τόσο, που περίμενα οποιαδήποτε στιγμή να
σωριαστώ κάτω αναίσθητος! Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση, στεκόμουν μπροστά στην
Εικόνα της Παναγίας, της επονομαζομένης ‘‘Πάντων θλιβομένων Χαρά’’. Ένιωθα
αβοήθητος, εγκαταλειμμένος από όλους. Τότε ανέφερα την προσευχή από τα λόγια ενός τροπαρίου,
που, κάπως, ξεκαθάρισε τον νου μου: ‘‘Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι,
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου’’. Γονάτισα χάμω μπροστά στην
Εικόνα κι έκλαιγα για πολλή ώρα με άφθονα δάκρυα. Όταν τελικά σηκώθηκα,
αισθανόμουν καλά. Και μες στην καρδιά μου είχε εγκατασταθεί βαθειά η πίστη, ότι, ο
Κύριος είναι πανταχού παρών. Τελείωσα την προσευχή μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι και,
με τον νου μου ‘‘βυθισμένο’’ στον Κύριο, έπεσα σ’ ένα ελαφρό κι ευχάριστο ύπνο…».
«Από τότε, με την Χάρη του Θεού, σταμάτησαν οι καταστάσεις του φόβου. Κι
αν ήρθαν ποτέ λογισμοί που προκάλεσαν φόβο, η καρδιά μου ήταν πεπεισμένη, πια, ότι
ο Θεός είναι πανταχού παρών. Και, τα πονηρά πνεύματα, δεν μπορούν να κάνουν
τίποτε, εάν πρώτα ο Θεός δεν επιτρέψει κάτι τέτοιο…».
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΛΑΑΜ
π. ΧΑΡΙΤΩΝ (1872–1947)
[«Πατερικόν της Μονής Βαλαάμ», μέρος
δ΄, σελ. 276–277, έκδοσις Ιερού Ιβηρίτικου Κελλίου Αγίας Άννης, Καρυές Αγίου
Όρους, 2007.]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/blog-post_29.html






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου