10 Απριλίου, 2024

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΤΑΘΜΟΙ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ 4ο ΜΕΡΟΣ

 

Συγκρότηση της γυναικείας Ιεράς Μονής «Ευαγγελισμού» 

Λίγους μόνο μήνες μετά την ανάληψη της ηγουμενίας της μεγάλης Μονής του Θεολόγου, το όραμα του Γέροντα για την συγκρότηση γυναικείας Μονής αρχίζει να εκπληρώνεται. Το ασκητήριο του «Ευαγγελισμού», που ανήκει στη Μεγάλη Μονή και χρονολογείται από τα μέσα του 17ου αιώνα 78 , ερημώνεται, καθώς ο αδελφός της Μονής, Ευθύμιος Σκοπελίδης, που ασκήτευε εκεί και είχε στην φροντίδα του την επίβλεψη του χώρου και των κτισμάτων του, αναπαύθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1936 79 . Αυτή ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο Γέροντας για να στεγάσει τις αδελφές, οι οποίες ήδη, μετά το 1920, μαζί με την δασκάλα Καλλιόπη Γούναρη, άρχισαν να συγκροτούν μια μικρή αδελφότητα, χωρίς μοναχικές κουρές ακόμη, και όταν βρίσκονταν στην Πάτμο, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες80, φιλοξενούνταν στο ησυχαστήριο «Χριστός της Αργυρής»81. Ύστερα από αίτημα τριών εξ αυτών, μεταξύ των οποίων της Καλλιόπης Γούναρη και της αδελφής του Αικατερίνης Μακρή, το Κάθισμα του «Ευαγγελισμού» παραχωρήθηκε από τη Μεγάλη Μονή, με απόφαση του Συνοδικού, στις αδελφές, ως χώρος στέγασης εργαστηρίου

20

υφαντικής και κεντημάτων82 και γενικότερα για σκοπούς φιλανθρωπικούς, κυρίως για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντίδραση από την πλευρά της ιταλικής κυβέρνησης κατοχής83. Το αμέσως επόμενο διάστημα χτίστηκαν μερικά κελιά84Στο Κάθισμα του «Ευαγγελισμού» προϋπήρχαν ο ναός της Ευαγγελίστριας, τα παρεκκλήσια του Αγίου Λουκά και του Αγίου Αντωνίου κι ένας αμυντήριος τριώροφος πύργος, τον οποίο ο Γέροντας χρησιμοποιούσε ως δικό του κελί. Όλα αυτά τα κτίσματα σώζονται ως τις μέρες μας. Τριάντη, Άγιος Αμφιλόχιος, σ.64.)για τις αδελφές και έγιναν οι πρώτες κουρές, βάζοντας τα θεμέλια της πολυπόθητης γυναικείας αδελφότητας 85 , με πρώτη ηγουμένη την Καλλιόπη Γούναρη και με το συμβολικό πλέον όνομα Ευστοχία μοναχή86( «Στις κουρές και τις χειροτονίες έδιδε ονόματα Αποστολικά...είτε έχοντα σχέση με τον Μέγα Βασίλειο, ως προστάτη και οργανωτή του Ανατολικού Μοναχισμού... Στην πρώτη πνευματική του κόρη και Ηγουμένη έδωσε το όνομα Ευστοχία, συμβολικά για να ευστοχίσουν οι πόθοι και οι οραματισμοί του, όπως και έγινε. Η Γερόντισσα Ευστοχία υπήρξε στύλος και εδραίωμα της Αδελφότητος...», Μητρ. Ν. Ζηλανδίας Αμφιλοχίου, Ο άνθρωπος του Θεού, σ.24. ). Η εκκλησιαστική και νομική αναγνώριση της Μονής, ωστόσο, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήρθε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, με Βασιλικό Διάταγμα του 1966 87, ενώ η προσωνυμία «Μητρός Ηγαπημένου» δόθηκε από τον Μητροπολίτη Εδέσσης και Πέλλης Παντελεήμονα88 τον Σεπτέμβριο του 1946, όταν, λίγο πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου και στο πλαίσιο της περιοδείας του ως Πατριαρχικού Εξάρχου, επισκέφτηκε την Πάτμο και την εν λόγω Αδελφότητα89 . 

Παύση από την ηγουμενία 

Πριν λήξει η διετής θητεία του Γέροντα στον ηγουμενικό θώκο της Μεγάλης Μονής90, η αδελφότητα αποφάσισε την σιωπηρή παράταση της για δύο ακόμη χρόνια. Με την απόφαση αυτή η Μονή απέβλεπε στο να αποφύγει να ζητήσει άδεια από τις ιταλικές αρχές για την διενέργεια εκλογών και την ανάδειξη Ηγουμένου και να είναι έτσι ανακόλουθη με τον κανονισμό της91 . Η κίνηση όμως αυτή δεν ήταν αρεστή στην ιταλική κυβέρνηση κατοχής και σε συνδυασμό με δύο ακόμη γεγονότα, δόθηκε στους κατακτητές η αφορμή που χρειάζονταν, ώστε να

21

 απομακρύνουν τον Ηγούμενο όχι μόνο από το Μοναστήρι του Θεολόγου αλλά και από το νησί της Πάτμου. Το ένα εξ αυτών ήταν όσα διαδραματίστηκαν στην Κάλυμνο για το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Δωδεκανήσου 92Πρόκειται για τον πετροπόλεμο της Καλύμνου στα 1935, όταν οι γυναίκες του νησιού πρωτοστάτησαν στον πόλεμο με πέτρες εναντίον των πάνοπλων Ιταλών καραμπινιέρων, προκειμένου να αποτρέψουν τα σχέδια των Ιταλών κατακτητών για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Δωδεκανήσου. Βλ.: Αντ. Νικηταρά, «Η υποδειγματική αντίσταση», ΕΚΚΛΗΣΙΑ, σ.788-791: «... Το 1924 άλλο πλήγμα δημιουργείται στα Δωδεκάνησα: Μετά τη συνθήκη της Λωζάννης προσαρτώνται οριστικά στην Ιταλία. Οι στόχοι του Γενικού Διοικητού είναι δύο: Η εκπαίδευση να γίνει ιταλική και η Εκκλησία της Δωδεκανήσου να γίνει αυτοκέφαλη, με απώτερο στόχο να αποκοπεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να προσχωρήσει στον Παπισμό. “Ήθελαν οι τότε τύραννοι Ιταλοί να αλλάξουν πάση θυσία το ορθόδοξον φρόνημα των νησιών και να επιβάλουν τον Παπισμόν. Και σαν Δούρειον ίππον μετεχειρίσθησαν τα τυφλά όργανα του Πάπα, τους Ουνίτες. Τότε οι ιερείς της Καλύμνου εκήρυξαν, τη συστάσει του τότε εν Αθήναις αειμνήστου Τραπεζούντος Χρυσάνθου, και τη προτροπή του Γέροντος, την Εκκλησίαν εν διωγμώ. Ήθελαν να μείνουν υπό την ηγεσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Να μην προδώσουν την Ορθοδοξία, να μην παύσουν την Ελληνικήν γλώσσαν, να μην λέγουν το «Πιστεύω» με το Φιλιόκβε... Δεν παραλείπω να αναφέρω το κλείσιμο των περισσοτέρων σχολείων και Γυμνασίων (από τους Ιταλούς). Τα πάντα είχαν ιταλοποιηθεί. Η Ελληνική γλώσσα ήταν δευτερεύον μάθημα – δύο ώρες την εβδομάδα εδιδάσκετο. Οι καθηγηταί, οι διδάσκαλοι και οι ιερείς είχον εξορισθεί...”...».), για τα οποία βασικός υποκινητής θεωρήθηκε ο Ηγούμενος της Πάτμου. Το δεύτερο και πιο οδυνηρό όμως ήταν ότι η κατηγορία αυτή, εκ μέρους των κατακτητών, βασίστηκε σε συκοφαντική καταγγελία αδελφού της Μονής «… ότι ο αείμνηστος ήτο πολύ επικίνδυνος για την Ιταλία, όπως ακριβώς ο Ρασπούτιν για την Ρωσία, ότι δημιουργεί κατηχητικά σχολεία, περιέρχεται τα Δωδεκάνησα δήθεν για εξομολόγηση και τονώνει το εθνικό φρόνημα των κατοίκων, προπαγανδίζει κατά του αυτοκεφάλου της Δωδεκανήσου και άλλες δυσφημιστικές συκοφαντίες…» 93 . Τα γεγονότα που ακολούθησαν και οι σκηνές που διαδραματίστηκαν στους χώρους της Μονής ήταν αιφνίδια και στο σύνολό τους δυσάρεστα, τόσο για την αδελφότητα όσο και για όλο το νησί. Την 15η Σεπτεμβρίου 1937 «… Ο Γενικός Στρατιωτικός Διοικητής Δωδεκανήσου Grassini με καραμπινιέρηδες καταλαμβάνει την Μονή˙ δύο χωροφύλακες Ιταλούς τοποθετεί στην Μεγάλη είσοδο της Μονής, δύο στην Είσοδο του Συνοδικού και δύο εντός του Συνοδικού.... Ενεργεί προγραμματισμένα και αναθέτει την ηγουμενία σε αδελφό της εμπιστοσύνης των ιταλικών αρχών…» 94 . Οι ένοπλοι αστυνομικοί ζητούν από κάθε αδελφό της Μονής χωριστά, να υπογράψει έγγραφο, που τους παραθέτουν στα ελληνικά και στα ιταλικά, με το οποίο ζητούσαν από την ιταλική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την εκλογή του νέου τους Ηγουμένου95(Η Ηγουμενία περνούσε στα χέρια του καταδότη μοναχού, για τον οποίο η ιστορία επιφύλασσε μια ακόμα πιο δραματική και οδυνηρή εξέλιξη, την οποία ανέκοψε η συγχωρητική στάση του αγίου Αμφιλοχίου. «… Για τον αδελφόν αυτόν… τον οποίον οι αδελφοί της Μονής μετά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου είχαν διαγράψει από την αδελφότητα, και ευρίσκετο στην Αθήνα, εμάθαμε ότι νοσηλεύετο για σοβαρή νευρασθένεια στην ψυχιατρική κλινικήνΣαμέλα στο Ψυχικό. Ο Γέροντας Αμφιλόχιος εθεώρησε καθήκον του να τον επισκεφθή εκεί και να τον εναγκαλισθή… και να του αναγνώσηπερίδακρυς την συγχωρητική ευχή. Εν συνεχεία δεν έπαυσε να δείχνει αμέριστο ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Συνετέλεσε ακόμη και στην επιστροφή του στην Μονή της μετανοίας του, στην οποία υπηρέτησε ως ιεροψάλτης μέχρι του θανάτου του… αυτός προ της τελευτής του εξομολογήθη με δάκρυα ειλικρινούς μετανοίας στον π. Αμφιλόχιο,… Ο π. Αμφιλόχιος… συχνά μου έλεγε: “Τι θα εκερδίζαμε Παύλε, αν τον απεσχηματίζαμε και τον καταδικάζαμε σαν προδότη μας; Δεν είναι  καλλίτερο που προετοιμάσαμε αυτόν για το αιώνιο στους ουρανούς ταξίδι του;”…», Π. Νικηταρά, Ο Γέροντας, σ.85-87.).

22

Παρά την αρχική άρνησή τους, εκτιμώντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε η αντίστασή τους, για την ίδια την ύπαρξη και την συνέχεια της Μονής, οι μοναχοί υπέγραψαν τελικά το πλαστό έγγραφο. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τον ως τότε Ηγούμενό τους. Ο πατήρ Αμφιλόχιος δεν συναίνεσε να υπογράψει την καθ’ υπόδειξη αίτηση αναγνωρίσεως του νέου Ηγουμένου προς την κυβέρνηση κατοχής, αρνήθηκε να παραδώσει το σύμβολο της πνευματικής και διοικητικής εξουσίας του, την ηγουμενική ράβδο και δεν πτοήθηκε στο άκουσμα των απειλών για εξορία96(Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που διημείφθη μεταξύ του ηγουμένου και του αρχηγού της αστυνομίας Grassini: «… -“Πρώτη φορά συνήντησα κληρικό να ανθίσταται εις τις διαταγές του De Vechi”, λέγει ο Αρχηγός της Αστυνομίας Grassini, προς τον Γέροντα. – “Ίσως πρώτη φορά συναντάτε ορθόδοξον κληρικόν”, αποκρίνεται ο Γέροντας…», Τριάντη, Άγιος Αμφιλόχιος, σ.69-70. ). Παρέμεινε σταθερός και αδιάλλακτος στην τήρηση και εφαρμογή των εκκλησιαστικών κανόνων, γεγονός που είχε ως συνέπεια τον εξοστρακισμό του από την Μονή της μετανοίας του και το νησί του97

Εξόριστος στην Αθήνα 

Αρχικά αποφασίστηκε η αποπομπή του στο Monte Cassino της Ιταλίας98 (( Το MonteCassino είναι ένας βραχώδης λόφος, σε απόσταση περίπου 130 χιλιομέτρων νοτιανατολικά της Ρώμης. Στο λόφο αυτό το 529 μ.Χ. ο άγιος Βενέδικτος ο εκ Νουρσίας, ίδρυσε το μοναστήρι του τάγματος των Βενεδικτίνων. Η ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 14 Μαρτίου. Πληροφορίες από: Μόντε Κασίνο - Βικιπαίδεια el.wikipedia.org › wiki › Μόντε_Κασίνο (ανακτήθηκε 22/12/2019)) αλλά τελικά επιλέχθηκε η Αθήνα, καθώς οι διώκτες του πείστηκαν, από πρόσωπα υψηλά ιστάμενα που μεσολάβησαν υπέρ του, για το εύθραυστο της υγείας του και για το παράτολμο της απόφασής τους99 . Ακολούθησε ένα διάστημα τεσσάρων περίπου μηνών παραμονής του στον υπό διάλυση «Ευαγγελισμό» μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1938, οπότε αναχωρεί για Ρόδο κι από κει για την Αθήνα. Ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου 1937 η ηγουμένη Ευστοχία μαζί με κάποιες δόκιμες μοναχές είχαν απομακρυνθεί από το μοναστήρι με προορισμό την Αθήνα και την Κάλυμνο. Στην Πάτμο παρέμειναν μόνο τέσσερεις αδελφές και μάλιστα υπό αυστηρή αστυνομική παρακολούθηση και στόχο την τελική κάμψη τους και την οριστική εγκατάλειψη και διάλυση της νεοσύστατης αδελφότητας100 . Στην Αθήνα «...εμφορούμενος από γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα…» 101 απευθύνεται αρχικά στον από Τραπεζούντος Χρύσανθο, μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με την αδελφότητα θεολόγων «Ζωή», σηματοδοτώντας την έναρξη της δράσης του ως περιοδεύοντα πνευματικού της αδελφότητας σε όλη την ελληνική επικράτεια. Από την Αθήνα φτάνει μέχρι τα Ιωάννινα και την Θεσσαλονίκη κι από εκεί στην Κρήτη, όπου διορίζεται γενικός πνευματικός της Μεγαλονήσου από την τοπική επαρχιακή Σύνοδο, εξομολογώντας, όπως ο ίδιος σημειώνει με ικανοποίηση σε επιστολή του, 

23

περισσότερους από διακόσιους πιστούς ημερησίως 102 . Το ίδιο διάστημα, η ηγουμένη Ευστοχία φιλοξενείται από επιφανή αθηναϊκή οικογένεια, προσφέροντας ως ανταπόδοση τις παιδαγωγικές υπηρεσίες της103 .

Αναίρεση της εξορίας και επιστροφή στην Πάτμο 

Η ηγουμένη του «Ευαγγελισμού» παρέμεινε εξόριστη στην Αθήνα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1938, οπότε με τη μεσολάβηση του αρχιμανδρίτη Ισιδώρου, ηγουμένου της μονής Κρυπτοφέρρης104(Η Ιερά Μονή της Παναγίας Θεοτόκου της Κρυπτοφέρρης ιδρύθηκε το 1004 μ.Χ., πενήντα μόλις χρόνια προ του Σχίσματος, στην ευρύτερη περιοχή της Ρώμης που φέρει την ονομασία Γκροταφερράτα. Ιδρυτές της ήταν Έλληνες μοναχοί της Κάτω Ιταλίας, υπό την πνευματική καθοδήγηση του Οσίου Νείλου του Καλαβρού. Οι μοναχοί του βυζαντινόρρυθμου μοναστηριού είναι Ρωμαιοκαθολικοί μοναχοί του Βυζαντινού Τυπικού και ανήκουν στο Τάγμα των Βασιλειανών Μοναχών (Μοναχοί του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου). Η Μονή έμεινε πάντα σε κοινωνία με τον Επίσκοπο Ρώμης ακολουθώντας το βυζαντινό τυπικό και την ανατολική μοναστική παράδοση (Ουνίτες). Επίσημη ιστοσελίδα της Μονής: Ιστοσελίδα: www.abbaziagreca.it www.abbaziagreca.it › ... (ανακτήθηκε 22/12/2019), επέστρεψε στην Πάτμο105 . Ανάλογες παρεμβάσεις, από άλλο αδελφό της ίδιας μονής, αλλά και από τον υπουργό παιδείας της Ιταλίας, έγιναν και για την επιστροφή του γέροντα Αμφιλοχίου. Όλες προς τον τότε Γενικό Διοικητή των Δωδεκανήσων στη Ρόδο Cesare Maria De Vecchi, ο οποίος υποχρεώθηκε σε επανεξέταση της υπόθεσης και τελικά κάλεσε τον έκπτωτο ηγούμενο στη Ρόδο, ανακαλώντας τον από την εξορία και προσφέροντάς του την δυνατότητα να υποβάλει εκ νέου υποψηφιότητα για την ηγουμενία. Ο πατήρ Αμφιλόχιος αρνήθηκε την πρόταση και νέος ηγούμενος αναδείχθηκε ο π. Θεόφιλος, τον οποίο αντικατέστησε για μακρό χρονικό διάστημα, λόγω της απουσίας του στην Αθήνα, ο εκκλησιάρχης π. Θεοφάνης106(Ο π. Επιφάνιος είχε στο μεταξύ πέσει στην δυσμένεια της ιταλικής κατοχικής διοίκησης και ο π. Θεόφιλος που εκλέχτηκε αμέσως μετά, παρέμενε στην Αθήνα προφασιζόμενος υποθέσεις της Μονής, επειδή «…άλλον ηγούμενον ήθελε το Πατριαρχείον και άλλον η ιταλική κυβέρνησις…», βλ.: Τριάντη, Άγιος Αμφιλόχιος, σ.75-76. ). Η επάνοδος του αγίου στο νησί και στη μονή της μετανοίας του έγινε τον Απρίλιο του 1939107, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά οι συνθήκες δεν είχαν εξομαλυνθεί πλήρως γι’ αυτόν, καθώς βίωσε κοινωνικό αποκλεισμό. Οι συντοπίτες του, το πρώτο διάστημα, διατηρούσαν φόβο προς το πρόσωπό του, επειδή πίστευαν ότι θα τεθούν στο στόχαστρο της ιταλικής κυβέρνησης ως ύποπτοι, αν συναναστραφούν μαζί του108 .

24

Εφημέριος στη Διασώζουσα 

Σύντομα όμως, μετά την επανάκαμψη του στην Πάτμο, ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου στον ναό της Παναγίας της Διασώζουσας, παρόλο που θα μπορούσε να αρνηθεί, κάνοντας χρήση των προνομίων που του παρείχε το οφίκιο του Προηγουμένου109, κι έτσι οι συνθήκες άλλαξαν. Είναι τα χρόνια που ο ελληνικός λαός δοκιμάζεται σκληρά, με ποικίλους τρόπους, από τον Ιταλό και στη συνέχεια από τον Γερμανό κατακτητή, αλλά την ίδια εποχή ο εφημέριος της Διασώζουσας προσφέρει απλόχερα υλική και πνευματική παρηγοριά. Στο ναό διαφυλάσσεται ως μοναδικό θησαύρισμα η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας και ο μέχρι τότε προσκυνηματικός ναός αρχίζει να λειτουργεί κάθε Κυριακή και δύο φορές την εβδομάδα, ενώ προσφέρεται κάθε είδους ποιμαντική διακονία: «…γίνεται νέα κολυμβήθρα του Σιλωάμ που θεραπεύει τους πιστούς από τη λέπρα της αμαρτίας και της ψυχικής παραλύσεως… τροφοδοτεί όχι μονάχα πνευματικά τους χριστιανούς αλλά και υλικά…» 110. Καθώς ο Γέροντας αρχίζει κι εδώ, όπως και στο ιερό Σπήλαιο πριν μερικά χρόνια, οικοδομικές εργασίες επέκτασης του ιερού Βήματος, εξωραϊσμού του περιβάλλοντα χώρου, καθαρισμό και δενδροφυτεύσεις, πολλοί τεχνίτες και εργάτες βρίσκουν μεροκάματο και περισώζουν τις οικογένειές τους από την πείνα. Έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στην πρόνοια και την φροντίδα της Παναγίας, δεν διώχνει κανέναν απ’ όσους αναζητούν εργασία κοντά του και το θαύμα γίνεται καθημερινό βίωμά τους111 .

 Κτήτορας του ερημητηρίου «Άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ» στο κάθισμα «Κουβάρι» 

Στα 1940 πραγματώνεται και το όραμα του αγίου για τον ανδρικό μοναχισμό με την επάνδρωση του ησυχαστηρίου στο κάθισμα με την επονομασία «Κουβάρι». Πρόκειται για μια έκταση, παλιό τόπο ασκητών, που αγόρασε η αδελφή του Καλλιόπη, μετέπειτα Μάρθα μοναχή, ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας112, και στη συνέχεια την παραχώρησε στον αδελφό της με σκοπό την συγκρότηση ανδρώας μοναστικής αδελφότητας. Πρώτος οικιστής του ερημητηρίου, από το 1940 ως το 1960 και υπό την πνευματική καθοδήγηση του κτήτορα, διετέλεσε ο μοναχός Νικηφόρος από την Κάλυμνο113 . Σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων του ο π. Αμφιλόχιος κατέβαλε έντονη προσωπική εργασία προκειμένου να διαμορφώσει κατάλληλα την περιοχή114 . Κατά τη διάρκεια της κατοχής και υπό το φόβο των Γερμανών, χτίστηκε μέσα σε 

25

μία νύχτα η εκκλησία του αγίου Ιωσήφ του μνήστορος 115 ( Ο ναός χτίστηκε με υπόδειξη του μοναχού Νικηφόρου, σε θέση όπου τρεις νύχτες θαυματουργικά εμφανιζόταν φως. Βλ. Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.44.) , προς τιμήν του προστάτη της Παναγίας και μεγαλύτερου αγίου της Εκκλησίας116 (Η υπόδειξη του αγίου Ιωσήφ του μνήστορος ως του μεγαλύτερου αγίου και η προτροπή να κτίσει ο π. Αμφίλοχιος ναό προς τιμήν του, έγινε από τον ασκητή Θεόκτιστο, στα νεανικά του χρόνια. Βλ. Γρηγορίου, Πνευματική Συμπόρευσις, σ.44.) .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου