Ο ἀπόστολος Παῦλος, καθὼς μελετᾶ τὴν μέχρι τώρα πορεία τῆς ζωῆς του, στρέφει τὸ βλέμμα του
μὲ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐλογία ποὺ τοῦ χάρισε στὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τῆς ἀληθείας τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ γιὰ τὴν μέχρι τώρα κατὰ
Χριστὸν προκοπή του.
Γιὰ μὲν τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου θὰ σημειώσει ὅτι περιόδευσε σὲ ὅλα τὰ μέρη ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι καὶ πέρα ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικό (τὴ σημερινὴ Ἀλβανία), καὶ κήρυξε παντοῦ πλήρως
καὶ τελείως τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Θὰ ὁμολογήσει χωρὶς κανένα δισταγμὸ ὅτι γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστὸς τὸν χρησιμοποίησε ὡς ὄργανό Του, μὲ σκοπὸ νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὸ Εὐαγγέλιο οἱ εἰδωλολατρικοὶ
λαοί. Ο Θεος συνόδευε τὸ κήρυγμά του Παύλου μὲ δύναμη σημείων καὶ καταπληκτικῶν θαυμάτων.
Γιὰ τὴν πνευματική του πορεία πάλι θὰ σημειώσει ὅτι μὲ τὸ βάπτισμα ἔχει σταυρωθεῖ καὶ ἔχει πεθάνει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ πα-
λαιὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Ἀκόμη ἀναγνωρίζει ὁ θεῖος Παῦλος τὶς πολλὲς εὐλογίες ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Ἀναγκάσθηκε μάλιστα νὰ ἀποκαλύψει κάτι ποὺ τὸ κρατοῦσε δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια μυστικό. Τὸ ὅτι δηλαδὴ ἁρπάχθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὸν Παράδεισο καὶ ἄκουσε λόγια ποὺ κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ πεῖ, κι οὔτε ἐπι-
τρέπεται νὰ ἀναφέρει λόγῳ τῆς ἱερότητός τους (Β΄ Κορ. ιβ΄ 26).
Ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὅμως δὲν ἐπαναπαύεται στὶς μέχρι τώρα ἐπιτυχίες του. Γνωρίζει καλὰ ὅτι τὸ νὰ θυμᾶται κανεὶς ὅσα καλὰ ἐπετέλεσε στὸ παρελθόν, εἶναι ὄχι μόνο ἄσκοπο ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο, διότι ἡ ἐνθύμηση αὐτὴ μπο-
ρεῖ νὰ γίνει ἀφορμὴ οἰήσεως καὶ ὑψηλοφροσύνης. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ κάνει τὴν ψυχὴ νὰ λησμονήσει τὴν ἀθλιότητά της καὶ τὴν ἀτέλειά της.
Γι’ αὐτὸ ὁ μέγας Ἀπόστολος συμβολεύει τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων νὰ μὴν ἀσχολοῦνται μὲ τὸ τί κατόρθωσαν καὶ πέτυχαν μέχρι τώρα, ἀλλὰ μὲ τὸ τί ὑπολείπεται καὶ ἀπομένει νὰ πραγματοποιήσουν. Τοὺς φέρνει δὲ ὡς παράδειγμα τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
«Ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν
ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιπ. γ΄ 1314).
Ἀδελφοί, ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀκόμη ὅτι πέτυχα τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ ἀπέστειλε ὁ Κύριος. Ὅσα κι ἂν ἔχω ἐργασθεῖ ἕως τώρα, ὅσα κι ἂν ἔχω κατορθώσει, δὲν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίθηκα στὴν
ἀποστολή μου. Ἀλλὰ ἕνα πράγμα κάνω καὶ γιὰ ἕνα φροντίζω: Λησμονῶ τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἔχω ἀφήσει πίσω μου, καὶ ἐπεκτείνομαι διαρκῶς καὶ τρέχω βιαστικὰ πρὸς ἐκεῖνα ποὺ εἶναι μπροστά μου καὶ τὰ ὁποῖα μέ-
νουν ἀκόμη ἀνεκτέλεστα καὶ πρέπει νὰ
τὰ ἐκπληρώσω. Κι ἔτσι προχωρῶ κατευθείαν πρὸς τὸ σκοπὸ ποὺ ἐπιδιώκω, καὶ τρέχω βιαστικὰ γιὰ νὰ πάρω τὸ βραβεῖο ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεὸς μὲ
τὴν πρόσκληση ποὺ μᾶς κάνει πρὸς τὸν
οὐρανὸ μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πράγματι αὐτὸς εἶναι γιὰ ὅλους μας ὁ ἀσφαλὴς καὶ ἀπλανὴς δρόμος τῆς πνευματικῆς μας ἐν Χριστῷ πορείας. Ἡ πρόοδος στὴν ἀρετὴ δὲν ἔχει τέρμα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Δὲν εἶναι δυνατὸν συνειδητὸς Χριστιανὸς νὰ διανοηθεῖ ποτὲ ὅτι
ἔφθασε σὲ τέτοιο σημεῖο προόδου στὴν
πνευματική του ζωή, ποὺ πλέον δὲν ἐπιδέχεται πρόοδο καὶ προκοπή.
Ὁ Χριστιανὸς εἶναι δρομέας στὸν πνευματικὸ στίβο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ὁ δρομέας τρέχει γιὰ νὰ φθάσει πρῶτος στὸ τέρμα καὶ νὰ πετύχει τὸ ἐπίγειο βραβεῖο. Ποτὲ δὲν σταματᾶ γιὰ νὰ μετρήσει πόσο δρόμο διέτρεξε, ἀλλὰ ἔχει μπροστὰ στὰ μάτια του τὸ μῆκος τοῦ
δρόμου ποὺ πρέπει ἀκόμη νὰ διανύσει.
Καὶ ὁ πιστὸς Χριστιανός, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τὰ ὅσα ἐργάσθηκε καὶ κατόρθωσε προηγουμένως, ἀλλὰ κοιτάζει πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός, ἐργαζόμενος τὸ θέλημα τοῦ
Θεοῦ, ἀσκώντας τὴν ἀρετὴ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του.
Ὁ νοῦς μας λοιπὸν νὰ εἶναι σταθερὰ προσηλωμένος στὸ ὑπόλοιπο τῆς διαδρομῆς μας. Ποτὲ νὰ μὴ στεκόμαστε σὲ
τυχὸν ἐπιτυχίες στὴν ἐργασία μας ἢ στὸν πνευματικό μας ἀγώνα. Νὰ τρέχουμε πάντοτε πρὸς τὸ τέρμα στὸ ὁποῖο μᾶς
κάλεσε ὁ ἅγιος Θεός, δηλαδὴ στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. ΟΣΩΤΗΡ2058

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου