Είχε χάσει το παιδί του ξαφνικά και ο πόνος τον είχε τσακίσει. Δεν μπορούσε ούτε να κοιμηθεί ούτε να ησυχάσει. Μπήκε στο κελλί του Γέροντα σχεδόν παραπατώντας από τον πόνο και του είπε:
«Γέροντα… το παιδί μου έφυγε… Δεν αντέχω. Γιατί να γίνει αυτό; Γιατί;»
Ο άγιος Παΐσιος τον κοίταξε με πολλή συμπόνια. Τον άφησε να κλάψει, να ξεσπάσει χωρίς να τον διακόπτει. Μετά από ώρα του είπε πολύ γλυκά:
«Παιδάκι μου… το παιδί σου δεν χάθηκε. Ο Θεός δεν παίρνει ανθρώπους· τους μεταφέρει. Το παιδί σου τώρα είναι εκεί όπου δεν υπάρχει πόνος ούτε στεναγμός. Είναι πιο ζωντανό από εμάς».
Ο πατέρας όμως συνέχισε να θρηνεί:
«Ναι Γέροντα, αλλά εμένα μου λείπει… δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό».
Τότε ο άγιος Παΐσιος του κράτησε τα χέρια και του είπε:
«Ξέρεις γιατί πονάς τόσο; Γιατί αγάπησες σωστά. Ο πόνος που έχεις είναι η απόδειξη της αγάπης σου. Αλλά τώρα πρέπει να εμπιστευτείς το παιδί σου στα χέρια του Χριστού. Εκείνος το αγαπάει πιο πολύ από σένα.
Όταν ένας άνθρωπος φεύγει καθαρός και αθώος, γίνεται μεγάλη χαρά στον ουρανό. Εσύ να μην λες “γιατί το πήρε ο Θεός;” αλλά “Θεέ μου, φύλαξέ το όπως μόνο Εσύ ξέρεις”. Και να ξέρεις… το παιδί σου θα προσεύχεται για σένα».
Ο πατέρας άρχισε να ανακουφίζεται. Έμεινε λίγο σιωπηλός, και ο γέροντας του πρόσθεσε:
«Όταν αγαπάμε κάποιον και είναι στον Θεό, δεν χάνεται. Χάνεται μόνο ό,τι δεν δίνουμε στον Χριστό. Μην λες ότι έχασες το παιδί σου. Να λες ότι το εμπιστεύτηκες στον Θεό για να είναι ασφαλές».
Ο άνθρωπος έφυγε από το κελλί πιο ήρεμος. Αργότερα διηγήθηκε ότι για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του παιδιού του μπόρεσε να κοιμηθεί, γιατί ένιωσε ότι το παιδί του δεν είχε σβήσει αλλά ζούσε κοντά στον Θεό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου