Παραπέμπουμε για την περαιτέρω κατανόηση του θεσμού στον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου8 που επισημαίνει την απουσία του όρου “Αυτοκέφαλος” στους Κανόνες της Εκκλησίας και την έλλειψη επίσημης καθιέρωσής του σε νεώτερες Πατριαρχικές Πράξεις. Δηλαδή η έννοια του Αυτοκέφαλου δεν ανήκει στην «οντολογία» της Εκκλησίας, αλλά στην ιστορική της «υπόσταση». Σ’ αυτή τη βάση μόνον μέσα από το πρίσμα της εποχής, για την οποία γίνεται λόγος ιστορικής πραγματικότητας και των ιστορικών δεδομένων και συγκυριών μπορούμε να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε τους λόγους και τις αιτίες. Και πιο συγκεκριμένα επί του εξεταζόμενου θέματος, την χάραξη συγκεκριμένης εκκλησιαστικής πολιτικής και όσον αφορά στο ζήτημα του Αυτοκέφαλου των Σλαβικών Εκκλησιών από τον 9ο μ.Χ. αιώνα και εξής. Διαχρονικά, η παροχή καθεστώτος εκκλησιαστικής αυτοκεφαλίας σε μια εθνική ομάδα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με και αποτελεί φυσιολογική συνέχεια της απόκτησης εθνικής ανεξαρτησίας και αυτοδιοίκησης και την αποκοπή αυτής από την υπέρτερη και ευρύτερη κρατική εξουσία –«αυτοκρατορική» και συνήθως, πολυεθνική . Κατά συνέπεια, το Αυτοκέφαλο και η όλη προβληματική του δεν καθίστανται δυνατόν να διαχωριστούν από το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας. Για τους ίδιους λόγους δεν γίνεται να προσεγγιστούν ανεξάρτητα από τη γενικότερη πολιτική της Κωνσταντινούπολης, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην εξέλιξή της, υπό την πίεση της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων, τον οποίο προκάλεσε η δημιουργία νέων κρατικών οντοτήτων με κύριο χαρακτηριστικό την εθνική τους ομοιογένεια. Αυτά διεκδικούν την εκκλησιαστική ανεξαρτησία τους ως διάσταση της ταυτότητάς τους και νομιμοποιητικό στοιχείο της εθνοκρατικής αυτονομίας και κυριαρχίας τους. Πάντοτε γίνεται λόγος για περιοχές, όπου κυριαρχούσαν ορθόδοξοι ηγεμόνες και η πλειονότητα -τουλάχιστον- των υπηκόων ήταν χριστιανοί. Το εν λόγω φαινόμενο είναι ιδιαίτερα αισθητό στον βαλκανικό χώρο, όπου, όπως υποστηρίζει ο Olivier Clement στο βιβλίο του, ''Τι γνωρίζω; Η Ορθόδοξη Εκκλησία 9,'' ο θεσμός της Αυτοκεφαλίας τέθηκε στην υπηρεσία των πολιτικών - εθνικιστικών επιδιώξεων των Σλάβων και η Εκκλησία μετατράπηκε σταδιακά από τοπική, βάσει των Ιερών Κανόνων, εξαρτώμενη από την Πρωτόθρονη Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε Εθνική Εκκλησία ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το καθεστώς της αυτοκεφαλίας σ’ αυτό της «αυτοκεφαλαρχίας». Σε αυτο γίνεται λόγος για τη σταδιακή μετάβαση των Σλαβικών Εκκλησιών, για εισέλθουμε στο αντικείμενο του παρόντος πονήματος, από το καθεστώς της διοικητικής ελευθερίας εντός του ενιαίου Σώματος του Χριστού.
Κατά το πρότυπο του «μελισμού του ευχαριστηριακού άρτου», στη διάκρισή τους από τη μία, ενιαία, κεφαλή της Ανατολικής καθολικής Εκκλησίας ως αυτόνομων και ανεξάρτητων κεφαλών, πλήττεται, κατά παράβαση των εκκλησιαστικών και κανονικών αρχών η κοινωνιακή ενότητα των τοπικών εκκλησιών και αλλοιώνεται/αλλοτριώνεται το εκκλησιαστικό τοπίο με επιβλαβείς συνέπειες στην εκκλησιοκανονική υπόσταση της ίδιας της Εκκλησίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ζήτημα της Αυτοκεφαλίας των Εκκλησιών συνιστά ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο και πολυσύνθετο εκκλησιαστικό ζήτημα με ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις. Το οποίο και έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο -διαχρονικό- πρόβλημα εφαρμογής κανονικού δικαίου και εκκλησιολογικό, το οποίο δεν έχει τύχει ακόμη επίλυσης.
-14-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου