29 Μαρτίου, 2024

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σοφία Σαμαρᾶ 1/2

Βιογραφικά
Η Σο­φί­α Σα­μα­ρᾶ τοῦ Σταύ­ρου καί τῆς Ἀ­θη­νᾶς γεν­νή­θη­κε στήν Ἀ­να­το­λι­κή Θρά­κη. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἦρ­θαν στήν Χα­ραυ­γή Κο­ζά­νης καί τό ἔ­τος 1938 κα­τέ­βη­καν στήν Βέ­ροι­α. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α καί μο­να­δι­κή πού ἔ­ζη­σε ἀ­πό τά δώ­δε­κα παι­διά πού γέν­νη­σε ἡ μη­τέ­ρα της.

Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν πτω­χοί ἀλ­λά πο­λύ εὐ­λα­βεῖς, ἰδι­αί­τε­ρα ἡ μη­τέ­ρα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ μη­τέ­ρα της ἔχα­σε τό φῶς της καί ἔ­ζη­σε ὥς 110 ἐτῶν. Ἦ­ταν τυ­φλή ἀλ­λά ἔ­βλε­πε μέ ἄλ­λον τρό­πο ὡ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα. Κά­πο­τε τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ κυ­ρί­α Με­τα­ξία Γε­ωρ­γιτ­ζί­κη μέ τόν γυι­ό της Θο­δω­ρά­κη καί ἡ για­γιά Ἀ­θη­νᾶ τήν ρώ­τη­σε: «Τό παι­δί σου ἔ­χει πρό­βλη­μα στό πό­δι;». Πράγ­μα­τι εἶ­χε πρό­βλη­μα. Ἡ για­γιά Ἀ­θη­νᾶ τήν συμ­βού­λε­ψε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Ὁ Θε­ός θά τοῦ δώ­ση ὑ­γεί­α καί δύ­να­μη, ἀλ­λά νά μή βα­ρυγ­γω­μᾶς γι­ά τό παι­δί σου, γι᾿ αὐ­τό τό πρό­βλη­μα. Τε­λεί­ως κα­λά δέν πρό­κει­ται νά γί­νη πο­τέ, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, γι­ά νά μήν ξε­χά­σε­τε τόν Θε­ό καί νά προ­σεύ­χε­σαι συ­νέ­χεια».

Ἀ­γράμ­μα­τη ἡ για­γιά καί τυ­φλή κα­θό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ της καί συ­νε­χῶς ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή, τό «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με τήν ἁ­μαρ­τω­λή».

Τήν κό­ρη της Σο­φί­α τήν πάντρε­ψαν καί σέ ἡ­λι­κί­α 36 ἐ­τῶν χή­ρε­ψε μέ τρί­α παι­διά ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τό δεύ­τε­ρο ἐ­κοι­μή­θη.

Ἔ­με­νε μέ τήν μη­τέ­ρα της σ᾿ ἕ­να κελ­λά­κι (δι­κέλ­λα) πο­λύ φτω­χι­κό ἀλ­λά πο­λύ νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο. Ἦ­ταν ἕ­να δι­πλό κελ­λί χω­ρι­σμέ­νο ὄ­χι μέ πόρ­τα ἀλ­λά μέ ἕ­να κομ­μά­τι ὕ­φα­σμα. Στό μέ­σα προ­σευ­χό­ταν καί ἔ­και­γε συ­νο­λι­κά δε­κα­τέσ­σε­ρα καντή­λια ἀ­κοί­μη­τα. Τά κα­μέ­να φυ­τί­λια ἀ­πό τά καντή­λια δέν τά πε­τοῦ­σε. Εἶ­χε εἰ­δι­κό μέ­ρος στόν κῆ­πο, μί­α φω­λί­τσα, τά ἔ­βα­ζε ἐ­κεῖ, τά σκέ­πα­ζε καί ἔ­λε­γε: «Χρι­στού­λη μου, στά πο­δα­ρά­κια σου».

Συ­χνά ἡ γε­ρόν­τισ­σα Σο­φί­α μι­λοῦ­σε γιά τήν πολ­λή εὐ­λά­βεια πού εἶ­χε στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, καί πῶς τήν ἀ­πέ­κτη­σε: «Ὅ­ταν ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε ἡ γε­ρόντισ­σα Χα­ρί­κλεια τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο καί τῆς ἔ­δει­ξε σέ ποιό ση­μεῖ­ο νά σκά­ψουν γιά νά βροῦν τό ἁ­γί­α­σμα πή­γαι­νε πο­λύς κό­σμος νά βο­η­θή­ση μέ προ­σω­πι­κή ἐρ­γα­σία­. Πήγαινα καί ἐ­γώ. Ξε­κι­νοῦ­σα ἀ­πό τό σπί­τι μέ τά πό­δια μέ­χρι τήν Πα­τρί­δα (χωριό τῆς Βέροιας) καί ἔμενα μέχρι τό ἀπόγευμα καί βοηθοῦσα ὅπως μποροῦσα.

»Κάποιο πρωΐ ξεκίνησα ὅπως συνήθως. Πῆρα μαζί μου ψωμί καί ἐλιές. Στό μέσο τῆς διαδρομῆς κάθησα κάπου γιά νά ξαποστάσω. Τότε ἐμφανίστηκε ἕνας Γέροντας μπροστά μου καί μοῦ εἶπε:

‒Ποῦ πηγαίνεις, παιδί μου;

‒Πηγαίνω, Γέροντα, στήν Πατρίδα νά βοηθήσω στό ἁγίασμα τοῦ ἁγίου Νικολάου.

»Μέ εὐ­λό­γη­σε ὁ Γέροντας καί μοῦ ζή­τη­σε λί­γο ψω­μί. Τοῦ ἔ­δω­σα ψω­μί καί ἐ­λι­ές καί ὥ­σπου νά κλε­ί­σω τό σακ­κου­λά­κι μου ὁ Γέροντας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πό μπρο­στά μου. Τότε κα­τά­λα­βα πώς ἦ­ταν ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ἀ­πό ἐ­κε­ί­νη τή στιγμή σι­γά‒σι­γά ἦρ­θε ἡ κα­λή ἀλ­λο­ί­ω­ση, ἄρ­χι­σα νά νι­ώ­θω πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά κά­ποι­α πράγ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά. Γυρνώντας στό σπί­τι φό­ρε­σα μα­κρυ­μά­νι­κα καί τά ροῦ­χα μου μέ­χρι τόν ἀ­στρά­γα­λο. Πο­λύ τόν εὐ­λα­βοῦ­μαι καί τόν ἀ­γα­πῶ τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο. Νά πη­γα­ί­νε­τε στήν Πα­τρί­δα, ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος εἶ­ναι ἐ­κεῖ ὁ­λο­ζώντα­νος».

Ἡ Σοφία Σαμαρᾶ μέ τήν μητέρα της Ἀθηνᾶ.

Μαρ­τυ­ρί­α κ. Ἕλ­λης Τρα­πε­ζαν­λί­δου: «Κάποια μέ­ρα πῆ­γε (ἡ γ. Σο­φί­α) στήν Πα­τρί­δα καί εἶ­δε μιά γυ­ναῖ­κα, τήν Χα­ρί­κλεια νά σκά­βη μέ­σα στίς λά­σπες καί νά δου­λε­ύ­η σκλη­ρά. Τήν ρώ­τη­σε τί κά­νει καί ἀ­πήν­τη­σε ὅ­τι ὁ Θε­ός τήν ἐ­φα­νέ­ρω­σε ὅ­τι σέ κεῖ­νο τό μέ­ρος θά βρε­θοῦν εἰ­κό­νες καί ἁ­γί­α­σμα καί θά κτι­στῆ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου. Τότε ἡ Σο­φί­α σκέ­φτη­κε ὅ­τι δέν πρέ­πει εὔ­κο­λα νά πι­στε­ύ­ου­με ἀν­θρώ­πους πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ γιά νά μήν πλα­νη­θοῦ­με. Ἔκανε προσευχή καί εἶπε: “Θεέ μου, δεῖ­ξε μου σέ πα­ρα­κα­λῶ, ἄν πρέ­πη νά βο­η­θή­σω αὐ­τήν τήν γυ­ναῖ­κα στό ἔρ­γο πού ἀ­νέ­λα­βε­”. Ἀ­μέ­σως εἶ­δε μπρο­στά της ἕ­να λό­φο πού πά­νω ἦ­ταν ὁ Χρι­στός. Ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό της γιά νά δῆ ἄν εἶ­ναι ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ καί ὁ Χρι­στός τῆς ἀ­πάν­τη­σε: “Καλά ἔ­κα­νες, παι­δί μου, πού ἔ­κα­νες τόν σταυ­ρό σου” καί τῆς ἔ­βα­λε μέ­σα στό χέ­ρι της μιά χο­ύ­φτα θυ­μί­α­μα. Ἀ­πό ἐ­κε­ί­νη τή στιγμή ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­γράμ­μα­τη ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη καί νά γρά­φη μέ τή Χάρη τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πε­κά­λυ­ψε ἡ ἴ­δια μέ τα­πε­ί­νω­ση: “Ἔμαθα νά δι­α­βά­ζω ἄ­νω­θεν ἐ­γώ ἡ ἀ­γράμ­μα­τη σέ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α”.

»Ἤθελε πολύ νά γίνη καλόγρια. Ἀλλά ἐπειδή εἶχε παιδιά καί τήν εἶχαν ἀνάγκη δέν ἔφυγε σέ μοναστήρι. Ὅμως ἦταν ντυμένη καλόγρια καί δέν ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι της.

Εἶ­χε Πνευ­μα­τι­κό κά­ποι­ον ἐ­νά­ρε­το καί δι­α­κρι­τι­κό γέ­ροντα ἱε­ρέ­α στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, τόν π. Παῦλο. Μέ τήν εὐ­λο­γί­α του καί τίς συμ­βου­λές του ἔ­κα­νε τόν ἀ­γῶ­να της. Τη­ροῦ­σε ὅ­λες τίς νη­στεῖ­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τό τρι­ή­με­ρο. Τίς νη­στή­σι­μες ἡ­μέ­ρες καί τίς Σα­ρα­κο­στές τίς ἔ­κα­νε τρώ­γοντας ἀ­λά­δω­τα. Στίς κα­τα­λύ­σεις τῶν ἑ­ορ­τῶν ἔ­τρω­γε μό­νο ψά­ρι.

Τά με­σά­νυ­χτα στήν μί­α ἢ δύ­ο ἡ ὥ­ρα ση­κω­νό­ταν καί προ­σευ­χό­ταν συ­νή­θως γο­να­τι­στή. Ἔ­κα­νε πολ­λές με­τά­νοι­ες καί ἡ προ­σευ­χή της συ­νω­δευό­ταν ἀπό δά­κρυ­α. Προ­σευ­χόταν πρῶ­τα γι­ά ὅ­λο τόν κό­σμο καί με­τά γι­ά τήν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ἔ­λε­γε: «Πρῶ­τα νά πα­ρα­κα­λᾶς γι­ά τόν κό­σμο καί με­τά γι­ά σέ­να γι­ά νά σ᾿ ἐ­λε­ή­ση ὁ Θε­ός». Κα­τά τήν προ­σευ­χή προ­ση­λω­νό­ταν τό­σο, σάν νά ἔ­φευ­γε ὁ νοῦς της ἀ­πό τήν γῆ (ἡρ­πά­ζε­το). Ἄν περ­νοῦ­σες ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα ἀ­πό δί­πλα καί τήν σκουντοῦ­σες, δέν τό κα­τα­λά­βαι­νε.

Τό κομ­πο­σχοί­νι της τό εἶ­χε πάντα στό χέ­ρι της καί ἡ εὐ­χή δού­λευ­ε μέ­σα της. Ἤ­ξε­ρε πολ­λούς ψαλ­μούς καί τρο­πά­ρια ἀπ᾿ ἔ­ξω. Ἔ­ψελ­νε τά τρο­πά­ρια πολ­λῶν Ἁ­γί­ων. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, τόν εἶ­χε γι­ά προ­στά­τη της καί τό ἀπο­λυ­τί­κιό του τό ἔ­ψελ­νε πολ­λές φο­ρές τήν ἡ­μέ­ρα.

Κάποια γνω­στή της ἀ­να­φέ­ρει: «Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ἡ ὥ­ρα τοῦ Ἑσπε­ρι­νοῦ μοῦ ἔ­λε­γε: “Παναγιώτα, παι­δί μου, πή­γαι­νε σέ πα­ρα­κα­λῶ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα γιά τήν προσευχή μου” καί μέ γέμιζε εὐχές. Ἄλλοτε μέ κρατοῦσε καί κάναμε μαζί Ἑσπερινό. Ἔλεγε: “Ἔλα, παιδάκι μου, νά ἑτοιμασθοῦμε γιά τόν Ἑσπερινό”. Ἔσκυβα τό κεφάλι καί εὐχόμουν νά μήν τελειώση ποτέ. Τέτοια ἀγαλλίαση καί ἱλαρότητα εἶχε τό κελλί τῆς γιαγιᾶς. Ἄφηνε καί μένα νά λέω κάποια τροπάρια. Ἔτρεμε ἡ φωνή μου, ἔχανα τά λόγια μου καί αὐτή μέ ἐνθάρρυνε: “Ἔτσι, παιδί μου, ὡραῖα, ἔτσι, προσπάθησε”».

Ἡ Σοφία Σαμαρᾶ

Διηγήθηκε ἡ γερόντισσα Σοφία σέ κάποια ψυχή: «Παιδί μου, θά σοῦ πῶ κάτι προσωπικό γιά νά σέ βοηθήσω. Ἔκανα προσευχή γιά τήν Βίκυ, τήν κόρη μου καί ὁ καλός Θεός μοῦ ἔδειξε σημάδι. Ἔγραψε μέ χρυσά γράμματα στό σεντούκι πού εἶχα τά προικιά της τό ὄνομα Λευτέρης. Καί πράγματι τρεῖς μέρες ἦταν τά γράμματα χαραγμένα καί φαίνονταν, μετά χάθηκαν σιγά–σιγά. Καί τόν σύζυγο τῆς κόρης μου τόν λένε Λευτέρη, εἶναι καλό παιδί».

Δι­η­γή­θη­κε: «Ὅ­ταν ὁ γυι­ός μου Κώστας ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πό φαν­τά­ρος δέν πο­λυ­πί­στευ­ε. Ἐ­γώ προ­σπα­θοῦ­σα νά τοῦ πῶ κά­ποι­α πράγ­μα­τα γιά τήν θρη­σκεί­α μας καί ἐ­νῶ ἤ­μουν στήν κου­ζί­να τη­γα­νίζον­τας ψά­ρια, μοῦ λέ­ει:

‒Μάννα, ἄν βάλης τό χέρι σου στό τηγάνι τώρα πού τηγανίζεις καί δέν καῆς, τότε θά πιστέψω ὅλα αὐτά πού μοῦ λές πώς εἶναι ἀλήθεια.

»Ἀμέσως εἶπα στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔβαλα τό χέρι μου μέσα στό τηγάνι. Τότε ὁ Κώστας μοῦ λέει:

‒Μάννα, βρεγμένο χέρι ἔβαλες καί πᾶς νά μέ κοροϊδέψης.

‒Ὄχι, παιδί μου, τοῦ λέω. Κοίτα. Καί ἀμέσως σκούπισα τό χέρι μου καί τό ἔβαλα μέσα στό τηγάνι πάλι.

»Ἔπεσε στά γόνατα τό παιδί μου καί ἔκλαιγε.

‒Μάννα, συγγνώμη, συγχώρεσέ με, πιστεύω. Πιστεύω ὅλα ὅσα μοῦ λές πώς εἶναι ἀλήθεια, καί ἀπό τότε τό παιδί μου ἄλλαξε πολύ».

Ὁ γυι­ός της, ὁ Σταῦ­ρος, εἶ­χε πε­θά­νει καί μιά νύ­χτα τόν εἶ­δε στόν ὕ­πνο της. Τῆς εἶ­πε: «Μάννα, δέν μπο­ρῶ νά πε­ρά­σω τήν με­γά­λη πόρ­τα για­τί μιά ἁ­μαρ­τί­α μου δέν τήν ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κα. Βο­ή­θα με. Τότε αὐ­τή ἔ­κα­νε μέ δά­κρυ­α προ­σευ­χές. Ἔ­πει­τα ἀ­πό πολ­λές μέ­ρες ξα­να­εἶ­δε τόν γυιό της πού τήν εὐ­χα­ρί­στη­σε καί τῆς εἶ­πε: «Τώρα μπό­ρε­σα νά πε­ράσω τήν πόρ­τα, γι᾿ αὐ­τό πάν­τα νά συμ­βου­λε­ύ­ης τόν κό­σμο νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆται καί νά με­τα­λαμ­βά­νη, κα­θώς ἐ­πί­σης καί νά προ­σε­ύ­χε­ται γιά το­ύς κε­κοιμη­μέ­νους».

Ρώτησε ἡ κ. Δήμητρα τήν γε­ρόν­τισ­σα Σο­φί­α, ἄν δέ­χε­ται πάν­το­τε κό­σμο, ὅ­λες τίς ἡ­μέ­ρες ὅ,τι ὥ­ρα καί ἄν εἶ­ναι καί πό­τε ξε­κου­ρά­ζε­ται, για­τί ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τήν νύ­χτα εἶ­ναι ἄ­γρυ­πνη καί προ­σε­ύ­χε­ται. Ἀ­πάν­τη­σε: «Δέν μπο­ρῶ νά κλε­ί­σω τήν πόρ­τα γιά τήν δι­κή μου ἀ­νά­παυ­ση. Αὐ­τός πού ἔρ­χε­ται μέ­χρι ἐ­δῶ κά­ποιο πρό­βλη­μα θά ἔ­χη. Μόνο μιά μέ­ρα τοῦ χρό­νου θέ­λω νά εἶ­μαι μό­νη μου γιά νά προ­σε­ύ­χω­μαι καί νά συ­νο­μι­λῶ μέ τόν Σταῦ­ρο, τό παι­δί μου, πού ἐ­κοι­μή­θη τό 1967 καί νά τι­μῶ τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ὀ­νο­μα­στι­κῆς του ἑ­ορ­τῆς, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου».

Μιά τέτοια ἡμέρα τήν ἐπισκέφτηκε ἡ κ. Δέσποινα Κελεσίδου ἀπό τήν Νέα Νικομήδεια μαζί μέ τήν γνωστή τῆς γερόντισσας Σοφίας, τήν Παναγιώτα. Ἡ γερόντισσα ἄνοιξε μετά ἀπό πολλή ὥρα. Ἦταν ὀλιγομίλητη. Φαινόταν λυπημένη πολύ. Δέν τήν εἶχαν δῆ ποτέ ἄλλοτε ἔτσι. Σταύρωσε τό παιδί καί εἶπε στήν μητέρα του: «Τίποτε δέν ἔχει τό παιδί ἀπό πρόβλημα ὑγείας. Γεννήθηκε πολύ ἀδύνατο, γι᾿ αὐτό θέλει πολλή περιποίηση καί καλό φαγητό». Καί πράγ­μα­τι ἐ­νῶ οἱ για­τροί τήν ἀ­νη­συ­χοῦ­σαν μέ τίς προ­βλέ­ψεις τους, τό παι­δί με­γά­λω­σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά καί ἔ­γι­νε ψη­λό καί δυ­να­τό.

Εἶ­χε ἕ­να Σταυ­ρό μέ τόν ὁ­ποῖ­ο σταύ­ρω­νε τούς ἀν­θρώ­πους. Τόν ἔ­βα­ζε στό μέ­τω­πό τους καί τόν ἄ­φη­νε. Ὁ Σταυρός στε­κό­ταν σάν κολ­λη­μέ­νος καί ὅ­ταν ἔ­σκυ­βαν τό κε­φά­λι τους δέν ἔ­πε­φτε. Αὐ­τό τό ἔ­κα­νε σχε­δόν σέ ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκέ­πτες της.

Ἡ Σο­φί­α εἶ­χε σχέ­σεις πνευ­μα­τι­κές μέ ἄλ­λες ἐ­νά­ρε­τες γε­ρόν­τισ­σες. Τήν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν ἡ Τα­τια­νή Σαβ­βί­δου, συ­ζη­τοῦ­σαν καί προ­σεύ­χον­ταν ἀ­πό κοι­νοῦ. Μέ ἄλ­λες δυ­ό εὐ­λα­βεῖς γυ­ναῖ­κες, τήν κυ­ρα–Χα­ρί­κλεια ἀ­πό τό Τουρ­κο­χώ­ρι καί τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τό Ζερ­βο­χώ­ρι, πή­γαι­ναν σ᾿ ἕ­να ἥ­συ­χο μέ­ρος, γο­νά­τι­ζαν καί προ­σεύ­χονταν γι­ά πο­λλή ὥ­ρα. Ἡ Σο­φί­α σή­κω­νε τά χέ­ρια της καί ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό κα­τέ­βαι­νε ἕ­να φῶς πά­νω της πού ἔ­μοια­ζε μέ φω­τει­νές γα­λά­ζι­ες χάντρες.

Μί­α μέ­ρα στήν δι­κέλ­λα της, ἀ­φοῦ εἶ­χε προ­σευ­χη­θῆ ἀρ­κε­τά, κά­θη­σε νά ξε­κου­ρα­στῆ στό ντι­βα­νά­κι της. Τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε γνω­στή της καί εἶ­δε τό πρό­σω­πό της ἀ­συ­νή­θι­στα ἀλ­λοι­ω­μέ­νο, για­τί προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε δεῖ Ἀγ­γέ­λους. Καί ὅ­πως μι­λοῦ­σε καί εἶ­χε πλη­σιά­σει τό κε­φά­λι της πρός τήν γνω­στή της κυ­ρία, ἐ­κεί­νη αἰ­σθάν­θη­κε νά ἐ­ξέρ­χε­ται εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τό κε­φά­λι τῆς Σο­φί­ας, σάν αὐ­τή πού αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­ταν προ­σκυ­νοῦ­με ἅ­για Λεί­ψα­να. Ὅ­πως ὅ­μως μι­λοῦ­σαν ἦρ­θε ἕ­νας ἄ­νε­μος ἀ­πό τό ἀ­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο καί αἰ­σθάν­θη­καν μί­α δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γεια πού ἔρ­ρι­ξε κά­τω τά σκεύ­η τ­ῆς μα­γει­ρι­κῆς ἀ­πό τόν μπάγ­κο. Τό­τε ἡ Σο­φί­α πῆ­ρε τό μπα­στου­νά­κι της, χτύ­πη­σε μί­α πά­νω στό μάρ­μα­ρο καί εἶ­πε: «Κα­τα­ρα­μέ­νε, φύ­γε ἀ­πό δῶ. Ἐ­νω­χλή­θη­κες;».

Κάποτε ἐνῶ συνομιλοῦσε μέ τήν κ. Δήμητρα τῆς εἶπε: «Ἄν ἤξερες, ἀδελφή Δήμητρα, ποιός κάθεται δίπλα σου!», καί ἔλαμπε τό πρόσωπό της μέ φῶς παράξενο πιό δυνατό ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας.

Μί­α φο­ρά ἔ­κο­ψε ἀ­πό τόν κῆ­πο της ἕ­να κρί­νο καί τόν ἔ­βα­λε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος καί ξα­νά πά­λι τήν ἄλ­λη χρο­νιά ἄν­θι­σε ὁ κρί­νος. Αὐ­τό συ­νε­χί­στη­κε νά γί­νε­ται ἀ­πό τό ἔ­τος 1963 μέ­χρι τό 1967. Τό εἶ­δαν πολ­λοί καί ἔ­λε­γαν: «Πᾶ­με νά δοῦ­με τό κρι­νά­κι τῆς για­γιᾶς Σο­φί­ας πού ἄν­θι­σε». Κά­θε χρό­νο ἄν­θι­ζε ὁ ξε­ρός κρί­νος τήν ἄ­νοι­ξη καί με­τά μα­ραι­νό­ταν.

«Κάποτε», δι­η­γεῖ­ται ἡ Πα­να­γι­ώ­τα ἀ­πό τή Νέα Νι­κο­μή­δεια, βρή­κα­με τή για­γιά Σο­φί­α μέ ἕ­να τσαπά­κι νά φρον­τί­ζη τόν κῆ­πο της. Μᾶς εἶ­πε: “Προσπα­θῶ νά ἔ­χω λου­λο­ύ­δια γιά νά προ­σφέ­ρω στήν Πα­να­γί­α καί στο­ύς Ἁ­γί­ους, γι᾿ αὐ­τό θέ­λω τόν ἀν­θό­κη­πο­”.

»Μετά μᾶς πῆρε μέσα καί μᾶς ἔδειξε τό κρινάκι, τό ξε­ρό κλα­δί πού πῆ­ρε ν᾿ ἀν­θί­ζη. “Εἶχα καί ἐ­γώ στήν αὐ­λή τέ­τοι­ους κρί­νους ἀλ­λά χά­θη­καν οἱ βολ­βοί. Λυ­πή­θη­κα πο­λύ καί πα­ρα­κα­λοῦ­σα τήν Πα­να­γία­ πῶς νά ξα­να­βρῶ ἀ­πό τά ἴ­δια λου­λο­ύ­δια–κρίνα γιά νά μπορῶ νά προσφέρω στήν Παναγία. Καί τώρα δεῖτε!”.

»Τό ξε­ρό κλα­δί ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πί­σω στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας κά­τω ἦ­ταν γε­μᾶ­το βολ­βο­ύς καί πά­νω μπουμ­πο­ύ­κια. “Ἀπ᾿ αὐ­το­ύς το­ύς βολ­βο­ύς θά φυ­τέ­ψω στήν αὐ­λή νά ἔ­χω κρί­να γιά τήν Πα­να­γί­α”. Ὅ­ταν ξα­να­πή­γα­με με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό τό ξε­ρό μπουμ­που­κι­α­σμέ­νο κλα­δί ἦ­ταν ἀν­θι­σμέ­νο­”».

Ἡ προ­σευ­χή της ἦ­ταν δυ­να­τή καί βο­η­θοῦ­σε πολ­λούς. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως βο­ή­θη­σε ἄ­τε­κνα ἀν­δρό­γυ­να νά ἀ­πο­κτή­σουν παι­διά. Πρῶ­τα ἀ­π᾽ ὅ­λα ζη­τοῦ­σε πί­στη. «Ἂν δέν πι­στεύ­ης, θά εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ἀ­πο­κτή­σης παι­δί», ἔ­λε­γε. Ἔ­πει­τα σταύ­ρω­νε τήν γυ­ναῖ­κα μέ τόν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό, στόν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χε τυ­λιγ­μέ­νο ἕ­να λε­πτό κομ­πο­σχοι­νά­κι, τούς ἔ­βα­ζε νά προ­σκυ­νή­σουν καί με­τά ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή.

Κά­ποι­α ἀ­πό τήν Βέ­ροι­α ὑ­πο­σχέ­θη­κε στήν Σο­φί­α πώς ἂν ἀ­πο­κτή­ση παι­δί, θά τό δώ­ση νά τό βα­πτί­ση αὐ­τή (ἡ Σο­φί­α). Με­τά ἀ­πό δέ­κα χρό­νια ἀ­πέ­κτη­σε κο­ρι­τσά­κι καί σκέ­φθη­κε νά βά­λη δυ­ό νο­νές, τήν Σο­φία­ καί τήν ἀ­δελ­φή της. Ἡ Σο­φί­α εἶ­πε: «Δέν γί­νε­ται νά τό βα­πτί­σουν δυ­ό. Ἄντε πη­γαί­νε­τε στήν εὐ­χή τῆς Πα­να­γί­ας, γε­ρό νά εἶ­ναι τό παι­δί καί ἂς τό βα­φτί­ση ὅ­ποι­ος θέ­λει». Τό μω­ρό ὅ­μως, πα­ρα­μο­νές τῆς βα­πτί­σε­ως ἀρ­ρώ­στη­σε. Οἱ γο­νεῖς φο­βή­θη­καν, ἔνιωσαν ἐνοχή καί τό πῆ­γαν στήν Σο­φί­α. Αὐ­τή τούς πε­ρί­με­νε˙ τό σταύ­ρω­σε, τούς εὐ­χή­θη­κε, τό μω­ρό συ­νῆλ­θε καί μετά τό βά­πτι­σαν.

Εἶχε σέ μεγάλη εὐλάβεια τόν Τίμιο Σταυρό καί πίστευε στή δύναμή του, γιατί ἔβλεπε νά γίνωνται θεραπεῖες μέ τόν ξύλινο Σταυρό πού εἶχε. Ἀλλά καί οἱ φλόγες ἀπό τά καντηλάκια τῆς γερόντισσας Σοφίας σχημάτιζαν φωτεινό σταυρό. Τό εἶδαν πολλοί αὐτό τό θαυμαστό φαινόμενο.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

https://enromiosini.gr/biografies/23askites-kosmo-samara1/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου