Γράφει ο Γεράσιμος Δενδρινός //
1]. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ: Στις 3 Απριλίου του 1966 η οικογένεια του Ελγκούντζα Κουρασβίλι, που ζούσε στην πόλη Μπαγκντάτι (<Βαγδάτη) της περιοχής Ιμερετία,[1] της Γεωργίας, απέκτησε ένα αγόρι στο όποιο έδωσαν το όνομα Πάατα. Ονομάστηκε έτσι, επειδή ένας πρόγονος της οικογένειας που είχε το όνομα αυτό, θυσίασε τη ζωή του σ’ έναν πόλεμο εναντίον των ειδωλολατρών. Αν και ο πατέρας του Πάατα είχε γαλουχηθεί μέσα στην κομμουνιστική ιδεολογία, μεγάλωσε τα παιδιά του με τα ιδανικά της ειλικρίνειας και της αξιοπρέπειας. Τον καιρό που υπήρχε ο κομμουνισμός στη Γεωργία, ο Ελγκούντζα κατάφερε να διασώσει όλες τις εικόνες από την εκκλησία της πόλης, δίνοντας μερικές στον Πατριάρχη Εφραίμ τον Β΄[2], ενώ τις υπόλοιπες τις φύλαξε στο τοπικό Εθνολογικό Μουσείο που είχε ιδρύσει ο ίδιος. Η μητέρα του Πάατα, η Λαμάρα, ανέθρεψε υποδειγματικά τα οκτώ παιδιά της, από τα οποία τα τέσσερα υπηρέτησαν την Εκκλησία: Τα δυο αγόρια της έγιναν ιερείς και δύο από τις κόρες μοναχές. Η ξεχωριστή ευγένειά της αλλά και η αγάπη της τα βοήθησε να πλησιάσουν τον Θεό.

Ο Πάατα ήταν ένα ευγενικό αγόρι που, αν και κάποιες φορές ήταν υπερήφανο και θυμώδες, ήταν πάντοτε δίκαιο. Μετά την όγδοη τάξη συνέχισε την εκπαίδευση του σε τεχνικό σχολείο, ενώ παράλληλα δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο πού κατασκεύαζαν σύρματα. Τα περισσότερα χρήματα που κέρ-διζε από τη δουλειά του πήγαιναν στην οικογένεια του. Ο Πάατα ήταν προικισμένος με φοβερή σωματική δύναμη. Στα γυμνασιακά του χρόνια ήταν πρωταθλητής της ελληνο- ρωμαϊκής πάλης και του καράτε και ιδιαίτερα αγαπούσε τη λογοτεχνία.
Με την ολοκλήρωση των σπουδών του στο τεχνικό σχολείο, επέστρεψε στην πόλη του και άρχισε να ζει μια συνηθισμένη ζωή έχοντας πολλούς φίλους, διασκεδάζοντας συχνά μαζί τους. Πολύ γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι τέτοια ζωή δεν τον ικανοποιούσε, κι έτσι άρχισε να ψάχνει τον θησαυρό της πνευματικής ζωής που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Στα 18 του χρόνια ο Πάατα υπηρέτησε στον σοβιετικό στρατό και στάλθηκε στην Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια της θητείας του έστελνε και λάμβανε πολλά γράμματα από την οικογένεια του. Ιδιαίτερα όμως χαιρόταν όταν λάμβανε από τη μητέρα του επιστολές, οι όποιες ήταν γεμάτες ενδιαφέρον και μητρική αγάπη. Όταν απολύθηκε, εξέφρασε όλη την εσω- τερική του δυσαρέσκεια για το στράτευμα με το να συγκεντρώσει όλες τις γραμμένες εντυπώσεις που είχε για τον στρατό και να τις πετάξει στο ποτάμι της γενέτειράς του, πνίγοντας μ’ αυτό τον τρόπο όλες τις αναμνήσεις της στρατιωτικής του θητείας.
2]. ΒΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ. Εκείνη την εποχή, ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Γεωργίας άνοιξε σε πολλούς τον δρόμο για τη γνωριμία τους με την Εκκλησία. Στην πόλη Μπαγκντάτι υπήρχε μια χριστιανική βιβλιοθήκη, που είχε υπεύθυνο τον ιερέα Ηλία Καρκάντζε, ο οποίος ήταν ο νονός του Πάατα. Ο πατήρ Ηλίας θυμάται ότι μία μέρα ο Πάατα του ζήτησε βιβλία, επειδή είχε αρχίσει να δείχνει ενδιαφέρον για τη χριστιανική πίστη. Αφού διάλεξε αρκετά βιβλία, πήγε σπίτι του και, από εκείνη τη στιγμή άρχισε να αλλάζει τρόπο ζωής. Διάβαζε πάρα πολλές ώρες και δεν έβγαινε καθόλου έξω. Το ενδιαφέρον του για την πίστη μεγάλωνε και η γνώση του βάθαινε. Τα θεόπνευστα κείμενα τον άγγιξαν κατάβαθα, ώστε μία φορά, τόσο απορροφήθηκε από τον Θείο Λόγο, που δεν βγήκε από το σπίτι για μία εβδομάδα. Από εκείνη την περίοδο ο Πάατα άρχισε να ζει ασκητικά και με πολύ ζήλο, αποδο- κιμάζοντας τις εφήμερες απολαύσεις. Έτσι προσέφερε όλη του τη νεότητα στον Κύριο.
Το 1991 ο Πάατα πήγαινε συχνά για προσκύνημα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Αντζάρα[3] και συγκεκριμένα στο μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα. Μετά την πρώτη του επίσκεψη στο μοναστήρι, ξαναγυρνά σ’ αυτό για δεύτερη φορά, απ’ το οποίο δεν θα ξαναφύγει. Ύστερα από κάποια σύντομη επίσκεψη στην οικογένεια του, αποσύρθηκε σε μια σπηλιά του χωριού και παρέμεινε εκεί μέσα δύο εβδομάδες προσευχόμενος. Ανήμερα των γενεθλίων του, στις 3 Απριλίου του 1992, εκάρη μοναχός παίρνοντας το όνομα του Aποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, ο όποιος κάποτε είχε κηρύξει στην Αντζάρα και αργότερα στον ίδιο τόπο η Αγία Νίνα (280-332).[4]Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς χειροτονείται ιερέας και, ως ιερομόναχος, αναλαμβάνει την ηγουμενία του μοναστηριού.
Ο π. Ανδρέας είχε το δικό του κήπο. Τον καλλιεργούσε μόνος του και η σοδειά ήταν αρκετή για τις ανάγκες του μονα- στηριού. Έψηνε ψωμί κι έφτιαχνε ωραία πρόσφορα. Διάβαζε καθημερινά τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και όλο το Ψαλτήρι κι έκανε 200 μετάνοιες. Για πέντε μήνες όταν είχε αποκλειστεί στο μοναστήρι εξ αιτίας του χιονιού, ο π. Ανδρέας προσευχόταν έντονα και έλεγε χαρακτηριστικά: «Αν ξέραμε τι σημασία έχει αυτή η απομόνωση, θ’ αφήναμε τα πάντα και θ’ ακολουθούσαμε αυτόν τον δρόμο».
Η άσκηση του πατρός Ανδρέα ήταν πολύ αυστηρή: έτρωγε και κοιμόταν ελάχιστα – στην πραγματικότητα κανείς δεν έπαιρνε είδηση πότε ξέκλεβε λίγο ύπνο. Δεν κοιμόταν ποτέ σε κρεβάτι. Συνήθιζε ν’ αναπαύεται καθισμένος πάνω σε σανίδες κοντά στον τοίχο και να βάζει τα πόδια του στην καρέκλα. Η ψυχή του επιζητούσε τη μόνωση, να ζει σε μέρος πού δεν υπήρχε άνθρωπος και να βρίσκεται σε μυστική συζήτηση με τον Θεό, που τον είχε καλέσει σε μια τόσο υψηλή αποστολή. Αρχικά, ο γέροντας του, ο π. Δανιήλ, του απαγόρευε να κάνει αυτού του είδους την άσκηση. Καθώς ο π. Ανδρέας προχωρούσε όμως στην ιερατική του πορεία, ποθούσε όλο και περισσότερο την ερημική ζωή. Απέφευγε να μιλά πολύ, τόσο με λαϊκούς όσο και με γυναίκες. Απαιτούσε την αυστηρότητα από τους άλλους, επειδή πρώτα έδειξε αυστηρότητα στον εαυτό του.
Ο π. Ανδρέας επιθυμούσε να εργάζεται κοντά στον πνευματικό του πατέρα και επίσκοπο Δανιήλ. Ο τελευταίος γνώριζε πολύ καλά αυτή του την επιθυμία και περίμενε να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να την πραγματοποιήσει. Πολύ σύντομα ο επίσκοπος κάλεσε τον π. Ανδρέα να υπηρέτηση στο Αμπκχαζέτι ως ηγούμενος του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Γι’ αυτή τη θέση είχε λάβει και την ευλογία του Πατριάρχη Ηλία του Β΄.

3]. ΣΤΟ Αμπκχαζέτι:[5] Εκείνο τον καιρό υπήρχαν πολλές αναταραχές στο Σοχούμι[6] και οι κάτοικοι του ζούσαν μέσα σε μια εμπόλεμη κατάσταση.[7]Οι δύο αντίπαλες ομάδες, οι αυτονομιστές της περιοχής και οι Ζβιαντίστις δημιουργούσαν πολλά προβλήματα, από τη μια, ανατινάζοντας γέφυρες, προκαλώντας ζημιές στον σιδηρόδρομο, κάνοντας σαμποτάζ, χαλώντας οδικά δίκτυα, ενώ απ’ την άλλη τρομοκρατούσαν τους πολίτες παίρνοντάς τους ακόμη και ομήρους. Παρόλες αυτές τις αντιξοότητες, ο π. Ανδρέας στα μέσα Φεβρουαρίου του 1993 ξεκίνησε με το δόκιμο Γαβριήλ από το Σοχούμι(!)[8] με προορισμό το Αμπκχαζέτι. Ξεκίνησαν αρχικά με τα πόδια, αλλά στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο και με πολλή δυσκολία κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους αποφεύγοντας πολλά στρατιωτικά μπλόκα που βρίσκονταν κατά μήκος της όχθης του ποταμού Γκούμιστα.[9]
Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου βρίσκεται στο κέντρο της πόλεως πάνω σ’ ένα λόφο. Οι κάτοικοι της περιοχής, επειδή δεν είχαν ιερέα για αρκετό καιρό και είχαν μείνει χωρίς θεία λειτουργία. υποδέχτηκαν τον π. Ανδρέα με πολλή αγάπη και χαρά, Τα κηρύγματα όσο και ή παρουσία του π. Ανδρέα αποτέλεσαν βάλσαμο στην ψυχή των κατοίκων αλλά και των μαχόμενων των στρατιωτών.
Ένα άλλο χάρισμα πού είχε δοθεί στον πατέρα Ανδρέα ήταν αυτό των δακρύων. Έλεγε ασταμάτητα μέσα του την καρδιακή προσευχή ενθυμούμενος κάθε στιγμή τον θάνατο. Αυτή η διαρκής μνήμη θανάτου ήταν πάντοτε στον νου του και με αυτό τον τρόπο κατάφερνε τις θλίψεις να τις αντιμετωπίζει ως ευλογίες. Τον συνόδευε πάντα ο λόγος του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Όταν κάποιοι ρωτούσαν τον π. Ανδρέα πώς είναι, εκείνος τους απαντούσε με μια ερώτηση «Δεν έχεις τον φόβο του θανάτου;» έχοντας υπόψη του τον άγιο Μακάριο ο όποιος, αν και είχε ανεβεί με αγγέλους στον Παράδεισο, δεν ήξερε αν ο ίδιος θα σωζόταν, και τον όσιο Ποιμένα, ο όποιος διακήρυττε, ότι όλοι θα σώζονταν έκτος από τον ίδιο. Ο π. Ανδρέας έτρεφε μεγάλη αγάπη και ευλά- βεια προς τους Αγίους Πατέρες που ήταν Ησυχαστές και ασκούνταν στη νοερά προσευχή. Ήξερε από προσωπική πείρα τις δυσκολίες της ησυχαστικής ζωής και τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεράσει κανείς για να είναι δοσμένος ολοκλη- ρωτικά στην ευχή. Αγαπούσε πολύ τους Λόγους του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, το Πατερικό της Αιγύπτου και τις Επιστολές προς τους μοναχούς του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Πόσο στενοχωρούνταν όταν άκουγε κάποιους να υποστηρίζουν, ότι στις μέρες τους δεν ήταν δυνατόν κανείς να μιμηθεί τους Πατέρες εκείνης της περιόδου! «Γιατί είναι αδύνατο;» ρωτούσε αμέσως. «Δεν είναι ο Ιησούς Χριστός ο ίδιος χτες και σήμερα και πάντα;»[11]. Τέλος, ένα ακόμη χάρισμα που είχε δοθεί στον π. Ανδρέα από τον Θεό ήταν εκείνο του να βλέπει τις καρδιές των ανθρώπων και να καταλαβαίνει σε τι ψυχική κατάσταση ήταν όσοι έρχονταν να τον συναντήσουν. Αντιλαμβανόταν αμέσως τον λόγο για τον όποιο κάποιος υπέφερε από μια συγκεκριμένη ψυχική ασθέ- νεια και του έδινε την πιο ευεργετική θεραπεία. Όλες αυτές οι ακούσιες και οι εκούσιες ασκήσεις δυνάμωναν την πίστη του π. Ανδρέα και τον προετοίμαζαν, όπως θα δούμε, για το μαρτυρικό του θάνατο.
Στις 4 Ιουλίου η πόλη βρίσκονταν στο κέντρο των εχθροπραξιών. Από κάθε σημείο της ακούγονταν πυρο- βολισμοί. Όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία. Κάποια μοναχή ρώτησε τον π. Ανδρέα αν θα έπρεπε να εγκα- ταλείψουν το χωριό, κι εκείνος αρνούμενος τόνισε: «Πρέπει όλο το βράδυ να προσευχηθούμε και το πρωί να τελέσουμε τη θεία λειτουργία». Οι τοίχοι της εκκλησίας σείονταν από τους πυροβολισμούς και τις εκρήξεις.
Την επομένη ημέρα, 5 Ιουλίου, το χωριό κυκλώθηκε από τους εχθρούς και οι φωνές των κατακτητών μπορούσαν ν’ ακουστούν μέσα στον ναό, όπου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι κάτοικοι. Όλοι τώρα μπορούσαν να αισθανθούν πόσο κοντά τους ήταν ο θάνατος. Ακόμη όμως και σ’ αυτές τις στιγμές το πρόσωπο του π. Ανδρέα ήταν ήρεμο και γαλήνιο. Όταν ακού- στηκαν ξαφνικά κραυγές ανθρώπων που φώναζαν «βοή- θεια!», ο π. Ανδρέας, χωρίς να φοβηθεί, έσπευσε να βοη- θήσει, ενώ οι σφαίρες έπεφταν βροχή. Ήταν κάτι ηλικιωμένοι ενορίτες που δεν μπόρεσαν να μπουν στην εκκλησία. Μέσα σε λίγα λεπτά οι όλοι πυροβολισμοί είχαν στόχο την εκκλησία.
Στις 3 το πρωί ο π. Ανδρέας είπε: «Ο θάνατος είναι πολύ κοντά, γι’ αυτό είναι ώρα να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσουμε». Όλοι όσοι ήταν στον ναό εξομολογήθηκαν και κοινώνησαν τελευταία φορά από τα χέρια του ποιμένα τους. Αμέσως μετά ο π. Ανδρέας τους ζήτησε να μη μιλάνε και να προσεύχονται ο καθένας, για να μπορέσουν ν’ ακού- σουν την ήρεμη φωνή της αιωνιότητας εν μέσω καται- γισμού. Ο π. Ανδρέας βρίσκονταν σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου βασίλευε η αιώνια αρμονία και ομορφιά και όπου οι δυνάμεις της κόλασης δεν μπορούσαν να τον αγγίξουν.
Στις 4:30΄ οι εχθροί βρίσκονταν έξω απ’ τις πόρτες του ναού, τον οποίο είχαν περικυκλώσει και χτυπούσαν να τους ανοίξουν. Ένας ενορίτης παίρνοντας ευλογία από τον π. Ανδρέα άνοιξε τις πόρτες και οι εχθροί χίμηξαν μέσα, άρπα- ξαν τον π. Ανδρέα και τον έβγαλαν έξω. Ο π. Ανδρέας υπάκουσε ταπεινά μη φέρνοντας καμία αντίσταση. Εξάλλου, αυτή ήταν η στιγμή που περίμενε σ’ όλη του τη ζωή. Λέγοντας συνεχώς μυστικά την ευχή, έσκυψε το κεφάλι και γονάτισε να προσευχηθεί. Έτσι όμως, όπως ήταν γονατιστός, ένας στρατιώτης τον πυροβόλησε στο πίσω μέρος του λαιμού. Αντί να πέσει μπροστά, όπως θα ήταν φυσικό, το σώμα του έπεσε πίσω, κι έτσι δεν προσκύνησε τους δολοφόνους του. Το αίμα από την πληγή έρρεε για είκοσι λεπτά όπως το νερό.
Οι ενορίτες του τον βρήκαν να κείτεται στο χώμα με μισόκλειστα μάτια και μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπο. Σήκωσαν προσεκτικά το σώμα του και το εναπό-εσαν μέσα στον ναό, ανάμεσα από τις πόρτες του ιερού μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Αφού έχρισαν με Άγιο Έλαιο το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια του, καθάρισαν τα ρούχα του και του έβαλαν στο δεξί του χέρι να κρατά το κομποσχοίνι του, αυτό που κρατούσε 24 ώρες το εικοσι- τετράωρο και προσευχόταν. Αν και ήταν Ιούλιος και θα έπρε- πε το σώμα του να αρχίσει να αποσυντίθεται, εκείνο έμεινε ανέπαφο. Το αίμα, που είχε χυθεί στο σημείο του μαρτυρίου του, δεν είχε πήξει. Μόνο το αίμα από την πληγή που είχε στο κεφάλι, συνέχιζε να τρέχει. Όλ’ αυτά ήταν θαυμαστά γε- γονότα, τα οποία συγκλόνισαν τους Αμπχάζιους στρατιώτες, που έσπευσαν να ζητήσουν συγχώρηση μην μπορώντας να κρύψουν τα δάκρυά τους.
Ο μαρτυρικός θάνατος του π. Ανδρέα έφερε μια νέα τροπή στις εχθροπραξίες. Το αίμα του και η θυσία του ξεπλήρωσαν τις αμαρτίες όλης της Γεωργίας. Όταν οι στρατιώτες αντί- κρισαν το σώμα του βουτηγμένο στο αίμα μέσα στον ναό, έμειναν άφωνοι και έφυγαν ντροπιασμένοι. Παρόλο που μπήκαν στον ναό κρατώντας στα χέρια τους αυτόματα όπλα, διαπίστωσαν ότι οι πιστοί δεν είχαν κανένα ίχνος φόβου στα μάτια τους.
Όλο το βράδυ οι πιστοί ενορίτες έψαλλαν τη νεκρώσιμη ακολουθία και το πρωί της 7ης Ιουλίου, στη γιορτή του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, εναπόθεσαν το μαρτυρικό σώμα του π. Ανδρέα, θάβοντάς τον δίπλα στον τοίχο της εκκλησίας του Αγίου Χρυσοστόμου. Στον τάφο του πατρός Ανδρέα υπάρχει ένας ξύλινος σταυρός, σημάδι του πνευματικού σταυρού που τόσο αγάπησε και σήκωσε αγόγγυστα φτά- νοντας μέχρι το μαρτύριο. Η ζωή του υπήρξε μια συνεχής προσευχή στο Θεό, ένας ήσυχος ύμνος γεμάτος φως, γι’ αυτό και παρέλαβε από τον Θεό τρία στεφάνια· το στεφάνι της καθαρότητος, το στεφάνι της ταπεινώσεως, και το στεφάνι του μαρτυρίου. Είθε η ψυχή του ν’ αναπαύεται στα θεία σκηνώματα ανάμεσα στους αγίους· αμήν.

[1] Το Ιμερέτι, είναι μια περιοχή στη δυτική Γεωργία, που προσφέρει ένα μοναδικό μείγμα πολιτιστικού πλούτου και φυσικής ομορφιάς. Με τον ποταμό Ριόνι (ο αρχαίος Φάσις) να τη διασχίζει, το Ιμερέτι χωρίζεται σε δύο μέρη. Με υποτροπικό θαλάσσιο κλίμα στα πεδινά, η πρωτεύουσα του Ιμερέτι, Κουτάισι, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στη Γεωργία. Το Ιμερέτι είναι ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός με 53 θέρετρα και κέντρα αναψυχής, όπως το μαγευ- τικό Τσκαλτούμπο, το Σάιρμε και το φυσικό καταφύγιο Σαταφλία. Αποτελείται από τους ακόλουθους δήμους: Κουτάισι (πόλη), Μπαγκντάτι, Βάνι, Ζεσταφόνι, Τερτζόλα, Σαμτρέντια, Σατσχέρε, Τκιμπούλι, Τσιατούρα, Τσκαλτούμπο, Χαραγκαούλι, Χόνι.
[2] Ίσως να ήταν το όνομα του Μητροπολίτη της περιοχής, γιατί ο προκαθήμενος Πατριάρχης της Γεωργίας την περίοδο 1977-2026 ονομαζόταν Ηλίας Β΄.
[3] Στην Ατζάρα, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, (η περιοχή λέγεται Ατζαρία και περιλαμβάνει και την πόλη Βατούμι) βρίσκεται το Σάρπι, ένα χωριό, όπου ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος βάπτισε τους πρώτους Χριστιανούς και έθεσε τα θεμέλια της πίστης που θα μεταδιδόταν σε όλη την ήπειρο. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Άγιος Ανδρέας αναζήτησε ανάπαυλα εδώ μετά το επίπονο ταξίδι του για τη διάδοση του Χριστιανισμού. Εκεί, στους απόκρημνους βράχους, ένας καταρράκτης ξεπήδησε για να σβήσει τη δίψα του ως θεϊκό θαύμα. Γνωστός πλέον ως Καταρράκτης του Αγίου Ανδρέα, ο καταρράκτης αυτός αποτελεί αέναη μαρτυρία του ταξιδιού του, με τα δροσερά νερά του να σβήνουν ακόμα τη δίψα των σύγχρονων ταξιδιωτών κάτω από τον καυτό γεωργιανό ήλιο. Ο αδιάκοπος χορός του καταρράκτη διακόπτεται από μια επιβλητική φιγούρα, που αγρυπνά για πάντα πάνω από τη γη, ένα άγαλμα αφιερωμένο στον Άγιο Ανδρέα. Σμιλεμένο από πέτρα, αποτυπώνει το αυστηρό αλλά στοργικό πνεύμα του, που φαίνεται πάντα έτοιμο να αγκα- λιάσει όσους αναζητούν παρηγοριά. Δίπλα στον καταρράκτη βρίσκεται ένας θρόνος σκαλισμένος σε πέτρα, ένα ιδανικό σημείο για τους περιηγητές, με μια επιγραφή που συγκινεί την ψυχή: «Εδώ είναι όπου ο μαθητής του Ιησού, ο Ανδρέας, κήρυξε για πρώτη φορά τον Χριστιανισμό».
[4] Σύμφωνα με τον θρύλο, η Αγία Νίνα, πραγματοποίησε ένα θαύμα, με το οποίο έσωσε τη βασίλισσα Νανά της Ιβηρίας καθώς επίσης και τον παγανιστή βασιλιά Μίριαν Γ΄, ο οποίος, χαμένος μέσα σε αναπάντεχο σκοτάδι ενώ βρισκόταν σε κυνήγι, προσευχήθηκε στον Θεό της Νίνα και κατάφερε να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Το 327, ο Μίριαν ανακήρυξε τον Χριστιανισμό ως την επίσημη θρη- σκεία του Βασιλείου, με τη Νίνα να συνεχίζει το έργο της εκεί, μέχρι και τον θάνατό της. Ο τάφος της βρίσκεται στο Μοναστήρι Μπόντ- μπε, στο Καχέτι, στην ανατολική Γεωργία. Η Αγία Νίνα (Νίνο για τους Γεωργιανούς) είναι μία από τις σημαντικότερες παρουσίες της Γεωργιανής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Ιερός Σταυρός από κλημα- τόβεργες που δόθηκε στην Αγία Νίνα από την Παναγία μαζί με την εντολή να κηρύξει τον Χριστιανισμό στην Ιβηρία, φυλάσσεται επαργυρωμένος μέχρι σήμερα στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στη Σιών, στην έδρα του Πατριάρχη Γεωργίας στην Τιφλίδα της Γεωργίας.
[5] Προφανώς στη βιογραφία του Αγίου Ανδρέα του νεομάρτυρα που δημοσιεύει το Αγιολόγιο της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η μετάβαση του Αγίου Ανδρέα στα Κόμανα του Πόντου είναι λανθασμένη. Θυμίζουμε πως τα Κόμανα ήταν πόλη του Πόντου της Μικράς Ασίας, βρισκόταν επί του ποταμού Ίριδος (σημ. Γεσίλ Ιρμάκ) και λεγόταν Ποντική για να διακρίνεται από την ομώνυμη πόλη της Καππαδοκίας. Πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η πόλη ονομάζονταν Ιεροκαισάρεια. Τα Κόμανα ήταν έδρα του επισκόπου Νεοκαι- σαρείας κι εκεί μαρτύρησε ο Άγιος Βασιλίσκος, και βρήκε τον θάνατο απ’ τις κακουχίες ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (349–14 Σεπτεμ- βρίου 407) εξόριστος από τους πολιτικούς άρχοντες της εποχής του.
[6] Διοσκουριάς. Αρχαία αποικία των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρύθηκε κατά την Αργοναυτική Εκστ- ρατεία από τους Διόσκουρους ή από τους ηνιόχους τους, Τέλχη και Άμφιτα, και κατοικήθηκε από Μιλήσιους. Επί Τραϊανού (53-117 μ.Χ) μετονομάστηκε σε Σεβαστούπολη. Στη θέση της αρχαίας αποικίας είναι χτισμένη σήμερα η πόλη Σοχούμι, πρωτεύουσα της Απχαζίας.
[7] Ο πόλεμος στην Αμπχαζία (1992–1993) διεξήχθη μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων της Γεωργίας και των αυτονομιστικών δυνάμεων της Αμπχαζίας, των ένοπλων δυνάμεων της ρωσικής κυβέρνησης και των μαχητών του Καυκάσου. Οι Αρμένιοι και οι Ρώσοι της Αμπχαζίας υποστήριξαν σε μεγάλο βαθμό τους Αμπ- χάζιους του βόρειου Καυκάσου όπως και οι Κοζάκοι που ζούσαν στην Αμπχαζία. Στην Αμπχαζία η σύγκρουση ονομάζεται επίσημα Πατριωτικός Πόλεμος του Λαού της Αμπχαζίας. Όμως σημαντικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φρικαλεότητες αναφέρθηκαν απ’ όλες τις πλευρές, με κορύφωση τον απόηχο της κατάληψης του Σοχούμι από την Αμπχαζία στις 27 Σεπτεμβρίου 1993, την οποία ακολούθησε εκστρατεία μεγάλης κλίμακας εθνοκά- θαρσης κατά του γεωργιανού πληθυσμού. Περίπου 5.000 Γεωργιανοί και 4.000 Αμπχάζιοι σκοτώθηκαν ή αγνοήθηκαν, και 250.000 Γεωργιανοί εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό ως πρόσφυγες. Ο πόλεμος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη μετασοβιετική Γεωργία, η οποία υπέστη σημαντική οικονομική, ανθρώπινη και ψυχολογική ζημιά. Ωστόσο, οι μάχες και η επακόλουθη συνεχιζόμενη σπορα- δική σύγκρουση κατέστρεψαν την Αμπχαζία.
[8] Είναι πράγματι αρκετά περίεργο, πώς ο Άγιος Ανδρέας από την κεντρική Γεωργία όπου ζούσε να μεταβεί τόσο βόρεια που βρί- σκεται το Σοχούμι, για να πάει στη συνέχεια σε περιοχή νότια της Ιμερίας, κοντά στο Βατούμι, στα σύνορα με την Τουρκία, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα. Ίσως πρόκειται περί λάθους.
[9] Ο ποταμός Γκούμιστα (Γεωργιανά: გუმისთა) είναι ποταμός στην Αμπχαζία της Γεωργίας που εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα.
[10] Το χωριό βρίσκεται κοντά στο σημερινό Βατούμι της Γεωργίας. Προφανώς το χωριό Ακχαλσενί βρίσκεται κοντά στο Σάρπι ή από παραδρομή να είναι το ίδιο το Σάρπι που αναφέρεται στην υποσημ.3, και που σχετίζεται με τον Απόστολο Ανδρέα.
[11] «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας», Προς Εβραίους 13,8).
https://www.fractalart.gr/vios-agioy-andrea-toy-neomartyros/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου