Η κατάληψη της Σμύρνης (2 Μαΐου 1919) από την 1η Μ.Π. προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού στον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, που πίστευε ότι σύντομα θα ελευθερωνόταν.
Στο Φούλατζικ τα καλά νέα ήλθαν από τον καπετάνιο του χωριού Ηλία Ντεληγιάννη και στήθηκε πανηγύρι.
Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τους Τούρκους.
Επειγόμενοι να προλάβουν την άφιξη του Ελληνικού στρατού, που τον Ιούνιο του 1920 προήλαυνε προς τη Βιθυνία, οργάνωσαν εκστρατεία για να κάψουν το Φούλατζικ, που το αποκαλούσαν «Κιουτσούκ Γιουνανιστάν» (=Μικρή Ελλάδα), να σφαγιάσουν τους κατοίκους του και να ληστέψουν τις περιουσίες τους.
Για τον σκοπό αυτό συγκεντρώθηκαν περίπου εξακόσιοι (600) άτακτοι οπλοφόροι (τσέτες) με επικεφαλής τους Εμίν Μπέη, Ισμίν Εϊλί Χασάν Αγά και Νταούτ Τσαούς από το γειτονικό τουρκοχώρι Τσιφλίκ Κίο, αλλά και τακτικός στρατός με διοικητή τον οπλαρχηγό Χατζή Μεχμέτ, διοικητή χωροφυλακής του Καραμουσάλ.
Γενικός διοικητής όλης αυτής της συμμορίας ήταν ο Τζεμάλ μπέης, στρατιωτικός διοικητής τού Καραμουρσάλ, ο ίδιος πού, μετά λίγες ημέρες, κατακρεούργησε και τούς Έλληνες της Νίκαιας.
Η δύναμη αυτή, ακολουθούμενη από πλήθος τούρκων χωρικών, πολιόρκησε το Φούλατζικ από τα χαράματα της Κυριακής 21 Ιουνίου 1920.
Αφού ασφάλισε όλα τα περάσματα, ώστε οι πολιορκημένοι να μην μπορούν ναι διαφύγουν, την Τρίτη 23 Ιουνίου 1920, μπήκαν πάνοπλα τμήματα στο χωριό και κάθισαν στα καφενεία της αγοράς.
Εκεί ο αρχηγός τους Τζεμάλ – μπέης κάλεσε τον πρόεδρο του χωριού Γεώργιο Χατζηχρήστου, τον ιερέα παπα-Φίλιππο Καλοκίδη και τους άλλους προκρίτους και τους διέταξε να παραδώσουν τα όπλα του χωριού, με την απειλή ότι θα επακολουθήσει έρευνα και αν σε κάποιο σπίτι βρεθούν όπλα, οι μεν ένοικοι θα σφαγιασθούν, το δε σπίτι θα πυρποληθεί.
Όταν παραδόθηκαν τα τουφέκια του χωριού, διέταξαν τον πρόεδρο και τον παπα-Φίλιππο να συγκεντρώσουν τα χρήματα και τα κοσμήματα του κόσμου, όπως και έγινε.
Μέσα σε τρεις ώρες παραδόθηκαν στον δήμιο 1.800 λίρες της εκκλησίας σε χαρτονομίσματα, όλα τα κοσμήματα των γυναικών, καθώς και άλλες 3.000 λίρες χάρτινες που μαζεύτηκαν από τον κόσμο.
Το μεσημέρι οι Τούρκοι πείνασαν και παρήγγειλαν στον κόσμο να συγκεντρώσει στα επτά (7) καφενεία της αγοράς τροφή για εξακόσια (600) άτομα.
Ο κόσμος τρομαγμένος ανταποκρίθηκε και έφερε μέσα σε σάκους και κοφίνια άφθονα τρόφιμα ψωμί, τυρί, κρέας και γλυκά.
Σε κάθε καφενείο καθόταν 30 – 40 τούρκοι, ενώ οι υπόλοιπο ήταν έξω και είχαν κυκλωμένο το χωριό.
Στους κατοίκους του χωριού επικρατούσε σιγή θανάτου.
Τελικά δόθηκε η εντολή στον παπα-Φίλιππο:
Όλοι οι άντρες του χωριού από 14 ετών και άνω να συγκεντρωθούν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου δήθεν θα τους μιλούσε ο Τζεμάλ – μπέης.
Όλοι τότε κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί και προσπάθησαν να κρυφτούν.
Βλέποντας αυτό οι τούρκοι έβγαλαν «τελάλη» και απείλησαν ότι όποιος βρεθεί στο σπίτι του ή στον δρόμο θα τουφεκιστεί.
Τελικά, γύρω στις 15.00 μ.μ., μετά από έρευνες και υπό την απειλή των όπλων οδηγήθηκαν στην εκκλησία περίπου 300 άτομα και κλείσθηκαν μέσα.
Πορευόμενοι προς τον τόπο του μαρτυρίου έβλεπαν τις περιουσίες τους να λεηλατούνται από τους τούρκους.
Εκατοντάδες μουλάρια και άλογα ήταν φορτωμένα με το βιός τους και οδηγούνταν έξω από το χωριό.
Όταν οι μελλοθάνατοι συγκεντρώθηκαν στο Ναό, μπήκε μέσα ο σαδιστής Τζεμάλ – μπέης και, μπροστά στα μάτια των άλλων εγκλείστων, βασάνισε με απερίγραπτη βαρβαρότητα τον εβδομηντάχρονο ιερέα και εθνομάρτυρα παπά – Φίλιππο.
Τού πέρασε καπίστρι στο λαιμό και χαλινάρι στο στόμα, του έβγαλε με μαχαίρι το ένα του μάτι, τον έσυρε στο Ιερό, κι εκεί τον έσφαξε σαν αρνί, επάνω στην Αγία Τράπεζα.
Έπειτα έσυραν το σώμα του έξω, με το κεφάλι να κρέμεται, τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο, το έσυραν στους δρόμους του χωριού και το πέταξαν σε μια χαράδρα.
Στη συνέχεια έδεσαν απ’ έξω την πόρτα της εκκλησίας και έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς τους κλεισμένους.
Οι τελευταίοι προκειμένου ν’ αποφύγουν τον φρικτό θάνατο αποφάσισαν να σπάσουν την πόρτα και να ξεχυθούν έξω από το Ναό, γνωρίζοντας οτι τους περίμεναν τα τουφέκια και τα μαχαίρια των τούρκων.
Πολλοί τουφεκίστηκαν βγαίνοντας, ενώ οι τραυματίες σφάχτηκαν στον περίβολο της εκκλησίας, μεταξύ αυτών και ο πατέρας του αείμνηστου μετέπειτα φιλόλογου καθηγητή και γυμνασιάρχη Έδεσσας Ν. Τσαϊλακόπουλου.
Ο ίδιος ο Ν. Τσαϊλακόπουλος, 15 ετών τότε, κατά την έξοδό του από το Ναό κατάφερε να διαφύγει, όμως οι τούρκοι τον κυνήγησαν και τον πυροβόλησαν.
Η εκρηκτική σφαίρα («ντουμ – ντουμ») τον πέτυχε στον ώμο και του έκοψε το χέρι.
Οι τούρκοι όμως δεν αρκέσθηκαν στους 300 της εκκλησίας.
Γνώριζαν ότι ο ανδρικός πληθυσμός του χωριού ήταν μεγαλύτερος και για το λόγο αυτό συνέχισαν τις έρευνες στα σπίτια, πριν τα πυρπολήσουν…..
…..Με τον τρόπο αυτό γινόταν διάσπαρτοι φόνοι σε όλο το χωριό, που στη συνέχεια πυρπολήθηκε.
Οι τούρκοι οδήγησαν έξω από το χωριό περί τα δέκα (10) κορίτσια, που τα υποχρέωσαν να γδυθούν και να χορεύουν υπό τους ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, πάνω από τα πτώματα των χωριανών.
Πολλές γυναίκες ατιμάσθηκαν από τον ξεχαλίνωτο τουρκικό όχλο.
Ακολούθησε ένα νέο Ζάλογγο, καθώς περί τις είκοσι (20) μικρομάνες έπεσαν μαζί με τα παιδιά τους στον γκρεμό για να γλιτώσουν από την ατίμωση.
Τελικά, όσοι διασώθηκαν, κατευθύνθηκαν νύκτα προς τα κατάφυτα βουνά του Κραν για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους.
Εκεί εκτυλίχθηκε ένα νέο δράμα.
Συγκεντρώθηκαν σε μια μεγάλη ομάδα, όμως τα βρέφη πεινούσαν και έκλαιγαν.
Υπήρχε κίνδυνος ν’ ακουστούν τα κλάματα και να τους ανακαλύψουν οι τούρκοι, που τους έψαχναν.
Αποφασίσθηκε να τα πνίξουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου