Σουμελά και το παρασκήνιο πριν την αναχώρηση
του Αμβρόσιου στον Πόντο για να φέρει την Ιερά Εικόνα στην Ελλάδα
Υπό των:
Dr. Med.- Συγγραφέα Γεωργίου Χαραλαμπίδη (Δράμα)
Σκηνοθέτη – Ερευνητή Ηλία Φ. Ιωσηφίδη (Αθήνα)
——————————————————————–
Είναι αρκετά γνωστός ο τρόπος με τον οποίο ήρθε στην Ελλάδα η Ιστορική Εικόνα της Παναγίας της Σουμελιώτισσας από την παλαίφατη Μονή του Πόντου το 1931. Εκείνο που είναι άγνωστο, είναι τα πρόσωπα που φρόντισαν να διασφαλίσουν τα ιερά κειμήλια σε σίγουρη κρύπτη, καθώς και η συμμετοχή τους στην αποκάλυψη των κειμηλίων προκειμένου να έρθουν στην Ελλάδα.
Λίγα πράγματα ήρθαν στο φως της δημοσιότητας για το θέμα αυτό, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα. Θεωρούμε τα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν της αποστολής του Αμβρόσιου στον Πόντο, βαρύνουσας ιστορικής αξίας και είναι ανάγκη και υποχρέωση να αναδειχθούν και να πάψουν να παραμένουν στην αφάνεια τα πρόσωπα που η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική και βασανιστικά επώδυνη, όπως θα φανεί, στη διάσωση των κειμηλίων. Είναι πρόσωπα που η ιστορική έρευνα δεν εντόπισε ή αγνόησε, και εν τέλει αδικήθηκαν.
Ήδη από το 1920 μεγάλο μέρος των μοναχών της Σουμελά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μονή με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Ιουνίου 1918, του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, κριθέντες ένοχοι προδοσίας, διότι το διάστημα 1916-1917, κατά την περίοδο της Ρωσικής κατοχής, ζήτησαν να προσχωρήσει η μονή Σουμελά στην πνευματική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας.
Η απόφαση του 1918 δεν υπήρξε άμεσα εκτελεστέα, αλλά μετά την παρέλευση 2 ετών, τον Ιούνιο του 1920, οπότε οι περισσότεροι από τους καταδικασθέντες σουμελιώτες πατέρες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Έτσι, απέμειναν λίγοι μοναχοί να διακονούν το ιστορικό μοναστήρι και ακόμα λιγότεροι μετά την καταστροφή της Σάντας (Σεπτέμβριος 1921), καθώς πολλοί πατέρες, φοβούμενοι τον κεμαλικό στρατό, κατέφυγαν στα χωριά τους.
Συνολικά απέμειναν στο μοναστήρι πέντε μοναχοί: ο αρχιμανδρίτης ηγούμενος Πολύκαρπος Αδάκτυλος (Παρμαξούζ), ο πρώην ηγούμενος αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Σουμελίδης, ο αρχιμανδρίτης Ιερεμίας Τσαρίδης, ο Δοσίθεος Στεφανίδης και ο δόκιμος μοναχός Παναγιώτης (Ιεροκλής) Στεφανίδης. Πριν την οριστική έξωση των μοναχών από τη Σουμελά (Φεβρουάριος 1923), ο Δοσίθεος Στεφανίδης δολοφονείται από Έλληνες αντάρτες[1] (Απρίλιος 1922) και οι εναπομείναντες μοναχοί γίνονται τέσσερις.
Οι μοναχοί αυτοί συντηρούσαν και διακονούσαν το μοναστήρι, μαζί με το μικρό προσωπικό, τα δύσκολα χρόνια της κεμαλικής τρομοκρατίας (Σεπτέμβριος 1921 – Φεβρουάριος 1923).
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή (Αύγουστος 1922), οι τέσσερις εναπομείναντες μοναχοί διαισθανόμενοι πως επίκειται η έξωσή τους από τη Σουμελά ανέλαβαν να κρύψουν τα σπουδαιότερα κειμήλια και σκεύη της μονής σε διάφορες κρύπτες εντός της μονής[2], ενώ τα τρία σημαντικότερα ιερά κειμήλια, την Ιστορική Εικόνα της Παναγίας της Σουμελιώτισσας, το Ευαγγέλιο του Χριστοφόρου και το Σταυρό με το τίμιο ξύλο που ήταν δωρεά του Βασιλιά Μανουήλ Γ΄ Μεγαλοκομνηνού, τα έκρυψαν σε ιδιαίτερο χώρο, έξω από τη μονή, στο μετόχι της Αγίας Βαρβάρας μετά από απόφαση του ηγούμενου Πολύκαρπου.[3] Το έκαναν για να παραπλανήσουν τις αρχές, ώστε εάν εκείνες ανακάλυπταν τα κειμήλια εντός της μονής, να έμεναν σε αυτά και, έτσι, να διασώζονταν εκείνα στην Αγία Βαρβάρα.
Αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά, εκτός από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην απόκρυψη των κειμηλίων, δηλαδή τον τελευταίο ηγούμενο της Σουμελά αρχιμανδρίτη Πολύκαρπο Αδάκτυλο και το δόκιμο μοναχό Παναγιώτη Στεφανίδη. Η επικρατούσα ιστορική άποψη σχετικά με την απόκρυψη των κειμηλίων εστιάζει μόνο στο Σουμελιώτη αρχιμανδρίτη Ιερεμία Τσαρίδη, σαν να υπήρξε ο μοναδικός μοναχός και να ανέλαβε μόνος εκείνος να κρύψει τα κειμήλια. Στην καλύτερη περίπτωση γίνεται αόριστη αναφορά πως οι τελευταίοι μοναχοί της Σουμελά φρόντισαν να κρύψουν τα ιερά κειμήλια κλπ, χωρίς να γίνεται μνεία στα ιστορικά ονόματα των μοναχών, μάλλον από άγνοια ή σκοπιμότητα. Ακόμα και ο μητροπολίτης Χρύσανθος που ερεύνησε το θέμα, πολύ αργότερα σε επιστολή του με ημερομηνία 13/10/1932, προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών παραλείπει να αναφέρει τα ονόματα των μοναχών που έκρυψαν την Ιερά Εικόνα:
«Η ιερά εικών της Παναγίας της εν Πόντω Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής του Σουμελά κατά την εκ Πόντου έξοδον του ευσεβούς ημών λαού ετάφη υπό των αδελφών της Ιεράς Μονής εν τω περί την Ιεράν ταύτην Μονήν Μετοχίω της Αγίας Βαρβάρας».[4]
Στη μονή βρισκόταν, όπως αναφέρθηκε, και ο πρώην ηγούμενος της μονής Αθανάσιος Σουμελίδης. Το περισσότερο διάστημα διέμενε στην κόρη του στην Τραπεζούντα, αλλά το επίμαχο διάστημα, λίγο πριν την έξοδο, ήταν εντός της μονής την οποία είχε μεγάλη έννοια και συμβούλευε τους εναπομείναντες μοναχούς στο έργο τους. Ο Αθανάσιος το τελευταίο διάστημα ήταν κλινήρης έχοντας κινητικά προβλήματα, και δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη διαδικασία απόκρυψης των κειμηλίων. Κάπου στις αρχές Φεβρουαρίου 1922 ήρθε στη μονή ο γιος του, Αλέξανδρος Σουμελίδης, και τον παρέλαβε. Ο Αλέξανδρος ως άλλος Αινείας φορτώθηκε στην πλάτη τον πατέρα του και αφού ανέβηκε και κατέβηκε τις δύο απότομες σκάλες της μονής με τα δεκάδες σκαλοπάτια έφθασε στο πλάτωμα και από εκεί με άλογο αναχώρησαν για την Τραπεζούντα.[5]
Στα μέσα Φεβρουαρίου του 1923 κατέφθασε στη Σουμελά ειδικό απόσπασμα του κεμαλικού στρατού υπό τη διοίκηση του σκληρού και αιμοσταγή Αχμέτ Χατζή, με εντολή, αφενός να εξαναγκάσει με τη βία όσους βρίσκονται εντός της μονής να την εγκαταλείψουν, και αφετέρου να μαζέψει όλους τους θρησκευτικούς θησαυρούς και τα τιμαλφή, ώστε να μην κλαπούν από τους επιτήδειους λαθροθήρες.
Υπό την ανοχή του Αχμέτ Χατζή, οι τούρκοι στρατιώτες εκβίασαν και κακοποίησαν τον ηγούμενο Πολύκαρπο και τον Ιερεμία, πιέζοντάς τους να μαρτυρήσουν πού έχουν κρύψει τα τάματα και τα χρήματα της μονής.
Τον Ιερεμία οι Τσέτες τον κρέμασαν στο βράχο και απειλούσαν πως εάν δεν μαρτυρούσε θα τον άφηναν να πέσει στο χάος του γκρεμού. Εκείνος αρνιόταν να αποκαλύψει και οι Τσέτες επέμεναν άλλες δύο φορές. Τελικά, δεν έκαναν πράξη την απειλή τους.[6]
Στη συνέχεια ανέλαβαν ομού, τον ηγούμενο Πολύκαρπο και τον Ιερεμία. Τους χτυπούσαν με τα κοντάκια των όπλων στον ώμο και στο πρόσωπο, και ζητούσαν επίμονα να τους αποκαλύψουν πού έκρυψαν τα κειμήλια και τα χρήματα. Αργότερα, στην Τραπεζούντα ο Πολύκαρπος θα πει στην ανιψιά του Αντιγόνη, θυγατέρα του αδελφού του Χατζηγιάννη, τελευταίου Μουχτάρη της ενορίας Δαφνούντας:
«Εντούνε μας με τα όπλα τουν, σο κιφάλ μερέα, κι άλλον μίαν,
εκαλάτσεβαν σε τεμέτερον μερέα ύβρεις, και κατάρες πα.
-Νέπε που εν τα παράδες ε σουν, αφκά μερέα σο μαναστήρ;
Και ξαν εντούνε μας οι δύο πα, Τούρκοι και τσέτες αντάμα.»[7]
Μετά τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι Σουμελιώτες και αφού δεν κατάφεραν οι βασανιστές τους να αποσπάσουν ομολογία, τους επέτρεψαν να αναχωρήσουν σε κακή κατάσταση.
Οι τρεις σουμελιώτες πατέρες, Πολύκαρπος, Ιερεμίας, Παναγιώτης (Ιεροκλής), αποχώρησαν από τη μονή Σουμελά ρακένδυτοι με προορισμό την Τραπεζούντα, και με την αναχώρηση τους έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο Παναγία Σουμελά που είχε ανοίξει με τους ιδρυτές της μονής, Βαρνάβα και Σωφρόνιο.
Με πολύ δυσκολία οι καλόγεροι, τραυματισμένοι και πεζοί, μέσα από τα δάση κατέφθασαν στην Τραπεζούντα, η οποία ήταν ανάστατη από πρόσφυγες που συνέρεαν κατά χιλιάδες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας αναζητώντας τρόπο διαφυγής για την Ελλάδα. Η εικόνα που αντίκρισαν οι τρεις μοναχοί ήταν πανικός και εξαθλίωση σε όλο το παραθαλάσσιο τμήμα της πόλεως.
Ο Αρμένιος ιερέας της καθολικής εκκλησίας Cirillo Zohrabian είναι ο πρώτος που αντίκρισε τους καλόγερους της Σουμελά και τους προσέφερε βοήθεια.[8] Ο ίδιος αναφέρει στα απομνημονεύματά του πως όταν προσέτρεξε για βοήθεια, τους βρήκε σε ένα δρόμο της Τραπεζούντας, το Ντεϊρμέν ντερέ. Βρήκε τον ηγούμενο (Πολύκαρπο) ένα βήμα πριν την εξαθλίωση, όπως και τους άλλους. Φορούσε (ο ηγούμενος) μόνο τα εσώρουχα και το πουκάμισό του, ενώ ο άλλος ο μοναχός (Ιερεμίας), φορούσε τρύπια εσώρουχα και ο τρίτος (Παναγιώτης Στεφανίδης), ένα πουκάμισο χωρίς μανίκια.[9]
Ο Cirillo Zohrabian οδήγησε τους Σουμελιώτες προσωρινά σε ένα θάλαμο του Κολεγίου των Αδελφών του Αγίου Ιωσήφ. Αφού πήραν μία ανάσα οι Σουμελιώτες, αναχώρησαν από την καθολική εκκλησία και κατέληξαν στο σπίτι του Μουχτάρη, αδελφού του Πολύκαρπου, Χατζηγιάννη Αδάκτυλου (Παρμαξούζ).
Οι γυναίκες του σπιτιού, οι ανιψιές του Πολύκαρπου, η Αντιγόνη και η βαπτιστικιά του, Αφροδίτη, έσπευσαν και περιποιήθηκαν τις πληγές τους.[10] Στο πρόσωπο του Πολύκαρπου, από τα χτυπήματα που του κατάφεραν με το κοντάκι του όπλου οι Τούρκοι, σχηματίστηκε ουλή, ενώ στον δεξιό του ώμο τα χτυπήματα επέφεραν μερική παράλυση του νεύρου του αυχενικού πλέγματος, βλάβη που έμεινε σ’ όλη του τη ζωή, ο δύστυχος έγερνε ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά.[11]
Μετά από λίγες εβδομάδες παραμονής στο σπίτι του Χατζηγιάννη, ο αρχιμανδρίτης Ιερεμίας Τσαρίδης και ο δόκιμος Παναγιώτης-Ιεροκλής Στεφανίδης αναχώρησαν αναζητώντας τις οικογένειές τους στο λιμάνι, ενώ ο Πολύκαρπος παρέμεινε στο σπίτι του αδελφού του.[12]
Για να μη μακρηγορούμε, οι τρεις τελευταίοι Σουμελιώτες μοναχοί που εγκατέλειψαν τη μονή έρχονται στην Ελλάδα. Ο Πολύκαρπος μετά από περιπλάνηση στα μοναστήρια Παναγία Παντάνασσα του Μυστρά και Μονή Ξενοφώντος στο Άγιο Όρος και στην ενορία Μεταμόρφωση Σωτήρος Νέας Σάντα Κιλκίς (Βολοβότ), κατέληξε το 1927, στη νέα μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, έξω από την πόλη της Δράμας, ύστερα από πρόσκληση του πόντιου στην καταγωγή μητροπολίτη Δράμας και πρώην μητροπολίτη Χαλδίας-Χεριάνων και Κερασούντος Λαυρέντιου Β΄ Παπαδόπουλου-Χαριτάντη, κτήτορα του μικρού αυτού μοναστηριού.
Ο Ιερεμίας εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένεια του αδελφού του στο χωριό Λευκούδα (Καβάκ) Λαγκαδά, ενώ για τον δόκιμο μοναχό Παναγιώτη-Ιεροκλή Στεφανίδη ουσιαστικά αγνοείται η τύχη του.[13] Αναφέρεται πως κατέληξε στην περιοχή της Κοζάνης.
Ερχόμαστε τώρα στα γεγονότα της αποκάλυψης του μυστικού: πώς έμαθαν στην Ελλάδα ότι στη Σουμελά υπήρχε κρυμμένη η Εικόνα της Παναγίας της Σουμελιώτισσας.
Πρέπει να σημειωθεί πως οι κεμαλικές αρχές εντόπισαν τις κρύπτες εντός της μονής, και μετέφεραν τα ιερά κειμήλια και τα βιβλία προς φύλαξη, στην Ακαδημία Δασκάλων στην Τραπεζούντα. Ο Τραπεζούντιος δημοσιογράφος Τζεβντέτ Αλάπ (Cevdet Alap) στις αναμνήσεις του, δίνει πληροφορίες για τα βιβλία και έγγραφα της Σουμελά.
«Επρόκειτο για πολύτιμα αρχαία ιστορικά έγγραφα μεγάλης αξίας που γέμιζαν ένα δωμάτιο (δηλ. σε όγκο).
Μεταξύ αυτών ήταν βιβλία του Απόστολου Λουκά με χρυσό πλαίσιο για προστασία, αναφερόμενα στους Εβραίους.
Επίσης ήταν φιρμάνια 400 ετών, χρυσοκέντητα, στολισμένα με σμαράγδι, άμφια κληρικών, και μήτρες, αλλά και ένα σωρό άλλα πολύτιμα πράγματα».[14]
Οι κεμαλικές αρχές είχαν μεν εντοπίσει τις κρύπτες εντός της μονής, αλλά δεν ανακάλυψαν την κρύπτη στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι, η Ιστορική Εικόνα παρέμενε στην κρύπτη, τα χρόνια περνούσαν και οι δύο καλόγεροι που γνώριζαν το μυστικό, ο ηγούμενος Πολύκαρπος Αδάκτυλος και ο Ιερεμίας Τσαρίδης κρατούσαν σιγήν ιχθύος για ευνόητους λόγους. Μόνο αυτοί μπορούσαν να αποκαλύψουν το σημείο της κρύπτης.
Όταν ο Πολύκαρπος ήρθε στη νέα μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, έφερε ως ιερό κειμήλιο το ασημένιο κουνί (κουνάκι 10Χ7cm, μινιατούρα παιδικής κούνιας),[15] το οποίο είχαν πάντα οι Σουμελιώτες μοναχοί στο προσκυνητάρι, μπροστά από την Ιστορική Εικόνα της Παναγίας. Το Κουνίν ο Πολύκαρπος με κάποιο τρόπο κατάφερε να το διασώσει παρά τα βασανιστήρια που υπέστη.
Το Ιερό αυτό κειμήλιο, το Κουνίν, η παρουσία του τελευταίου ηγούμενου της Σουμελά Πολύκαρπου στο νέο μοναστηράκι, καθώς και η αποκάλυψη από τον Πολύκαρπο στο μητροπολίτη Δράμας Λαυρέντιο Παπαδόπουλο για την Ιστορική Εικόνα – πως είναι καλά ασφαλισμένη – έβαλε στο νου του ιεράρχη να εξελιχθεί το μοναστηράκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σε Νέα Μονή Σουμελά.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως ο μητροπολίτης Λαυρέντιος, άμα τη λήψη του μητροπολιτικού θρόνου της Δράμας, το Νοέμβριο του 1922, είχε θέσει στις προστατευτικές του φτερούγες πολλούς κατατρεγμένους συμπατριώτες του, ιερωμένους και μοναχούς του Πόντου. Από το 1922 είχε μαζί του τον πρώην Βαζελιώτη ηγούμενο και γνωστό για την εθνική του δράση, Πανάρετο Τοπαλίδη, ο οποίος μάλιστα υπήρξε για λίγους μήνες το 1909 εξ αποστάσεως ηγούμενος της παλαίφατης μονής Σουμελά.[16] Ο Πανάρετος διέμενε, όπως και ο Πολύκαρπος, στη συνοικία Νέα Κρώμνη της Δράμας. Υπάρχει η περίπτωση (ελέγχεται) πριν την κοίμησή του, ο Λαυρέντιος να έφερε κοντά του και τον σουμελιώτη Άνθιμο Μασμανίδη, που επίσης υπήρξε πρώην ηγούμενος της Παλαίφατης μονής. Ο τελευταίος ήταν υπερόριος (εξόριστος) στο Άγιο Όρος από το 1920 λόγω της Ρωσικής υπόθεσης, οπότε δεν ήταν παρόν τα τελευταία χρόνια στη μονή Σουμελά και φυσικά δεν γνώριζε πού ήταν κρυμμένα τα ιερά κειμήλια. Τα ανωτέρω πρόσωπα σχετίζονταν με την Παλαίφατη μονή και ήταν ένα ακόμα κίνητρο για τον Λαυρέντιο η δημιουργία της Νέας Σουμελά. Έτσι, κοντά στον τίτλο της Νέας Μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο Λαυρέντιος έδωσε ανεπίσημα στο μοναστηράκι δεύτερο διακριτικό τίτλο, Νέα Παναγία Σουμελά.
Τα προαναφερθέντα πρόσωπα έμαθαν μέσω του τελευταίου ηγούμενου της Σουμελά, Πολύκαρπου, για την τύχη των ιερών κειμηλίων. Οι συζητήσεις γύρω από τα ιερά κειμήλια μεταξύ των ανωτέρω ιερωμένων ήταν συχνές, και εστίαζαν στην ανάγκη κάποτε τα ιερά να έρθουν στη Δράμα. Επομένως, ο μητροπολίτης Δράμας Λαυρέντιος Παπαδόπουλος-Χαριτάντης είναι ο πρώτος που σκέφτηκε να ενεργήσει με κάθε τρόπο, ώστε να έρθει η Ιστορική Εικόνα από τον Πόντο στην Ελλάδα και να την εγκαταστήσει στην Ι. Μονή που δημιούργησε.
Ο Λαυρέντιος, επειδή θεώρησε ότι η υπόθεση θα πάρει αρκετό χρόνο, έδωσε εντολή να αγιογραφηθεί μια ανεικονική, φορητή εικόνας της Παναγίας, πιστό αντίγραφο της παλαιάς, όπως αυτή παρουσιαζόταν συνέπεια της καταστροφής και της πολυκαιρίας. Τον αγιογράφο καθοδήγησε ο ίδιος ο Πολύκαρπος που γνώριζε κάθε πτυχή της παλαιάς εικόνας.
Το πιστό αντίγραφο τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στο καθολικό της νέας Μονής, ενώ δίπλα στην εικόνα-αντίγραφο, τοποθέτησαν το μικρό ασημένιο Κουνίν, όπως στην παλαίφατη Ιερά Μονή.[17]
Ενθουσιασμένος για τα σχέδιά του, ο μητροπολίτης Λαυρέντιος σε συνάντησή του με τον επίσης Πόντιο μητροπολίτη Ξάνθης και τέως Νεοκαισαρείας Πολύκαρπο Ψωμιάδη, αποκάλυψε το μυστικό και τις προθέσεις του και του ζήτησε να συστρατευτεί στο όραμά του και να βοηθήσει να έρθει η Ιερά Εικόνα στην Ελλάδα, ώστε να την τοποθετήσει, σύμφωνα με τα σχέδιά του, στην Νέα Μονή Σουμελά στη Δράμα.
Όμως δεν πέρασε ένας χρόνος και το 1928, ο μητροπολίτης Λαυρέντιος πεθαίνει από καρδιακή προσβολή, πριν προφθάσει να υλοποιήσει το σχέδιό του. Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε τα θυρανοίξια της νέας Ι. Μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρος – Νέα Σουμελά, οπότε όλο το σχέδιο ματαιώθηκε.
Στο μυαλό του μητροπολίτη Πολύκαρπου Ψωμιάδη η έγνοια της ιστορικής Εικόνας, παρέμενε ζωντανή, και στην πρώτη ευκαιρία που παρουσιάστηκε έφερε το θέμα στην επικαιρότητα.
Στις 29 Μαΐου 1930, επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς,[18] ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος Ψωμιάδης, παρευρισκόμενος σε μεγάλη Αρχιερατική λειτουργία στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Πελοποννήσου παρουσία και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με αφορμή συζήτησης για την Εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου πως είναι μία από τις τρεις αγιογραφούμενες του Ευαγγελιστή Λουκά, βρήκε ευκαιρία να αναφερθεί στην Εικόνα της Σουμελά. Ανέφερε με δραματικούς τόνους πως και εκείνη είναι μία από τις τρείς Εικόνες του Λουκά, που δυστυχώς βρισκόταν κρυμμένη στο μοναστήρι της Σουμελά του Πόντου, αλειτούργητη, εδώ και χρόνια.
Ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης ενημέρωσε τους συνομιλητές του πως η Εικόνα της Σουμελά έχει τεράστια σημειολογική και πνευματική αξία για τον Ποντιακό Ελληνισμό, μίλησε για την ιστορία της μονής και άλλα πολλά σχετικά, προσπαθώντας να κινήσει κυρίως το ενδιαφέρον του Έλληνα πρωθυπουργού.
Ο Βενιζέλος έδειξε πράγματι ενδιαφέρον και πάνω στην κουβέντα έπεσε η ιδέα πως είναι καλό για τον Ποντιακό προσφυγικό πληθυσμό να έρθει η Εικόνα στην Ελλάδα. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν επωφελής πολιτικά και για τον Βενιζέλο, γιατί το θέμα αφορούσε μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων του.
Ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης, όμως, δε γνώριζε πολλές λεπτομέρειες για το θέμα, ούτε πού να απευθυνθεί για να μάθει περισσότερα, διότι ο φίλος του, ο μακαριστός Λαυρέντιος του αποκάλυψε μεν το θέμα χωρίς, ωστόσο, να δώσει λεπτομέρειες για πρόσωπα και πράγματα. Ένιωσε, όμως, υποχρέωση, καθώς ανακίνησε την υπόθεση και έγινε η πρώτη κρούση στον Βενιζέλο, να προχωρήσει μέχρι το τέλος.
Ανέθεσε ο μητροπολίτης Ξάνθης στον γνωστό λόγιο Πόντιο Χρυσόστομο Μυρίδη, μέλος του ταμείου ανταλλαξίμων κοινοτικών και κοινωφελών περιουσιών, να ασχοληθεί με το θέμα, ο οποίος μετά από προσωπική έρευνα βρήκε τις άκρες.[19]
Φαίνεται ο Μυρίδης αναζητώντας τους εν ζωή Σουμελιώτες μοναχούς στην Ελλάδα, προσεγγίζει πρώτα τον Σουμελιώτη αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Τσανοσίδη που εφημέρευε στο χωριό Πυλαία Έβρου. Τον Θεόκλητο πιθανόν του τον σύστησε ο μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης Γερβάσιος Σαρασίτης, φίλος και συμφοιτητής του Πολύκαρπου Ψωμιάδη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Τον μητροπολίτη Γερβάσιο Σαρασίτη ο Μυρίδης τον γνώριζε, διότι ετοίμαζε ειδική μελέτη πάνω στους προγόνους του, Σαρασίτες, διάσημη οικογένεια αρχιμεταλλουργών της Χαλδίας. Από την άλλη, ο Γερβάσιος είχε λόγους να ενδιαφερθεί για την Ιερή Εικόνα και τα άλλα ιερά κειμήλια της μονής Σουμελά[20], διότι ως μητροπολίτης Ροδοπόλεως (Ματσούκας), το διάστημα 1903-1905, υπήρξε άμεσα συνδεδεμένος με την Παλαίφατη μονή, στην οποία έτρεφε απεριόριστη αγάπη και ιδιαίτερα στην Ιστορική Εικόνα, τη Σουμελιώτισσα.
Ο Θεόκλητος Τσανοσίδης, δεν μπόρεσε να προσφέρει καμία βοήθεια, διότι είχε αποπεμφθεί και εκείνος της μονής, εξαιτίας της Ρωσικής υπόθεσης και δεν γνώριζε τα διαδραματιζόμενα στη Σουμελά τα τελευταία χρόνια. Τι πιο φυσικό από το να παραπέμψει ο Θεόκλητος τον Μυρίδη, στον τελευταίο ηγούμενο της Σουμελά Πολύκαρπο Αδάκτυλο (Παρμαξούζ) και στον αρχιμανδρίτη Ιερεμία Τσαρίδη.
Ο Πολύκαρπος και ο Ιερεμίας δίσταζαν να συνεργαστούν και να αποκαλύψουν την κρυψώνα σε έναν λαϊκό τον οποίο δεν γνώριζαν, και ας είχε τις καλύτερες συστάσεις και προθέσεις. Εάν διέρρεε το μυστικό σε ευρύτερο κύκλο, μπορούσε η Ιερή Εικόνα, που με τόση φροντίδα έκρυψαν, να καταλήξει στα χέρια των Τούρκων. Ίσως είχαν αμφιβολίες εάν μπορούσε να υλοποιηθεί μία τέτοια επιχείρηση και αν όλα τελικά θα έμεναν στα λόγια.
Ο Μυρίδης, στη συνέχεια, με εντολή του Πολύκαρπου Ψωμιάδη, ενημέρωσε τον μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο Φιλιππίδη, Αποκρισάριο του Πατριαρχείου, τα σχετικά με την Ιερά Εικόνα και ζήτησε να αναλάβει εκείνος προσωπικά την υπόθεση και να κινήσει το θέμα με τον Βενιζέλο, όπως και έγινε.[21] Ο Χρύσανθος ήρθε σε επαφή με τους γνώστες του θέματος. Ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή του:
«Το μυστικόν της ταφής και του τόπου αυτής ανεκοινώθη μοι υπό (ενός) των προσφυγόντων εις Ελλάδα αδελφών της Μονής» [22]
Το (ενός) το υπογραμμίσαμε σε παρένθεση, διότι προστέθηκε εκ των υστέρων με στυλό επί της δαχτυλογραφημένης επιστολής. Το αρχικό κείμενο αναφέρει πως του ανακοινώθηκε το μυστικό υπό των μοναχών.
Ο μητροπολίτης Χρύσανθος γνώριζε πως εκτός από τον Ιερεμία Τσαρίδη που τελικά αποκάλυψε το μυστικό, το γνώριζε και ο Ηγούμενος Πολύκαρπος Αδάκτυλος (Παρμαξούζ), γι’ αυτό και στο κανονικό κείμενο αναφέρετε σε πληθυντικό πρόσωπο. Τώρα γιατί διόρθωσαν επίσημο έγγραφο προσθέτοντας το (ενός) είναι μια άλλη ιστορία.
Ο Χρύσανθος ήρθε με κάποιο τρόπο σε επαφή με τον Ιερεμία (1931) και εκείνος πεισθείς, του αποκάλυψε το μέρος όπου έκρυψαν την Ιερά Εικόνα, σχεδιάζοντας μάλιστα έναν πρόχειρο χάρτη.[23] Ο Ιερεμίας δεν μπορούσε να αναλάβει την αποστολή να μεταβεί στον Πόντο και να παραλάβει την Ιερά Εικόνα, διότι ήταν φιλάσθενος, είχε συχνή αιματουρία που τον βασάνιζε.
Επόμενη επιλογή ήταν ο ηγούμενος Πολύκαρπος Αδάκτυλος, ο οποίος συνέχιζε να είναι επιφυλακτικός, ίσως υπό το βάρος της ευθύνης, ως ο τελευταίος ηγούμενος της μονής, να μη σταθεί η αιτία να βεβηλωθεί η Ιερά Εικόνα σε περίπτωση αποτυχίας του εγχειρήματος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως ο Πολύκαρπος Αδάκτυλος το ίδιο διάστημα (1931) είναι σε μέτρια οικονομική κατάσταση και ζει στην κυριολεξία ασκητικά. Δεν είναι έμμισθος κληρικός και καλείται να βιοπορίζεται με τα πενιχρά έσοδα που του εξασφάλιζε το φτωχό προσφυγικό ποίμνιο της ενορίας Νέα Κρώμνη Δράμας, από την τέλεση των διαφόρων εκκλησιαστικών μυστηρίων, γάμων, βαφτίσια, παρρησίες κλπ, τα οποία σπάνια ελάμβανε, από θέση.[24]
Όπως και να έχει, ενώ θα έπρεπε στην υπόθεση να εμπλακεί ο Πολύκαρπος Αδάκτυλος, εμφανίζεται ως από μηχανής θεός ο Σουμελιώτης Αμβρόσιος Αναστασιάδης (Καζαντζίδης) που διέμενε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ακόμα ακμαίος, ριψοκίνδυνος και φιλόδοξος. Αν και άσχετος με το θέμα, διότι και αυτός αποπέμφθηκε από τη μονή εξαιτίας της Ρωσικής υπόθεσης και δεν γνώριζε τίποτα για τα συμβαίνοντα στην Παλαίφατη μονή και τον τόπο απόκρυψης των κειμηλίων, όταν του προτάθηκε να μεταβεί στον Πόντο συναίνεσε να αναλάβει την αποστολή να φέρει την Ιερή Εικόνα και ό,τι άλλο του ζητηθεί. Η πρόταση του έγινε, όπως αναφέρει ο Αμβρόσιος, από τον ίδιο τον μητροπολίτη Χρύσανθο.
«Υπηρετούσα ως εφημέριος στην Αγία Μαρίνα της Άνω Τούμπας, όταν έλαβα ένα γράμμα από τον Μητροπολίτη Χρύσανθο. Το άνοιξα με ενδιαφέρον αλλά και συγκίνηση για να διαβάσω και να πληροφορηθώ γιατί μου γράφει. Έμεινα άφωνος, όταν διάβασα ότι ο αγαπημένος των ποντίων Μητροπολίτης επέλεξε εμένα τον ταπεινό καλόγερο για να μεταβώ πίσω στην πατρίδα, τον Πόντο να πάω στο Μοναστήρι της Παναγίας να ψάξω να βρω την Εικόνα και τα κειμήλια που ήταν θαμμένα μαζί της και να τα φέρω στην Ελλάδα. ‘Ένιωθα αδύναμος να φέρω σε πέρας αυτή την αποστολή….. Προς στιγμήν φοβήθηκα για τη ζωή μου, ίσως να δείλιασα, άνθρωπος ήμουνα. Πήγαινα στο άγνωστο, αφού δεν γνώριζα τις συνθήκες που θα συναντούσα εκεί».[25]
Ο Αμβρόσιος επισκέφτηκε τον Ιερεμία Τσαρίδη, που διέμενε πολύ κοντά του, στον Λαγκαδά, να τον ενημερώσει αναλυτικά και με λεπτομέρειες για τις κρυψώνες των Ιερών κειμηλίων, αλλά και το σημείο που έκρυψαν την Ιστορική Εικόνα της Παναγίας. Φαίνεται πως ο Ιερεμίας ήταν ακόμα επιφυλακτικός, αλλά πεισθείς στο τέλος κάνει το σταυρό του και λέει στον Αμβρόσιο:
«Δόξα τω Θεώ, ας ίνετε όπως θελ’ η Παναϊα.» [26]
Αφού κατατοπίστηκε πλήρως ο Αμβρόσιος, πρότεινε στον Ιερεμία να πάνε μαζί στην πατρίδα, αλλά εκείνος και πάλι αρνήθηκε. Από εκεί και πέρα ο Αμβρόσιος αποφάσισε να πάει μόνος του, παρακάμπτοντας τους άλλους Σουμελιώτες που βρίσκονταν στην Ελλάδα, δηλαδή τον Ηγούμενο Πολύκαρπο, τον Θεόκλητο Τσανοσίδη,[27]αλλά και τον Ιερόθεο Ποικιλίδη που κατοικούσε στην Πρασινάδα-Δράμας.
Αφού διευθετήθηκαν τα σχετικά ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας και εξασφαλίσθηκε πρωθυπουργικό έγγραφο του Ισμέτ Ινονού, ο Αμβρόσιος, έχοντας μαζί του τον εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Αλέκο Βασιλείου, και τον τούρκο αστυνόμο Νεσιάτ αναχώρησε για τον Πόντο. Ευτυχώς η όλη επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία και είναι, πλέον, γνωστό το ιστορικό της όλης επιχείρησης από αφηγήσεις και συνεντεύξεις του ίδιου του Αμβρόσιου στο δημοσιογράφο της εποχής Γ. Βαβαρέτο (1931) [28], και στο περιοδικό Ποντιακή Εστία (Αύγουστος 1950[29] και 1969[30]).
Ο τίμιος σταυρός του Μανουήλ Γ’ Μεγαλοκομνηνού και το ευαγγέλιο του Χριστοφόρου
Τα ιερά κειμήλια που έφερε ο Αμβρόσιος από την ερειπωμένη παλαίφατη Ιερά μονή Σουμελά, το Σταυρό του Μανουήλ Γ΄ Μεγαλοκομνηνού, το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και την Ιερά Εικόνα, τα παρέδωσε, όπως αναφέρει, στον Χρύσανθο Φιλιππίδη και τοποθετήθηκαν στο μουσείο Μπενάκη.
«όπου ακοίμητος κανδήλα καίει έμπροσθεν αυτών.»[31]
Στην πραγματικότητα τα παρέδωσε στο Ταμείο ανταλλαξίμων κοινοτικών και κοινωφελών περιουσιών, με πρωτόκολλο παράδοσης 10274 και ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 1931, με πλήρη περιγραφή των τριών κειμηλίων σε 4 σελίδες. Η επιτροπή παραλαβής αποτελούνταν από τους, Χρυσόστομο Μυρίδη, Α. Καλωταίο και Βασίλη Ιωαννίδη.[32] Τελικά με πρωτοβουλία του Χρύσανθου Φιλιππίδη τα ιερά Κειμήλια κατέληξαν στο μουσείο Μπενάκη.
Η Ιερή Ιστορική Εικόνα της Παναγίας Σουμελά στην ουσία συνέχισε να παραμένει αλειτούργητη. Αυτό ενόχλησε τον μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης Γερβάσιο Σαρασίτη και των Σερρών Κωνσταντίνο Α΄ Μεγγρέλη ή Μιγκρέλη (1924-1961) Πόντιο στην καταγωγή, από τη Σινώπη. Με επιστολές τους προς την Ιερά Σύνοδο Ελλάδας, οι δύο ιεράρχες διαμαρτυρήθηκαν για τον εγκλεισμό της Ιεράς Εικόνας σε μουσείο και όχι σε κάποιον ναό, όπως ήταν το λογικό. Προτάθηκε μάλιστα μέσω ενός βουλευτή των Σερρών να γίνει η περιφορά της Εικόνας στους προσφυγικούς οικισμούς της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και στη συνέχεια η οριστική τοποθέτηση της εικόνας στην τότε ανδρώα μονή της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης Σερρών.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ Παπαδόπουλος (Θρακιώτης στην καταγωγή), ζήτησε από τον Χρύσανθο Φιλιππίδη να τοποθετηθεί επί του θέματος και εκείνος έστειλε στον αρχιεπίσκοπο την παρακάτω επιστολή.
«Αριθ. Πρωτ. 306
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
Αριθ.Πρωτ.2107
Ελήφθη τη 13 Οκτωβρίου 1932
Μακαριώτατε,
Έλαβον ευλαβώς το υπό ημερομηνίαν 25 Μαρτίου 1932 και αριθ.πρωτ.52 και 142 γράμματα της Υμετέρας Μακαριότητος, δι’ ων συνοδική διαγνώμι ζητείται, ίνα επί τη βάσει των επισυνημμένων τοις ως άνω σεπτοίς γράμμασιν εγγράφων, του υπ’ αριθμ.23 εγγράφου του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως και του αριθμ.3 εγγράφου σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερρών,[33] αμφοτέρων λαλούντων περί της ιεράς Εικόνος της Παναγίας του Σουμελά, παράσχω σχετικώς πληροφορίας.
Τας πληροφορίας ταύτας παρέχω ευλαβώς δια της ταπεινής μου ταύτης επιστολής.
Η ιερά Εικών της Παναγίας της εν Πόντω Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής του Σουμελά κατά την εκ Πόντου έξοδον του ευσεβούς ημών λαού ετάφη υπό των αδελφών της Ιεράς Μονής εν τω περί την Ιεράν ταύτην Μονήν Μετοχίω της Αγίας Βαρβάρας.
Το μυστικόν της ταφής και του τόπου αυτής ανεκοινώθη μοι υπό (ενός) των προσφυγόντων εις Ελλάδα αδελφών της Μονής και τη ταπεινή μου εισηγήσει προς την έντιμον Ελληνικήν Κυβέρνησιν και τη ευσεβεί μερίμνη αυτής και ιδίω του εξοχωτάτου Προέδρου της Κυβερνήσεως επετράπη υπό της τουρκικής Κυβερνήσεως εις ένα των αδελφών της Μονής να μεταβή εις Τραπεζούντα, να αναβή εις το όρος Μελά και ανασκάψας να κομίση ενταύθα την ιεράν Εικόνα.
Την ούτω διασωθείσαν εικόνα εζήτησε πολιτευόμενος πρόσφυξ να παραλάβη εντεύθεν και να περιαγάγη ο ίδιος ανά τους ποντιακούς προσφυγικούς συνοικισμούς Μακεδονίας και Θράκης και να αναστηλώση κατόπιν εις την Ιεράν Μονήν της Εικοσιφοινίσσης. Απήντησα τω πολιτευομένω ότι η ιερά Εικών ως ανήκουσα εις Ιεράν Σταυροπηγιακήν Μονήν είνε αναφαίρετον ιερόν κτήμα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και ότι άνευ της αδείας αυτής δεν δύναται να μετακινηθή η εικών αλλά και αν μετεκινείτο, δεν θα επετρέπετο λαϊκός και δη πολιτευόμενος να περιάγη την ιεράν εικόνα, αλλά θα συνωδεύετο αύτη υπό ιερέως, η δε αναστήλωσις της εικόνος βεβαίως δεν (θα) εγίνετο εις παραμεθόριον και υπό επιδρομών και διαρρήξεων απειλουμένην Ιεράν Μονήν της Εικοσιφοινίσσης, αλλά θα εφυλάττετο η ιερά Εικών εν Αθήναις.
Τον εντεύθεν θυμόν του πολιτευομένου πρόσφυγος επισείσαντος τους σεβασμιωτάτους εκ Πόντου αδελφούς, υπηχούσι τα έγγραφα ιδία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερρών, όστις είτε εσφαλμένως ακούσας είτε κακώς εκφράσας όσα είπα εις τον πολιτευόμενον περί (υπό) ιερέως και ουχί (υπό) λαϊκού περί αγωγής της ιεράς Εικόνος μετέπλασε ταύτα εν τω σχετικώ εγγράφω αυτού εις αξίωσιν του Μητροπολίτου Τραπεζούντος να κατέχη και δι’ ιδίου ιερέως να παρέχη εις προσκύνησιν το ιερόν Εικόνισμα.
Ότι αι υπό του εγγράφου του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερρών απειληθείναι και από πολλού προσδοκώμενοι υπ’ αυτού να εκδηλωθώσι ζωητότητες του ποντιακού λαού της επαρχίας αυτού δεν εξεδηλώθησαν, δεικνύει ότι ο ευσεβής ημών λαός και δημαγωγούμενος πειθαρχεί και ησυχάζει.
Άλλως τε εάν δια της ζωηρότητος των εκδηλώσεων επρόκειτο να λυθή το ζήτημα της κυριότητος της ιεράς Εικόνος, ζωηρότεραι θα ήσαν ίσως αι αντίθετοι εκδηλώσεις των εν Αθήναις και Πειραιεί ποντίων, προσφύγων και δη και όλων των Αθηναίων διεκδικούντων και αυτών την κυριότητα της ιεράς Εικόνος της Παναγίας της Αθηνιώτισσας.
Η ιερά Εικών κατατίθεται ήδη εν ιδιαιτέρω δωματίω του Μπενακείου Μουσείου διασκευαζομένη εις προσκυνητάριον και θα παραμείνη εκεί κλειστή, έως ου ο Θεός και η Μεγάλη Εκκλησία ορίσωσι το κατ’ αυτήν.
Ταύτα ευλαβώς υποβάλλω τη Υμετέρα Μακαριότητι και τη Αγία και Ιερώ Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος και διατελώ μετ’ αγάπης.
Της Υμετέρας Μακαριότητος
Ελάχιστος εν Χω αδελφός,
+ ο Τραπεζούντος Χρύσανθος
Εν Αθήναις τη 1η Σεπτεμβρίω 1932» [34]
Η επιστολή δεν αναφέρει πολλές λεπτομέρειες, αλλά μπορούμε να συνθέσουμε το ιστορικό της υπόθεσης. Οι εμπλεκόμενοι μητροπολίτες Γερβάσιος Σαρασίτης, Ξάνθης Πολύκαρπος Ψωμιάδης και ο πρωτοσύγκελος Δράμας Πανάρετος Τοπαλίδης που διοικούσε τη χηρεύουσα μητρόπολη Δράμας μετά το θάνατο του Λαυρέντιου Παπαδόπουλου-Χαριτάντη, μέχρι την εκλογή νέου μητροπολίτη Δράμας, δεν συναινούσαν με τον εγκλεισμό της Ιεράς Εικόνας σε ένα μουσείο και αντέδρασαν, βάζοντας μπροστάρη τον μητροπολίτη Σερρών Κωνσταντίνο Μεγγρέλη[35].
Τα σχέδια βεβαίως του Χρύσανθου Φιλιππίδη ήταν άλλα για την τύχη της Ιεράς Εικόνας. Ανέμενε να λάβει αρχιερατικό θώκο, διότι μέχρι τότε δεν είχε ποίμνιο αλλά για τους τύπους διατηρούσε τον τίτλο του Τραπεζούντος, και τότε θα αποφάσιζε, εκείνος, πως θα διαχειριστεί την τύχη της Ιεράς Εικόνας.[36] Όλα αυτά εν απουσία των πραγματικών πρωταγωνιστών, των εν ζωή Σουμελιωτών μοναχών.
Τα πράγματα δεν κύλισαν όπως τα υπολόγισαν οι έχοντες την εξουσία και τη διαχείριση της υπόθεσης. Στα 1934 πεθαίνει ο Γερβάσιος Σαρασίτης, το 1939 πεθαίνει ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης, την προηγούμενη χρονιά, στις 5 Νοεμβρίου 1938 ο Χρύσανθος Φιλιππίδης αναδεικνύεται μεν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά το 1941 παραιτείται (με ηρωικό τρόπο), μη αναγνωρίζοντας την κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Ακολουθεί η κατοχή, ο εμφύλιος και η κοίμηση του Χρύσανθου το 1949. Όλα αυτά τα χρόνια, τα πέτρινα και σκληρά για τον λαό μας, η Ιερά Εικόνα της Σουμελά παρέμενε λησμονημένη και αλειτούργητη, στα αζήτητα, σε κάποια αίθουσα του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών.
Ώσπου το 1952 με τη φροντίδα των Ποντίων που συνέστησαν το σωματείο Παναγία Σουμελά, παρέλαβαν την Ιερά Εικόνα και την εγκατέστησαν οριστικά στο νέο της θρόνο, (το θρονί τι Παναΐας), στην ανιστορημένη Νέα μονή Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Το ιστορικό της ανιστόρησης της Νέας Ιεράς Μονής Σουμελά Βερμίου οι περισσότεροι το γνωρίζουν και έχει δημοσιευθεί επανειλημμένα.
Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ένα μεγάλο ατόπημα της τότε διοίκησης του σωματείου Παναγία Σουμελά. Κατά τον εορτασμό στα θυρανοίξια της νέας Μονής Σουμελά στο Βέρμιο δεν προσεκλήθησαν οι εν ζωή μοναχοί της Παλαίφατης μονής, ο τελευταίος ηγούμενος Πολύκαρπος Αδάχτυλος (Παρμαξούς), ο Θεόκλητος Τασονίδης και ο Ιερεμίας Ποικιλίδης. Παραβρέθηκαν μόνο ο κομιστής της Ιεράς εικόνας Αμβρόσιος και ο Πανάρετος Τοπαλίδης.
Αυτά εν ολίγοις για το παρασκήνιο γύρω από την Ιστορική Εικόνα της παλαίφατης μονής Σουμελά και μερικά στοιχεία για τον βίο των τελευταίων μοναχών που φρόντισαν για τη διάσωσή της.
Ας σταθεί η σύντομη αυτή έρευνα και μελέτη μας, αφορμή να αποδοθούν οι ανάλογες τιμές στους μέχρι τώρα αφανείς ήρωες Σουμελιώτες μοναχούς, που με θυσία και κόστος υπηρέτησαν στα τελευταία χρόνια της κεμαλικής τρομοκρατίας την Παλαίφατη μονή της Παναγίας Σουμελά και προνόησαν και διέσωσαν την Ιστορική Εικόνα της Παναγίας – το καύχημα του Ποντιακού Ελληνισμού.
——————————————————————————————————————————————————————-
[1] Ο Δοσίθεος Στεφανίδης υπήρξε θείος του δόκιμου μοναχού Παναγιώτη Στεφανίδη, που λίγες μέρες νωρίτερα φόνευσε τον καπετάνιο της περιοχής Σουμελά Αριστείδη Πετρίδη από τη Γουργένη. Σε αντεκδίκηση τα αδέλφια του Αριστείδη επιχείρησαν να σκοτώσουν τον δόκιμο μοναχό Παναγιώτη, αλλά κατά λάθος σκότωσαν τον Δοσίθεο.
[2] Βασικά οι τρεις, διότι σύμφωνα με τον Αθανάσιο Χρυσοχόου, ο Αθανάσιος Σουμελίδης είναι πολύ γέρος και ασθενής. (Χρυσοχόου Αθανάσιος, Ο Ιμεραίος Πανίκας Ευθυβούλης και η εποχή του, περιοδικό Ποντιακά, τεύχος 32, Ιούνιος 2010, σελ. 13).
[3] Σύμφωνα με το καταστατικό της Ι. Μονής Σουμελά του 1886, την έξοδο της ιστορικής Εικόνας της Σουμελιώτισσας από τη Μονή την αποφασίζει ο εκάστοτε Ηγούμενος της Μονής.
[4] Επιστολή Χρύσανθου Φιλιππίδη, Ιερά Σύνοδος Αριθ.Πρωτ.2107 13 Οκτωβρίου 1932 (Ιωακειμίδου Δήμητρα, Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης και η εκκλησιαστική του πολιτική, (διπλωματική εργασία) Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 125-127).
[5] Συγκεκριμένα ο Αθανάσιος Χρυσοχόου αναφέρει τα εξής:
«Ήταν εξασθενημένος όταν διατάχθηκε η αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Από το μοναστήρι τον κατέβασε, ο γιός του Αλέκος και τον πήγε μέχρι να βρεθεί μεταφορικό μέσο.» Χρυσοχόου Αθανάσιος, Ο Ιμεραίος Πανίκας Ευθυβούλης και η εποχή του, περιοδικό Ποντιακά, τεύχος 32, Ιούνιος 2010, σελ. 13 και Χρυσοχόου Αθανάσιος, Ο οικονόμον Αθανάσιος Σουμελίδης 1844-1924, Περιοδικό Ποντιακά, τεύχος 36, Οκτώβριος 2010, σελ. 22-23.
[6] Κιουρτσίδης Κωνσταντίνος, Η ιστορία του Σουμελιώτη μοναχού Ιερεμία (κατά κόσμο Γεωργίου Τσαρίδη), Περιοδικό Ποντιακή Εστία, ανατύπωση, εκδόσεις Κυριακίδης, έτος 1988, σελ. 433 και Dr. Med. Γεώργιος Χαραλαμπίδης, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 221-222.
[7] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 222 και 270.
[8] Zohrabian John Cirillo, Memorie di Vita, σελ. 390 και Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Η Γενοκτονία, τόμος Βουλής σελ. 525-526 και Κυριακίδης Αρ. Θεοδόσης, Η Ιστορία της Ιεράς Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, εκδόσεις Αντ. Σταμούλη, 2010, σελ. 127.
[9] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 198, 212 και 270.
[10] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 194.
[11] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 212 και 222.
[12] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 194 και 288 και Dr.Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Video ταινία Παναγίας Σουμελά του Πόντου, 120΄, παραγωγή (2022-2023).
[13]Υπάρχει η πληροφορία πως κατέληξε στην περιφέρεια Κοζάνης και δολοφονήθηκε εξαιτίας της υπόθεσης του οπλαρχηγού Ευκλείδη (Γιώργος Φωτιάδης Αριστείδης Πετρίδης – ο άγνωστος οπλαρχηγός του Ανατολικού Πόντου, εκδόσεις Ινφογνώμων 2022).
[14] Hikmet Aksoy, Μία ζωή, μία πόλη. Οι αναμνήσεις του Τραπεζούντιου δημοσιογράφου Çevdet Alap, Trabzon Gazeteciler Cemiyeti Yayini, Trabzon 2008.
[15] Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος, Ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ. 178.
[16] Οι σουμελιώτες δε δέχτηκαν τον διορισμό του και δεν του επέτρεψαν να εισέλθει στη μονή.
[17] Το Κουνίν υπήρχε στο ναό της μεταμόρφωσης του Σωτήρος-Νέα Σουμελά Δράμας μέχρι το 2006 και γινόταν μεγάλη χρήση από τις νεαρές της πόλης. Το σήκωναν ψηλά και το άφηναν να πέσει πάνω στο δίσκο που ήταν τοποθετημένο. Αν το κουνίν έπεφτε χωρίς να ανατραπεί, τότε υπήρχε η πεποίθηση πως η νεαρά ήταν ικανή να τεκνοποιήσει. Οι γυναίκες, βεβαίως, για να αποφύγουν την ανατροπή έριχναν το κουνίν από χαμηλά και πάντα έφευγαν ικανοποιημένες, αφού άφηναν στο δίσκο κάποιο αντίτιμο. Δεν περνούσε νεαρή κοπέλα από το ναό που να μη κάνει το τεστ γονιμότητας.
[18]Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, Τόμος Α΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ.308 και τόμος Β΄ σελ.58 και Κουρκούτας Θεόδωρος, Ιερεμίας Σουμελιώτης ένας άγνωστος Πόντιος μοναχός, περιοδικό Ποντιακή Εστία, περίοδος Β΄, τεύχος 182, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, σελ. 195-196.
Αντίθετα με τον Θεόδωρο Κουρκούτα, ο Νικόλαος Νικολαΐδης αναφέρει πως η συνάντηση με τον Βενιζέλο έγινε στο Μέγα Σπήλαιο στις 15 Αυγούστου 1931 με την ευκαιρία των πανηγυρικών εκδηλώσεων στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Νικολαΐδης Νικόλαος, Τα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, περιοδικό Ποντιακό Βήμα, τεύχος 66, Απρίλιος-Ιούνιος 2021, σελ.24). Ο ίδιος ο Αμβρόσιος αναφέρει πως η συνάντηση του δεσπότη Πολύκαρπου Ψωμιάδη με τον Βενιζέλο έγινε το 15Αύγουστο στην Τήνο. (Αμβρόσιος Σουμελιώτης, Η τελευταία τραγική επίσκεψις εις την Μονήν της Παναγίας Σουμελά, περιοδικό Ποντιακή Εστία, τόμος 1ος, 1950, εκδ. Κυριακίδη, σελ.453-458).
[19] Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, τόμος Β΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ. 58 και Κουρκούτας Θεόδωρος, Ιερεμίας Σουμελιώτης ένας άγνωστος Πόντιος μοναχός, περιοδικό Ποντιακή Εστία, τεύχος 182, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, σελ. 195-196.
[20]Οι Έλληνες δεν γνώριζαν πως οι κεμαλικές αρχές ανακάλυψαν τις κρύπτες εντός της Παλαίφατης μονής και μετέφεραν τα βιβλία και τα ιερά στην Τραπεζούντα.
[21] Δεν ήταν μόνο η γνωριμία με τον Βενιζέλο. Ο Χρύσανθος δεν ποίμανε μητρόπολη και είχε χρόνο να ασχοληθεί με το θέμα. Επίσης, πρέπει να γίνει γνωστό ότι ο Χρυσόστομος Μυρίδης και ο Χρύσανθος Φιλιππίδης γνωρίζονταν πολύ καλά γιατί ήσαν ανάμεσα στους ιδρυτές (το 1928) της Επιτροπής Ποντιακών μελετών και του περιοδικού Αρχείον Πόντου, με έδρα την Αθήνα όπου διαβιούσαν.
[22]Επιστολή Χρύσανθου, αριθ. Πρωτ. 306 /προς Ιερά Σύνοδος Αριθ.Πρωτ.2107, ελήφθη 13 Οκτωβρίου 1932, (Ιωακειμίδου Δήμητρα, Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης και η εκκλησιαστική του πολιτική, (διπλωματική εργασία) Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 125-127).
[23]Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος Πολύκαρπος, Ηγούμενος της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ 242.
[24] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ορφανός ανιψιός του, Κώστας Αδάκτυλος από τον αδελφό του Χατζηγιάννη. Έρχεται να φοιτήσει στο Γυμνάσιο Δράμας και διαμένει με τον θείο του ηγούμενο Πολύκαρπο. Ο Κώστας Αδάκτυλος στη βιογραφία του αναφέρει την οικονομική δυσχέρεια στην οποία βρίσκεται ο θείος του. «Εγώ μετά την κάθοδόν μου εις Δράμαν εγκατεστάθην σε μοναστήρι έξωθεν της πόλεως και σε απόστασιν 3 χιλιομέτρων από την πόλιν και εκεί διέμενα σε κελίον της Μονής, χάρις στην φιλοξενία του εκεί ευρισκομένου καλογήρου και θείου μου εκ πατρός, ηγουμένου της Λαυρεντιανής Μονής-Νέας Σουμελά. Μέχρι το έτος 1934 ότε και ήμουν εις την Δ’ τάξιν του Γυμνασίου διέμενα εις το κελίον αυτό, χωρίς την παραμικράν βοήθειαν του θείου μου, ο οποίος δεν ήτο έμμισθος και δεν είχε τις δυνάμεις να βοηθήσει…» (Αδάκτυλος Ι. Κωνσταντίνος, Η ζωή μου – Αυτοβιογραφία Κωνσταντίνου Ι. Αδάκτυλου, Δράμα 1994, σελ. 16-17) Επανέκδοση 2004.
[25] Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, τόμος Β΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ. 62-63.
[26] Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, τόμος Β΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ. 63.
[27] Ο Θεόκλητος Τσασονίδης ήταν το ίδιο παράτολμος και ικανός στις δύσκολες αποστολές. Μαζί με τον Αμβρόσιο, τον Απρίλιο του 1916 στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, ως κομάντο εποχής με περίσσιο θάρρος και με αναρτημένα τα όπλα, κατέβηκαν με σχοινιά τον μεγάλο γκρεμό που έχασκε κάτω από το μοναστήρι της Σουμελά, για να αποφύγουν το οθωμανικό απόσπασμα που πολιορκούσε τη μονή, με σκοπό να ειδοποιήσουν τους Ρώσους στο Τζεβισλούκ να σπεύσουν να ελευθερώσουν τη μονή. Επιστρέφοντας οι μοναχοί στη Σουμελά, με τον ίδιο τρόπο και τόλμη ανέβηκαν στη μονή με τη χρήση των σχοινιών. (Κανδηλάπτης Θ. Γεώργιος, Αγωνιώδεις ημέρας στην Παναγία Σουμελά, περιοδικό Ποντιακή Εστία, επανέκδοση Κυριακίδης, τόμος 12ος, 1961, σελ. 297-299 και εφημερίδα «Αργοναύτης» του Βατούμ, από τη συλλογή Πόλυ Χάϊτα, Ποντιακή Εστία, Β΄ περίοδος, έτος 1983, σελ.329-330). Του Θεόκλητου το έλεγε η καρδούλα. Μετά από κάποια χρόνια, το 1941 επί γερμανικής κατοχής, ο Θεόκλητος ακολούθησε τον Ελληνικό στρατό στην Αίγυπτο συμμετέχοντας στην 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία στο Ελ Αλαμέιν και στη συνέχεια στο Ρίμινι της Ιταλίας. (Πανταζίδου Ουρανία Υποπλοίαρχος Π.Ν. (ε.α). Πηγή: https://www.alexpolisonline.com/2020/05/blog post.html#ixzz8IqWn6gpB Alexandroupoli Online).
[28] Πηγή: Κωνσταντίνος Φωτιάδης /santeos.blogspot.gr.
[29] Αμβρόσιος Σουμελιώτης, Η τελευταία τραγική επίσκεψις εις την Μονήν της Παναγίας Σουμελά, Ποντιακή Εστία, τόμος 1ος 1950, εκδόσεις Κυριακίδης, σελ.453-458.και Dr. Med. Χαραλαμπίδης Γεώργιος, Πολύκαρπος,Ηγούμενος της Ι.Μ.Παναγίας Σουμελά του Πόντου, Δράμα 2019, σελ 210.
[30] Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, τόμος Β΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ. 61-71.
[31] Επιστολή Χρύσανθου προς Ιερά Σύνοδο Αριθ.Πρωτ.2107, 13 Οκτωβρίου 1932, (Ιωακειμίδου Δήμητρα, Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης και η εκκλησιαστική του πολιτική, (διπλωματική εργασία) Θεσσαλονίκη 2019, σελ.74) και Αθανασιάδη Αμβροσίου (Σουμελιώτη), Η τελευταία τραγική επίσκεψις εις την Μονήν της Παναγίας Σουμελά, Ποντιακή Εστία, τόμος 1ος 1950, εκδ. Κυριακίδη, σελ.453-458 και Τανιμανίδης Π. Στέφανος, Σουμελά, η πρόσφυξ Πόντια Παναγία, τόμος Β΄ 2009, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, σελ. 71.
[32] Χαραλαμπίδου Βαρβάρα, Παναγία Σουμελά Πόντου, Θεσ/νίκη 2009, σελ150-153.
[33] Με κάθε επιφύλαξη, ίσως πρόκειται για τον πολιτευτή Νικόλαο Δημ. Μανούση (1891-1971), Γεννήθηκε το 1891 στην Προύσα και σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Άρχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα το 1924 στην Αθήνα. Εξελέγη βουλευτής (πληρεξούσιος) Σερρών αρχικά το 1923, μετά στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, το 1926 με το Κόμμα Ελευθεροφρόνων και επανεξελέγη στις εκλογές του 1932 και του 1933 με το Κόμμα Φιλελευθέρων.
[34] Επιστολή Χρύσανθου, αριθ. Πρωτ. 306 /προς Ιερά Σύνοδος Αριθ.Πρωτ.2107, ελήφθη 13 Οκτωβρίου 1932, (Ιωακειμίδου Δήμητρα, Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης και η εκκλησιαστική του πολιτική, (διπλωματική εργασία) Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 125-127).
[35] Εξ ού και η Ιερά Εικόνα σκόπευαν να περιοδεύσει μόνο στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, επαρχίες των ανωτέρων εμπλεκομένων ιεραρχών μέχρι να καταλήξει στη μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης.
[36] Ανεξάρτητα εάν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος του Χρύσανθου για να παραμείνει η Εικόνα στην Αθήνα, ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ήταν γιατί στην Μακεδονία η εικόνα ήταν επισφαλής -τα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν κατά διαβολεμένο τρόπο τον δικαίωσαν- διότι πολύ αργότερα κατά την βουλγαρική κατοχή (1916-1918) αλλά και το 1940-1944, τα μοναστήρια της Ανατολικής Μακεδονίας λαφυραγωγήθηκαν από τους Βούλγαρους κατακτητές ανάμεσά τους και η Μονή Εικοσιφοίνισσας και φυσικά η Ιερά Εικόνα η Σουμελιώτισσα μπορούσε να γίνει βορά των βουλγάρων, όπως άλλες εικόνες, ιερά βιβλία και ιερά κειμήλια της μονής (7 φορτωμένα μουλάρια με κλοπιμαία της Ι. Μονής φυγαδεύτηκαν στην Βουλγαρία). ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ 26ΑΥΓ2025
https://www.proinos-typos.gr/agnostes-selides-tis-palaifatis-ieras-monis-soymela-oi-monachoi-poy-ekrypsan-tin-istoriki-eikona-tis-panagias-soymela-kai-to-paraskinio-prin-tin-anachorisi-toy-amvrosioy-ston-ponto-gia-na-ferei-tin-ie/?fbclid=IwY2xjawMdnlRleHRuA2FlbQIxMQABHo5k4QKomwOkcq-vYqaSlGi2XkqC1Lgf8HfaRQhxPe8wS0nrE0JuJDeWVXSz_aem_mTGbG5sESNzrUo67PQmOWg
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου