16 Σεπτεμβρίου, 2018

Γιὰ νὰ μὴν ἐξαντλοῦνται τὰ ὑπάρχοντά μας.


Ο ἄνδρας μου πέθανε. Καὶ τώρα 
ὁ δανειστὴς  ἔρχεται καὶ μὲ ἀπειλεῖ. 
Ζητᾶ νὰ πάρει τὰ δυὸ  ἀγόρια μου δούλους του, 
ποὺ δὲν ἔχω  νὰ τοῦ πληρώσω τὸ χρέος!
Σπαρακτικὴ ἡ φωνὴ τῆς χήρας γυναί-
κας πρὸς τὸν Προφήτη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο
ζοῦσε ὁ ἄνδρας της, εἶχαν ἀνεξόφλητο
ἕνα χρέος πρὸς κάποιον δανειστή. Καὶ
τώρα ποὺ πέθανε – καὶ γιὰ τὸν λόγο
αὐτὸ ἡ χήρα πιὰ γυναίκα εἶχε περιέλ-
θει σὲ δεινότερη οἰκονομικὴ θέση – οἱ
πιέσεις γίνονταν μεγαλύτερες ἀπὸ μέ-
ρους του. «Ἢ μοῦ πληρώνεις τὸ χρέος
ἢ σοῦ παίρνω τὰ παιδιά σου γιὰ δού-
λους μου», τῆς ἔλεγε.

Τί νὰ κάνει ἡ φτωχή; Ἔτρεξε στὸν
ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν ἅγιο προφή-
τη Ἐλισαῖο. 
Καὶ «ἐβόα», σημειώνει χα-
ρακτηριστικὰ τὸ ἱερὸ 
κείμενο (Δ΄ Βασ. δ΄1). 
Ἀπὸ τὴ δυστυχία της, 
τὸν πόνο, τὴν  ἀγωνία της
 ἀπευθυνόταν μὲ φωνὲς δυνατὲς
 πρὸς ἐκεῖνον, ζητώντας του βο-
ήθεια. Ἐξάλλου τοῦ ὑπενθύμιζε πὼς ὁ
σύζυγός της ἦταν καὶ ἐκεῖνος «ἀπὸ τῶν
υἱῶν τῶν προφητῶν», ἄνθρωπος τοῦ
Θεοῦ, ποὺ εἶχε φοιτήσει σὲ κάποια –
σὰν νὰ ποῦμε – σχολὴ θεολογικὴ ποὺ
διηύθυνε ὁ μέγας ἐκεῖνος Προφήτης
τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἄλλος, λοιπόν, ἐπιπλέον
λόγος γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ τώρα στὴν
ἀνάγκη τούτη τὴν πιεστικὴ ὁ Ἐλισαῖος.

–Τί νὰ σοῦ κάνω τώρα; Πές μου, σὲ
παρακαλῶ, τί ὑπάρχει στὸ σπίτι σου;

–Τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ λίγο λάδι σ’ ἕνα
δοχεῖο, νὰ τρῶμε μὲ τὸ ψωμὶ ἐγὼ καὶ τὰ
παιδιά μου, ἀπάντησε ἡ χήρα.

–Αὐτὸ θὰ κάνεις, τῆς εἶπε ὁ Προφήτης.
Θὰ πᾶς σὲ ὅλους γύρω τοὺς γειτόνους
σου καὶ θὰ τοὺς ζητήσεις νὰ σοῦ δώ-
σουν ὅ,τι ἄδεια δοχεῖα ἔχουν. Μὴν πά-
ρεις λίγα. Πολλὰ νὰ πάρεις, ὅσα ἔχουν.

Ἄκουγε ἡ γυναίκα...

–Θὰ τὰ πάρεις ὅλα αὐτὰ μέσα στὸ
σπίτι σου καὶ θὰ κλείσεις τὴν πόρτα, μὴ
βλέπει κανείς. Ἐκεῖ μὲ τὰ παιδιά σου
θὰ κάνεις τὸ ἑξῆς: Θὰ πιάσεις τὸ δικό
σου δοχεῖο καὶ θὰ τὸ γείρεις στὸ πρῶτο
ἄδειο δοχεῖο. Μόλις γεμίσει, θὰ τὸ ἀφή-
σεις στὴν ἄκρη καὶ θὰ πάρεις τὸ δεύτε-
ρο, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καθένα ποὺ θὰ
γεμίζει, θὰ τὸ βάζεις στὴν ἄκρη.

–Μὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γεμίσουν
ὅλα αὐτά; Ἀφοῦ τὸ λάδι μας εἶναι λίγο.
Κι ἔπειτα, τί σημαίνει ὅτι τὰ δοχεῖα τῶν
γειτόνων θὰ τὰ ἀφήνω στὴν ἄκρη; Γιατί
νὰ τὸ κάνω αὐτό;
Νά ἐρωτήσεις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ
κάνει ἡ γυναίκα, ἂν δὲν εἶχε πολλὴ πί-
στη. Ἴσως ἐγὼ καὶ ἐσὺ νὰ τὶς κάναμε, ἡ
γυναίκα ὅμως ὄχι. Ὅ,τι τῆς εἶπε ὁ Προ-
φήτης. Αὐτό. Ἀπὸ αὐτὸν πάλι ἔπειτα θὰ
ἔπαιρνε περαιτέρω ὁδηγίες.
Τὸ ἔκανε λοιπὸν ἡ χήρα. Καὶ ὅσο ἄ-
δειαζε ἀπὸ τὸ δικό της στὰ ἄδεια δοχεῖα,
τόσο αὐτὸ δὲν ἔλεγε νὰ σωθεῖ.

–Φέρτε μου τὸ ἑπόμενο, εἶπε κάποια
στιγμὴ στὰ παιδιά της.

–Δὲν ὑπάρχει ἑπόμενο, μάνα. Ὅλα τὰ
γεμίσαμε.

Τότε ἀκριβῶς παρατήρησε καὶ ἡ γυ-
ναίκα πὼς εἶχε τελειώσει καὶ ἡ τελευ-
ταία σταγόνα ἀπὸ τὸ δικό τους δοχεῖο.
Ἦρθε τὸ λοιπὸν καὶ ἀνήγγειλε στὸν
Ἐλισαῖο τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ.

–Καὶ τώρα τί θὰ τὰ κάνω ὅλα αὐτά;

–Θὰ πᾶς νὰ πουλήσεις τὸ λάδι, καὶ μὲ
τὰ χρήματα ποὺ θὰ πάρεις, θὰ πληρώ-
σεις τὸ χρέος σου, τῆς εἶπε ἐκεῖνος. Ὅ,τι
ἔπειτα σοῦ περισσέψει, κράτα το γιὰ νὰ
ἔχετε νὰ τρῶτε.

Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Προ-
φήτου Του ἀντάμειψε τὴν πίστη τῆς γυ-
ναίκας.  Πίστη!
Διότι δοκιμάσθηκε ἡ γυναίκα. Δοκιμά-
σθηκε μὲ τὸ ὅτι ὁ Ἐλισαῖος δὲν τῆς εἶπε
ἐξαρχῆς τί θὰ τὰ ἔκανε τὰ δοχεῖα ποὺ
θὰ γέμιζε. Καθὼς λοιπὸν ἄδειαζε ἀπὸ
τὸ δικό της στὰ ξένα, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν
τῆς ἦρθε λογισμός: «Κι ἂν μοῦ πεῖ τώ-
ρα νὰ τὰ ἐπιστρέψω στοὺς κατόχους
τους, ἐμεῖς τί θὰ ἀπογίνουμε;» Καὶ μάλι-
στα στὸ τέλος ὅλα τὰ ξένα ἦταν γεμάτα.
Ἕνα μόνο ἦταν ἀδειανό· τὸ δικό τους!
Δὲν ἦταν αὐτὸ δοκιμασία τῆς πίστε-
ώς της;
Βέβαια, τελικὰ ὁ Προφήτης δὲν τῆς
εἶπε νὰ τὰ δώσει στοὺς ἄλλους. Ἡ ἴδια
ὅμως δοκιμάσθηκε ὡς πρὸς αὐτό.
Αὐτὴ τὴν πίστη της βράβευσε ὁ Θεός!
Καὶ ἐμεῖς τώρα τί μποροῦμε νὰ πά-
ρουμε ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ περιστα-
τικὸ ποὺ περιγράφει ἡ Ἁγία Γραφή;
Νὰ ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας ἐδῶ:
στὸ ἄδειασμα τοῦ δοχείου στὰ ἄλλα. Ὅ-
σο ἄδειαζε, τόσο ἀκόμα εἶχε! 
Ἡ περιουσία τῆς γυναίκας
 τελικῶς αὐξα-
νόταν μὲ  τὸ νὰ 
τὴν ἀδειάζει στὰ
 δοχεῖα τῶν ἄλλων.
Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ μὴν ἐξαν-
τλοῦνται τὰ ὑπάρχοντά σου; Ἄδειαζέ
τα. Ἄδειαζέ τα στοὺς ἄλλους, τοὺς φτω-
χούς, τοὺς πιὸ φτωχοὺς ἀπὸ σένα. Ὄχι
μόνο δὲν θὰ ἐξαντλοῦνται, ἀλλὰ καὶ θὰ
αὐξάνουν, θὰ πολλαπλασιάζονται!
Ὅ,τι ἀκριβῶς γίνεται μὲ τὸν σπόρο. Ἂς
ὑποθέσουμε ὅτι ὁ γεωργὸς διαθέτει μιὰ
χεριὰ σπόρο. Ἂν σκεφθεῖ· «ἂς ρίξω στὸ
χῶμα τὸ μισό, νὰ μοῦ μείνει καὶ κάτι»,
ἡ σοδειὰ ποὺ θὰ πάρει ἀπὸ τὸν σπαρ-
μένο σπόρο δὲν θὰ εἶναι τόσο μεγάλη,
ὅσο θὰ εἶναι ἂν ρίξει ὅλο τὸν σπόρο στὸ
χῶμα. «Μὰ τὸν σκόρπισες ὅλο, τί θὰ
σοῦ μείνει τώρα;», ἴσως τοῦ πεῖ κάποια
φωνή, ἀλλά, ἂν εἶναι ἔξυπνος, ἔτσι θὰ
κάνει. Ὅσο περισσότερο σπείρει, τόσο
περισσότερο θὰ πάρει. Ὅπως δηλαδὴ
τὸ λέει ἡ Γραφή: «Ὁ σπείρων φειδομέ-
νως (=μὲ τσιγγουνιά), φειδομένως καὶ
θερίσει. Καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις
(=μὲ ἁπλοχεριά), ἐπ’ εὐλογίαις καὶ θερί-
σει» (Β΄ Κορ. θ΄ 6).
Ἂν θέλεις νὰ βλέπεις τὰ ὑπάρχοντά
σου νὰ μὴν ἐξαντλοῦνται· τὸ ἀντίθε-
το, νὰ αὐξάνουν, σκόρπιζέ τα. Ἄδειαζέ
τα στὰ δοχεῖα τῶν ἄλλων, τῶν φτωχῶν.
Μὲ τόκο θὰ σοῦ τὰ ἀποδίδει ὁ πλού -
σιος Δωρεοδότης!...

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''Ο  ΣΩΤΗΡ''2162

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου