29 Νοεμβρίου, 2025

Το Αυτοκέφαλο των Ορθοδόξων Σλαβικών Εκκλησιών 13ο

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. Η Σερβική Εκκλησία 

 Η περίπτωση της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και της πορείας της προς την Αυτοκεφαλία και την προαγωγή της σε Πατριαρχείο, είναι σαφώς διαφορετική από αυτή της Ρωσικής. Αφενός γιατί η αναγνώριση της πατριαρχικής αξίας και περιωπής της έγινε με καθυστέρηση τεσσάρων περίπου αιώνων σε σχέση μ’ αυτή, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ενόσω, καθ’ ον χρόνο η Ρωσική ανανέωνε τη δική της μετά την κατά το έτος 1721 κατάργηση του πατριαρχικού θεσμού από τον Τσάρο Μεγάλο Πέτρο και την υπαγωγή της διοίκησής της στην υπ’ αυτού συσταθείσα Αγιοτάτη Διοικούσα Σύνοδο. H ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας της Ρωσίας προς την πλήρη χειραφέτησή της από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου χαρακτηρίζεται από ανταγωνιστικές, μεν, διεκδικήσεις της κοσμικής ηγεσίας –δυναμικές, αλλά συμβατές, με τις αρχές, τις αξίες και τα καθιερωθέντα της ανατολικής ορθόδοξης παράδοσης και την κανονική τάξη. 

Στην περίπτωση της Σερβικής Εκκλησίας εντοπίζουμε, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ενέργειες, εξελίξεις και καταστάσεις που το Οικουμενικό Πατριαρχείο τις εξέλαβε ως αυθαίρετες, αντικανονικές και ανίσχυρες63 . 

 4.1 Εκχριστιανισμός των Σέρβων και ίδρυση της Σερβικής Εκκλησίας 

 Οι βάσεις για τη δημιουργία της Σερβικής Εκκλησίας μπήκαν από νωρίς, μόλις τον 6ο μ.Χ. αιώνα, όταν τα πρώτα σερβικά φύλα εμφανίσθηκαν στον βαλκανικό χώρο και γρήγορα προσαρμόστηκαν στο νέο τους περιβάλλον, χάρη στη θαυμαστή εγγενή δεκτικότητά τους σε οτιδήποτε ωραίο και ανώτερο εύρισκαν. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η πρώτη επαφή τους με τη θρησκεία της Αποκαλύψεως σε περιοχές που διαβιούσαν και διοικούνταν χριστιανικά, είχε τον χαρακτήρα της προσαρμογής τους στην πολιτισμένη κοινωνία, στην οποία εντάχθηκαν ομαλά σε μικρό σχετικά διάστημα αποτελώντας έκτοτε οργανικό τμήμα της64 . Η διάδοση, κατά τούτο του Χριστιανισμού στις τάξεις τους δεν συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες από άποψη αντιστάσεων στην αποδοχή του. Όμως, η διά της πολιτισμικής ώσμωσης, κυρίως, προσχώρηση των σλαβικών φύλων στον Χριστιανισμό διακρινόταν για τον αργό και περιπτωσιακό ρυθμό της, λόγω αφενός, της έλλειψης συστηματικής ιεραποστολικής δραστηριότητας από πλευράς Λατίνων ιεραποστόλων, στη σφαίρα επιρροής των οποίων υπάγονταν τα παράλια της Αδριατικής65 . Αφετέρου λόγω του εμποδίου του δόγματος της Τριγλωσσίας», την οποία επέβαλε με αυστηρότητα η Ρώμη, υπό την πνευματική δικαιοδοσία της οποίας τελούσε η περιοχή στην οποία είχαν εγκατασταθεί66 . Υπό αυτό το πρίσμα, η αρχική αποδοχή του χριστιανικού κηρύγματος συνέτεινε σ’ έναν φαινομενικό, μάλλον, και εξωτερικό εκχριστιανισμό των Σέρβων67 , ο οποίος επεκτάθηκε στη συνέχεια με την υποταγή των πρώτων σλαβικών ομάδων από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό και την υποχρεωτική στρατολόγησή τους στα βυζαντινά  στρατεύματα68 . Ουσιαστικό όμως νόημα απέκτησε μετά τη συστηματική ιεραποστολική δραστηριότητα, με πολιτισμικές προεκτάσεις, την οποία ανέπτυξε το Βυζαντινό κράτος επί εποχής του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ και αρχικά του Πατριάρχη Φωτίου. Οι βυζαντινοί πολιτειακοί και πνευματικοί ηγέτες επιστράτευσαν για την επιτέλεσή του ιεραποστολικού έργου στους σλαβικούς λαούς τους αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο με εντυπωσιακά αποτελέσματα λόγω και της μετάφρασης του Ευαγγελίου και των λειτουργικών βιβλίων στη σλαβική γλώσσα. Αργότερα επί του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, συντελέστηκε η ευρύτατη εξάπλωση και επικράτηση του Χριστιανισμού στη γη των Σέρβων περίπου στα τέλη του 9ου μ. Χ. αιώνα69 . 

 Παρά την παγίωση, όμως, της χριστιανικής πίστης στους Σέρβους κατά την περίοδο αυτή, η ιστορία της Σερβικής Εκκλησίας άρχισε επίσημα στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 13ου αιώνα. Αιτία ο διασκορπισμός των Σέρβων και σε διάφορες περιοχές της Ιλλυρίας που υπάγονταν στην πνευματική δικαιοδοσία εκκλησιαστικών κέντρων διαφορετικού θρησκευτικού προσανατολισμού. Ο ιλλυρικός χώρος αποτελούσε παραδοσιακά πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη για την υπαγωγή του στις σφαίρες επιρροής τους70 . Εξαιτίας τούτου εμποδίστηκε επί μακρόν η συγκρότησή των διαβιούντων σε αυτόν σε ένα ενιαίο εκκλησιαστικό σώμα. Η πνευματική τους ενοποίηση άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στις αρχές του 12ου αιώνα, όταν ο ηγεμόνας Στέφανος Α΄ Νεμάνια πέτυχε γύρω στα 1170 να ενώσει όλους τους Σέρβους υπό την εξουσία του με κέντρο την περιοχή της Ράσκας, βάζοντας τα θεμέλια για την οικοδόμηση του σερβικού κράτους και την προϊούσα ανάπτυξή του. Η σταδιακή ισχυροποίηση του νεοϊδρυθέντος κράτους υπό την ηγεσία του διαδόχου γιου του, Στέφανου Β΄ του Πρωτοστεφή, ανέδειξαν την ανάγκη οικοδόμησης και οργάνωσης μιας Σερβικής Εκκλησίας στο πνεύμα και την παράδοση της Ανατολικής   Ορθοδοξίας71 σε μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία η διαίρεση του Βυζαντινού κράτους, μετά την Άλωση του 1204, σε ανεξάρτητα κρατίδια, που οι ηγεμόνες τους διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τη δόξα της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, συμπαρέσυρε και τον Οικουμενικό Θρόνο, που «από τα πράγματα βρέθηκε δεμένος στο άρμα του βασιλείου της Νίκαιας» 72 . Στον Βασιλιά της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη προσέφυγαν οι Σέρβοι το έτος 1219 για τη διεκδίκηση της εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας τους, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα την πολύτιμη συμμαχία τους απέναντι στον Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρου Α΄ Άγγελου, η δύναμη του οποίου αυξανόταν επικίνδυνα, απειλώντας τις βλέψεις του Λάσκαρη για την ανόρθωση της Αυτοκρατορίας73 .

-37-


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου