30 Μαρτίου, 2024

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σοφία Σαμαρᾶ 2/2

 Τήν χα­ρι­τω­μέ­νη για­γιά Σο­φί­α τήν ἐ­πι­σκέ­πτο­νταν πολ­λοί ἀ­πό ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα. Ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ χά­ρη πού εἶ­χε τρα­βοῦ­σε ψυ­χές κοντά της γι­ά νά ἀ­κού­σουν τά φω­τι­σμέ­να λό­για της καί νά ζη­τή­σουν τίς προ­σευ­χές της. Ὄ­χι μό­νο λα­ϊ­κοί ἀλ­λά καί γνω­στοί ἱ­ε­ρεῖς τῆς Βέ­ροι­ας, ὅ­πως ὁ π. Γρη­γό­ριος Σο­φός, ὁ π. Βα­σί­λει­ος Μπαχ­τσε­βά­νης, ὁ π. Κων­σταντῖ­νος, ὁ π. Σω­σί­πα­τρος Πι­τού­λιας καί ἕ­νας νέ­ος πού τώ­ρα μο­νά­ζει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Ἡ γερόντισσα Σοφία ἦταν ἕνας θησαυρός γιά τήν Βέροια καί τήν γύρω περιοχή. Ἄγγελος καλωσύνης. Θυσίαζε τόν ἑαυτό της γιά τόν πλησίον. Ὅλη τή νύχτα προσευχόταν καί τήν ἡμέρα δεχόταν κόσμο. Ὅ,τι ἔκανε ἦταν γιά τήν ἀνακούφιση καί τό καλό τοῦ πλησίον. Ἡ αὐταπάρνηση ἦταν τό χαρακτηριστικό της. Πάντοτε χαμογελαστή μέ ἱλαρό πρόσωπο, ἀθόρυβη, καλωσυνάτη, ὀλιγομίλητη, ἀσκητική μέ βαθειά ἐσωτερική γνήσια ἐκκλησιαστική ὀρθόδοξη ζωή. Μέ ταπείνωση καί ἀγάπη. Μέ λαμπερό–φωτεινό πρόσωπο. Πηγή γιατρειᾶς γιά τούς πονεμένους. Μιμητής Χριστοῦ, διάκονος ἀγάπης. Ἀφοσιωμένη στόν Κύριο καί στό θέλημα Ἐκείνου. Τό ἔργο της ἦταν ἀθόρυβο, ἡ ζωή της κρυπτή ἐν Χριστῷ. «Σᾶς παρακαλῶ, μή μιλᾶτε στόν κόσμο γιά μένα, δέν κάνω τίποτε», ἔλεγε. Ἡ ἴδια κρυβόταν πολύ καλά καί κάθε θαῦμα τό ἀπέδιδε στόν Κύριο ἤ στήν Παναγία μας ἤ στούς Ἁγίους πού τόσο πολύ τιμοῦσε. Ἀκόμα καί στήν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτό  δέν δεχόταν εὐχαριστίες καί εὐγνωμοσύνη. Ἦταν χαριτωμένη, σάν ἥλιος ἔλαμπε τό πρόσωπό της.

Δεχόταν ὅλους, κάθε μέρα, ὅ,τι ὥρα κι ἄν ἦταν. Δέν εἶχε ὧρες γιά τήν προσωπική της ἀνάπαυση. Ὅλους τούς καλοδεχόταν χαμογελαστή μέ εἰρηνικό πρόσωπο γεμάτη ἀγάπη καί καλωσύνη. Ὁ καθένας ἔνιωθε ὅτι τόν ἀγαπᾶ ἰδιαίτερα καί ξεχωριστά. Δέν ἔβλεπε ἁμαρτωλούς. Μόνο πονεμένες ψυχές πού θέλουν στήριξη καί βοήθεια νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό ἁμαρτίες, πάθη, ἀρρώστειες, προβλήματα. Δέν ἤθελε τίποτε γι᾿ αὐτήν, μόνο νά δοξασθῆ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί νά ἀναπαυθοῦν ψυχές.

Καταλάβαινε τό πρόβλημα καί τήν διάθεση τοῦ καθενός. Πῆγε κάποτε μία νέα καί ἡ γερόντισσα δέν τήν δέχθηκε. «Πήγαινε στό καλό, παιδί μου», τῆς εἶπε. Καί ὅπως ὡμολόγησε ἡ ἴδια πῆγε μέ σκοπό νά κοροϊδέψη καί νά χλευάση ὅ,τι τῆς πῆ.

 Μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες πού ἔ­κα­νε ἡ Σο­φί­α ἔ­λα­βε τό χά­ρι­σμα τῆς δι­ο­ρά­σε­ως καί δι­έ­κρι­νε σέ τί πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση βρί­σκε­ται ὁ κα­θέ­νας.

Κά­ποι­α κυ­ρί­α ἐ­πι­σκε­πτό­ταν συ­χνά τήν Σο­φί­α καί μί­α φο­ρά ἔ­φε­ρε μα­ζί της μί­α φι­λε­νά­δα της ἀ­πό τόν Τρι­πό­τα­μο. Ὅ­ταν τήν εἶ­δε γι­ά πρώ­τη φο­ρά ἡ Σο­φί­α τῆς εἶ­πε: «Ὀ­λυμ­πί­α, ἐ­σεῖς εἶ­στε κα­λοί ἄν­θρω­ποι, ἂν καί εἶ­στε κομ­μου­νι­στές».

Με­ρι­κές φο­ρές κά­ποι­ους ἐ­πι­σκέ­πτες δέν τούς ἐπέ­τρε­πε νά μποῦν στό κελ­λί της. Ὅ­ταν αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι δέν εἶ­ναι κα­θα­ρός ὁ ἄν­θρω­πος, τόν ἄ­φη­νε ἔ­ξω ἀ­πό τό κελ­λί της λέ­γοντάς του: «Δέν θέ­λω νά σέ στε­νο­χω­ρή­σω, ἀλ­λά κά­τσε ἐ­κεῖ πού εἶ­σαι, κά­νε τόν σταυ­ρό σου καί ὅ­που πᾶς, ἅ­μα πι­στεύ­ης, τό ἴδιο εἶ­ναι». Καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ὁ ἄν­θρω­πος ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α καί ἔ­λε­γε: «Πα­να­γία μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, ἀλ­λά ἔ­τσι ἔ­πρε­πε νά γί­νη». Καί ὅ­ταν τό ἴ­διο ἄ­το­μο με­τα­νο­οῦ­σε, ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το, ἄλ­λα­ζε τρό­πο ζω­ῆς καί ξα­να­ερ­χό­ταν πά­λι, τότε κα­τα­λά­βαι­νε τήν ἀλλαγή του, τόν δε­χό­ταν μέ χα­ρά, λέ­γοντάς του: «Κα­λῶς τον, τί ἔ­χεις; Ἄντε ἔ­λα νά σέ ἀ­κού­σω». Κα­θό­ταν ὑπο­μο­νε­τι­κά μέ τίς ὧ­ρες ἀλ­λά ἡ συ­ζή­τη­ση ἦ­ταν μό­νο γύ­ρω ἀ­πό πνευ­μα­τι­κά θέ­μα­τα.

Ἔλεγε ἡ γερόντισσα Σοφία: «Ἡ ἁμαρτία πλήθυνε πάρα πολύ. Σάν σύννεφο ἀνέβηκε καί σκέπασε τόν οὐρανό. Ὁ οὐρανός μαύρισε καί ἡ μαυρίλα κατεβαίνει ὅλο καί πρός τά κάτω. Τό κακό θά ἔρθη ἀπό τήν Βουλγαρία».

«Στήν Ἀ­θή­να τό­σες χι­λι­ά­δες κό­σμος στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν πη­γα­ί­νουν, τρέ­χουν στά γή­πε­δα. Ἀλ­λά βλέ­πω ὅ­τι ὁ Θε­ός θά δώ­ση ἕ­να χα­στο­ύ­κι γιά νά συ­νε­τι­σθοῦν. Τά ἀ­θῶ­α θά φύ­γουν, τά ἀ­θῶ­α θά τήν πλη­ρώ­σουν», καί ἄρ­χι­σε νά κλα­ί­η. Πράγ­μα­τι στίς 8–2–1981 στό στά­διο Κα­ρα­ϊ­σκά­κη στήν θύ­ρα 7 σ᾿ ἕ­ναν πο­δο­σφαι­ρι­κό ἀ­γῶ­να σκο­τώ­θη­καν 21 ἄ­τομα καί ἦ­ταν ἑ­κα­τον­τά­δες τραυ­μα­τί­ες.

«Βλέ­πω ὅ­τι δέν πά­ει ἄλ­λο. Δέν με­τα­νο­οῦν οἱ γο­νεῖς. Πλή­θυ­νε ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἡ σαρ­κι­κή, μα­κρο­θυ­μεῖ ὁ Κύριος καί πε­ρι­μέ­νει, πε­ρι­μέ­νει. Λυ­πᾶ­μαι, ὁ Θε­ός θά θε­ρί­σει τά παι­διά. Ἄλ­λοι φταῖ­νε, ἄλ­λοι θά πληρώ­σουν. Τά ἀ­θῶ­α τά παι­διά θά φύ­γουν». Με­τά πού ἔ­γι­νε τό ἀ­τύ­χη­μα στά Τέμπη εἶ­πε συγ­γε­νι­κό πρό­σω­πο τῶν σκο­τω­θέν­των παι­δι­ῶν: «Τά θέ­ρι­σε τά παι­διά μας», καί τό­τε κα­τά­λα­βαν ὅ­σοι εἶ­χαν ἀ­κο­ύ­σει ποῦ ἀ­να­φέ­ρον­ταν ἡ προ­φη­τε­ί­α τῆς γε­ρόντισ­σας Σο­φί­ας.

«Πο­νά­ει ἡ ψυ­χή μου. Θά ἔρ­θει και­ρός πού οἱ Χρι­στια­νοί θά δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά βροῦν ἄν­θρω­πο πνευ­μα­τι­κό νά ἀ­να­παυ­θοῦν. Θά δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά ἀ­κο­ύ­σουν λό­γο Θε­οῦ καί νά ἀ­να­παυ­θοῦν στίς Ἐκ­κλη­σί­ες. Τότε θά κλει­στοῦν καί θά προ­σε­ύ­χονται στά σπί­τια τους».

«Ὅσο περνοῦν τά χρόνια θά δυσκολεύονται οἱ ἄνθρωποι νά συνεννοοῦνται μεταξύ τους. Σέ κάθε σπίτι ἕνας θά μείνη, δέν θά μποροῦν μαζί».

Κάποτε ἡ κ. Δήμητρα ἀπό τήν Νέα Νικομήδεια ἀντιμετώπιζε ἕνα μεγάλο πειρασμό. Μή μπορώντας νά τόν ἀντέξη ξεκίνησε νά πάη στήν γερόντισσα Σοφία γιά νά παρηγορηθῆ. Φθάνοντας στό Βῆμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀνέβηκε καί κάθησε λίγη ὥρα ἐκεῖ καί προσευχήθηκε γιά νά μήν πάη θλιμμένη στήν γιαγιά καί τήν στενοχωρήσει. Φθάνοντας στό σπίτι τῆς γερόντισσας Σοφίας εἶδε τήν κόρη της Βίκυ νά τήν περιμένη κρατώντας τόν δί­σκο μέ δυό πο­τή­ρια νε­ρό καί δυό κα­φέ­δες. Τήν ὑ­πο­δέ­χθη­κε λέ­γον­τας: «Ἔ­λα κυ­ρα–Δήμητρα σέ περι­μέ­νου­με. Ἐ­δῶ καί λί­γη ὥ­ρα μοῦ εἶ­πε ἡ μάν­να μου: “Σήκω, Βίκυ, κά­νε δυό κα­φέ­δες γιά μέ­να καί τήν ἀ­δελφή Δήμητρα πού ἔρ­χε­ται”. Ἀ­κο­ύ­γον­τας αὐ­τά ἡ κ. Δήμητρα ἔ­νι­ω­σε ἀ­να­κο­ύ­φι­ση ἀ­πό τό βά­ρος τοῦ πει­ρα­σμοῦ πού πί­ε­ζε τήν ψυ­χή της. Πίστευε ὅτι ἡ γερόντισσα Σοφία μέ τήν χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Κύριο εἶδε τόν πειρασμό της καί γιά νά τήν δυναμώση πνευματικά καί νά τήν βοηθήση ἄφησε νά φανῆ τό προορατικό χάρισμα πού εἶχε καί πάντοτε μέ πολλή ταπείνωση καί ἐπιμέλεια ἔκρυβε.

Ρώτησαν τήν γερόντισσα Σοφία γιά κάποιο παιδί γεννημένο μέ κινητικό πρόβλημα στά πόδια, ἄν πρέπη νά τό πᾶνε στήν Βουλγαρία γιά νά τό ἐγ­χει­ρή­σουν. Ἄ­κου­σε προ­σε­κτι­κά καί ἔ­μει­νε γιά λίγο ἀ­μί­λη­τη. Ἀ­να­στε­νά­ζον­τας βα­θιά μέ πό­νο ψυ­χῆς ἀ­πάν­τη­σε: «Νά μήν πᾶ­νε που­θε­νά. Οὔ­τε στήν Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἀλ­λοῦ. Δέν γί­νε­ται κα­λά, ἔ­τσι θά εἶναι. Ἀλλά τό πρόβλημα τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό λιγώτερο…Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ θά φύγη ἀπό τήν ζωή. Ἔ­τσι εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Καί ἔ­κλαι­γε σι­ω­πη­λά, βλέ­πον­τας τόν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα πού συ­νέ­βη δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα.

Δι­ή­γη­ση Π.Μ.. «Ὅ­ταν ἀρ­ρα­βω­νι­ά­στη­κα καί πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός κά­ποι­α πράγ­μα­τα δέν μοῦ φαί­­νον­ταν σω­στά. Πῆ­γα στήν για­γιά Σο­φί­α νά κά­νου­με πα­ρά­κλη­ση νά μοῦ πῆ τί νά κά­νω. Πρίν ἀρ­χί­σου­με μοῦ εἶ­πε: “Ὄχι, δέν γί­νε­ται τί­πο­τα. Παι­δί μου Π. ὁ γά­μος θά γί­νει, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νη δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀλ­λά θά γί­νει ὄ­χι ἐ­κεῖ πού τόν ἔ­χε­τε προγραμματίσει–σέ ἐξωκκλήσι τῆς Νάουσας– ἀλλά στό ναό τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Ὁ γάμος αὐτός δέν θά κρατήση πολύ, θά χωρίσετε”.

»Γύρισα σπί­τι μου προ­βλη­μα­τι­σμέ­νη γιά ὅ­σα μοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά. Πράγ­μα­τι ξαφ­νι­κά προ­έ­κυ­ψε πρό­βλη­μα καί παν­τρευ­τή­κα­με στό ναό τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου».

Ἡ κ. Συμέλα Καρακεχαγιόγλου ἀπό τή Νέα Νικομήδεια θυμᾶται: «Πῆγα στήν ἀδελφή Σοφία μέ τή μάννα μου καί τά παιδιά μου μέ κάποιο γνωστό μας. Μᾶς καλοδέχτηκε, μᾶς πῆρε μέσα στό κελλί της καί εἶπε στήν μάννα μου: “Γιατί, παιδί μου Σαββούλα, ἤρθατε μέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο; Εἶναι καλός ἀλλά νά προσέχετε” καί μᾶς ἐξήγησε ἀπό τί νά προσέχουμε.

»Τό πιό θαυ­μα­στό εἶ­ναι ὅ­τι πη­γα­ί­να­με γιά πρώ­τη φο­ρά καί πρίν ποῦ­με τά ὀ­νό­μα­τά μας ἀ­πε­κά­λε­σε τήν μάν­να μου μέ τό βα­πτι­στι­κό της ὄ­νο­μα, ἐ­νῶ ὅ­λοι τήν φώ­να­ζαν Σταυ­ρο­ύ­λα καί αὐ­τό τό ὄ­νο­μα εἶ­χαν γρά­ψει καί στήν ταυ­τό­τη­τα».

«Ὅταν κάνης τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τά τρία δά­χτυ­λα νά εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­να κα­λά, σφι­χτά σάν ἕ­να νά φα­ί­νων­ται, ἀργά καί σω­στά νά κά­νης τόν Σταυ­ρό σου, ὄ­χι βι­α­στι­κά καί ἐ­πι­πό­λαι­α».

«Νά λέ­τε 40 φο­ρές τό “Κύριε ἐ­λέ­η­σο­ν” κρυ­φά ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν εἶ­στε μέ πα­ρέ­α δί­χως νά σᾶς κα­τα­λά­βουν καί ὅ­ταν περ­πα­τᾶ­τε στόν δρό­μο ἤ τα­ξι­δε­ύ­ε­τε μέ αὐ­το­κί­νη­το. Τό “Κύριε ἐ­λέ­η­σο­ν” εἶ­ναι μιά ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη προ­σευ­χή. Μιά φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα νά λέ­τε τήν εὐ­χή τοῦ ἁ­γί­ου Μαρ­δα­ρί­ου “Δέσποτα Θεέ…”. Νά λέ­τε το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς στήν Πα­να­γί­α μας. Νά κά­νε­τε τήν Πα­ρά­κλη­ση τα­πει­νά καί ὅ,τι ζη­τᾶ­τε θά τό ἐκ­πλη­ρώ­σει ἡ Πα­να­γί­α μας, μό­νο νά ἔ­χου­με ὑ­πο­μο­νή. Γνω­ρί­ζει Ἐ­κε­ί­νη κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό μᾶς».

Ἡ γερόντισσα Σοφία μέ ἁπλᾶ λόγια καί φλόγα πίστεως μετέδιδε τήν ἀγάπη της γιά τόν Τριαδικό Θεό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους. Συμβούλευε γνωστή της: «Ἀδελφή Δήμητρα νά μή διστάζης, οὔτε νά προβληματίζεσαι στήν προσευχή σου. Νά τά λές μέ δικά σου λόγια, ὅπως τά νιώθεις. Νά μιλάη ἡ καρδιά σου στόν Κύριο, ἀκόμα νά χρησιμοποιῆς καί τήν ποντιακή διάλεκτο. Ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία μας γνωρίζει, νά μή ντρέπεσαι». Τά εἶπε αὐτά γιατί εἶδε ὅτι ἡ κ. Δήμητρα δέν γνώριζε πολλά γράμματα καί προβληματιζόταν γιά τό πῶς πρέπει νά προσεύχεται.

«Τό “γιατί” ἄφησέ το, παιδί μου, εἶναι τοῦ πονηροῦ, ὄχι τοῦ Χριστιανοῦ. Ἄστα ὅλα στόν Κύριο. Αὐτός γνωρίζει καλύτερα καί θά δώση τήν καλύτερη λύση».

«Ἡ προσευχή μας νά γίνεται κρυφά, σιγανά, μόνοι μας κρυμμένοι στό ταμεῖο μας».

«Πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με νά μήν ἀ­δι­κοῦ­με τόν πλη­σί­ον μας, για­τί εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α. Ἀλ­λο­ί­μο­νο καί τρίς ἀλ­λο­ί­μο­νο γιά το­ύς με­γά­λους, το­ύς ὑ­πε­ύ­θυ­νους πού ἐκ­με­ταλ­λε­ύ­ον­ται το­ύς ἀ­δύνα­τους, καί δέν πλη­ρώ­νουν τό με­ρο­κά­μα­τό τους. Κα­λύ­τε­ρα γι᾿ αὐ­το­ύς θά ἦ­ταν νά μήν εἶ­χαν γεν­νη­θῆ».

«Ὅταν ἔχετε κάποιο πρόβλημα, ὅταν βρίσκεσθε σέ ἀνάγκη καί δέν ἔχετε ἁγιασμό, νά σταυρώνετε τίς παλάμες σας, ὅπως ὅταν παίρνομε ἀντίδωρο, νά τίς γεμίζετε μέ νερό βρύσης καί νά λέτε: “Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος” καί νά πλένετε τό πρόσωπό σας πρός τά πάνω, πρός τό μέτωπο καί θά ἀνακουφίζεστε, θά βοηθιέστε».

Μαρ­τυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τας ἀ­πό τή Νέα Νι­κο­μήδεια: «Τό 1975 ἤ­μουν 16 ἐ­τῶν καί πή­γαι­να στήν Πέμπτη τά­ξη Γυ­μνα­σί­ου. Πήγαμε τρι­ή­με­ρη ἐκ­δρο­μή στήν Χαλ­κί­δα. Τό πρωΐ τῆς τρί­της μέ­ρας ξύ­πνη­σα πρη­σμέ­νη στό πρό­σω­πο καί μέ κόκ­κι­να ἐ­ξογ­κώ­ματα–ὄ­ζους στά πό­δια καί στά χέ­ρια. Πο­νοῦ­σα τρομε­ρά. Ὅ­ταν γύ­ρι­σα σπί­τι μου μέ πῆ­γαν στό για­τρό  καί δι­έ­γνω­σε “­ἀλ­λερ­γί­α ἀ­πό τσίμ­πη­μα ἐν­τό­μου ἤ ἀπό κάποιο φυτό”. Μοῦ ἔδωσε πολλά φάρμακα χωρίς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Τόσο πο­λύ πρή­στη­κα πού δέν γι­νό­ταν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος καί τά μέ­λη μου ἔ­γι­ναν κα­τά­μαυ­ρα. Ἀ­πό το­ύς πολ­λο­ύς πό­νους δέν μπο­ροῦ­σα νά φά­ω, μό­νο νε­ρό ἔ­πι­να γου­λιά‒γου­λιά. Ἔ­φθα­σα 40 κι­λά, οἱ γο­νεῖς μου μέ κου­βαλοῦ­σαν στήν πλά­τη.

 »Πέρασαν σχεδόν δύο μῆνες καί ὁ πατέρας μου ἔμαθε ἀπό τόν κουμπάρο μας γιά μιά μοναχή στήν Βέροια πού δίνει ἁγιασμό, σταυρώνει, κάνει προσευχή καί ὅποιος ἔχει πρόβλημα γίνεται καλά. Πῆγε μιά φωτογραφία μου ὁ πατέρας μου στήν γερόντισσα Σοφία καί τήν παρεκάλεσε νά προσευχηθῆ.

‒Παιδί μου, δέν εἶμαι μάντισσα. Δέν κοιτάω φωτογραφίες. Πρέπει νά μοῦ φέρετε τό κορίτσι ἐδῶ, εἶπε.

‒Εἶναι βαρειά ἄρρωστο καί εἶναι δύσκολο, ἀπάντησε ὁ πατέρας μου.

‒Ἡ ἀγωνία σου καί ἡ πίστη σου θά βοηθήσουν νά φέρης τό κορίτσι ἐδῶ καί θά γίνη καλά. Τώρα πού θά πᾶς στό σπίτι νά τό δώσης νά πιῆ τό κορίτσι πολύ ἁγιασμό ἀπό αὐτό τό μπουκάλι, καί νά ἀλείψη τά χέρια της καί τά πόδια της καί ὅπου ἔχει πόνο καί ἀμέσως μετά πολύ σᾶς παρακαλῶ πρέπει νά μείνη μόνη της καί νά κοιμηθῆ ὁπωσδήποτε.

»Ἔγιναν ὅλα ὅπως τό εἶπε ἡ γερόντισσα Σοφία, ἀλλά ἦρθε νά μέ δῆ μιά φίλη μου καί μιλώντας γιά τά μαθήματα δέν κοιμήθηκα καθόλου. Τό ἀπόγευμα πήγαμε στήν γερόντισσα Σοφία. Μόλις μέ ἀντίκρυσε μοῦ εἶπε: “Γιατί παιδί μου, δέν κοιμήθηκες; Τί σᾶς εἶπα νά κάνετε;”.

»Μέ πῆρε μέσα στό κελλάκι της καί μέ σταύρωσε λέγοντάς με: “Θά γίνης καλά, παιδί μου, μή φοβᾶσαι. Φεύγοντας θά πᾶτε στήν ἁγία Παρασκευή. Νά πιῆς πολύ ἁγιασμό, νά πλύνης τά χέρια καί τά πόδια σου. Νά πάρετε μαζί σας ἁγιασμό καί ἡ ἁγία Παρασκευή σέ τρεῖς μέρες τό πολύ θά σέ κάνει καλά. Καί σήμερα, παιδί μου, ὅλη μέρα πρίν ἔρθει ὁ πατέρας σου ἄκουγα φωνή πού μοῦ ἔλεγε νά κάνω προσευχή γιά τήν Παναγιώτα, εἶναι πολύ ἄρρωστη καί ἔχει πολύ ἀνάγκη”.

»Κάναμε ὅπως μᾶς εἶπε καί τήν τρίτη ἡμέρα οἱ μαῦροι ὄζοι ὑποχώρησαν, τό πρήξιμο ἔφυγε καί τό βασικώτερο δέν λιποθυμοῦσα ἀπό τούς πόνους ὅταν σηκωνόμουν. Ἐμένα πού μέ περίμεναν ἀπό μέρα σέ μέρα νά πεθάνω, τώρα πῆγα στούς συγγενεῖς καί γνωστούς καί δέν πίστευαν. Πῆγα καί στήν γερόντισσα Σοφία νά τήν εὐχαριστήσω.

‒Κοίταξε, γιαγιά, ἔγινα καλά, σᾶς εὐχαριστῶ.

‒Ὄχι ἐμένα, παιδί μου, τήν ἁγία Παρασκευή. Αὐτή σέ ἔκανε καλά. Πάντοτε νά ἔχης ἁγιασμό ἀπό τήν Ἁγία νά πίνης καί νά πλένεσαι.

‒Γιαγιά, σέ λίγες μέρες τελειώνει ἡ χρονιά καί γράφουμε διαγωνισμούς. Ἐγώ ἔχω δυό μῆνες πού δέν πῆγα σχολεῖο. Πῶς νά πάω νά γράψω μέ τόσα κενά;

‒Θά κάνεις τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί σέ ὅποια σελίδα ἀνοίγεις, αὐτή νά διαβάζης γιατί ἀπό αὐτή θά σᾶς βάλουν, ἀπάντησε μέ σιγουριά.

»Ἔτσι κάνοντας πέρασα τήν χρονιά, γιατί τά περισσότερα θέματα ἦταν ἀπό τίς σελίδες πού διάβασα.

»Τό 1979 ἡ γιαγιά ἦταν ἄρρωστη. Δέν μποροῦσε νά σηκωθῆ καί νά δεχτῆ κόσμο. Πήγαμε μέ τή μητέρα μου ἀρκετές φορές καί ἦταν πάντα στό κρεββατάκι της, ξαπλωμένη ἤ καθιστή, σκεπασμένη μέ τήν κουβερτούλα της χαμογελαστή μέ ἱλαρό καί εἰρηνικό πρόσωπο κρύβοντας τόν πόνο της. Ἡ μητέρα μου ρωτοῦσε ἐπίμονα νά μάθη τί ἔχει ἡ γιαγιά, τῆς πρότεινε νά φέρουμε γιατρό. Τότε ἡ γερόντισσα σήκωσε τήν κουβερτούλα της καί μᾶς ἔδειξε τά πόδια της πού ἦταν πρησμένα καί κατάμαυρα ἀπό τίς πατοῦσες μέχρι τά γόνατα καί σέ κάποια σημεῖα ἦταν κόκκινα. Μᾶς εἶπε χαμηλόφωνα:

‒Ὅταν κάποιος ἔχει πρόβλημα ὑγείας καί γίνεται καλά ἐδῶ στό κελλί μου μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε τό πρόβλημά του τό παίρνω ἐγώ. Δέν μπορῶ οὔτε νά πάω οὔτε νά δεχθῶ γιατρό. Θά κάνω ὑπομονή. Ἔτσι πρέπει. Θά βοηθήση ὁ καλός Θεός καί ἡ Παναγία μας. Σᾶς παρακαλῶ πολύ μήν τό πῆτε πουθενά. Μόνο ἐσεῖς νά τό ξέρετε. Σᾶς ἔχω παιδιά μου καί σᾶς τό εἶπα».

Νέα ἀνύπαντρη κυοφοροῦσε καί ἤθελε νά κάνη ἔκτρωση. Ἐπισκέφτηκε τήν γερόντισσα Σοφία. Τήν ἄκουσε προσεκτικά, τῆς ἔδειξε πολλή ἀγάπη καί κατανόηση καί τήν ἔπεισε νά κρατήση τό ἔμβρυο. «Παι­δί μου, μή ρί­ξης τό μω­ρό. Αὐ­τό θά γί­νη ἡ οἰ­κο­γέ­νειά σου. Θά ἔ­χεις τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας. Μή σκο­τώ­σης μιά ἀ­θώ­α ψυ­χο­ύ­λα. Ἔ­τσι καί τήν με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α θά ἀ­πο­φύ­γεις καί σύ θά ἔ­χεις παρέ­α, θά ἔ­χεις τή δι­κή σου οἰ­κο­γέ­νεια».

Τό μωρό γεννήθηκε μέ τίς εὐχές τῆς γερόντισσας Σοφίας μεγάλωσε, παντρεύτηκε καί ἔκανε οἰκογένεια μέ δυό παιδάκια καί ἡ μητέρα του εἶναι μιά εὐτυχισμένη μάννα καί γιαγιά.

Ἡ κ. Δω­ρο­θέ­α Ἐ­λευ­θε­ρι­ά­δου ἀ­πό τή Νέα Νικο­μή­δεια ὁ­μο­λο­γεῖ: «Εἶ­χα πρό­βλη­μα ὑ­γε­ί­ας. Ἔ­νι­ωθα κά­τι στό λαι­μό μου νά μέ πνί­γη, μοῦ ἔ­φερ­νε δυ­σφο­ρί­α καί δυ­σκο­λευ­ό­μουν νά ἀ­να­πνε­ύ­σω. Πολ­λές φο­ρές τό­σο ἄ­σχη­μα ἤ­μουν πού σκε­φτό­μουν μή­πως ἔ­χω καρ­κί­νο. Ὁ Γι­άν­νης ὁ Γε­ρου­λί­δης μέ πῆ­γε στήν για­γιά Σο­φί­α. Μέ κα­λο­δέ­χτη­κε, μέ ἄ­κου­σε καί μοῦ εἶ­πε: “Τώρα θά σέ σταυ­ρώ­σω μέ τόν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό στό μέ­τω­πο καί ὁ Σταυ­ρός θά κολ­λή­σει καί δέν θά πέ­φτει”. Τότε εἶ­πα μέ­σα μου: “Τέτοια ἄ­πι­στη πού εἶ­μαι σι­γά μήν κολ­λή­ση ὁ Σταυ­ρό­ς”, καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε ἀ­πό τό μέ­τω­πο. Τότε ἡ γε­ρόν­τισ­σα μοῦ εἶ­πε: “Παιδί μου, μή βά­ζης τέ­τοι­ους λο­γι­σμο­ύς καί ἔ­λα πά­λι νά σέ σταυ­ρώ­σω­”. “Συγγνώμη, για­γιά, γιά τήν ἀ­πι­στία­ μου­”, ἀ­πάν­τη­σα. Πάλι ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί ἔ­βα­λε τόν Σταυ­ρό στό μέ­τω­πό μου καί κόλ­λη­σε καί δέν ἔ­πε­σε κά­τω».       

 Κά­ποι­α ἄλ­λη κυ­ρί­α ἦ­ταν παντρε­μέ­νη χρό­νια ἀλ­λά δέν ἀ­πο­κτοῦ­σε παι­διά. Ἦρθε στήν για­γιά Σο­φί­α νά ζη­τή­ση τήν προ­σευ­χή της. Με­τά ἀπό και­ρό πῆ­γε στόν για­τρό, ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καί ὅ­ταν πῆ­ρε τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πῆ­γε κα­τευ­θεῖ­αν στήν για­γιά. Γε­μά­τη χα­ρά πῆ­γε νά τῆς ἀ­ναγ­γεί­λη ὅ­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δά­κι καί νά τήν εὐ­χα­ρι­στή­ση. Ἀ­κό­μα οὔ­τε στόν ἄν­δρα της δέν τό εἶ­χε πεῖ. Μό­λις πλη­σί­α­σε, τῆς λέ­γει ἡ για­γιά: «Ἄντε, παι­δί μου, κα­λή λευ­τε­ριά». Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι πε­ρί­με­νε παι­δί.

«Μί­α μέ­ρα», δι­η­γεῖ­ται ἡ νύ­φη της, «ἦρ­θε στό σπί­τι μας νά μᾶς δῆ. Ἐνῶ κα­θό­μα­σταν καί μι­λού­σα­με, ξαφ­νι­κά μοῦ λέ­ει: “Πρέ­πει νά φύ­γω τώ­ρα. Κά­ποι­οι μέ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καί μέ ψά­χνουν”.

»Ση­κώ­θη­κε νά φύ­γη καί ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή ἔ­φθα­σε ἕ­νας τα­ξιτ­ζῆς πού ἔ­ψα­χνε τήν πε­θε­ρά μου. “Τήν ζη­τοῦν κά­ποι­οι ἀ­πό τόν Βό­λο”, ἐ­ξή­γη­σε. “Ξέ­ρω, ξέ­ρω. Σᾶς πε­ρί­με­να νά ἔρ­θε­τε. Πη­γαί­νε­τε στό σπί­τι καί ἔρ­χο­μαι”. Οἱ γο­νεῖς ἔ­φε­ραν ἕ­να παι­δά­κι πα­ρά­λυ­το μέ πα­τε­ρί­τσες. Τό ἔ­φε­ραν μέ­χρι τίς σκά­λες καί προ­σπα­θοῦ­σαν νά τό βο­η­θή­σουν νά ἀ­νέ­βη. Ἡ πε­θε­ρά μου τό σταύ­ρω­σε ἀ­πό μα­κριά καί τοῦ εἶ­πε: “Παι­δί μου, ἄ­φη­σε τίς πα­τε­ρί­τσες, κά­νε τόν σταυ­ρό σου, μή φο­βᾶ­σαι, ἔ­λα στήν Πα­να­γί­α”.

»Καί μέ τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας τό παι­δί περ­πά­τη­σε καί ἄ­φη­σε γι­ά πάν­τα ἐ­κεῖ τίς πα­τε­ρί­τσες. Φεύ­γον­τας εὐ­χα­ρί­στη­σαν οἱ γο­νεῖς καί ἄ­φη­σαν χρή­μα­τα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν πού ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­κε ἡ για­γιά καί εἶ­πε: “Για­τί τό χα­λᾶ­τε τώ­ρα; Για­τί χα­λᾶ­τε τήν εὐ­λο­γί­α πού πή­ρα­τε; Δέν θέ­λω τί­πο­τε.Νά πᾶ­τε στήν εὐχή τῆς Πα­να­γί­ας. Πά­ρε τόν σα­τα­νᾶ (χρή­μα­τα) ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι, θά μοῦ λε­ρώ­σει τήν εὐ­λο­γί­α. Για­τί ἡ εὐ­λο­γί­α δέν πλη­ρώ­νε­ται. Ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός μοῦ τό ἔ­δω­σε δω­ρε­άν καί πῶς τώ­ρα νά πά­ρω λε­φτά;”».

Μά­λι­στα ὄ­χι μό­νο χρή­μα­τα ἀλ­λά οὔ­τε καί λά­δι γι­ά τά καντή­λια δε­χό­ταν. Ὅ­σοι ὅ­μως εὐ­ερ­γε­τή­θη­καν ἀ­πό τίς προ­σευ­χές της πή­γαι­ναν καμ­μί­α φο­ρά καί ἄ­φη­ναν κα­νέ­να μπου­κα­λά­κι λά­δι ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα της. Αὐ­τή στε­νο­χω­ρη­μέ­νη ἔ­λε­γε στήν κό­ρη της: «Βρέ παι­δί μου, τί μέ κά­νουν; Δέν εἶ­δες ποι­ός τό ἄ­φη­σε; Ἐ­γώ, δό­ξα τῷ Θε­ῷ, ἔ­χω τήν σύ­ντα­ξή μου, ἔ­χω τήν εὐ­λο­γί­α τῆς Πα­να­γί­ας, για­τί νά τήν χά­σω;». Φο­βό­ταν μή χά­ση τήν εὐ­λο­γί­α. Ὁ γυιός της ὅ­μως δυ­σπι­στοῦ­σε καί μί­α φο­ρά τήν ρώ­τη­σε ἂν πῆ­ρε πο­τέ χρή­μα­τα ἀ­πό κά­ποι­ον. Ἔ­δει­ξε τά χέ­ρια της καί εἶ­πε: «Ἔ, παι­δί μου, ἐ­γώ τά χέ­ρια μου τά ἔ­χω κα­θα­ρά. Για­τί ἂν ἤ­θε­λα νά πά­ρω λε­φτά, πύρ­γους θά ἔ­κα­να. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μέ φύ­λα­ξε καί ἔ­χω κα­θα­ρά τά χέ­ρια μου».

Ἄλ­λη φο­ρά ἔ­φε­ραν ἕ­να νέ­ο ἄρ­ρω­στο στήν για­γιά. Ἐ­κεί­νη βγῆ­κε γι­ά λί­γο ἀ­πό τό κελ­λά­κι της καί γύ­ρι­σε μέ πρό­σω­πο λυ­πη­μένο σάν κά­τι νά εἶ­δε. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν, εἶ­πε στήν κ. Με­τα­ξί­α Γε­ωρ­γιτ­ζί­κη μέ βε­βαι­ό­τη­τα: «Θά πε­θά­νει τό παλ­λη­κά­ρι». Καί με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό μά­θα­με ὅ­τι ὄντως πέ­θα­νε.

Ἡ ἴ­δια ἡ κ. Με­τα­ξί­α δι­η­γεῖ­ται: «Πρίν πᾶ­με στήν Ἀ­θή­να γι­ά τήν ἐγ­χεί­ρη­ση στό πό­δι τοῦ παι­διοῦ μου, ἡ για­γιά Σο­φί­α εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νά πᾶ­με στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο στήν Πα­τρί­δα νά προ­σευ­χη­θοῦ­με. Ἦ­ταν τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου. Ἀ­φοῦ κά­να­με Πα­ρά­κλη­ση καί ψά­λα­με καί ἄλ­λα τρο­πά­ρια, λέ­γει ἡ για­γιά: “Σκού­πι­σε αὐ­τό ἐ­δῶ τό μέ­ρος κο­ρί­τσι μου καί θά βγά­λου­με ἁγί­α­σμα”. Ἐ­γώ ἀ­πό­ρη­σα: “Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν;”. Τέ­λος πάντων σκού­πι­σα καί κα­θά­ρι­σα κα­λά. Ἡ για­γιά γο­νά­τι­σε, ἔ­κα­νε μί­α λακ­κού­βα στό χῶ­μα καί ὅ­ταν ἔ­ψαλ­λε τό “Σῶ­σον, Κύ­ρι­ε, τόν λα­όν σου..”, γέ­μι­σε ἡ λακ­κού­βα ἁ­γί­α­σμα καί ἄρ­χι­σε νά ξε­χει­λί­ζη γύ­ρω. Συγ­κι­νη­μέ­νη καί συγ­κλο­νι­σμέ­νη ἀ­πό τό πα­ρά­δο­ξο πού ἔ­βλε­πα, πῆ­ρα ἁγί­α­σμα καί ἔ­πλυ­να τό πό­δι τοῦ παι­διοῦ μου πού πο­νοῦ­σε. Ἡ για­γιά Σο­φία πρό­σθε­σε: “Ἐ­δῶ θά ἔρ­θει και­ρός πού θά βγά­ζει τό­σο ἁγί­α­σμα ὥστε θἄρ­χονται οἱ ἄν­θρω­ποι νά πλέ­νωνται καί θά γί­νονται κα­λά. Ἐ­δῶ θά γί­νονται πολ­λά θαύ­μα­τα. Καί αὐ­τό τό ὕ­ψω­μα πού βλέ­πεις, θἄρ­θει και­ρός πού θά γε­μί­σει σπί­τια”». Καί πράγ­μα­τι αὐ­τό μοῦ τό εἶ­πε τό 1964 καί σή­με­ρα ἔ­χει γε­μί­σει σπί­τια. Εἶ­ναι τά λε­γό­με­να «Φυ­τι­ά­ρι­κα». Τό ἁγί­α­σμα ὑ­πῆρ­χε καί θε­ρά­πευ­ε μέ­χρι τήν κοί­μη­σή της. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­κοι­μή­θη ἡ Σο­φί­α, ἀ­μέ­σως ἡ πη­γή τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος στέ­ρε­ψε.

* Κάποια ἡμέ­ρα πού μι­λοῦ­σε μέ τόν γυιό της λέ­γει σο­βα­ρά ἡ για­γιά Σο­φί­α: «Ἔ, παι­δί μου, ἐ­γώ θά φύ­γω. Τώ­ρα δέν μπο­ρεῖς νά μέ κλεί­σης τόν δρό­μο. Ἀρ­χάς τῆς ἑβδο­μά­δος φεύ­γω». Ἐ­κεῖ­νος δέν κα­τά­λα­βε καί ρώ­τη­σε ποῦ θά πά­ει. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πά­λι: «Τώ­ρα τόν δρό­μο μου δέν μπο­ρεῖς νά μοῦ τόν κλεί­σης, ὅ­πως τόν ἔ­κλει­σες τό­τε καί μοῦ ἔδω­σες τρία χρό­νια πα­ρά­τα­ση». Τό­τε εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει ἀ­πό εἰ­λεό. Ὁ γυιός της τήν πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, τήν ἔ­κα­ναν ἐγ­χεί­ρη­ση καί ἔζη­σε ἄλ­λα τρί­α χρό­νια. Δι­η­γεῖ­ται ὁ γυιός της: «Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἐ­κοι­μή­θη ἐ­γώ ἐρ­γα­ζό­μουν στήν οἰ­κο­δο­μή καί ἡ ἀ­δελ­φή μου πῆ­γε νά τήν δῆ. Μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε καί μέ­να καί πῆ­γα γρή­γο­ρα. Μό­λις μέ εἶ­δε, κού­νη­σε τό κε­φά­λι της καί εἶ­πε: “Φεύ­γω”, καί τε­λεί­ω­σε».

Ἐκοι­μή­θη πα­ρα­μο­νή τῆς Ὑψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, στίς 13 Σε­πτεμ­βρί­ου 1983. Ἀκό­μα καί με­τά τήν κοί­μη­σή της συ­νε­χί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά πη­γαί­νουν στό κελ­λά­κι της, τήν δι­κέλ­λα, νά προ­σεύ­χωνται καί νά ζη­τοῦν τήν εὐ­χή της γι­ά τά προ­βλή­μα­τά τους.

Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη τῆς γε­ρόντισ­σας Σο­φί­ας. Ἀ­μήν.

https://enromiosini.gr/biografies/23askites-kosmo-samara1/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου