09 Απριλίου, 2024

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΤΑΘΜΟΙ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ 3ο ΜΕΡΟΣ

 14

Προσκύνημα – φυγή στους Αγίους Τόπους 

Δύο μήνες μετά, τον Μάιο του 1913, του ανακοινώνεται από την σύναξη της Γεροντίας της Μονής η απόφασή τους να χειροτονηθεί διάκονος και η αναγκαιότητα για άμεση μετάβασή του στην Κω, προκειμένου να τελεσθεί το μυστήριο από τον οικείο μητροπολίτη33 . Ο ίδιος αισθάνεται ανάξιος για την ιεροσύνη και στην προσπάθειά του να ματαιώσει την απόφαση της Γεροντίας, θέτει ως όρο να μην τελεί Γάμους και Βαπτίσεις, όπως οι ιερείς στον κόσμο, ούτε να παίρνει μέρος σε Μυστήρια εκτός της Μονής34.Ο όρος του γίνεται δεκτός από τους πατέρες της Μονής του Θεολόγου κι ενώ βρίσκεται εν πλω προς την Κω μαζί με τον ιερομόναχο Γεράσιμο Σχοινά, οι αναστολές του επανακάμπτουν κι αποφασίζει να μην αποβιβαστεί στην Κω, αλλά να συνεχίσει το ταξίδι του στους Αγίους Τόπους35. Αρχίζει έτσι μια περιπέτεια που στην έκβασή της θα τον αφήσει ταλαιπωρημένο και εξαντλημένο σωματικά αλλά αναπτερωμένο πνευματικά36 . Κάνει το ταξίδι χωρίς να έχει εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα. Αποβιβάζεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και δεν ξέρει πώς να συνεχίσει. Περιμένει την Θεία Πρόνοια να του δείξει τον δρόμο. Τον πλησιάζει κάποιος, που τελικά τον αναγνωρίζει ως συγγενή του από την Πάτμο και του εξασφαλίζει τα ναύλα για τη συνέχιση του ταξιδιού του στους Αγίους Τόπους. Προσκυνά όλα τα ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων37 και γίνεται και Ναΐτης μοναχός, φρουρώντας νυχθημερόν τον Πανάγιο Τάφο38 . Το ίδιο διάστημα ο ηγούμενος της Μονής τον αναζητά σε όλα τα πιθανά προσκυνήματα, ως φυγάδα μοναχό39 κι όταν τελικά τον εντοπίζει ζητά την άμεση επιστροφή του και δεν ενδίδει στην παράκληση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δαμνιανού να του παραχωρηθεί κανονική άδεια και να νομιμοποιηθεί η εκεί παραμονή του40. Η εγκατάλειψη της Μονής της μετανοίας, χωρίς σοβαρό λόγο, ισοδυναμεί με μεγάλη αμαρτία.

Στο Κάθισμα του Απολλώ41(Το ερημητήριο χρονολογείται από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν εγκαταστάθηκε στην περιοχή και ίδρυσε το Κάθισμα ο αγιορείτης κολλυβάς μοναχός Απολλώ ο Πελοποννήσιος. Έκτισε το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων με δυο τρία κελιά, φύτεψε κι ένα αμπέλι κι έμεινε εκεί μέχρι την κοίμησή του τον Ιανουάριο του 1852. Περισσότερα για τον Απολλώ τον Πελοποννήσιο και το ομώνυμο ερημητήριο στο νησί, διασώζονται στο έργο: Μαστρογιαννόπουλου, Άγιες μορφές, σ.44- 52 ) Η πιο βαριά ποινή που συνήθιζε να επιβάλλει η Μονή σε όποιον μοναχό ήθελε να επιτιμήσει, ήταν η εξορία στο ερημητήριο του Απολλώ, κοντά στον ασκητή Μακάριο Αντωνιάδη, τον Σάμιο, ονομαστό για την αυστηρότητα του 42 . Εκεί αποφασίστηκε να στείλουν τον επαναστάτη μοναχό Αμφιλόχιο προς τιμωρία και συμμόρφωση. «Οικονομία Θεού ήταν αυτή η τιμωρία, για να αναλάβω σωματικά˙ άλλως, θα απέθνησκα από την αδυναμία και την κακουχία που είχα περάσει», ομολογεί ο ίδιος χρόνια αργότερα43. Η παραμονή του στο Κάθισμα του Απολλώ, που διήρκεσε από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1913 44, οπότε και έγινε πάλι δεκτός στην αδελφότητα της Μονής του Θεολόγου, αποδείχτηκε για τον ίδιο δώρο εξ ουρανού και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ωφελήθηκε πολύ πνευματικά από τη ζωή στο ερημητήριο και από την συναναστροφή του με τον γέροντα Μακάριο45

  Αθήνα και Αίγινα 

Λόγοι υγείας τον υποχρεώνουν το 1914 να ταξιδέψει στην Αθήνα. Τότε βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία που ζητούσε για να επισκεφτεί την Αίγινα και να γνωρίσει προσωπικά τον Μητροπολίτη Νεκτάριο Κεφαλά46, που είχε ήδη τη φήμη αγίου ανδρός και για τον οποίο άκουσε πρώτη φορά από τους πατέρες του Αγίου Όρους47. Η γνωριμία αυτή υπήρξε σταθμός στη ζωή του Γέροντα Αμφιλοχίου και σημάδεψε την περαιτέρω πορεία του. Το ίδιο ταξίδι στην Αθήνα48του επεφύλασσε μία ακόμη σημαντική συνάντηση, η οποία άφησε το στίγμα της στον τρόπο σκέψης του και στους οραματισμούς του για τον μοναχισμό49. Γνωρίζει για πρώτη φορά τον ιδρυτή της νεοσυσταθείσας τότε Αδελφότητας Θεολόγων η «Ζωή»50(Ο π. Ευσέβιος Ματθόπουλος, υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής της Αδελφότητας Θεολόγων «Ζωή» στα 1907, σε συνεργασία με τους θεολόγους Διονύσιο Φαραζουλή, ιερέα και πρώτο ιεροκήρυκα στο μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, Δημήτριο Παναγιωτόπουλο και Παναγιώτη Τρεμπέλα. Στα μέσα του 20ου αιώνα, κατά τη διάρκεια των δύσκολων μεταπολεμικών δεκαετιών, έφτασε στην πλήρη ακμή της, υπό την καθοδήγηση του αρχιμανδρίτη Σεραφείμ Παπακώστα. Το 1914, όταν ο μοναχός Αμφιλόχιος γνωρίζει για πρώτη φορά τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο, η Αδελφότητα δραστηριοποιείται υπό την έντονη χαρισματική παρουσία του ιδρυτού της. Για περισσότερα σχετικά με την Αδελφότητα «Ζωή» και τη δράση της βλ.: Maczweski Christoph, Η κίνηση της «ΖΩΗΣ» στην Ελλάδα – Συμβολή στο πρόβλημα της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας, Μετάφραση π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Αρμός 2002. ), αρχιμανδρίτη Ευσέβιο Ματθόπουλο51(Ο προηγούμενος της Μονής του Θεολόγου π. Αντίπας Νικητηράς, σε τηλεφωνική επικοινωνία την 20η Ιουλίου 2020, μας επεσήμανε ότι όταν ο π. Αμφιλόχιος συναντήθηκε με τους ανθρώπους της «Ζωής», είχε ήδη αποκρυσταλλωμένες ιδέες και αντιλήψεις περί μοναχισμού και γενικά περί εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής, εμποτισμένες από τον πνεύμα των Κολλυβάδων κι έτσι δεν ενσωματώθηκε ποτέ στην αδελφότητα και δεν ταυτίστηκε μαζί τους. Σεβόταν, ωστόσο, τους ανθρώπους της αδελφότητας και το έργο τους και ποτέ δεν ήρθε σε ρήξη ή σύγκρουση με κάποιο από τα μέλη της και δεν δημιούργησε αντιπαλότητες.) «… του οποίου εθαύμαζε την πραότητα και την ταπεινοφροσύνη και τα οργανωτικά προσόντα…» 52 .

16

Διάκονος και Πρεσβύτερος 

Το 1919ο μοναχός Αμφιλόχιος διανύει το τριακοστό έτος της ηλικίας του και έχοντας πια καταπολεμήσει τους φόβους και τις αναστολές του σχετικά με την ιεροσύνη, ύστερα από ευλογία και ενθάρρυνση του αγίου Νεκταρίου 53 , αποδέχεται την πρόταση της Γεροντίας της Μονής και λαμβάνει τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης τον Ιανουάριο και λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, χειροτονείται ιερέας 54(Η εις διάκονον χειροτονία του έλαβε χώρα στις 27 Ιανουαρίου, στον ιερό ναό αγίου Νικολάου στην Κω, από τον Μητροπολίτη Κω κ. Αγαθάγγελο και ιερέας χειροτονήθηκε στις 5 Απριλίου, Κυριακή του Θωμά, στον ιερό ναό του αγίου Σπυρίδωνος στο Βαθύ Σάμου, από τον Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Κωνσταντίνο Βαντζαλίδη. Βλ. Τριάντη, Άγιος Αμφιλόχιος, σ.35-37.) , αναλαμβάνοντας σχεδόν αμέσως και το διακόνημα της πνευματικής πατρότητας55 . Το σύντομο διάστημα που υπηρέτησε ως διάκονος σημαδεύτηκε από την εμφάνιση στη ζωή του ενός νεαρού Μωαμεθανού, που ζήτησε την βοήθειά του για να βαπτιστεί. Αφού ο νέος διάκονος προέβη σε όλες τις προβλεπόμενες ενέργειες και την απαιτούμενη κατήχηση, ο Γιουσούφ βαπτίζεται στο Σπήλαιο της Αποκαλύψεως και ονομάζεται Ιωάννης Σπηλαιώτης, ενώ στη συνέχεια ο διάκονος Αμφιλόχιος φρόντισε και για την επαγγελματική αποκατάσταση του νεοφώτιστου Ιωάννη και τον συνοδεύει για τον σκοπό αυτό στην Αθήνα56 . Ακολουθεί η χειροτονία του σε ιερέα στο Βαθύ Σάμου στις 5 Απριλίου του ίδιου έτους και η επιστροφή του στην Πάτμο. Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα όμως, και εξαιτίας της βάπτισης του αλλόδοξου, σημειώνεται η πρώτη προστριβή του με τις ιταλικές αρχές κατοχής. Με την επάνοδό του στην Πάτμο, είκοσι σχεδόν μέρες μετά την χειροτονία του εις ιερέα, τού επιτρέπεται μόνο δεκαήμερη παραμονή στο νησί κι έτσι ο Γέροντας βρίσκεται πάλι στην Αθήνα και την Αίγινα, ως εξόριστος για πρώτη φορά57 . 

17

Κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής του στην Αθήνα φιλοξενείται από την Αδελφότητα «Ζωή» και συνδέεται στενότερα με έγκριτα μέλη της, όπως τον π. Διονύσιο Φαραζουλή, τον π. Σεραφείμ Παπακώστα, τον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, τον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα58 . Η μετάβαση όμως, στην ηπειρωτική Ελλάδα του δίνει επιπλέον την ευκαιρία να πραγματοποιήσει προσκυνηματικό ταξίδι στα μοναστήρια της Πελοποννήσου59 και να γνωρίσει από κοντά τη ζωή και το πρόγραμμά τους60 (Το πνεύμα της μαθητείας, που χαρακτήριζε τον άγιο Αμφιλόχιο μέχρι τα βαθιά του γεράματα εξυμνείται απ’ όλα τα πνευματικά του παιδιά και από τις μαρτυρίες των βιογράφων του. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο, στο σημείο αυτό, αν πρόκειται για ένα ή δύο ταξίδια, αυτής της περιόδου, στην Αθήνα και σε ποιο από τα δύο πραγματοποίησε και το προσκύνημα στις Μονές της Πελοποννήσου.). 

Εφημέριος της Μεγάλης Μονής – Προϊστάμενος στην Αποκάλυψη Πνευματική πατρότητα και πρώτη ιεραποστολική δράση 

Επιστρέφοντας στο νησί του αναλαμβάνει καθήκοντα εφημερίου της Ιεράς Μονής Θεολόγου από το 1920 ως το 1926, διακονώντας στη Μεγάλη Μονή αλλά και κάνοντας περιοδείες στα γύρω νησιά κηρύττοντας και εξομολογώντας61 . Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, υπηρετεί παράλληλα και ως εφημέριος στο ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Έχοντας μαζί του αδελφούς της Μονής και τις κατά σάρκα αδελφές του 62( Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.24. Σε μαρτυρία της γερόντισσας Ευστοχίας, που περιγράφει το ίδιο γεγονός της πρώτης τους γνωριμίας, αναφέρεται ότι μετά το τέλος της αγρυπνίας «…μας πήρε (την νεαρή Καλλιόπη και την μητέρα της) στο κελλί του, όπου η μητέρα του, το Ρηνάκι, μας προσέφερε τσάι…», γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι, το ίδιο διάστημα, εκτός από τις αδελφές του, είχε μαζί του και την μητέρα του, Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.34.) , διαβίωναν εφαρμόζοντας το πρόγραμμα ζωής και ακολουθιών της Μεγάλης Μονής63. Το πέρασμα του από το ιερό τούτο μνημείο, αρχικά ως εφημερίου και αργότερα, από το 1926 μέχρι το 1932, ως προϊσταμένου64, άφησε τα ίχνη του στον χώρο, ορατά και ψηλαφητά ως τις μέρες μας, με τις εικαστικές και τεχνικές παρεμβάσεις του τόσο στο Σπήλαιο όσο και στους περιβάλλοντες χώρους65(Μητρ. Ν. Ζηλανδίας Αμφιλοχίου, Ο άνθρωπος του Θεού, σ.31-32 και Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.36-38, όπου αναφέρονται με λεπτομέρειες οι εργασίες: τα σκαλοπάτια που λάξευσε στον βράχο της κεντρικής εισόδου του Σπηλαίου, τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και οι ευκάλυπτοι, που φύτεψε στον γύρω χώρο, για τα οποία κουβαλούσε μόνος του νερό και τα πότιζε, η αγιογράφηση του παρεκκλησίου της αγίας Άννας και του Σπηλαίου, με θέματα της Αποκάλυψης, η επισκευή των δαπέδων, η πινακίδα πάνω από την είσοδο με την επιγραφή από την Γραφή: «Ως φοβερός ο τόπος ούτος!», για να υπενθυμίζει στους επισκέπτες και στους μαθητές της Πατμιάδας την ιερότητα του χώρου, η περίφραξη του σημείου, όπου κατά την παράδοση αναπαυόταν ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, μέσα στο Σπήλαιο, ύστερα από θαυμαστή οπτασία μικρού προσκυνητή.) . Εκεί, κατά την αγρυπνία προς τιμήν του αγίου Χριστοδούλου στις 21 Οκτωβρίου 1920, γνωρίζει την μετέπειτα στενή συνεργάτη του και πρώτη Ηγουμένη του 

18

«Ευαγγελισμού», τη νεαρή δασκάλα από την Κάλυμνο, Καλλιόπη Γούναρη66. Η σκέψη για την ίδρυση γυναικείας αδελφότητας, που θα αναλάβει το έργο της κατήχησης των νησιωτών, έχει αρχίσει να ωριμάζει μέσα του. Στην Αποκάλυψη ασκεί την πνευματική πατρότητα και το διακόνημα του εξομολόγου σε πλήθη πιστών απ’ όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, συμβάλλοντας στην αναγνώριση του χώρου σε σύγχρονο πνευματικό κέντρο67 και καταφύγιο σωτηρίας68 (Στην τοπική προφορική παράδοση διασώζεται η πεποίθηση ότι τα σπήλαια γύρω από το Σπήλαιο της Αποκάλυψης ήταν κατοικητήρια ερημιτών. Βλ. Ανθούσας, Ερημίται, σ.34.). Παράλληλα, με την ίδια ιδιότητα του πνευματικού-εξομολόγου, ξεκινά και τις πρώτες περιοδείες στα ιταλοκρατούμενα τότε Δωδεκάνησα, αναζωπυρώνοντας τα θρησκευτικά και εθνικά αισθήματα των κατοίκων τους. Στα 1921 η Καλλιόπη Γούναρη μετατίθεται στην Κω. Κατά αγαθή συγκυρία η Μονή θέτει στην αρμοδιότητά του τις ιδιοκτησίες της στο ίδιο νησί κι έτσι η παρουσία του εκεί είναι επιβεβλημένη και τακτική, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να εργαστεί στην οργάνωση των ιεραποστολικών οραμάτων του. Η Καλλιόπη Γούναρη «…μετά προθυμίας και μεγάλου ζήλου ήρχισε τα κατηχητικά μαθήματα και κύκλους κυριών –σχεδόν πρώτη εν Ελλάδι– διότι ούτε η Αδελφότης Θεολόγων «Ζωή» δεν είχεν αρχίσει να κάμνη κατηχητικά κατά τα έτη εκείνα…»69 . Λίγο αργότερα, με την προτροπή του η νεαρή δασκάλα, ιδρύει στην Κω την φιλόπτωχο Αδελφότητα «Οσία Ξένη»70(Την ίδια περίπου περίοδο ιδρύει αδελφότητα στη Νίσυρο υπό την επωνυμία «Άγιος Νικήτας», βλ. Αντ. Νικηταρά, «Η υποδειγματική αντίσταση», ΕΚΚΛΗΣΙΑ, σ.788-791), για την περίθαλψη των προσφύγων της Μικράς Ασίας71(Ο Γέροντας πονούσε για την μικρασιατική καταστροφή και τον ξεριζωμό των χριστιανών από τον τόπο που είναι κατάσπαρτος από κόκκαλα μαρτύρων και αγίων. Όταν πήγαινε στη Ρόδο, στις ακτές που πλησιάζουν πιο κοντά στη Μικρά Ασία «…γονάτιζε και μετά δακρύων έψαλλε τρισάγια στους Έλληνες χριστιανούς που σφαγιάσθηκαν στην μαρτυρική αυτή γη…», Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.51-52), που πλημμυρίζουν τα νησιά. Στην Κάλυμνο με τη συνδρομή και την εθελοντική προσφορά πνευματικών του παιδιών συντονίζει επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων και τους προσφέρει κατάλυμα και δουλειά72 . Ο ίδιος, γεμάτος θυμό, όπως καταγράφει σε επιστολή του, «…Ουχί εναντίον των Τούρκων των αγρίων, αλλ’ εναντίον των ψευδοπολιτισμένων αθέων Ευρωπαίων…»73 , αποφασίζει τον Οκτώβριο του 1922 να ταξιδέψει στην Αθήνα και να φέρει στην Πάτμο δέκα ή δεκαπέντε ορφανά για να περιθάλψει74 .

 Ηγούμενος της Μεγάλης Μονής του Θεολόγου 

Οι εκλογές του ηγουμενοσυμβουλίου του 1933 τον ανέδειξαν στο αξίωμα του Εκκλησιάρχη, το όποιο όμως άσκησε μόνο για σαράντα μέρες, καθώς η ιταλική κυβέρνηση κατοχής δεν ενέκρινε τα αποτελέσματά τους. Συνέπεια της 

19

παρέμβασης αυτής ήταν η διοίκηση της Μονής, μέχρι το Νοέμβριο του 1935, να ασκείται από επιτροπή, με πρόεδρο τον αδελφό της Μονής, αρχιμανδρίτη Θεόφιλο Γεωργουσάκη75 . Τον Νοέμβριο του 1935 στη Γενική Συνεδρία της Αδελφότητας της Μονής μεταφέρεται, με έγγραφο του Μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου, η βούληση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η σύμφωνη γνώμη της ιταλικής κυβερνήσεως, για αποκατάσταση της διοικητικής δομής της Ιεράς Μονής και κατά συνέπεια χορηγείται η άδεια για διεξαγωγή εκλογών την 14η Νοεμβρίου 1935 με σκοπό την συγκρότηση ηγουμενοσυμβουλίου και την εκλογή ηγουμένου76 . Μοναδικός υποψήφιος ηγούμενος ήταν ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος, φίλα προσκείμενος στην ιταλική κυβέρνηση κατοχής, γεγονός που τον καθιστούσε αντιπαθή μεταξύ των αδελφών. Οι τελευταίοι απευθύνονται στον πατέρα Αμφιλόχιο και του αναθέτουν με την ψήφο τους, την διοίκηση και την πνευματική εποπτεία της Μονής˙ «…Ο Γέροντας αναλαμβάνει το βαρύ αυτό φορτίο σ’ εποχή δύσκολη, έχοντας πλήρη επίγνωση των αντιδράσεων και των κινδύνων που σε λίγο διάστημα θα ξεσπάσουν…»77 . 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου